Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 35, Περιοδικό Άρδην

Η παράδοση των αποκαλυψιακών προφητειών

του Ν. Κον

Το υ­λι­κό, με το ο­ποί­ο οι­κο­δο­μή­θη­κε στα­δια­κά μια ε­πα­να­στα­τι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α κα­τά τον ύ­στε­ρο Με­σαί­ω­να, ή­ταν έ­να μείγ­μα α­πό προ­φη­τεί­ες που κλη­ρο­νο­μή­θη­καν α­πό τον αρ­χαί­ο κό­σμο. Αρ­χι­κά, ό­λες αυ­τές οι προ­φη­τεί­ες ή­ταν τε­χνά­σμα­τα, με τα ο­ποί­α οι διά­φο­ρες θρη­σκευ­τι­κές ο­μά­δες, ε­βρα­ϊ­κές αρ­χι­κά και χρι­στια­νι­κές στην συ­νέ­χεια, πα­ρη­γο­ρού­νταν, εν­δυ­να­μώ­νο­νταν και ε­πι­βε­βαιώ­νο­νταν, ό­ταν α­ντι­με­τώ­πι­ζαν την α­πει­λή ή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της κα­τα­πί­ε­σης.

Εί­ναι φυ­σι­κό ό­τι τις πα­λιό­τε­ρες τέ­τοιου εί­δους προ­φη­τεί­ες τις πα­ρή­γα­γαν οι Ε­βραί­οι. Αυ­τό που δια­φο­ρο­ποί­η­σε τό­σο πο­λύ τους Ε­βραί­ους α­πό τους άλ­λους λα­ούς του αρ­χαί­ου κό­σμου ή­ταν η στά­ση τους α­πέ­να­ντι στην ι­στο­ρί­α και, ει­δι­κό­τε­ρα, α­πέ­να­ντι στον δι­κό τους ρό­λο στην ι­στο­ρί­α. Με ε­ξαί­ρε­ση ως έ­ναν βαθ­μό τους Πέρ­σες, οι Ε­βραί­οι ή­ταν οι μό­νοι που συν­δύ­α­σαν τον α­συμ­βί­βα­στο μο­νο­θε­ϊ­σμό με την α­κλό­νη­τη πε­ποί­θη­ση ό­τι οι ί­διοι ή­ταν ο πε­ριού­σιος λα­ός του μο­να­δι­κού θε­ού. Του­λά­χι­στον α­πό την ε­πο­χή της ε­ξό­δου τους α­πό την Αί­γυ­πτο, ή­ταν πε­πει­σμέ­νοι ό­τι η θέ­λη­ση του Ιε­χω­βά ή­ταν ε­στια­σμέ­νη στο Ισ­ρα­ήλ, ό­τι μό­νο το Ισ­ρα­ήλ ή­ταν ε­πι­φορ­τι­σμέ­νο να πραγ­μα­τώ­σει την θέ­λη­ση αυ­τήν. Του­λά­χι­στον α­πό την ε­πο­χή των Προ­φη­τών και με­τά, ή­ταν πε­πει­σμέ­νοι ό­τι ο Ιε­χω­βάς ή­ταν ό­χι μό­νο πο­λύ ι­σχυ­ρός ε­θνι­κός τους θε­ός, αλ­λά ο έ­νας και μο­να­δι­κός Θε­ός, ο πα­ντο­δύ­να­μος Κύ­ριος της Ι­στο­ρί­ας, που έ­λεγ­χε τα πε­πρω­μέ­να ό­λων των ε­θνών. Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι τα συ­μπε­ρά­σμα­τα που έ­βγα­ζαν οι Ε­βραί­οι α­πό τις πε­ποι­θή­σεις αυ­τές ή­ταν πολ­λά και ποι­κί­λα. Πολ­λοί, ό­πως ο “δεύ­τε­ρος Η­σα­ΐ­ας”, έ­νιω­θαν ό­τι η θε­ϊ­κή ε­κλο­γή τους ε­πέ­βαλ­λε μιαν ι­διαί­τε­ρη η­θι­κή ευ­θύ­νη, μιαν υ­πο­χρέ­ω­ση να δεί­χνουν δι­καιο­σύ­νη και έ­λε­ος στις συ­ναλ­λα­γές τους με τους άλ­λους αν­θρώ­πους. Κα­τά την γνώ­μη τους, το κα­θή­κον που ό­ρι­σε ο θε­ός στο Ισ­ρα­ήλ ή­ταν να δια­φω­τί­σει τους μη Ε­βραί­ους και έ­τσι να με­τα­φέ­ρει την σω­τη­ρί­α του Θε­ού στα πέ­ρα­τα της γης. Αλ­λά μα­ζί μ’ αυ­τήν την η­θι­κή ερ­μη­νεί­α υ­πήρ­χε και μια άλ­λη, που γι­νό­ταν α­κό­μα πιο ελ­κυ­στι­κή ό­σο ο πυ­ρε­τός του παλαιού ε­θνι­κι­σμού κλο­νι­ζό­ταν και κα­τα­πο­νού­νταν α­πό ε­πα­νει­λημ­μέ­νες ήτ­τες, ε­κτο­πί­σεις και δια­σκορ­πι­σμούς. Ε­πει­δή α­κρι­βώς ή­ταν τό­σο α­πό­λυ­τα βέ­βαιοι πως α­πο­τε­λού­σαν τον πε­ριού­σιο λα­ό, οι Ε­βραί­οι εμ­φά­νι­ζαν την τά­ση ν’ α­ντι­δρούν στον κίν­δυ­νο, την κα­τα­πί­ε­ση και τις κα­κου­χί­ες με φα­ντα­σιώ­σεις του α­πό­λυ­του θριάμ­βου και της α­πε­ριό­ρι­στης ευ­μά­ρειας, που ο Ιε­χω­βάς, με την πα­ντο­δυ­να­μί­α του, θα έ­δι­νε στους ε­κλε­κτούς του ό­ταν ερ­χό­ταν το πλή­ρω­μα του χρό­νου.
Ή­δη στα Βι­βλί­α των Προ­φη­τών υ­πάρ­χουν χω­ρί­α –ο­ρι­σμέ­να α­πό τον 8ο αιώ­να– που προ­λέ­γουν πώς, α­πό μια πε­λώ­ρια συ­μπα­ντι­κή κα­τα­στρο­φή, θ’ α­να­δυ­θεί μια Πα­λαι­στί­νη, που δεν θα εί­ναι τί­πο­τε λι­γό­τε­ρο α­πό μια και­νού­ρια Ε­δέμ, ο ξα­να­κερ­δι­σμέ­νος Πα­ρά­δει­σος. Ε­πει­δή πα­ρα­μέ­λη­σε τον Ιε­χω­βά, ο πε­ριού­σιος λα­ός ο­φεί­λει να τι­μω­ρη­θεί με πεί­να και λοι­μό, με πό­λε­μο και αιχ­μα­λω­σί­α, ο­φεί­λει να κρι­θεί ε­ξο­νυ­χι­στι­κά και αυ­στη­ρά, ώ­στε να κό­ψει για τα κα­λά τους δε­σμούς του με το έ­νο­χο πα­ρελ­θόν. Ο­φεί­λει να υ­πάρ­ξει μια Η­μέ­ρα του Ιε­χω­βά, μια Η­μέ­ρα της Ορ­γής, μια μέ­ρα που θα σκο­τει­νιά­σουν ή­λιος, φεγ­γά­ρι κι α­στέ­ρια, που θα βρο­ντή­σουν οι ου­ρα­νοί και θα τρα­ντα­χτεί η γη. Ο­φεί­λει να υ­πάρ­ξει μια Κρί­ση, μια Δί­κη, κα­τά την ο­ποί­α οι ά­πι­στοι –οι ά­πι­στοι του Ισ­ρα­ήλ που δεν ε­μπι­στεύ­τη­καν τον Κύ­ριο και οι ε­χθροί του Ισ­ρα­ήλ, τα ει­δω­λο­λα­τρι­κά έ­θνη– θα κρι­θούν και θα κα­τα­δι­κα­στούν, ί­σως και θα κα­τα­στρα­φούν τε­λεί­ως. Αλ­λά αυ­τό δεν εί­ναι το τέ­λος: έ­να “λυ­τρω­τι­κό υ­πό­λειμ­μα” του Ισ­ρα­ήλ θα ε­πι­βιώ­σει α­πό τις τι­μω­ρί­ες αυ­τές