Ανακοινώσεις, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Η Ελληνική Αναγέννηση (1700-1922) – Μέρος Α΄ 1821, Η Παλιγγενεσία

1821Αexof

Στα μέσα Νοεμβρίου θα κυκλοφορήσει το νέο βιβλίου του Γιώργου Καραμπελιά, ως συνέχεια του έργου του για το 1204 και ως δεύτερος τόμος της ιστορίας του νέου ελληνισμού (1204-1821). Το βιβλίο θα παρουσιαστεί στην Αθήνα Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου στην αίθουσα Ρήγας Βελεστινλής (Ξενοφώντος 4), στην Πάτρα Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου στη Στοά Αργύρη, στη Θεσσαλονίκη Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ενώ στις 16 Δεκεμβρίου ο Γιώργος Καραμπελιάς θα συζητήσει με τον Στάθη Σταυρόπουλο για το θέμα του Βιβλίου στον Ιανό. Διαβάζουμε από την Εισαγωγή του Βιβλίου:

Η α­πόπειρα, μιας ομαλής μετάβασης από τον μεσαιωνικό ελ­λη­νι­σμό, τον βυ­ζα­ντι­νό, στον νε­ώ­τε­ρο, μέ­σα α­πό τον στα­δια­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό του Βυ­ζα­ντί­ου, η πρώτη δηλαδή «Αναγέννηση», θα συν­θλι­βεί κά­τω α­πό την ταυ­τό­χρο­νη και συ­ντο­νι­σμέ­νη πί­ε­ση Α­να­το­λής και Δύ­σης. Ο νεώτερος ελληνισμός θα γεν­νη­θεί έτσι δια της αντιστάσεως και θα ζή­σει ε­φτά αιώ­νες –α­πό το 1204 έ­ως το 1922–, υ­πό­δου­λος εξ ο­λο­κλή­ρου ή εν μέ­ρει στην τουρ­κι­κή Α­να­το­λή ή τη φρα­γκο-λα­τι­νι­κή Δύ­ση, ε­νώ η α­ποι­κιοκρατούμενη και υποδεέστερη θέση έ­να­ντι της Δύ­σε­ως, καθώς και η αντιπαράθεση με την επεκτατική Ανατολή, θα συνεχίζεται μέχρι σήμερα, το 2015, όταν σύρονται αυτές οι γραμμές.

Η δια­μόρ­φω­ση του έ­θνους μας θα με­τα­βλη­θεί έ­τσι σε συ­γκρό­τη­ση εν δου­λεί­α. Με ό­λες τις συ­νέ­πειες που έ­χει κά­τι τέ­τοιο: τη διάπλαση ε­νός ι­διαί­τε­ρου χα­ρα­κτή­ρα που συν­δυά­ζει την υ­πο­τα­γή και την α­ντί­στα­ση, τη λή­θη και τη μνή­μη, τη ρή­ξη α­νά­με­σα στις ε­λίτ –που συ­χνά ε­ντάσ­σο­νται υ­πο­χρε­ω­τι­κώς ή ηθελημένα στις δο­μές της ξέ­νης κυ­ριαρ­χί­ας– και το λα­ϊ­κό σώ­μα, που συ­ντη­ρεί την πα­ρά­δο­ση· κάθε απόπειρα εισαγόμενου «εκ­συγ­χρο­νι­σμού», θα γίνεται αντιληπτή ως βια­σμός του λα­ϊ­κού σώ­μα­τος, ενώ η επιβεβαίωση της συ­νέ­χειας, θα υ­πο­χρε­ώνεται ενίοτε να καταφεύ­γει στον συ­ντη­ρη­τι­σμό και την ι­δε­ο­λο­γική ­σκλήρυνση.

Δεν θα μπο­ρέ­σου­με, λοι­πόν, να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με μια Α­να­γέν­νη­ση, που εί­χε αρ­χί­σει να δια­φαί­νε­ται κατά τον 12ο και τον 13ο αιώ­να και θα λάμ­ψει για μια τε­λευ­ταί­α στιγ­μή στον Μυ­στρά α­ντι­θέ­τως, οι λό­γιοί μας εί­τε θα σκορ­πί­σουν στη Δύ­ση εί­τε θα ε­ντα­χθούν στην εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση, που θα δια­τη­ρή­σει εν δου­λεί­α τη συ­νέ­χεια του ελ­λη­νι­σμού. Η Α­να­γέν­νη­σή μας θα με­τα­τε­θεί για με­ρι­κούς αιώ­νες με­τά, εκκινώντας εκ νέου κατά τον 18οαιώ­να.

Ο ελληνισμός γνωρίζει μια νέα Αναγέννηση κατά την περίοδο 1700-1922, εν μέρει συνέχεια της ανακοπείσας υστεροβυζαντινής και εν μέρει καινοφανές ιστορικό δημιούργημα. Η πρώτη φάση, ο «φωτισμός και η παλιγγενεσία», διαρκεί έως το 1821 και στη διάρκειά της επιχειρείται η ανασυγκρότηση των υλικών και πνευματικών προϋποθέσεων για την αυτόνομη ανάδειξη του ελληνισμού. Η δεύτερη, η «Μεγάλη Ιδέα» –η επαναστατική-εθνικοαπελευθερωτική περίοδος που διαρκεί από το 1821 έως το 1922 –, στοχεύει στην πολιτειακή ανασυγκρότηση του «ιστορικού χώρου» του υστεροβυζαντινού ελληνισμού, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της ελληνικής Αναγέννησης.

Οι Έλληνες επιχειρούσαν το «ακατόρθωτο», να ξαναπιάσουν, τον 18ο αι., το νήμα εκεί που το είχαν αφήσει το 1204 ή έστω το 1350: Όταν θα σταθεροποιηθούν τα σύνορα, θα αρχίσει η άμπωτις του οθωμανικού ισλάμ, και θα αρχίσουν να ανασυγκροτούνται οι δυνάμεις του ελληνισμού, μόνο τότε θα μεταστραφεί το ρεύμα και, για δύο αιώνες, μέχρι το 1922, θα σημειωθεί μια γενικευμένη αναγέννηση.

