Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 33-34, Περιοδικό Άρδην

Η κρίση της συμμαχίας Εβραίων-Μαύρων

Τζ. Γκόλντμεργκ

Θύ­μα­τα μιας μο­νο­μα­χί­ας


Έ­να ή­συ­χο δει­λι­νό μιας Δευ­τέ­ρας στα τέ­λη Αυ­γού­στου του 1991, στην πε­ριο­χή Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς του Μπρού­κλιν, έ­να αυ­το­κί­νη­το, το ο­ποί­ο ο­δη­γού­σε έ­νας Χα­σι­δί­της Ε­βραί­ος, ξέ­φυ­γε α­πό την πο­ρεί­α του και α­νέ­βη­κε στο πε­ζο­δρό­μιο. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν να σκο­τω­θεί έ­να ε­πτά­χρο­νο μαύ­ρο παι­δί, ο Κέ­ι­βιν Κά­το και να τραυ­μα­τι­στεί η εν­νιά­χρο­νη ξα­δέρ­φη του, Ά­ντζε­λα. Ή­ταν λί­γο με­τά τις 8.15 μ.μ.
Κα­θώς οι γεί­το­νες των παι­διών μα­ζεύ­τη­καν στον τό­πο του α­τυ­χή­μα­τος, ψί­θυ­ροι άρ­χι­σαν να α­πλώ­νο­νται α­νά­με­σα στο πλή­θος. Δια­δό­θη­κε ό­τι έ­να ι­διω­τι­κό, ε­βρα­ϊ­κό, α­σθε­νο­φό­ρο εί­χε φτά­σει πρώ­το στον τό­πο του α­τυ­χή­μα­τος αλ­λά α­να­χώ­ρη­σε παίρ­νο­ντας τον ο­δη­γό και α­φή­νο­ντας τα παι­διά πί­σω. Ει­πώ­θη­κε ό­τι ο ο­δη­γός ή­ταν έ­νας προ­σω­πι­κός υ­πα­σπι­στής του Με­γά­λου Ρα­βί­νου των Λού­μπα­βιτ­ς, του ι­σχυ­ρού και α­πο­μο­νω­μέ­νου θρη­σκευ­τι­κού η­γέ­τη στην κλει­στή γει­το­νιά των Χα­σι­δι­τών Ε­βραί­ων.
Αυθόρμητα, το πλή­θος ξε­κί­νη­σε μια πο­ρεί­α δια­μαρ­τυ­ρί­ας προς το αρ­χη­γεί­ο των Λού­μπα­βιτ­ς, έ­να μί­λι μα­κριά στο Ί­στερ­ν Παρ­κγουαί­η. Στην δια­δρο­μή η πορεία μεγάλωνε. Με­τά α­πό λί­γο έ­φτα­σαν στην συ­να­γω­γή. ή­ταν έ­νας θυ­μω­μέ­νος ό­χλος που πε­τού­σε πέ­τρες και κα­τά δια­στή­μα­τα φώ­να­ζε το σύν­θη­μα: “Χω­ρίς δι­καιο­σύ­νη, δεν θα έ­χε­τε ει­ρή­νη”. Μι­κρό­τε­ρες ο­μά­δες πή­γαν να πε­τρο­βο­λή­σουν τα ε­βρα­ϊ­κά κα­τα­στή­μα­τα και τα σπί­τια. Πε­ρί­που στις 11.20 μ.μ., μια ο­μά­δα α­πό νε­α­ρούς ε­πι­τέ­θη­κε σε έ­ναν πε­ρα­στι­κό ορ­θό­δο­ξο Ε­βραί­ο, που έ­βγαι­νε α­πό το με­τρό, κλω­τσώ­ντας τον, χτυ­πώ­ντας τον και μα­χαι­ρώ­νο­ντάς τον, ε­νώ κραύ­γα­ζαν: “έ­ξω οι Ε­βραί­οι”. Το θύ­μα, ο Αυ­στρα­λός του­ρί­στας Γιάν­κελ Ρο­σεν­μπά­ουμ, υ­πέ­κυ­ψε στα τραύ­μα­τά του, τρεις ώ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στο νο­σο­κο­μεί­ο Κίν­γκς Κά­ου­ντυ.
