Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 35, Περιοδικό Άρδην

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις

του Θέμου Στοφορόπουλου

Το βιβλίο του Αλέξη Ηρακλείδη “Η Ελλάδα και ο ‘εξ Ανατολών κίνδυνος’” (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2001) χαρακτηρίζει η ψιμυθίωση του τουρκικού καθεστώτος, καθ’ όσον αφορά, ειδικότερα, τη συμπεριφορά του έναντι του ελληνισμού, και η απεικόνιση της Ελλάδας με τα μελανότερα χρώματα, για να στηρίξει ο συγγραφέας προτάσεις οι οποίες, εάν υιοθετούντο, θα εξυπηρετούσαν την Άγκυρα.

Προς τον σκοπό αυτό, ο καθηγητής κ. Ηρακλείδης εφαρμόζει προκρούστεια μέθοδο, της οποίας θα δώσω συγκεκριμένο παράδειγμα: τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει την τύχη του Ελληνισμού της Τουρκίας μετά το 1923.

Στο σχετικό κεφάλαιο (σελ. 295-325), κατάπληκτος ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι πλήρως αποσιωπάται η εθνοκάθαρση στην Ίμβρο και την Τένεδο! Κενό απίστευτο, αφού πρόκειται για έργο πανεπιστημιακού. Και μάλιστα Έλληνα. Και μάλιστα του Παντείου, όπου δίδαξε ο Γιώργος Τενεκίδης, την μελέτη του οποίου Ίμβρος και Τένεδος, Ιστορία – Νομικό καθεστώς – Σύγχρονη πραγματικότητα (Θεσσαλονίκη, 1986) ο Ηρακλείδης εμφανίζεται να αγνοεί. Όμως δεν είναι καθόλου τυχαία η εκ μέρους του παράλειψη των συμβάντων στις δύο θρακικές Σποράδες, όπως θα δείξω στη συνέχεια.

Διαβάζουμε στη σελ. 316: “Σε περιόδους ελληνοτουρκικής φιλίας, η [ελληνική] μειονότητα [στην Τουρκία] και το [Οικουμενικό] Πατριαρχείο ευημερούσαν, όπως το 1930-40, το 1947-54, το 1959-64, αλλά και το 1967-71. Αντίστοιχα, σε περιόδους όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων ελήφθησαν σκληρά μέτρα (…). Η μόνη σαφής εξαίρεση (…) είναι η περίπτωση του κεφαλικού φόρου (…) κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο”. (Οι υπογραμμίσεις δικές μου)1

Τι θέλει να κρύψει ο συγγραφέας με τα επίθετα “σκληρά” και “σαφής”; Πώς πολιτεύθηκαν οι τουρκικές αρχές κατά τα τέσσερα χρονικά διαστήματα που αναφέρει; Ποία ήσαν τα “όχι και τόσο σκληρά” μέτρα που έλαβαν και πόσο “ασαφείς” εξαιρέσεις αποτελούν;2

Τα έτη 1930-1940 είδαν τις φασιστικές πιέσεις των κεμαλικών και επί των Ελλήνων για να τους εξαναγκάσουν να λάβουν τουρκικά επώνυμα. Στο ίδιο πνεύμα έδρασε η οργάνωση “πολίτες, μιλάτε τουρκικά” (vatandaΊ Tόrkce KonuΊ): ο Πρέσβης της Βρετανίας sir George Clerk ανέφερε ότι και Έλληνες πλήρωναν πρόστιμα διότι “μιλούσαν μια μη τουρκική γλώσσα”. Άλλος Άγγλος πρέσβης, ο sir Percy Loraine, έγραφε στις εκθέσεις του για περιορισμούς των δικαιωμάτων επιλογής τόπου κατοικίας και εισόδου σε κυβερνητικές υπηρεσίες. Επιπλέον, ο νόμος 2007 της 4ης Ιουνίου 1932 απηγόρευσε σε μη Τούρκους πολίτες να ασκούν ένα μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν αναγκαστικά την Πόλη δέκα χιλιάδες Έλληνες υπήκοοι. Τότε, επίσης, η Άγκυρα δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την αναγνώριση των νομίμων τίτλων επί των ελληνικών κοινοτικών ακινήτων. Δεν ξεχνά δε την τακτική των προσκομμάτων στην οικουμενική δράση του Πατριαρχείου, ενώ ο Παπα-Ευθύμ είναι ένας από τους οκτώ θρησκευτικούς ηγέτες στους οποίους επιτρέπεται να φέρουν δημόσια το σχήμα τους. Στα ελληνικά σχολεία της Πόλης, η τουρκική κυβέρνηση επιβάλλει, από το 1936-37, τη διδασκαλία όλων των μαθημάτων στα τουρκικά, με εξαίρεση το μάθημα της ελληνικής γλώσσας. Την ίδια εποχή προστέθηκε το μάθημα των στρατιωτικών, που διδασκόταν από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού, ενώ τα ελληνικά σχολεία υποχρεώθηκαν να προσλάβουν Τούρκο “βοηθό διευθυντή”. Αυτός, και όχι ο Έλληνας διευθυντής ήταν υπεύθυνος έναντι του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας.