Όντως από τα τέλη του 17ου αιώνα, αρχίζει η γενικευμένη ανάκαμψη. Γενικεύεται η μετανάστευση, το εμπόριο και η ναυτοσύνη αναγεννώνται, ενώ η Μοσχόπολις, «η Αθήνα των Βαλκανίων», θα γνωρίσει 50 ή 60 χρόνια ακμής, από το 1700 έως το 1767· οι Σουλιώτες και οι Μανιάτες εγκαινιάζουν την ημιανεξάρτητη πολεμική επικράτειά τους· οι Φαναριώτες αναλαμβάνουν τις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας· στα Γιάννινα έχει μόλις ιδρυθεί η σχολή Γκιούμα (1672), ο δε Νικόλαος Μαυροκορδάτος θα γράψει το πρώτο «νεωτερικό» κείμενο του σύγχρονου ελληνισμού, τα Φιλοθέου Πάρεργα. Αυτή η οικονομική, πολιτική και θρησκευτική ανάκαμψη ανατροφοδοτεί την πνευματική κίνηση και αιμοδοτεί τα πνευματικά κέντρα του νεώτερου ελληνισμού, ενώ πολλαπλασιάζονται παράλληλα οι επαναστατικές απόπειρες και εξεγέρσεις (Ορλωφικά, κλεφταρματολοί στη Στερεά και τον Όλυμπο, Πελοπόννησος, Σουλιώτες).

Η διαδικασία της ωρίμανσης επιτελείται από τα δυτικά προς τα ανατολικά και από τα «έξω» προς τα «μέσα». Ο ελληνισμός θα αρχίσει να ανασαίνει πνευματικά, πολιτιστικά, αγωνιστικά, στα σύνορα των δύο περιοχών της εξωτερικής κατάκτησης, Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας, στην Κρήτη, τα Επτάνησα, τη Δυτική Ελλάδα, ενώ το πνευματικό του επίκεντρο θα βρεθεί στη… Βενετία. Μόνο μετά τον 18ο αιώνα θα αρχίσει η σταδιακή μετακίνηση προς τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, την Οδησσό, την Ύδρα, τη Μοσχόπολη, με νέο κέντρο της την αναγεννημένη Κωνσταντινούπολη, όπου θα μετακινηθεί, μετά το 1818-19, και η έδρα της Φιλικής Εταιρείας. Αυτή η κίνηση, αποτελεί και το ουσιαστικότερο υπόβαθρο της νεοελληνικής αναγέννησης, που θα επιτρέψει τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Πρόκειται για μια κίνηση ενίσχυσης της ελληνικής ιδιοπροσωπίας που απολήγει στην Επανάσταση.

Στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο, θα ξεκινήσει από τη συμμαχία με τους Ισπανούς, τους Ενετούς και την Αυστρία, θα περάσει εν συνεχεία στη Ρωσία, μέχρι τα «Ορλωφικά» και τον Λάμπρο Κατσώνη· θα καταλήξει στην ενδυνάμωση της κλεφτουριάς (18ος-αρχόμενος 19ος αι.), στον Ρήγα και τη Φιλική Εταιρεία. Και πάλι από τα «έξω» προς τα «μέσα», με την ενίσχυση και κατίσχυση, σε πολλές περιπτώσεις, των αυτοδιοικητικών θεσμών και των κοινοτήτων, την ανάληψη διοικητικών καθηκόντων από τους Φαναριώτες, στην Πόλη και τις ηγεμονίες, και τους Επτανήσιους στην Ιόνιο Πολιτεία. Στο οικονομικό πεδίο, θα φθάσουμε στο αναγεννημένο εμπόριο, τη ναυτιλία, τη βιοτεχνική παραγωγή και τη μανιφακτούρα, κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Η πνέουσα τα λοίσθια Εκκλησία του Σχολάριου θα μεταβληθεί σε έναν ισχυρό οργανισμό, επίκεντρο της πνευματικής ζωής του Γένους, που θα συγκρατεί και θα συγκροτεί τους ελληνικούς και ορθόδοξους πληθυσμούς απέναντι στη λαίλαπα των εξισλαμισμών και το παιδομάζωμα, καθώς και απέναντι στην καθολική διείσδυση. Ο Κύριλλος Λούκαρις, ο μεγάλος πατριάρχης, και ο Κοσμάς Αιτωλός, ο λαϊκός φωτιστής, οριοθετούν μια προσφορά που θα λάμψει και εκπαιδευτικά στο Άγιον Όρος με την Αθωνιάδα σχολή και τον Ευγένιο Βούλγαρι.

Αυτή η νεοελληνική αναγέννηση, η τελευταία στην ιστορία τεσσάρων χιλιάδων χρόνων του ελληνισμού, θα διαρκέσει πάνω από δύο αιώνες (1700-1922). Στα μέσα της περιόδου, μια μεγάλη τομή, η ελληνική Επανάσταση. Και παρότι σε αυτή την πρώτη περίοδο δεν διαθέταμε κράτος (εκτός ίσως από το προτεκτοράτο των Ιονίων Νήσων), μέσα από μια καταπληκτική ιστορική ανάμνηση/επιτάχυνση, ο νεώτερος ελληνισμός φάνταζε ακόμη ως ο κληρονόμος του αρχαίου, του ελληνιστικού και του βυζαντινού κόσμου.

Ο ανά χείρας πρώτος τόμος διατρέχει την οικονομική, κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική/εκκλησιαστική ιστορία της ελληνικής Αναγέννησης, για να κορυφωθεί με τη Φιλική Εταιρεία, ως προανάκρουσμα του ’21, και αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη:

Στο Α΄ μέρος, επικεντρώνομαι στην οικονομική και κοινωνική ζωή του υπόδουλου ελληνισμού. Η αναγέννησή μας παρέμενε πράγματι «υπονομευμένη» από μια «διπλή κατοχή», εκείνη των Οθωμανών, η οποία δεν επέτρεπε την ανάπτυξη μιας σταθερής οικονομικής δραστηριότητας, διαρκώς απειλούμενης από τις επιδρομές και την ανασφάλεια και ταυτόχρονα από τις ημιαποικιακές δομές που είχε επιβάλει στην οθωμανική Αυτοκρατορία η δυτική διείσδυση, υποχρεώνοντας σε μια μεταπρατική υποστροφή τους Έλληνες αστούς.