και μέ­σα απ’ το υ­πό­λειμ­μα αυ­τό θα εκ­πλη­ρω­θεί ο σκο­πός του Θε­ού. Ό­ταν το έ­θνος μ’ αυ­τόν τον τρό­πο α­να­ζω­ο­γο­νη­θεί και α­να­μορ­φω­θεί, ο Ιε­χω­βάς θα στα­μα­τή­σει να εκ­δι­κεί­ται και θα γί­νει ο Λυ­τρω­τής. Το υ­πό­λειμ­μα των ε­νά­ρε­των –μα­ζί, ό­πως υ­πο­στη­ρί­χθη­κε αρ­γό­τε­ρα, με τους ε­νά­ρε­τους νε­κρούς που τώ­ρα θ’ α­να­στη­θούν– θα συ­να­χθούν για μιαν α­κό­μη φο­ρά στην Πα­λαι­στί­νη και ο Ιε­χω­βάς θα μεί­νει μα­ζί τους ως κυ­βερ­νή­της και κρι­τής, θα βα­σι­λεύ­ει με έ­δρα του την α­νοι­κο­δο­μη­μέ­νη Ιε­ρου­σα­λήμ, την Σιών, που θα γί­νει η πνευ­μα­τι­κή πρω­τεύ­ου­σα του κό­σμου και στην ο­ποί­α θα συρ­ρεύ­σουν ό­λα τα έ­θνη.[ ]

Στα κεί­με­να των Α­πο­κα­λύ­ψε­ων, που α­πευ­θύ­νο­νταν στα κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα του ε­βρα­ϊ­κού πλη­θυ­σμού σαν ε­θνι­κι­στι­κή προ­πα­γάν­δα, ο τό­νος εί­ναι πιο α­κα­τέρ­γα­στος και καυ­χη­σιά­ρι­κος. Αυ­τό εί­ναι ή­δη ε­ντυ­πω­σια­κό στην πα­λαιό­τε­ρη Α­πο­κά­λυ­ψη, στο “ό­ρα­μα” ή το “ό­νει­ρο” του ε­βδό­μου κε­φα­λαί­ου του Βι­βλί­ου του Δα­νι­ήλ, το ο­ποί­ο γρά­φη­κε πε­ρί το 165 π.Χ., σε μιαν ι­δια­ζό­ντως κρί­σι­μη στιγ­μή της ε­βρα­ϊ­κής ι­στο­ρί­ας. Ε­πί πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τρεις αιώ­νες, α­πό το τέ­λος της βα­βυ­λω­νια­κής αιχ­μα­λω­σί­ας, οι Ε­βραί­οι της Πα­λαι­στί­νης έ­ζη­σαν με ει­ρή­νη και α­σφά­λεια, αρ­χι­κά υ­πό τους Πέρ­σες, κα­τό­πιν υ­πό τους Πτο­λε­μαί­ους· αλ­λά η κα­τά­στα­ση άλ­λα­ξε ό­ταν, κα­τά τον 2ο π.Χ., αιώ­να η Πα­λαι­στί­νη πέ­ρα­σε στα χέ­ρια της συ­ρο­ελ­λη­νι­κής δυ­να­στεί­ας των Σε­λευ­κι­δών. Οι ί­διοι οι Ε­βραί­οι ή­ταν διαι­ρε­μέ­νοι, για­τί, ε­νώ οι κο­σμι­κές α­νώ­τε­ρες τά­ξεις πρό­θυ­μα υ­ιο­θέ­τη­σαν τα ή­θη και τα έ­θι­μα των Ελ­λή­νων, ο κα­τώ­τε­ρος λα­ός δέ­θη­κε α­κό­μα πιο α­πο­φα­σι­στι­κά με την πί­στη των πα­τέ­ρων του. Ό­ταν ο Σε­λευ­κί­δης μο­νάρ­χης Α­ντί­ο­χος Δ΄ ο Ε­πι­φα­νής, που πα­ρε­νέ­βη υ­πέρ του φι­λελ­λη­νι­κού κόμ­μα­τος, έ­φτα­σε στο ση­μεί­ο ν’ α­πα­γο­ρεύ­σει ό­λους τους ε­βρα­ϊ­κούς θρη­σκευ­τι­κούς τύ­πους, η α­πά­ντη­ση ή­ταν η ε­ξέ­γερ­ση των Μακ­κα­βαί­ων.
