Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 33-34, Περιοδικό Άρδην

Η γένεση της ειδικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ

του Νόαμ Τσόμσκι

 Η σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ είναι ιδιόμορφη τόσο για το περιβάλλον των διεθνών σχέσεων γενικότερα όσο και για την αμερικανική παράδοση. Ο μοναδικός της χαρακτήρας συμβολίζεται και από τις ψηφοφορίες στα Ηνωμένα Έθνη. Για παράδειγμα, στις 26 Ιουνίου του 1982, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν η μοναδική χώρα που άσκησε βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στο ψήφισμα που καλούσε αμφότερες τις ισραηλινές και τις παλαιστινιακές ένοπλες δυνάμεις σε ταυτόχρονη αποχώρηση από τη Βηρυττό, με το σκεπτικό ότι ο ψήφισμα αυτό αποτελούσε “μια ξεκάθαρη προσπάθεια διάσωσης της Ο.Α.Π ως βιώσιμης πολιτικής δύναμης” (…), γεγονός που προφανώς θεωρούνταν απαράδεκτο από την αμερικανική κυβέρνηση. Νωρίτερα, οι Η.Π.Α είχαν επίσης ασκήσει βέτο σε μια ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που καταδίκαζε το Ισραήλ γιατί αψήφησε τις προηγούμενες εκκλήσεις για την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων1. Το σκεπτικό τους υπήρξε ταυτόσημο.

Πιο συγκεκριμένα, αυτή η ειδική σχέση εκφράζεται μέσα από το επίπεδο της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας που χορηγούν εδώ και πολλά χρόνια οι Η.Π.Α στο Ισραήλ.(…) Πριν από το 1967, όταν η “ειδική σχέση” ανάμεσα στις δυο χώρες δεν είχε ωριμάσει, το Ισραήλ λάμβανε τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν βοήθεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα.(…) Πιθανώς, η τρέχουσα βοήθεια ισοδυναμεί με κάτι παραπάνω από 1000 $ ετησίως για κάθε Ισραηλινό πολίτη. Ακόμα και τα επίσημα μεγέθη είναι εντυπωσιακά. Για τα οικονομικά έτη μεταξύ 1978-1982, το Ισραήλ έλαβε το 48% της στρατιωτικής βοήθειας που αποστέλλουν οι Η.Π.Α σε όλο τον κόσμο και το 35% της οικονομικής. Για το οικονομικό έτος 1983, η κυβέρνηση του Ρήγκαν ζήτησε να αποσταλούν στο Ισραήλ τα 2,5 δισ. $ από τα 8,1 δισ. $ της βοήθειας, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και 500 εκατομμύρια άμεσων χορηγήσεων και 1,2 δισ. χαμηλότοκων δανείων2. (…) Ένας από τους εξέχοντες φιλελεύθερους Δημοκρατικούς γερουσιαστές, ο Άλαν Κράνστον της Καλιφόρνιας, που δεν ήταν ευχαριστημένος με το επίπεδο της βοήθειας από τους Αμερικανούς φορολογούμενους, “πρότεινε μια τροποποίηση στο νομοσχέδιο για την εξωτερική βοήθεια, η οποία θα θεσπίζει την αρχή ότι η εξωτερική βοήθεια προς το Ισραήλ δεν θα είναι μικρότερη από το ποσό που θα πληρώνει το Ισραήλ στις ΗΠΑ ως εξόφληση του χρέους”, μια δέσμευση ότι θα καλυφθούν “όλα τα χρέη του Ισραήλ, τωρινά και μελλοντικά”, όπως σχολίασε και ο γερουσιαστής Τσαρλς Πέρσυ3. (…)