Στις μεγάλες πεδιάδες της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, της Δυτικής Μ. Ασίας, οι ραγιάδες αγρότες θα στενάζουν κάτω από δομές φεουδαλικού, ημιφεουδαλικού και αποικιακού χαρακτήρα –όπως και στις ενετοκρατούμενες περιοχές–, η δε εμπορευματοποίηση της παραγωγής θα διοχετεύει προνομιακά πρώτες ύλες για τη βιομηχανία και τις αγορές της Δύσης, βαμβάκι, μαλλί, σταφίδα κ.λπ.

Η διείσδυση της Δύσης, δυσκολεύει και ενίοτε απαγορεύει ανοικτά την ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα στα μεγάλα κέντρα, ενώ οικοδομεί μια σχέση αποικιακού τύπου με την οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, οι Έλληνες, που πρωτοπορούν στις οικονομικές δραστηριότητες και αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνική ομάδα της Αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στην Ευρώπη, υποχρεώνονται να αναπτύξουν μια παραγωγική δραστηριότητα καταφεύγοντας στις ορεινές, ημιορεινές και απομονωμένες περιοχές, όπως τα άγονα νησιά ή το Γαλαξείδι, π.χ., σε ό,τι αφορά στη ναυτιλία. Κτηνοτροφία, βιοτεχνία, ναυτικό, θα γίνουν οι προνομιακές παραγωγικές δραστηριότητες των Ελλήνων.

Παράλληλα, κατ’ εξοχήν στα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης και εμπορίου, την Πύλη, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη, ή τα μεγάλα κέντρα της διασποράς, οι Έλληνες έμποροι θα κυριαρχήσουν σταδιακώς, υποχρεούμενοι όμως να λειτουργούν ως ενδιάμεσοι, ως μεταπράτες, ανάμεσα στην αποικιοκρατική Δύση και την οθωμανική ημιαποικία. Μόνο μια πιθανή απελευθέρωση, που θα συμπεριλάμβανε ταυτόχρονα τα παραγωγικά, τα αγροτικά και τα εμπορικά κέντρα του ελληνισμού, θα μπορούσε να θεραπεύσει τον διάσπαρτο χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής ανάπτυξης και να αναδείξει το ελληνικό «μοντέλο» σε ηγεμονικό, στον χώρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η ελληνική Αναγέννηση στηρίχτηκε προνομιακά στις μορφές οργάνωσης της οικονομίας, της παραγωγής και της πολιτειακής συσσωμάτωσης των Ελλήνων· οι συνεταιρισμοί, οι συντεχνίες, τα τσελιγκάτα, τα συστήματα των συντροφοναυτών, ακόμα και οι στρατιωτικές συσσωματώσεις θα αιμοδοτούν και θα στηρίζουν το κοινοτικό σύστημα οργάνωσης, τα κοινά των Ελλήνων. Ο ελληνικός κοινοτισμός, υπήρξε θεμέλιο της αυτονομίας και του δυναμισμού του γένους και βάση όλων των συλλογικών του εγχειρημάτων.

Το Β΄ μέρος περιγράφει συνοπτικά τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα. Αμέσως μετά την Άλωση, αρχίζει και η αντίσταση εναντίον των Οθωμανών, σε επιμαχία με τους Ενετούς ή τους Ισπανούς, μέχρι τον 17ο αιώνα, και εν συνεχεία τους Ρώσους. Από τον Κροκόνδειλο Κλαδά και την παράδοση των stradioti, που πολέμησαν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα της Ευρώπης, μέχρι τον Ζαχαριά, τον Νικοτσάρα και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, θα συνεχίζεται αδιάπτωτη η ένοπλη αντίσταση, με πυρήνες πύκνωσης τη Μάνη, το Σούλι, τη Χιμάρα, τα Άγραφα κ.λπ.

Με αφετηρία τα Ορλωφικά, αυτή η «ενδημική» αντιστασιακή παράδοση θα μετασχηματιστεί σε επαναστατικές απόπειρες απελευθέρωσης. Στη διάρκειά τους, οι Έλληνες, από την Κρήτη έως τη Μακεδονία, πραγματοποιούν επαναστατικές κινήσεις, χρησιμοποιώντας και ελπίζοντας στη ρωσική βοήθεια, κινήσεις στις οποίες συμμετέχουν ακόμα και οι Επτανήσιοι. Υπ’ αυτή την έννοια, αποτελούν την πρώτη μεγάλη επαναστατική απόπειρα των Ελλήνων, μια γενική δοκιμή του ’21· τα επαναστατικά γεγονότα στην Κρήτη, με την «επανάσταση του Δασκαλογιάννη» επιβεβαιώνουν την πανελλαδική διάστασή τους.

Ο Λάμπρος Κατσώνης, είκοσι χρόνια μετά, ενώ θα ξεκινήσει τον αγώνα του ως Ρώσος αξιωματικός, στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου (1789-1792/3), θα τον συνεχίσει ως Έλληνας επαναστάτης, αρνούμενος να υποταχθεί στα κελεύσματα της Αικατερίνης, μετά την ανακωχή που υπέγραψε. Τέλος, σχεδόν την ίδια εποχή, ο Ρήγας Βελεστινλής θα διατυπώσει, πρώτος αυτός και πιο ολοκληρωμένα, το συνθετικό πρόταγμα μιας απελευθέρωσης που πατάει στην παράδοση –από τον Αλέξανδρο έως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου», έως τον «Θούριο»– και ανοίγεται στη νεωτερικότητα της γαλλικής Επανάστασης· συνδυάζει θεωρία και δράση, βυζαντινό σχέδιο και δημοκρατική πολιτειακή μορφή.