Ή­δη ε­δώ μπο­ρού­με ν’ α­να­γνω­ρί­σου­με το υ­πό­δειγ­μα αυ­τού που έ­μελ­λε να γί­νει και να πα­ρα­μεί­νει η κε­ντρι­κή φα­ντα­σί­ω­ση της ε­πα­να­στα­τι­κής ε­σχα­το­λο­γί­ας. Ο κό­σμος κυ­βερ­νά­ται α­πό μια κα­κή, τυ­ραν­νι­κή ε­ξου­σί­α α­πεί­ρως κα­τα­στρο­φι­κή – μια ε­ξου­σί­α, ε­πί πλέ­ον, που την φα­ντά­ζο­νται ό­χι α­πλώς αν­θρώ­πι­νη αλ­λά δαι­μο­νι­κή. Η τυ­ραν­νί­α της ε­ξου­σί­ας αυ­τής θα γί­νε­ται ο­λο­έ­να πιο ε­ξορ­γι­στι­κή, τα βά­σα­να των θυ­μά­των της ο­λο­έ­να πιο α­φό­ρη­τα – ώ­σπου ξαφ­νι­κά θα ση­μά­νει η ώ­ρα που οι Ά­γιοι του Θε­ού θα κα­τορ­θώ­σουν να ξε­ση­κω­θούν και να την α­να­τρέ­ψουν. Τό­τε οι ί­διοι οι Ά­γιοι, ο πε­ριού­σιος, ιε­ρός λα­ός, που ως τώ­ρα στέ­να­ζε κά­τω απ’ την φτέρ­να του κα­τα­πιε­στή, θα κλη­ρο­νο­μή­σει με την σει­ρά του την κυ­ριαρ­χί­α σ’ ο­λό­κλη­ρη τη γη. Αυ­τό θα εί­ναι η τε­λεί­ω­ση της ι­στο­ρί­ας. Το Βα­σί­λειο των Α­γί­ων θα ξε­περ­νά σε δό­ξα ό­λα τα προ­γε­νέ­στε­ρα βα­σί­λεια και, ε­πί πλέ­ον, δεν θα το δια­δε­χθεί κα­νέ­να άλ­λο. Χά­ρη σ’ αυ­τό το φα­ντα­σιο­κό­πη­μα η ε­βρα­ϊ­κή Α­πο­κά­λυ­ψη, μέ­σα α­πό τα πα­ρά­γω­γά της, ά­σκη­σε με­γά­λη σα­γή­νη στους δυ­σα­ρε­στη­μέ­νους κι α­πο­γο­η­τευ­μέ­νους των με­τα­γε­νέ­στε­ρων ε­πο­χών –και ε­ξα­κο­λού­θη­σε να α­σκεί μέ­χρι κι αφ’ ό­του οι ί­διοι οι Ε­βραί­οι εί­χαν λη­σμο­νή­σει ως και την ύ­παρ­ξή της.
Α­πό την κα­τά­λη­ψη της Πα­λαι­στί­νης α­πό τον Πο­μπή­ιο, το 63 π.Χ., μέ­χρι τον πό­λε­μο του 66-72 μ.Χ., οι α­γώ­νες των Ε­βραί­ων ε­να­ντί­ον των και­νούρ­γιων δυ­να­στών τους, των Ρω­μαί­ων, συ­νο­δεύ­τη­καν και κε­ντρί­στη­καν α­πό έ­να ρεύ­μα μα­χη­τι­κής Α­πο­κά­λυ­ψης. Και α­κρι­βώς ε­πει­δή α­πευ­θυ­νό­ταν στον α­πλό λα­ό, η προ­πα­γάν­δα αυ­τή στή­ρι­ζε πολ­λά στην φα­ντα­σί­ω­ση του ε­σχα­το­λο­γι­κού σω­τή­ρα, του Μεσ­σί­α. Η φα­ντα­σί­ω­ση αυ­τή ή­ταν φυ­σι­κά ή­δη πα­λιά· αν για τους Προ­φή­τες ο Λυ­τρω­τής, που έ­μελ­λε να κυ­βερ­νή­σει τον πε­ριού­σιο λα­ό στο τέ­λος του χρό­νου, ή­ταν συ­νή­θως ο ί­διος ο Ιε­χω­βάς, στην λα­ϊ­κή θρη­σκεί­α ο μελ­λο­ντι­κός