Ως μέτρο σύγκρισης, μπορεί κανείς να θεωρήσει τη βοήθεια που αποστέλλουν οι Η.Π.Α στην Αίγυπτο (τον μεγαλύτερο αποδέκτη μη στρατιωτικής βοήθειας από την εποχή του Καμπ Ντέιβιντ). Πολλοί καλά πληροφορημένοι Αιγύπτιοι άσκησαν σκληρή κριτική στο πρόγραμμα βοήθειας των Η.Π.Α προς την Αίγυπτο, υποστηρίζοντας ότι αυτό αντανακλά περισσότερο τα αμερικανικά παρά τα αιγυπτιακά συμφέροντα, αφού χρηματοδοτεί τις αμερικανικές εισαγωγές οι οποίες μεταφέρονται με αμερικανικά πλοία και συντονίζονται από Αμερικανούς σύμβουλους, ενώ υπάρχει κατάλληλο προσωπικό στην Αίγυπτο το οποίο και θα μείωνε σημαντικά το κόστος. Οι ίδιοι επισημαίνουν επίσης την έμφαση που δίνεται στον ιδιωτικό τομέα αφού “πληρώνουν αγρότες των μεσοδυτικών πολιτειών για στάρι το οποίο θα μπορούσε να καλλιεργηθεί στην Αίγυπτο στη μισή τιμή ” (σύμφωνα με έναν πρώην διευθυντή του προγράμματος βοήθειας), αλλά και γενικότερα τη διάβρωση της αιγυπτιακής κοινωνίας σε τέτοια έκταση που πολλοί βλέπουν στη βοήθεια μια απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας4.

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα τον χαρακτήρα της διπλωματικής και υλικής υποστήριξης που παρέχουν οι Η.Π.Α στο Ισραήλ. Συνεπακόλουθη στο ιδεολογικό επίπεδο είναι η επιμονή στην ψευδαίσθηση για τη φύση της ισραηλινής κοινωνίας και της αραβο-ισραηλινής διένεξης. Από το 1967, η συζήτηση τέτοιων θεμάτων είναι πολύ δύσκολη ή ακόμα και αδύνατη στις Η.Π.Α, πράγμα που είναι αποτέλεσμα μιας αξιοθαύμαστα αποτελεσματικής εκστρατείας συκοφάντησης, διαστρέβλωσης, ακόμα και ανοιχτών ψευδολογιών, εναντίον εκείνων που τόλμησαν να αμφισβητήσουν αυτή τη διαδεδομένη προπαγάνδα. Οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες προφανώς έχουν συμβάλει σ’ αυτές τις προσπάθειες. Σύμφωνα με μια μελέτη της CIA, μια από τις δραστηριότητες των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών είναι η απόκτηση “πληροφοριών για τη φίμωση αντί-ισραηλινών ομάδων στη Δύση”, παράλληλα με τη χρήση “σαμποτάζ, παραστρατιωτικών και ψυχολογικών πολεμικών επιχειρήσεων, όπως είναι η ηθική εξόντωση και η μαύρη προπαγάνδα”. “Σε κάθε χώρα του κόσμου, μέσα στις εβραϊκές κοινότητες, υπάρχουν Σιωνιστές και άλλοι συμπαθούντες που υποστηρίζουν θερμά τις προσπάθειες της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών. Τέτοιες διασυνδέσεις καλλιεργούνται προσεκτικά και χρησιμεύουν ως δίαυλοι για πληροφορίες, εξαπάτηση, προπαγάνδα και άλλους σκοπούς”. “Αυτοί, επίσης, προσπαθούν να διεισδύσουν στις αντί-σιωνιστικές ομάδες προκειμένου να εξουδετερώσουν την αντίθεσή τους5”. Το γεγονός αυτό έχει συστηματικά κατακριθεί από Ισραηλινούς ειρηνιστές, οι οποίοι έχουν υποστεί παρόμοια μεταχείριση στις Η.Π.Α. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως οι θέσεις τους μέσα στο Ισραήλ υποφέρουν εξαιτίας της έλλειψης υποστήριξης από τις Η.Π.Α. όπου, όπως παρατηρεί ο στρατηγός (εν αποστρατεία) Ματιτιάχου Πελέντ, η “κατάσταση υστερίας” και η “τυφλή σοβινιστική και στενόμυαλη” υποστήριξη των πιο αντιδραστικών πολιτικών στο εσωτερικό του Ισραήλ “κινδυνεύουν να εξωθήσουν το Ισραήλ, για μια ακόμα φορά, σε θέσεις πωρωμένης αδιαλλαξίας6”. Ο διάσημος Ισραηλινός δημοσιογράφος και σιωνιστής ιστορικός, Σίμχα Φλάπαν, περιγράφει “τις προκαταλήψεις των Αμερικανοεβραίων” ως το “μεγαλύτερο εμπόδιο στον αμερικανο-παλαιστινιακό και ισραηλο-παλαιστινιακό διάλογο, χωρίς τον οποίο υπάρχει μικρή πιθανότητα να προχωρήσει η δύσκολη και περίπλοκη ειρηνευτική διαδικασία”. (…)