Προφανώς, οι δυνάμεις που οδήγησαν στην ελληνική Επανάσταση δεν αντλούν μονοδιάστατα από την ένοπλη αντιστασιακή παράδοση, ούτε από την οικονομική ενδυνάμωση του ελληνισμού αλλά και από την ενίσχυση της παρουσίας των Ελλήνων στους ίδιους τους μηχανισμούς της κατάκτησης. Παράλληλα με την Εκκλησία και τον ενιαίο οργανισμό της, που αγκαλιάζει ολόκληρο το γένος, οι Φαναριώτες, με τη μεγάλη διοικητική και διπλωματική εμπειρία τους, οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες, ιδιαίτερα εκείνοι της Πελοποννήσου και των νησιών, οι Επτανήσιοι πολιτικοί, με τους ευρύτερους ορίζοντές τους, θα συγκροτήσουν την «πολιτική τάξη» του ελληνισμού.

Οι Μαυροκορδάτοι, οι Υψηλάντηδες, οι Σούτσοι και οι Μουρούζηδες, θα συγκροτήσουν μια διαχειριστική ηγέτιδα τάξη που θα διακριθεί στην Επανάσταση, με τον Δημήτριο και Αλέξανδρο Υψηλάντη και προπαντός τον δαιμόνιο –και μοιραίο– Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Στην Πελοπόννησο, οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Λόντοι, οι Ζαΐμηδες και οι Δεληγιάννηδες, στα νησιά, οι Κουντουριώτες και οι Μέξηδες, αποτέλεσαν το εντόπιο πολιτικό προσωπικό που, μαζί με τους στρατιωτικούς, τους Φαναριώτες και ορισμένους λογίους, θα ηγεμονεύσουν στην Επανάσταση και τη μετεπαναστατική Ελλάδα.

Οι Επτανήσιοι πολιτικοί, μέσα από τους μηχανισμούς αυτοδιοίκησης, τις διπλωματικές σχέσεις των Ιονίων με τις μεγάλες δυνάμεις, τις επαφές με τη γειτονική Ιταλία και την τριβή με τους καταδιωκόμενους κλεφταρματωλούς –από τους Σουλιώτες έως τον Κολοκοτρώνη–, απέκτησαν μια μοναδική πολιτική εμπειρία και εποπτεία των ελληνικών και ευρωπαϊκών υποθέσεων. Ανάμεσά τους, ο Ιωάννης Καποδίστριας, «ανερχόμενος αστέρας» της κυβέρνησης της Επτανήσου Πολιτείας και υπουργός Εξωτερικών μιας μεγάλης ευρωπαϊκής Δύναμης, θα βρεθεί στο επίκεντρο των πολιτικών ζυμώσεων, τόσο πριν την Επανάσταση όσο και στις απαρχές του νεοσύστατου μετεπαναστατικού κράτους. Ωστόσο η απουσία του κατά την προετοιμασία και στα πρώτα στάδια του αγώνα –αντανάκλαση του διάσπαρτου και όχι ακόμα ενιαίου χαρακτήρα του ελληνισμού– υπήρξε καθοριστική. Ήταν ίσως ο μόνος που θα μπορούσε να επιβάλει την ενότητα των Ελλήνων και πάντως η παρέμβαση του στην τελική φάση της Επανάστασης υπήρξε καθοριστική.

Ο Νίκος Σβορώνος αποτιμά με νηφαλιότητα και εξαιρετικά ισορροπημένα το σύνολο των μηχανισμών της εθνικής επιβεβαίωσης που συνέβαλαν από κοινού στην παλιγγενεσία:

«Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία παίρνει διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες, με προοπτική τη διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία-Φαναριώτες-κοινότητες-αρματολοί, στην Τουρκοκρατία), και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του ιθ΄ αι. τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά – αλλεπάλληλα, έστω και ξενοκίνητα, κινήματα) που κατέληξαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21»[1].

Στο Γ΄ μέρος, σκιαγραφούμε αδρομερώς τη δράση της Εκκλησίας και τον καθοριστικό ρόλο της ορθοδοξίας στην επιβίωση του ελληνισμού. Δράση με πολλαπλές διαστάσεις, από την καθημερινή αντίσταση και τη μαρτυρία ενάντια στους εξισλαμισμούς, με τους νεομάρτυρες, τον Νεκτάριο Τέρπο, τον Κοσμά Αιτωλό, μέχρι την άμεση εμπλοκή στις ένοπλες επαναστατικές απόπειρες του γένους, από τον Διονύσιο Φιλόσοφο, στις αρχές του 17ου αιώνα, μέχρι τον Παπαφλέσσα και τον Ησαΐα Σαλώνων, το ’21.