Μεσ­σί­ας φαί­νε­ται πως έ­παι­ζε ο­λο­έ­να πιο α­ξιό­λο­γο ρό­λο, α­πό τό­τε που άρ­χι­σε η πο­λι­τι­κή πα­ρακ­μή του έ­θνους. Ο Μεσ­σί­ας, που αρ­χι­κά τον φα­ντά­ζο­νταν ι­διαί­τε­ρα σο­φό, δί­καιο και ι­σχυ­ρό μο­νάρ­χη, α­πό­γο­νο του Δαυ­ίδ, ο ο­ποί­ος θ’ α­πο­κα­θι­στού­σε το έ­θνος, γι­νό­ταν πιο υ­πε­ράν­θρω­πος ό­σο πιο α­πελ­πι­στι­κή γι­νό­ταν η πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση. Στο “ό­νει­ρο του Δα­νι­ήλ”, ο Υ­ιός του Αν­θρώ­που, που εμ­φα­νί­ζε­ται κα­βά­λα στα σύν­νε­φα, φαί­νε­ται πως εί­ναι η προ­σω­πο­ποί­η­ση του Ισ­ρα­ήλ συ­νο­λι­κά. Αλ­λά ή­δη ε­δώ εν­δέ­χε­ται να τον φα­ντά­ζο­νται πως εί­ναι ά­το­μο με υ­πε­ράν­θρω­πες δυ­νά­μεις· και στις Α­πο­κα­λύ­ψεις του Βα­ρούχ και του Έσ­δρα, που γρά­φη­καν κυ­ρί­ως τον 1ο μ.Χ. αιώ­να, το υ­πε­ράν­θρω­πο ον εί­ναι α­ναμ­φι­σβή­τη­τα άν­θρω­πος, πο­λέ­μαρ­χος-βα­σι­λέ­ας, προι­κι­σμέ­νος με α­πα­ρά­μιλ­λες, θαυ­μα­τουρ­γές δυ­νά­μεις.
Στον Έσ­δρα, ο Μεσ­σί­ας α­πει­κο­νί­ζε­ται ως ο Λέ­ων του Ιού­δα που, σαν βρυ­χά­ται, προ­κα­λεί την α­νά­φλε­ξη και την εκ­μη­δέ­νι­ση του στερ­νού και χει­ρό­τε­ρου θη­ρί­ου, του ρω­μα­ϊ­κού α­ε­τού· και πά­λι ο Υ­ιός του Αν­θρώ­που, που πρώ­τα α­φα­νί­ζει τα πλή­θη των ει­δω­λο­λα­τρών με το πυρ και την θύ­ελ­λα της α­νά­σας του, κα­τό­πιν, συ­να­θροί­ζει τις χα­μέ­νες δέ­κα φυ­λές α­πό τις ξέ­νες χώ­ρες και ι­δρύ­ει στην Πα­λαι­στί­νη έ­να βα­σί­λειο, στο ο­ποί­ο το ε­πα­νε­νω­μέ­νο Ισ­ρα­ήλ θ’ ακ­μά­σει μες στην ει­ρή­νη και την δό­ξα. Κα­τά τον Βα­ρούχ, θα έρ­θει έ­νας και­ρός τρο­με­ρών κα­κου­χιών και τρο­με­ρής α­δι­κί­ας, που εί­ναι ο και­ρός της τε­λευ­ταί­ας και χει­ρό­τε­ρης αυ­το­κρα­το­ρί­ας, της ρω­μα­ϊ­κής. Τό­τε, α­φού α­πο­κο­ρυ­φω­θεί το κα­κό, θα εμ­φα­νι­στεί ο Μεσ­σί­ας. Ό­ντας πα­νί­σχυ­ρος πο­λέ­μαρ­χος, θα χυ­θεί και θα κα­τα­στρέ­ψει τις στρα­τιές του ε­χθρού· θα αιχ­μα­λω­τί­σει τον η­γέ­τη των Ρω­μαί­ων, θα τον ο­δη­γή­σει α­λυ­σο­δε­μέ­νον στο Ό­ρος Σιών κι ε­κεί θα τον θα­να­τώ­σει· θα ι­δρύ­σει έ­να βα­σί­λειο που θα διαρ­κέ­σει μέ­χρι την συ­ντέ­λεια