Κατά την περίοδο 1947-54, κρίσιμο ζήτημα είναι εκείνο της μη αναγνώρισης, εκ μέρους του τουρκικού Δημοσίου, των ιδιοκτησιακών τίτλων των ελληνικών κοινοτικών και ιδρυματικών περιουσιών. Η Άγκυρα δέχθηκε να ικανοποιήσει, όλως κατ’ εξαίρεση και σε αραιότατα διαστήματα, μόνον ορισμένες κραυγαλέες περιπτώσεις, μεταθέτοντας τη συνολική επίλυση του προβλήματος στο μέλλον, εν αναμονή συγκυρίας που θα καθιστούσε ευχερή την απροκάλυπτη λήψη ανθελληνικών μέτρων. Χαρακτηριστικό της πρακτικής των Τούρκων είναι ότι μόλις το 1954 αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και μόνον αφού το Πατριαρχείο υποχρεώθηκε να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του επί του κτιρίου της πρώην Ελληνοεμπορικής Σχολής (έτος ίδρυσης 1831). Επιπλέον, η Άγκυρα μεθόδευσε την ανατροπή του κοινοτικού καθεστώτος της ελληνικής μειονότητας. Επισημαίνεται πως αυτό έγινε πριν κλονισθούν εκ νέου, λόγω Κυπριακού, οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.

Μεταξύ 1959 και 1964, το τουρκικό καθεστώς: α) κατήργησε τις κεντρικές ελληνορθόδοξες εφορίες Σταυροδρομίου, Χαλκηδόνος και Γαλατά, β) απέρριψε αίτηση του Πατριαρχείου για την ανοικοδόμηση του πατριαρχικού μεγάρου, που είχε καταστραφεί από πυρκαϊά, γ) δεν επέτρεψε την ανοικοδόμηση του Ορφανοτροφείου Πριγκίπου, της Μητρόπολης Δέρκων και της Σχολής Ταταύλων, δ) ενθάρρυνε την ανέγερση μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας στο οικόπεδο του ναού Αγίου Γεωργίου Θερειών, που είχε πυρποληθεί στα Σεπτεμβριανά.

Κατά το τέταρτο υπό εξέταση διάστημα (1967-1971) απολύονται 39 εκπαιδευτικοί και απαγορεύεται η λειτουργία έξι ελληνικών δημοτικών σχολείων (1967). Το ίδιο έτος εκδίδεται νέος τουρκικός νόμος για τα ελληνικά ιδρύματα στην Κωνσταντινούπολη, που επέβαλε διαφόρων ειδών περιορισμούς στην απόκτηση, διαχείριση και ανεξαρτησία των ομογενειακών βακουφίων. Το 1971, η Άγκυρα απαγορεύει τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Αναγκάζει, επίσης, τα ελληνόπουλα να αρχίζουν κάθε πρωί τα μαθήματά τους με τον τουρκικό όρκο “Είμαι Τούρκος” και να τελειώνουν με το “Είμαι ευτυχής που γεννήθηκα Τούρκος”. Ανακριβής, λοιπόν είναι και ο ισχυρισμός του Ηρακλείδη ότι: “δεν υπήρχε όχληση στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο 1967-1971” (σελ. 317). Ανακριβής, όχι μόνο λόγω των ανωτέρω. Υπηρετούσα στην Πόλη το 1967-69 και θυμάμαι την ατμόσφαιρα του φόβου που συντηρούσαν οι τουρκικές αρχές: κλήσεις ομογενών στο αστυνομικό τμήμα, θέση σε κυκλοφορία φημών περί νέων Σεπτεμβριανών. Τέτοιες μεθόδους χρησιμοποιούσαν και σε άλλες περιόδους που εξετάζουμε.

Παρά ταύτα, είναι αλήθεια ότι αυτές οι εποχές υπήρξαν, όλως σχετικώς, “καλύτερες” για τον ελληνισμό της Πόλης. “Καλύτερες”, μόνον αν συγκριθούν με τις βαρβαρότητες άλλων περιόδων. Γιατί, όμως, συμπεριφέρθηκαν οι Τούρκοι “καλύτερα” τότε; Διότι, ήσαν αναγκασμένοι ή/και “χώνευαν” κέρδη που τους είχαν προσπορίσει ευνοϊκοί γι’ αυτούς διακανονισμοί. Η δεκαετία 1930-1940 ακολούθησε τα όσα τους έδωσε ο Βενιζέλος, πλησίαζε και ο παγκόσμιος πόλεμος. Η περίοδος 1947-54 είναι εκείνη των σοβιετικών πιέσεων και του Δόγματος Τρούμαν. Το διάστημα 1959-1964 έπεται των ζυριχικών συμφωνιών. Και κατά τα έτη 1967-1971 απεσύρθη η ελληνική μεραρχία από την Κύπρο και συνομολογήθηκε η ελληνοτουρκική μορφωτική συμφωνία του Δεκεμβρίου 1968, που διευκόλυνε τα σχέδια της Τουρκίας στη Δυτική Θράκη και αγνόησε την Ίμβρο και την Τένεδο.