Αποφασιστικής σημασίας για την οριστική διαμόρφωση της ιδιοπροσωπίας του νέου ελληνισμού, εκτός από την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών, υπήρξε η σύγκρουση –πολύμορφη και μακρόχρονη– με τον επιθετικό καθολικισμό, που αρχίζει ήδη πριν την άλωση του 1204, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση μέχρι τον 18ο αιώνα και φθάνει έως την Επανάσταση. Σύγκρουση που θα κορυφωθεί σε δύο στιγμές, με τον Κύριλλο Λούκαρι, κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα, καθώς και με τον άγνωστο στους περισσότερους «αναβαπτισμό», στα μέσα του 18ου αιώνα, την τελευταία μεγάλη απόπειρα για να αντιμετωπιστεί ο καθολικισμός και η διείσδυση των Ιησουϊτών σε όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τότε, με την Αθωνιάδα σχολή στο Άγιον Όρος, την προσπάθεια ενός ενδογενούς εκσυγχρονισμού της Εκκλησίας και της παράδοσης, επιχειρήθηκε και η σημαντικότερη εκπαιδευτική απόπειρα της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία, κάτω από τους Τούρκους, αλλά εν μέρει και τους Φράγκους, βιώνει μια αντιφατική πραγματικότητα: Ως εκφραστής της ορθοδοξίας, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση του εθνισμού του γένους, ο οποίος ταυτίζεται για αιώνες με τη συνείδηση της πνευματικής/θρησκευτικής του ιδιαιτερότητας, απέναντι στο Ισλάμ και τον καθολικισμό – όποιος ασπαζόταν το Ισλάμ ή τον καθολικισμό «τούρκευε» ή «φράγκευε», αντιστοίχως. Ταυτόχρονα η Εκκλησία αποτελεί θεσμό του οθωμανικού κράτους, και μάλιστα τον μοναδικό που αναγνωρίζει ο κατακτητής ως εκπρόσωπο των Ελλήνων, κατά συνέπεια, εκτός από μηχανισμό αντίστασης, αποτελεί συνάμα και θεσμό ενσωμάτωσης, έστω στανικής, με όλες τις εγγενείς αντιφάσεις ενός διττού ρόλου. Αντιφάσεις τις οποίες, είτε θα αποσιωπούν όσοι τονίζουν μόνο τον αντιστασιακό της χαρακτήρα, είτε θα υπερτονίζουν, σκανδαλωδώς, όσοι επιθυμούν να τον μειώσουν ή να τον ακυρώσουν εντελώς. Έτσι, ως θεσμός που λειτουργούσε στα πλαίσια της οθωμανικής ή της φραγκικής κυριαρχίας, έφερε, και κάποτε έντονα, τα στίγματα αυτής της συμβίωσης με τους κατακτητές: διαφθορά, σιμωνία, ανταγωνισμοί, αμάθεια θα αμαυρώνουν τον ρόλο και τη λειτουργία της – εξάλλου κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους λοιπούς θεσμούς που βρίσκονταν σε επαφή με τους κατακτητές, στην αυτοδιοίκηση (κοτζαμπάσηδες), στο Φανάρι, στα αρματολίκια.

Το Δ΄ μέρος –«Η επαναστατική σύνθεση»–, περιλαμβάνει τρία εκτενή κεφάλαια που επιχειρούν να συλλάβουν την ελληνική ιδιοπροσωπία: Το πρώτο πραγματεύεται τα φραγκοκρατούμενα Επτάνησα, οιονεί «Πεδεμόντιο του ελληνισμού», το δεύτερο τις κοινωνικές και εθνικές συγκρούσεις στη Σάμο, ως το εξεγερσιακό υπόδειγμα του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, και το τρίτο τη «Φιλική Εταιρεία», την συγκέντρωση των δυνάμεων του γένους γύρω από το πρόταγμα της παλιγγενεσίας.

Οι Επτανήσιοι επί αιώνες υπό τους Ενετούς και εν συνεχεία τους Γάλλους, τους Ρώσους, τους Βρετανούς, αγωνίστηκαν σθεναρά για να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, θρησκευτική, γλωσσική και πολιτισμική. Συνεχίζοντας τη μεγάλη κρητική παράδοση, μετέχοντας ταυτόχρονα στις περιπέτειες του γένους και στον δυτικό πολιτισμό, αποτέλεσαν το «παρατηρητήριο» του ελληνισμού προς τη Δύση, πεδίο σύγκλισης και σύνθεσης Ανατολής και Δύσης, ως του ιδιάζοντος στοιχείου της ελληνικής ταυτότητας.

Μέσω της ορθοδοξίας, των οικονομικών σχέσεων, που συνάπτουν με τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό, και της παιδείας, μετέχουν στις τύχες του γένους και πληθυσμιακά αιμοδοτούνται από τον ευρύτερο ελληνισμό – μια και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού απαρτιζόταν από επήλυδες Έλληνες: οι Πελοποννήσιοι, οι Κρητικοί, οι Σουλιώτες, οι Παργινοί – ο Κολοκοτρώνης, μετά το ξερίζωμα της κλεφτουριάς του Μοριά. Συμμετέχουν δε μαζικά σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες και στην Επανάσταση.

Εξαιτίας του καθεστώτος της γαιοκτησίας που αντιπαρέθετε κολλήγους και γαιοκτήμονες, εδώ θα εγκαινιαστούν κοινωνικές αντιπαλότητες που θα επεκταθούν εν συνεχεία στο σύνολο του ελληνικού κόσμου.

Ανάλογη υπήρξε και η συμβολή τους στην πνευματική κίνηση. Λόγιοι και διαφωτιστές, όπως ο Κεφαλλονίτης Βικέντιος Δαμoδός, οι Κερκυραίοι Ευγένιος Βούλγαρης και Νικηφόρος Θεοτόκης, συγγραφείς όπως οι Ζαμπέλιοι, ποιητές και λογοτέχνες όπως ο Μαρτελάος, ο Γουζέλης, ο Κάλβος, ο Σολωμός, αλλά θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της ελληνικής πνευματικής ζωής

Ο Ιόνιος χώρος –πολύ περισσότερο από τις Ηγεμονίες και τη Νότιο Ρωσία, που διαδραμάτισαν έναν αντίστοιχο ρόλο– υπήρξε το οιονεί Πεδεμόντιο του κατεχόμενου ελληνισμού. Εδώ, εξ άλλου, θα πραγματοποιηθούν και οι πρώτες μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις, μετά την είσοδο των Γάλλων, και θα δημιουργηθεί το πρώτο ημιανεξάρτητο ελληνικό κράτος, η Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807). Εδώ θα εγκαινιάσει την πολιτική του σταδιοδρομία ο Ιωάννης Καποδίστριας, από εδώ ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης – ως ο Έλληνας Γαριβάλδι– θα εξορμήσει για να βάλει φωτιά στον Μοριά.

Η Σάμος από την άλλη πλευρά, στο Ανατολικό Αιγαίο, αποτελεί ίσως τη μοναδική περίπτωση στην Ελλάδα όπου κοινωνική, διαφωτιστική, επαναστατική και εθνική διάσταση μοιάζουν να συναποτελούν ένα ενιαίο και αρμονικό σύνολο. Η Σάμος, θα δανειστεί μάλιστα πάρα πολλά στοιχεία από την επτανησιακή παράδοση: και εδώ οι γαιοκτήμονες θα αποκαλούνται «καλικάτζαροι» και ο λαός «καρμανιόλοι».