Οι τα­ρα­χές συ­νε­χί­στη­καν ό­λο το βρά­δυ, και ξα­νάρ­χι­σαν την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα και ξα­νά την τρί­τη. Κά­θε η­μέ­ρα, για τρεις η­μέ­ρες, έ­νας ό­χλος συ­γκε­ντρώ­νο­νταν μπρο­στά α­πό την συ­να­γω­γή του Λού­μπα­βιτ­ς, φω­νά­ζο­ντας: “Χω­ρίς δι­καιο­σύ­νη, δεν θα έ­χε­τε ει­ρή­νη” και “Ε­βραί­ε, ε­βραί­ε” και “Χά­ιλ Χί­τλερ” και με­τά χω­ρί­ζο­νταν σε πε­ρι­πλα­νώ­με­νες ο­μά­δες α­πό κα­κο­ποιούς που πε­τρο­βο­λού­σαν. Ε­βραί­οι πε­ζοί δέ­χτη­καν ε­πί­θε­ση. Ε­πί­θε­ση δέ­χτη­καν και μη-Ε­βραί­οι που έ­μοια­ζαν με Ε­βραί­ους, για έ­ναν μά­λι­στα στά­θη­κε μοι­ραί­α για την ζω­ή του.
Ό­ταν ο Ντέ­ι­βι­ντ Ντίν­κιν­ς, ο μαύ­ρος δή­μαρ­χος της πό­λης, ήρ­θε στο Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς να κά­νει έκ­κλη­ση για η­ρε­μί­α, δέ­χτη­κε ε­πί­θε­ση με μπου­κά­λια και πέ­τρες.
Οι τα­ρα­χές έ­λη­ξαν την Πέ­μπτη· η Νέ­α Υόρ­κη εί­χε υ­πο­φέ­ρει τις χει­ρό­τε­ρες ταραχές στα τε­λευ­ταί­α εί­κο­σι χρό­νια. Οι Α­με­ρι­κα­νο­ε­βραί­οι εί­χαν βιώ­σει την πιο πα­ρα­τε­τα­μέ­νη, βί­αι­η ε­πί­θε­ση στην, τρια­κο­σί­ων χρό­νων, ι­στο­ρί­α τους, την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη α­ντι-ση­μι­τι­κή τα­ρα­χή στην α­με­ρι­κα­νι­κή ι­στο­ρί­α.
Στις ε­πό­με­νες ε­βδο­μά­δες, αυ­τή η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­ντί­δρα­ση [των Ε­βραί­ων] σκλή­ρυ­νε και αυ­τό φά­νη­κε σε κά­τι που έ­μοια­ζε με πο­λι­τι­κή το­πο­θέ­τη­ση. Στις 20 Σε­πτεμ­βρί­ου, η κοι­νό­τη­τα των Χα­σι­δι­τών δη­μο­σί­ευ­σε μια ο­λο­σέ­λι­δη καταχώρηση στους Νιού Γιόρ­κ Τά­ιμ­ς κά­τω α­πό τον πη­χιαί­ο υ­πέρ­τι­τλο “Αυ­τόν τον χρό­νο η Νύ­χτα των Κρυ­στάλ­λων έ­λα­βε χώ­ρα στις 19 Αυ­γού­στου, α­κρι­βώς ε­δώ στο Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς”. “Οι Ε­βραί­οι του Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς” έ­λε­γε η δια­φή­μι­ση “δεν θα πτο­η­θούν. Διό­τι ε­μείς κα­τα­νο­ού­με την α­πλή α­λή­θεια –αν ε­μείς το σκά­σου­με, ε­σείς θα εί­στε οι ε­πό­με­νοι. Αν ε­μείς εν­δώ­σου­με στους Να­ζί της ε­πο­χής μας και ε­γκα­τα­λεί­ψου­με τις γει­το­νιές μας και τα δι­καιώ­μα­τά μας ως Α­με­ρι­κα­νοί πο­λί­τες, ο­λό­κλη­ρη η κοι­νό­τη­τα της Α­με­ρι­κής γί­νε­ται ευά­λω­τη.” [Έμ­φα­ση στο πρω­τό­τυ­πο].