Στα δύο αυτά νησιά, η “καλύτερη” εποχή ορίζεται από τα έτη 1930-1964. Χωρίς να λείπουν σκληρύνσεις της τουρκικής πολιτικής. Τον Ιανουάριο του 1943, ο δήμαρχος και τρεις πρόκριτοι κοινοτάρχες της Ίμβρου οδηγήθηκαν στη Μικρά Ασία επειδή διαμαρτυρήθηκαν για τη δήμευση κτημάτων του Αγίου Όρους, τα οποία καταλήφθηκαν για να εγκατασταθούν εκεί οι πρώτοι Τούρκοι έποικοι στο έως τότε αμιγώς ελληνικό νησί. Αλλά και η ελληνική παιδεία στην Ίμβρο και την Τένεδο πλήττεται από τον τουρκικό νόμο 1151/1927 που παραμένει σε ισχύ μέχρι το 1951. (Και τις …“ασαφείς” αυτές εξαιρέσεις αντιπαρέρχεται ο Ηρακλείδης.)

Το 1950-51 αρχίζει, για τις δύο νήσους, μια ακόμα καλύτερη περίοδος. Με τη συναίνεση των τουρκικών αρχών, η Ίμβρος και η Τένεδος γνώρισαν μια έντονη πολιτιστική και οικονομική ακμή μεταξύ 1951 και 1963.

Να λοιπόν που, στην περίπτωση αυτή, οι Τούρκοι δεν επηρεάζονται από τον αγώνα της ΕΟΚΑ! Γιατί λοιπόν, δεν το αξιοποιεί αυτό ο συγγραφέας υπέρ της Τουρκίας αλλά αποφεύγει το όλο θέμα Ίμβρου και Τενέδου; Διότι δεν ταιριάζει με την θεωρία περί συμπτώσεως –αιτιώδους συναφείας κρίσεως Ελλάδας-Τουρκίας και ανθελληνικών διωγμών. Τόσο μάλλον που ναι μεν όλα σκοτεινιάζουν στα δύο νησιά με την αναζωπύρωση του Κυπριακού το 1964, αλλά ο διωγμός των νησιωτών συνεχίζεται και κατά την τελευταία “καλύτερη” περίοδο στην Πόλη, εκείνη των ετών 1967-1971. Μαζικές τότε δημεύσεις κτημάτων και ανοικτές φυλακές στην Ίμβρο, κλειστά τα ελληνικά σχολεία και στα δύο νησιά, απαγόρευση επισκέψεων αλλοδαπών χωρίς ειδική άδεια. Την απόγνωση των νησιωτών διαπιστώναμε, χωρίς να μπορούμε να τους βοηθήσουμε όσο έπρεπε, στο Γενικό Προξενείο Κωνσταντινουπόλεως όπου προσέφευγαν.

Αυτή είναι η αλήθεια, η οποία όμως θα χαλούσε την εντύπωση που θέλει ο Ηρακλείδης να δημιουργήσει γράφοντας: “δεν υπήρχε όχληση των Κωνσταντινοπουλιτών κατά την περίοδο 1967-1971”. Και “όχληση” (κατά ηπιοτάτη διατύπωση) υπήρχε στην Πόλη και διωγμός υπήρχε στην Ίμβρο, αλλά η παράθεση των γεγονότων θα διέλυε την ιδεοληπτική θεωρία του συγγραφέα.

Στον οποίο η “παράκαμψη” της Ίμβρου και της Τενέδου είναι απαραίτητη για έναν ακόμα σοβαρότερο λόγο.