Στη Σάμο, λόγω της απουσίας των Τούρκων, οι προεπαναστατικές συγκρούσεις είχαν προσλάβει κοινωνικό/ενδοελληνικό και ταυτόχρονα εθνικό χαρακτήρα: οι κοτ­ζαμ­πά­ση­δες/Κα­λι­κάτζαροι συμμαχούν με την τουρκική εξουσία ενάντια στο λαϊκό επαναστατικό «κόμμα» και θα αντιταχθούν ακόμα και στην Επανάσταση, ενώ η Εκκλησία όχι μόνο θα συνταχθεί με τους Καρμανιόλους αλλά θα αποτελέσει και τον εγχώριο διερμηνευτή της ιδεολογίας της γαλλικής Επανάστασης, μαζί με τους ελάχιστους λογίους του νησιού.

Εδώ τα δάνεια στοιχεία από τη γαλλική Επανάσταση εντάσσονται οργανικά στον ιδεολογικό καμβά του ελληνικού κόσμου. Αυτό που δεν κατόρθωσε να επιτύχει η ελληνική Επανάσταση, θα το επιτύχει η Σάμος, έστω για μερικές δεκαετίες, ως η πλέον ολοκληρωμένη και συνεκτική έκφραση ενός αυτόκεντρου συνθετικού μοντέλου.

Κατά τον αρχόμενο 19ο αι., ωριμάζουν οι υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις για τον μετασχηματισμό του διάσπαρτου και κοινοτικά οργανωμένου ελληνικού έθνους σε ένα έθνος-κράτος, με αυτόνομη πολιτειακή υπόσταση. Απέναντι στη στρατηγική μιας μεσο/μα­κρο­πρό­θε­σμης, εκ των ένδον, άλωσης του οθωμανικού κράτους, την οποία μοιάζουν να προκρίνουν οι πνευματικές, πολιτικές και θρησκευτικές ελίτ του ελληνισμού, θα πρυτανεύσει εν τέλει η στρατηγική της άμεσης επαναστατικής δράσης, η στρατηγική της Φιλικής Εταιρείας.

Και παρότι η Εταιρεία θα ιδρυθεί από κοινωνικά και ιδεολογικά ριζοσπαστικά στοιχεία, πνευματικούς απογόνους του Ρήγα Βελεστινλή, η επιτυχία της θα στηριχτεί στον συνδυασμό δύο παραμέτρων: την αταλάντευτη επαναστατική βούληση –που αρδευόταν από την ελληνική επαναστατική παράδοση και από τα νέα επαναστατικά ρεύματα που διαπερνούσαν την Ευρώπη– και ταυτόχρονα τη συνείδηση πως ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα πρέπει να συμπεριλάβει το σύνολο των δυνάμεων του γένους. Η σύνθεση ριζοσπαστικότητας και ευρύτητας, αποτέλεσε το θαύμα της Φιλικής και το κατόρθωμα των πρωτεργατών της.

Ωστόσο, το επαναστατικό εγχείρημα είχε να αντιμετωπίσει μία πληθώρα προβλημάτων. Και το κυριότερο ήταν ο διάσπαρτος και εκτεταμένος χαρακτήρας του ελληνικού «οικοσυστήματος», που άρχιζε από τον Προύθο και έφθανε μέχρι την Κύπρο· εξάλλου, αλλού ήταν συγκεντρωμένες οι οικονομικές δυνάμεις, αλλού οι στρατιωτικές, αλλού οι πνευματικές. Μόνο το κέντρο του γένους, η Κωνσταντινούπολη, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ενότητα του συνόλου. Γι’ αυτό εκεί θα μεταφερθεί και η έδρα της επαναστατικής οργάνωσης από τον Σκουφά, παρά τους κινδύνους μιας τέτοιας επιλογής, ενώ ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα επιμένει μέχρι το τέλος να εκδηλωθεί κάποιο επαναστατικό διάβημα στην ίδια την καρδιά της Αυτοκρατορίας!

Βεβαίως, σήμερα, στα πλαίσια της γενικευμένης απογοήτευσης που κατατρύχει τους Έλληνες, αρκετοί είναι εκείνοι –και μάλιστα από διαφορετικές αφετηρίες– που αμφισβητούν την επιλογή της Φιλικής και υποστηρίζουν πως η Επανάσταση υπήρξε αρνητική για τον ελληνισμό. Εάν όμως η εξέγερση είχε ανασταλεί ή αποτραπεί οριστικά, η αναστολή αυτή θα είχε, άραγε, τις ευεργετικές συνέπειες που προεξοφλούνται, ή, αντίθετα, η εμφάνιση και η επιτάχυνση εθνικής συνείδησης στους βαλκανικούς λαούς θα τους οδηγούσε σε ευθεία αντιπαράθεση με τους Έλληνες, ως εταίρους των Οθωμανών, με άδηλες συνέπειες για το μέλλον; Το βέβαιο πάντως είναι πως αυτός ο βαθύτατος διχασμός ανάμεσα στα διεστώτα μέλη του ελληνισμού και κυρίως ο διχασμός ως προς την ακολουθητέα στρατηγική –που θα συνεχίζεται μέχρι το 1922– θα συρρικνώσει τον ελληνισμό, ο οποίος δεν θα κατορθώσει να απελευθερώσει το ιστορικό του κέντρο.