Η σκλη­ρό­τη­τα της ρη­το­ρι­κής των Χα­σι­δι­τών α­πο­ξέ­νω­σε με­γά­λο μέ­ρος της δε­σπό­ζου­σας Η­γε­σί­ας της Ε­βρα­ϊ­κής Κοι­νό­τη­τας. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι φι­λε­λεύ­θε­ροι δεν θε­ώ­ρη­σαν τα ε­πει­σό­δια σαν το ε­ναρ­κτή­ριο κτύ­πη­μα ε­νός νέ­ου ο­λο­καυ­τώ­μα­τος, αλ­λά σαν μια ε­θνο­τι­κή σύ­γκρου­ση του εί­δους το ο­ποί­ο έ­χει γί­νει τό­σο συ­νη­θι­σμέ­νο στις πό­λεις της Α­με­ρι­κής. (…)
Ο τα­ρα­χές μπο­ρεί να εί­χαν αρ­χί­σει αυ­θόρ­μη­τα, αλ­λά συ­νε­χί­στη­καν για τρεις η­μέ­ρες διό­τι ή­ταν ορ­γα­νω­μέ­νες. Με­ρι­κοί α­πό τους πιο μα­χη­τι­κούς μαύ­ρους α­κτι­βι­στές, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων του Σόν­νυ Κάρ­σον και του αι­δε­σι­μώ­τα­του Αλ Σάρ­πτον, κα­τέ­βη­καν στο Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς το πρω­ί με­τά το αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα για να ορ­γα­νώ­σουν τις δια­δη­λώ­σεις και να α­να­ζω­πυ­ρώ­σουν την ορ­γή. Ο φαι­νο­με­νι­κός τους σκο­πός ή­ταν να φέ­ρουν τον Χα­σι­δί­τη ο­δη­γό στην δι­καιο­σύ­νη. Αλ­λά ο α­ντι­κει­με­νι­κός τους σκο­πός –ό­πως το ξε­κα­θά­ρι­σαν στις ο­μι­λί­ες, στα φυλ­λά­δια και στα σχό­λια προς τον τύ­πο– ή­ταν να με­τα­τρέ­ψουν τον θά­να­το του Κέ­ι­βιν Κά­το σε σύμ­βο­λο της, υ­πο­τι­θέ­με­νης, κα­τα­πί­ε­σης που υ­φί­στα­νται οι έγ­χρω­μοι πα­ντού α­πό τους Ε­βραί­ους. Ο Σάρ­πτον με­τέ­τρε­ψε την κη­δεί­α του Κά­το σε α­ντιε­βρα­ϊ­κό συλ­λα­λη­τή­ριο, με ρη­το­ρι­κούς ε­πι­κή­δειους ό­που α­να­φέ­ρο­νταν ό­λες οι α­μαρ­τί­ες των Ε­βραί­ων, α­πό την Μέ­ση Α­να­το­λή έ­ως στη Νό­τια Α­φρι­κή. (…)
Ως α­πά­ντη­ση, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι συ­ντη­ρη­τι­κοί μα­χη­τές της Νέ­ας Υόρ­κης ε­γκαι­νί­α­σαν μια δι­κή τους συ­στη­μα­τι­κή εκ­στρα­τεί­α. Ο φαι­νο­με­νι­κός τους σκο­πός ή­ταν να φέ­ρουν τους δο­λο­φό­νους του Γιάν­κελ Ρο­ζεν­μπά­ουμ ε­νώ­πιον της δι­καιο­σύ­νης. Ο α­ντι­κει­με­νι­κός τους στό­χος ή­ταν να πα­ρου­σιά­σουν τις τα­ρα­χές ως α­πό­δει­ξη της υ­πο­τι­θέ­με­νης ε­χθρό­τη­τας των μαύ­ρων α­πέ­να­ντι σε ό­λους τους Ε­βραί­ους. (…) Τον Ο­κτω­βριο του 1992, το σώ­μα των ε­νόρ­κων α­θώ­ω­σε τον μο­να­δι­κό ύ­πο­πτο για τον θά­να­το του Ρο­ζεν­μπά­ουμ. Ε­πρό­κει­το για τον έ­φη­βο Λέμ­ρικ Νέλ­σον, ο ο­ποί­ος α­θω­ώ­θη­κε πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι συ­νε­λή­φθη λί­γες στιγ­μές με­τά το έ­γκλη­μα σε μι­κρή α­πό­στα­ση α­πό τον τό­πο που συ­ντε­λέ­στη­κε ε­νώ κρυ­βό­ταν πί­σω α­πό έ­να φρά­χτη με έ­να μα­τω­μέ­νο μα­χαί­ρι στην τσέ­πη του και ε­πί­σης εί­χε α­να­γνω­ρι­στεί α­πό το θύ­μα πριν ξε­ψυ­χή­σει. Οι έ­νορ­κοι ή­σαν 9 μαύ­ροι, δύ­ο ι­σπα­νό­φω­νοι και έ­νας λευ­κός, ο ο­ποί­ος συ­νό­δευ­σε τον Νέλ­σον, με­τά την δί­κη, σε δεί­πνο που γιόρ­τα­ζε την νί­κη του.