Για να παραθέσω ένα τελευταίο παράδειγμα, ένα άρθρο στον αμερικανο-εβραϊκό τύπο μνημονεύει έναν αρθρογράφο της Ha’aretz (που ουσιαστικά αποτελεί τους ισραηλινούς New York Times), ο οποίος λεει: “Εσείς οι Αμερικανοεβραίοι, εσείς οι φιλελεύθεροι, εσείς οι εραστές της δημοκρατίας, εσείς υποστηρίζετε την καταστροφή της με το να μη καταγγέλλετε τις κυβερνητικές ενέργειες”, αναφερόμενος στο ξέσπασμα του κύματος καταστολής στις κατεχόμενες περιοχές, τον Νοέμβριο, υπό την “πολιτική διοίκηση” του καθηγητή Μεναχέμ Μίλσον και του στρατηγού Αριέλ Σαρόν. Και συνεχίζει εξηγώντας τα σχέδια των Μπεγκίν και Σαρόν: να οδηγήσουν ένα μεγάλο αριθμό Αράβων εκτός της Δυτικής Όχθης, ειδικότερα τους ηγέτες και τους πιθανούς διαδόχους τους, “με κάθε παράνομο μέσο”. Πώς;

“Ενεργοποιείτε τρομοκράτες για να τοποθετούν βόμβες στα αυτοκίνητα των εκλεγμένων δημάρχων τους, οπλίζετε εποίκους και ελάχιστους Άραβες κουίσλινγκς προκειμένου να εξαπολύουν αφηνιασμένοι πογκρόμ στις αραβικές πόλεις ενάντια στις περιουσίες –και όχι εναντίον ανθρώπων. Μερικοί Άραβες έχουν δολοφονηθεί από εποίκους. Οι δολοφόνοι είναι γνωστοί, αλλά η αστυνομία αρνείται κάθε ανάμειξη. Έχει τις εντολές της. Με ποια δικαιολογία δεν καταγγέλλετε αυτές τις παραβιάσεις του ισραηλινού νόμου και της εβραϊκής ηθικής;”

Οι έποικοι, προσθέτει, είναι “θρησκευόμενοι Εβραίοι που ακολουθούν τον νόμο του Θεού και κάνουν ό,τι τους πουν οι Ραβίνοι. Τουλάχιστον ένας από τους ραβίνους του Gush Emunim, έχει γράψει ότι η εξολόθρευση των Amaiek (των μη-Εβραίων κατοίκων), συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, είναι mitzvah (θρησκευτικό καθήκον).” Ο δημοσιογράφος της Ha’aretz προσθέτει ότι η εφημερίδα του έχει στην κατοχή της “ένα αρχείο από ιστορίες τρόμου, τις οποίες ανέφεραν στην εφημερίδα στρατιώτες που επέστρεψαν από την υπηρεσία τους, ως στρατός κατοχής, στη Δυτική Όχθη”. “Μπορούμε να αναφερθούμε γενικά σε αυτές –μπορούμε να κατηγορήσουμε το καθεστώς της κατοχής που καταστρέφει την ηθική υπόσταση και την αυτοεκτίμηση της νεολαίας μας– αλλά δεν μπορούμε να δημοσιεύσουμε λεπτομέρειες γιατί η στρατιωτική λογοκρισία καλύπτει τις ενέργειες στρατιωτών εν υπηρεσία.” (…) Σε σχέση με αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά ουσιώδη θέματα, τα οποία συζητούνται ελεύθερα στον εβραϊκό τύπο του Ισραήλ και είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, ουσιαστικά αποσιωπούνται από τον αμερικανικό τύπο, έτσι ώστε οι άνθρωποι, από τους οποίους αναμένεται οικονομική ενίσχυση, να μένουν σε μεγάλο βαθμό στο σκοτάδι όσον αφορά τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούν ή όσον αφορά τη δημόσια συζήτηση μέσα στο Ισραήλ γύρω από αυτά τα θέματα. (…)

Μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*