Ο δεύτερος τόμος –που στην πραγματικότητα συγκροτεί μια ενότητα με τον πρώτο– θα εκδοθεί πολύ σύντομα και πραγματεύεται τα πνευματικά φαινόμενα και τις κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις που διατρέχουν κατά μήκος και διαπερνούν εγκάρσια τον ελληνισμό: ο φωτισμός του «γένους», από τον Ευγένιο Γιαννούλη και τον Κοσμά Αιτωλό έως τον Νεόφυτο Δούκα και τον Βενιαμίν Λέσβιο· η λογοτεχνική παραγωγή και η ποίηση, από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι έως τον Ερωτόκριτο και τον Σολωμό· η φιλοσοφία, από τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα και τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο έως τον Μοισιόδακα και τον Λόγιο Ερμή· οι γλωσσικές αντιθέσεις ανάμεσα στον Ευγένιο Βούλγαρι και τον Δημητράκη Καταρτζή, τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Διονύσιο Σολωμό· οι μεγάλες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μεταξύ Αθανασίου Παρίου και Αδαμαντίου Κοραή· η διαμόρφωση της επαναστατικής ιδεολογίας με την Ελληνική Νομαρχία. Και εδώ η ίδια διασπορά, αυτό το φοβερό μωσαϊκό, πηγή γόνιμης αντιπαράθεσης –Εκκλησία και διαφωτισμός, Ανατολή και Δύση, ελληνική ιδιοπροσωπία και δυτική νοησιαρχία…, έτσι θα διαμορφωθεί το πρόσωπό μας, πολύεδρο και ανολοκλήρωτο…

Η ύστερη μεταπολίτευση και η αποδομητική ιστοριογραφία

Όμως, κατά την ύστερη μεταπολίτευση, στα πλαίσια ενός μιμητικού «εξευρωπαϊσμού», και με κατ’ εξοχήν όχημα τον «αποδομητικό μαρξισμό», επιχειρήθηκε μια σταδιακή αλλά καθολική αναθεώρηση της νεοελληνικής ιστορίας: Αφετηρία και θεμελιώδης επιδίωξη αυτής της νέας, , αφήγησης είναι η απόρριψη της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Οι απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού έθνους δεν τοποθετούνται πλέον στην αρχαιότητα, σύμφωνα με το τρίσημο παπαρρηγοπούλειο σχήμα, ούτε καν στο τέλος της βυζαντινής εποχής, όπως υποστήριζε ο παλαιός μαρξισμός, αλλά στα τέλη του 18ου αι. ή, συνηθέστερα, μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους: το ελληνικό έθνος ταυτίζεται με το έθνος-κράτος!

Για να θεμελιωθεί αυτό το προκρούστειο εγχείρημα, θα πρέπει ο (δυτικός) Διαφωτισμός να αναδειχθεί στο αποκλειστικό ιδεολογικό όχημα της Επανάστασης, και της «εθνογένεσης», και να αποσιωπηθούν έτσι όλα τα φαινόμενα της ιστορικής συνέχειας. Σύμφωνα με τους αποδομητές συγγραφείς, η προκρατική συνείδηση των Ελλήνων ήταν απλώς «θρησκευτική», χωρίς εθνική διάσταση. Όμως, μετά την Άλωση, τουλάχιστον έως το 1750, ο εθνισμός των Ελλήνων αναγνωρίζεται, στα πλαίσια της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σχεδόν αποκλειστικά υπό το θρησκευτικό ορθόδοξο ένδυμά του – παράλληλα με τη γλωσσική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, που επίσης εκφράζονται προνομιακά μέσα από τον θρησκευτικό λόγο· αν λοιπόν αυτός ο «προκρατικός» εθνισμός αποσυνδεθεί από την ορθοδοξία, τότε παύει, όντως να υπάρχει. Γι’ αυτό και θα πρέπει ο «φωτισμός του γένους» να μετασχηματιστεί σε εισαγόμενο Διαφωτισμό, αλλά και να ταυτιστεί με ένα ρεύμα αντικληρικαλικού και αγνωστικιστικού χαρακτήρα, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ορθοδοξία.

Σε αυτή τη νέα αφήγηση, η αντιπαράθεση «διαφωτισμού-σκοταδισμού», και πρωτίστως διαφωτιστών και Εκκλησίας, υποκαθιστά την αντίθεση του ελληνικού λαού (παρά τις υπαρκτές εσωτερικές αντιπαλότητες) με τους Οθωμανούς και τους Φράγκους.

Πλέον ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός δεν ορίζει πλέον ένα ιδιαίτερο, ελληνικό φαινόμενο αλλά την «υποδοχή του Διαφωτισμού στην πνευματική ζωή της ελληνικής Ανατολής».

Για να απορρίψουν ακριβώς αυτόν τον «ενεργητικό ρόλο του ελληνισμού» και το «παπαρρηγοπούλειο σχήμα» της συνέχειας, οι αποδομητές ιστορικοί εμμένουν στη θέση πως ο δυτικός Διαφωτισμός υπήρξε το αποφασιστικό στοιχείο στη διαμόρφωση της ελληνικής επαναστατικής και εθνικής συνείδησης. Έτσι το ελληνικό έθνος ταυτίζεται με το έθνος-κράτος (κράτος-έθνος το χαρακτηρίζουν εξάλλου) και αφετηρία της δημιουργίας του αποτελεί ο δυτικός Διαφωτισμός και η ιδεολογία του.

Ο Νίκος Σβορώνος είχε, πολύ ενωρίς, επισημάνει τον προκρούστειο χαρακτήρα της ταύτισης του έθνους και της εθνικής ιδέας με την αστική τάξη και, μέχρι το τέλος της ζωής του, θα επιχειρεί να διασαφηνίσει τις σχετικές έννοιες[2]:

Από τον 11ο αιώνα και μετά, ο μόνος λαός που αποτελεί την αυτοκρατορία είναι οι Έλληνες. Όλοι οι άλλοι έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, ενώ ο 18ος αιώνας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της δημιουργίας του ανεξάρτητου κράτους, της εθνικής ιδέας ως εθνικού προτάγματος. Η προσφορά της αστικής τάξης είναι για μένα η σύλληψη της επαναστατικής λύσης για το εθνικό ζήτημα· δεν την εξετέλεσε μόνη της, όμως την συνέλαβε. Δεν ανεξαρτητοποιώ την εθνική ιδέα και το εθνικό πρόβλημα από τις ταξικές εξελίξεις, αλλά ορισμένες ιδέες, όπως η εθνική ιδέα, η γένεση της ιδέας της εθνότητας, ανεξαρτητο­ποιούνται από τις ταξικές εξελίξεις[3]. Είναι πρώτα απ’ όλα, τα διάφορα στάδια, τα διάφορα σχήματα, τα κακώς εννοούμενα, η θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη· η σύνδεση της αστικής τάξης είναι με την έννοια του εθνικού κράτους. Όχι με την έννοια του έθνους (υπογράμμιση Γ.Κ.), που την έχουν διαμορφώσει πολύ πιο πριν οι διάφοροι λαοί[4].

