Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 33-34, Περιοδικό Άρδην

Συμβούλια Αφομοιωμένου Ελληνισμού

του Κώστα Καλυμνιού*

Όταν πρωτοανακοινώθηκε η ίδρυση του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού (ΣΑΕ), σύσσωμος ο ελληνισμός της Αυστραλίας πανηγύρισε. Μετά από δεκαετίες έλλειψης άμεσης επικοινωνίας με τον εθνικό κορμό και τις αρχές του, ιδρύεται ένα όργανο το οποίο θα παρέχει σε ολόκληρη την παροικία, και όχι μόνο στους επιτήδειους, άμεση πρόσβαση στην ελληνική κυβέρνηση ώστε να κατανοηθούν, ή τουλάχιστον να ακουστούν, οι προβληματισμοί και ανησυχίες του ελληνισμού των αντιπόδων.

Παράλληλα, υπήρχε η αντίληψη ότι ο θεσμός αυτός θα είχε τη δυνατότητα να ενώσει τον απανταχού ελληνισμό σε ένα συμπαγές σύνολο, εκμηδενίζοντας αποστάσεις και σύνορα, όπου οι απόδημοι θα μπορούσαν όχι μόνο να μιλήσουν ανοιχτά για τα προβλήματά τους στους συμπατριώτες τους, αλλά να εισπράξουν συμβουλές και ιδέες για τη συνεχόμενη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητος από τα ξενιτεμένα τους αδέλφια, που βιώνουν παρόμοιες καταστάσεις και να παρέχουν αλληλοβοήθεια.

Δυστυχώς όμως, φαίνεται ότι, αν οι στόχοι του ΣΑΕ ήταν αυτοί, τότε υπάρχει πλήρης αποτυχία. Οι συνηθισμένες μεγάλες κουβέντες περί συσπείρωσης των αποδήμων γύρω από τη μάνα Ελλάδα δε μετουσιώνονται σε ύλη. Βασικά, βρισκόμαστε μπροστά σε δίλημμα. Ξέρουμε τι πρέπει να θέλουμε, δεν ξέρουμε όμως πώς ή αν πρέπει να το αποκτήσουμε. Γι’ αυτό το λόγο, ο θεσμός του ΣΑΕ φαίνεται να λειτουργεί ως βιτρίνα της ελληνικής κυβερνήσεως προς τον απόδημο ελληνισμό. Πώς μπορεί να ειπωθεί ότι δε νοιάζονται γι’ αυτόν; Δεν τους έφτιαξε το Συνέδριο;

Στο συνέδριο του ΣΑΕ, που διεξήχθη στις αρχές Δεκεμβρίου του 2001, ακούστηκαν πολλά από τις επίσημες αρχές του κράτους. Το πόσο ραγδαία αναπτύσσεται η Ελλάδα, πόση επιτυχία θα έχει η Ελλάδα στους Ολυμπιακούς αγώνες, ότι ο Ελληνισμός της οικουμένης αποτελεί ένα σύνολο και (κλασική και τετριμμένη πλέον φράση για μας τους απόδημους) ότι είμαστε πιο Έλληνες από τους Ελλαδίτες. Μετά το τέλος των επίσημων ομιλιών, το Συνέδριο παραδόθηκε στο χάος κυνικής ψευδοπολιτικοφάνειας εφόσον επίδοξοι ομογενείς κάθε περιφέρειας, με μαραθώνιες συσκέψεις, ραδιουργίες και “πηγαδάκια” που θύμιζαν Βουλή, προσπαθούσαν να εκλέξουν τους συντονιστές τους – μία διαδικασία η οποία θα μπορούσε να είχε συμβεί στα περιφερειακά συνέδρια, μήνες πριν.

Κατά συνέπεια, η προσοχή της ολομέλειας στα προβλήματα που μαστίζουν τον ομογενή, τη δυσκολία διατήρησης μιας ιδιαίτερης ταυτότητας στην παγκοσμιοποιημένη οικουμένη, η ανάγκη ελληνικής παιδείας, επικοινωνίας με την Ελλάδα, οικονομικά προβλήματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διωγμοί των Ελλήνων, ήταν ανύπαρκτη.