Αφού επικαλέσθηκε ως άλλοθι της Άγκυρας τις κρίσεις στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, ο καθηγητής κ. Ηρακλείδης θέλει τώρα να δείξει ότι η συμπεριφορά της Ελλάδας υπήρξε εξίσου κακή με την τουρκική. Φυσικά, μείζον εμπόδιο συνιστά το γεγονός ότι, όπως και ο ίδιος δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει, η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (την οποία αποκαλεί και “τουρκική”, “αγνοώντας” και το άρθρο 2 της Σύμβασης Ανταλλαγής της Λοζάννης) είναι “υπαρκτή και παρούσα”, ενώ η ελληνική της Κωνσταντινούπολης “φάντασμα του εαυτού της” (σελ. 300). Πώς να συμβιβάσει αυτή την πραγματικότητα με το απριοριστικό του πλαίσιο; Σκέπτεται, σκέπτεται, και εφευρίσκει ένα πρώτο επιχείρημα:

“Οι γηγενείς Μουσουλμάνοι της Θράκης αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε πολύ μικρότερο βαθμό, σε σχέση με την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι τα ελληνικά κατασταλτικά μέτρα εναντίον τους ήταν πράγματι ηπιότερα και λιγότερο συστηματικά –πράγμα που μάλλον εξηγείται, όμως, όχι τόσο με βάση (sic) τη γενναιοδωρία, αλλά τις ελληνικές διοικητικές αδυναμίες σε σύγκριση με την Τουρκία και τη διστακτικότητα της Ελλάδας να φανεί διεθνώς όμοια και απαράλλακτη με την Τουρκία” (σελ. 307). (Άρα η Τουρκία είναι όντως απαισία;)

Η εξήγηση δεν του φαίνεται πειστική (προσέξτε τις λέξεις του κειμένου τις οποίες υπογραμμίζω). Οπότε δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα που και οι Τούρκοι χρησιμοποιούν, αφού και αυτοί αποσιωπήσουν τα εγκλήματά τους στην Ίμβρο και την Τένεδο. Θαυμάστε την επιστημονική αντικειμενικότητα του συγγραφέα : “Το βέβαιο –πάντως– και ο κύριος λόγος της μικρότερης μετανάστευσης των Μουσουλμάνων είναι ότι τα κατασταλτικά μέτρα απευθύνονται σε αγροτικούς πληθυσμούς, πιο δύσκολα οδηγούν στην αποχώρησή τους από τις πατρογονικές τους εστίες. Η μουσουλμανική ή τουρκική (…) μειονότητα της Δυτικής Θράκης διαφέρει εντυπωσιακά από την κοσμοπολίτικη, πλούσια και μορφωμένη ελληνική μειονότητα της Πόλης. Πρόκειται ακόμη και σήμερα για έναν αγροτικό κυρίως πληθυσμό…” (loc. cit)

Είναι ανάγκη να προσθέσω πως οι Ίμβριοι και οι Τενέδιοι, που όλοι διώχτηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες, ήσαν αγρότες, βοσκοί και ψαράδες;

Σημειώσεις

1. Για να τεκμηριώσει τη θεωρία αυτή, ο Ηρακλείδης παραπέμπει στη μελέτη του Αλέξη Αλεξανδρή The Greek Minority of Istanbul and Greek-Turkish Relations, 1918-1974, Center of Asia Minor Studies, Athens, 1983. Όμως: α) η μελέτη εκείνη έχει ως θέμα μόνον τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, όχι εκείνον της Ίμβρου και Τενέδου, β) ο Αλεξανδρής χαρακτηρίζει τις περιόδους 1930-40, 1947-54, 1959-64 και 1967-71 ως διαλείμματα (intervals), κατά τα οποία γ) γράφει ότι: “the Greek minority was able to enjoy a certain sense of security and belonging” και όχι ότι “ευημερούσε” δ) την παρατήρηση του Αλεξανδρή αποδυναμώνουν, σε σημαντικό βαθμό, τα στοιχεία που ο ίδιος δίνει (και που παραθέτω στη συνέχεια) αλλά και τα όσα έζησα όταν υπηρετούσα στην Πόλη. Και ε): κάποτε ο Αλεξανδρής μοιάζει να εκλαμβάνει την αφορμή (κρίσεις στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας) ως αιτία, ενώ την αιτία των ανθελληνικών διωγμών απετέλεσε το όραμα των Νεοτούρκων-κεμαλιστών μιας αμιγώς τουρκικής Τουρκίας. Είναι εύγλωττα τα μέτρα εναντίον των Ασσυρο-χαλδαίων, τους οποίους μάλιστα ο Αλεξανδρής (op.cit., σελ. 316) αναφέρει ως την καλύτερα ενσωματωμένη μη μουσουλμανική μειονότητα! 2. Όλα τα στοιχεία που ακολουθούν αντιγράφω από Γ. Τενεκίδη, op. cit, Alexis Alexandris, op. cit, του ιδίου, “Το Ιστορικό Πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων, 1923-1955” και “Το Μειονοτικό Ζήτημα, 1954-1987” στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 1923-1987, συλλογικό έργο Α. Αλεξανδρή κ.ά., Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1988, και Κώστα Σταματόπουλου, Η Τελευταία Αναλαμπή: η κωνσταντινοπουλίτικη Ρωμιοσύνη στα χρόνια 1948-1955, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα, 1996.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*