Η α­θώ­ω­ση αυ­τή κλι­μά­κω­σε την Ε­βρα­ϊ­κή εκ­στρα­τεί­α σε μια α­τμό­σφαι­ρα ο­γκού­με­νης ορ­γής. Μια συμ­μα­χί­α των Ορ­θό­δο­ξων ο­πα­δών του α­πο­σχι­στι­κού κι­νή­μα­τος, των σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κών Σιω­νι­στών του Λι­κού­ντ και των συ­ντη­ρη­τι­κών Ρε­που­μπλι­κά­νων εμ­φα­νί­στη­κε να α­παι­τεί δι­καιο­σύ­νη για την δο­λο­φο­νί­α του Αυ­στρα­λού. Ο Γιάν­κελ Ρο­ζεν­μπά­ουμ με­τε­τρά­πη σε σύμ­βο­λο των κιν­δύ­νων που α­ντι­με­τώ­πι­ζαν οι Ε­βραί­οι, ό­χι μό­νο α­πό τον μα­χη­τι­κό μαύ­ρο ε­θνι­κι­σμό αλ­λά ε­πί­σης και α­πό τους με­τριο­πα­θείς μαύ­ρους της πα­ρά­τα­ξης του Ντίν­κιν­ς στην το­πι­κή αυ­το­διοί­κη­ση, κα­θώς και των συμ­μά­χων του στο φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­βρα­ϊ­κό κα­τε­στη­μέ­νο. (…)
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τί­πο­τα το α­νά­λο­γο με αυ­τά που συ­νέ­βη­σαν στο Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς δεν εί­χε συμ­βεί στους Ε­βραί­ους της Α­με­ρι­κής. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι μαύ­ροι της Α­με­ρι­κής δεν έ­τρε­φαν ε­χθρι­κά αι­σθή­μα­τα ο έ­νας για τον άλ­λο. Οι τα­ρα­χές α­ντι­προ­σώ­πευαν έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κά ει­δι­κό μείγ­μα συν­θη­κών: μια έ­κρη­ξη ε­θνι­κής ορ­γής σε μια προ­βλη­μα­τι­κή γει­το­νιά, η ο­ποί­α κλι­μα­κώ­θη­κε, α­πό μια μι­κρή συμ­μο­ρί­α φυ­λε­τι­κών προ­βο­κα­τό­ρων, σε μια προ­με­λε­τη­μέ­νη ε­πί­θε­ση ε­νά­ντια σε μια μι­κρή ο­μά­δα α­πό μυ­στι­κι­στές της πό­λης.(…)
Στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του 20ού αιώ­να, οι Ε­βραί­οι και οι μαύ­ροι μοι­ρά­ζο­νταν τον ί­διο ε­χθρό: τον λευ­κό χρι­στια­νι­κό ρα­τσι­σμό. Έ­χο­ντας λοιπόν κοινό ε­χθρό, δη­μιουρ­γήθηκε μια πλα­τιά αί­σθη­ση αλ­λη­λεγ­γύ­ης με­τα­ξύ των δύ­ο ο­μά­δων. Ε­κτός αυ­τού, με­τέ­βα­λαν την αλ­λη­λεγ­γύ­η με τους άλ­λους σε η­θι­κή α­ξί­α. Η αλ­λη­λεγ­γύ­η με άλ­λες ο­μά­δες-θύ­μα­τα α­πο­τέ­λε­σε έ­να εί­δος έκ­φρα­σης νο­μι­μό­τη­τας για την ί­δια την ο­μά­δα.
Το Κρά­ουν Χέ­ιτ­ς ή­ταν το τέ­λος μιας μα­κράς πο­ρεί­ας, που ξε­κί­νη­σε πριν α­πό δύ­ο δε­κα­ε­τί­ες, κα­τά την ο­ποί­α έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός Ε­βραί­ων και μαύ­ρων ε­γκα­τέ­λει­ψε την κοι­νή υ­πό­θε­ση και χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ο έ­νας τον άλ­λον ως ε­χθρό.
Μετάφραση: Σωτήρης Δημόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*