Οι αντιπρόσωποι του ΣΑΕ σε πολλές περιπτώσεις εκλέγονται ώστε να εξυπηρετήσουν τοπικά συμφέροντα, διαιωνίζοντας διαμάχες μεταξύ συλλόγων και όχι μόνο δεν έχουν την ικανότητα να διανοηθούν τα προβλήματα του αποδήμου ελληνισμού και να προτείνουν λύσεις, αλλά όπως έδειξαν ορισμένοι πολιτικάντηδες, δεν ενδιαφέρονται διόλου για αυτά, παρά μόνο να χρησιμοποιούν το Συμβούλιο ως ευκαιρία να διευρύνουν τη διχόνοια στην παροικία τους. Η έλλειψη δημοκρατίας και αξιοκρατίας στην εκλογή αντιπροσώπων βλάπτει σοβαρά το ΣΑΕ.

Όλα αυτά βέβαια θα μπορούσαν να τα είχαν αποτρέψει οι οργανωτές του Συνεδρίου, θέτοντας κάποια θέματα προς συζήτηση που αφορούν άμεσα το μέλλον του αποδήμου ελληνισμού, αν βέβαια δεν φοβούνταν την ελεύθερη έκφραση απόψεων. Διότι, στην περίπτωση όπου η ομογένεια φαίνονταν να αναδύεται από τη λάσπη της άσκοπης μικροπολιτικής, οι οργανωτές έσπευδαν να την ξαναβυθίσουν. Η ολομέλεια του ΣΑΕ, έχοντας υπ’ όψιν της το συνεχόμενο δράμα του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου και ολόκληρης της Αλβανίας, παμψηφεί ζήτησε την ένταξη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στο ΣΑΕ ως αντιπρόσωπου ενός σημαντικού κομματιού του ελληνισμού που δεν αντιπροσωπεύεται στο Συμβούλιο. Το ψήφισμα αυτό “θάφτηκε” από τους οργανωτές καθώς ο υφυπουργός Εξωτερικών εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του.

Όπως φαίνεται, δεν επιτρέπεται στην ομογένεια να έχει αντίληψη για τα προβλήματα που τη μαστίζουν. Αντιθέτως, η έλλειψη καθορισμένων στόχων του ΣΑΕ και το συνεχόμενο χάος το οποίο, στο Δ΄ Παγκόσμιο Συνέδριο φιμώνει τη νεολαία και της αφαιρεί τη σκέψη, προτρέποντάς την να ασχοληθεί με τη σύνταξη του, ανύπαρκτου ακόμη, καταστατικού και τίποτε άλλο εξυπηρετεί έναν σκοπό: την αποθέωση των αρχών μας ως Big Brother του απανταχού ελληνισμού και την αφαίρεση φωνής των αποδήμων υπό τη βιτρίνα της δημοκρατίας.

Ο Big Brother κάνει καλά τη δουλειά του. Οι εκατοντάδες νέοι που εισέρχονται στο Συνέδριο, πολλοί με μερική γνώση της ελληνικής γλώσσας αλλά και με εύθραυστη αντίληψη της ταυτότητάς τους, είναι αισιόδοξοι ότι θα τους δοθεί η ευκαιρία να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστούν από τη Μητρόπολη, να εκθέσουν τα αιτήματά τους και γενικώς να γευθούν την ελληνικότητά τους. Γρήγορα προσγειώνονται. Η έλλειψη προγραμματισμού, η αίσθηση ότι στο Συνέδριο οι αερολογίες δεν εφαρμόζονται στη πράξη καθώς και το ότι, όπως συνέβηκε στην περίπτωση των Αυστραλών συνέδρων, δεν είχε καν κανονισθεί η επιστροφή τους στη χώρα τους. Η αίσθηση ότι είναι μάταιος ο κόπος να παρευρεθεί κανείς στο συνέδριο του περιβόητου ΣΑΕ είναι η εμπειρία που εισπράττει ο κάθε νέος από την επιστροφή στην πατρίδα του και τη συμβολή του στο “δημοκρατικό” συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής κυβέρνησης.

Η πίκρα της πολιτικής σκοπιμότητας δεν μας ταιριάζει σε μία εποχή όπου η ραγδαία εξάπλωση του κοσμοπολιτισμού σαρώνει την ταυτότητα όλων των λαών. Αναγκαία η αναθεώρηση προτεραιοτήτων. Δεν μας χρειάζονται βιτρίνες αλλά πράξεις. Ειδάλλως στο μέλλον θα χαιρετίζουμε την έναρξη του Συμβουλίου Αφομοιωμένου Ελληνισμού.

* Ο συγγραφέας είναι δικηγόρος και δημοσιογράφος από το Σύδνεϋ και ήταν αντιπρόσωπος στο Συνέδριο του ΣΑΕ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*