Το 1988, ο Κ.Θ. Δημαράς εξέφραζε ευθέως και τον δικό του «καημό»:

…Θα μου δώσετε αφορμή να πω κάτι που ήτανε καημός μου επί πολλά χρόνια· (αφετηριακό σημείο του νεοελληνισμού) δεν είναι η πτώση της Κωνσταντινούπολης. Γιατί νομίζω, από τους δασκάλους μου, από την ιστορία τέλος πάντων, έχει καθιερωθεί, να είναι η πτώση από την Σταυροφορία. Από εκεί και πέρα αρχίζει να δουλεύει κάτι άλλο: το ελληνικό στοιχείο ξανάρχεται με κάποιους τρόπους, το 1204, να πούμε, είναι μια πολύ χαρακτηριστική χρονιά και αρχίζει πια να δημιουργείται κατιτί που δεν είναι πια Βυζάντιο[5].

Ίσως, όμως, πιο περιεκτικά και πιο εύστοχα από όλους, τόσο για τη φύση της Επανάστασης όσο και για το ζήτημα της συνέχειας του έθνους, είχε απαντήσει στο ερώτημα ο… Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:

Ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις ἡ ἐ­δι­κὴ μας δὲν ὁ­μοιά­ζει μὲ καμ­μιὰν ἀ­π’ ὅ­σαις γί­νον­ται τὴν σή­με­ρον εἰς τὴν Εὐ­ρώ­πην. Τῆς Εὐ­ρώ­πης αἱ ἐ­πα­να­στά­σεις ἐ­ναν­τί­ον τῶν δι­οι­κή­σε­ών των εἶ­ναι ἐμ­φύ­λιος πό­λε­μος. Ὁ ἐ­δι­κὸς μας πό­λε­μος ἦ­το ὁ πλέ­ον δί­και­ος, ἦ­τον ἔ­θνος μὲ ἄλ­λο ἔ­θνος. [ ] Μι­ὰν φο­ράν, ὅ­ταν ἐ­πή­ρα­μεν τὸ Ναύ­πλιον, ἦλ­θεν ὁ Ἅ­μιλ­τον νὰ μὲ ἰ­δῇ· μοῦ εἶ­πε ὅ­τι: πρέ­πει οἱ Ἕλ­λη­νες νὰ ζη­τή­σουν συμ­βι­βα­σμόν, καὶ ἡ Ἀγ­γλί­α νὰ με­σι­τεύ­σῃ· ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πε­κρί­θη­κα, ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται πο­τέ, ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος· ἐ­μεῖς, κα­πι­τὰν Ἅμιλ­τον, πο­τὲ συμ­βι­βα­σμὸν δὲν ἐ­κά­μα­με μὲ τοὺς Τούρ­κους· ἄλ­λους ἔ­κο­ψε, ἄλ­λους ἐσκλά­βω­σε μὲ τὸ σπα­θὶ καὶ ἄλ­λοι, κα­θὼς ἐμεῖς, ἐ­ζού­σα­μεν ἐ­λεύ­θε­ροι ἀ­πὸ γεν­νε­ὰ εἰς γεν­νε­ά· ὁ Βα­σι­λεύς μας ἐ­σκο­τώ­θη, καμ­μί­αν συν­θή­κη δὲν ἔ­κα­με, ἡ φρου­ρὰ του εἶ­χε παν­το­τι­νὸν πό­λε­μον μὲ τοὺς Τούρ­κους καὶ δύο φρού­ρια ἦ­τον πάν­το­τε ἀ­νυ­πό­τα­κτα· –μὲ εἶ­πε, ποία εἶ­ναι ἡ βα­σι­λι­κὴ φρου­ρὰ του, ποῖα εἶ­ναι τὰ φρού­ρια; – ἡ φρου­ρὰ τοῦ Βα­σι­λέ­ως μας εἶ­ναι οἱ λε­γό­με­νοι Κλέ­φται, τὰ φρού­ρια ἡ Μά­νη καὶ τὸ Σοῦ­λι καὶ τὰ βου­νά· ἔτζι δὲν μὲ ὡμί­λη­σε πλέ­ον[6].

Ο γέρος του Μοριά όχι απλώς αντιμετωπίζει την Επανάσταση του ’21 ως συνέχεια των προγενέστερων αγώνων του ελληνισμού, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως τον μοναδικό νόμιμο βασιλέα του και τους σκλαβωμένους Έλληνες σε διαρκή και ανειρήνευτο πόλεμο, από την Άλωση και μετά.

[1] Νίκος Σβορώνος, ό.π., σσ. 12-13.

[2] Βλέπε την κριτική μου σε αυτή την αντίληψη, στα βιβλία μου, ΓΚ, Χιλιαενιακόσια είκοσιδυο, δοκίμιο για τη νεοελληνική ιδεολογία και, κυρίως, To 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, στα οποία καταδεικνύεται πως το υστεροβυζαντινό κράτος, μετά το 1204 τουλάχιστον, αποτελεί ήδη μια πρώιμη μορφή του ελληνικού εθνικού κράτους.

[3] Νίκος Σβορώνος, «…Εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα…», στο Κ.Θ. Δημαράς, Νίκος Σβορώνος, Η μέθοδος της ιστορίας (Συνεντεύξεις με τους Στέφανο Πεσμαζόγλου και Νίκο Αλιβιζάτο), Άγρα, Αθήνα 1995, σ. 110.

[4] Νίκος Σβορώνος, «…Εβύθισα…», ό.π., σ. 117.

[5] Κ.Θ. Δημαράς, «Ως η διψώσα έλαφος…», στο Κ.Θ. Δημαράς, Ν. Σβορώνος, ό.π., σ. 47.

[6] Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (υπαγόρευσε), Διήγησις Συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846, σ. 190.

Ένα Σχόλιο

  1. Θερμά συγχαρητήρια !!!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*