του κό­σμου. Ό­λα τα έ­θνη, που κυ­βέρ­νη­σαν κά­πο­τε το Ισ­ρα­ήλ, θα σφα­γούν και ο­ρι­σμέ­να μέ­λη α­πό τα υ­πό­λοι­πα έ­θνη θα υ­πο­τα­χθούν στον πε­ριού­σιο λα­ό. Θ’ αρ­χί­σει μια πε­ρί­ο­δος μα­κα­ριό­τη­τας, ευ­τυ­χί­ας, στην ο­ποί­α πό­νος, αρ­ρώ­στια, εν τέ­λει θά­να­τος, βί­α και πά­λη, έν­δεια και πεί­να θα εί­ναι ά­γνω­στα και η γη θα δί­νει τους καρ­πούς της στο δε­κά­κις χι­λια­πλά­σιο. Θα διαρ­κέ­σει αυ­τός ο ε­πί­γειος Πα­ρά­δει­σος πα­ντο­τι­νά ή μό­νο για λί­γους αιώ­νες και θ’ α­ντι­κα­τα­στα­θεί κα­τό­πιν α­πό έ­να Βα­σί­λειο του άλ­λου κό­σμου; Για το ζή­τη­μα αυ­τό οι α­πό­ψεις διέ­φε­ραν, αλ­λά το ε­ρώ­τη­μα ή­ταν σα­φώς α­κα­δη­μα­ϊ­κό. Προ­σω­ρι­νό ή αιώ­νιο, έ­να τέ­τοιο Βα­σί­λειο ά­ξι­ζε ν’ α­γω­νι­στείς για να το φέ­ρεις· και οι Α­πο­κα­λύ­ψεις αυ­τές εί­χαν του­λά­χι­στον ε­δραιώ­σει το γε­γο­νός ό­τι, κα­θώς ο Μεσ­σί­ας θα ο­δη­γεί τους Α­γί­ους στο Βα­σί­λειο τους, θα εί­ναι α­νί­κη­τος στον πό­λε­μο.
Κα­θώς υ­πό την κυ­ριαρ­χί­α των Ρω­μαί­ων ε­πι­τρό­πων η σύ­γκρου­ση με την Ρώ­μη έ­γι­νε πιο σκλη­ρή, οι μεσ­σια­νι­κές φα­ντα­σιώ­σεις έ­γι­ναν έμ­μο­νη ι­δέ­α σε πολ­λούς Ε­βραί­ους. Κα­τά τον Ιώ­σηπ­πο, αυ­τό που έ­κα­με τους Ε­βραί­ους να ρι­χτούν στον αυ­το­κτο­νι­κό πό­λε­μο ο ο­ποί­ος τε­λεί­ω­σε με την κα­τά­λη­ψη της Ιε­ρου­σα­λήμ και την κα­τα­στρο­φή του Να­ού το 70 μ.Χ., ή­ταν κυ­ρί­ως η πε­ποί­θη­ση ό­τι ή­ταν ε­πι­κεί­με­νη η έ­λευ­ση του μεσ­σια­νι­κού βα­σι­λέ­α. Μέ­χρι και ο Σι­μόν μπαρ-Κόχ­μπα, που η­γή­θη­κε του τε­λευ­ταί­ου με­γά­λου α­γώ­να για την ε­θνι­κή α­νε­ξαρ­τη­σί­α το 131 μ.Χ., θε­ω­ρού­νταν Μεσ­σί­ας. Αλ­λά η αι­μα­τη­ρή κα­τα­στο­λή αυ­τής της ε­ξέ­γερ­σης και η εκ­μη­δέ­νι­ση της πο­λι­τι­κής ε­θνι­κής ο­ντό­τη­τας έ­βα­λε τέ­λος στην πί­στη στην Α­πο­κά­λυ­ψη και στην μα­χη­τι­κό­τη­τα των Ε­βραί­ων. Μο­λο­νό­τι κι αρ­γό­τε­ρα εμ­φα­νί­στη­καν στις διε­σπαρ­μέ­νες κοι­νό­τη­τες αυ­το­σχέ­διοι Μεσ­σί­ες, αυ­τό που κή­ρυτ­ταν ή­ταν α­πλώς η α­να­συ­γκρό­τη­ση της ε­θνι­κής ε­στί­ας, ό­χι η ί­δρυ­ση μιας ε­σχα­το­λο­γι­κής πα­γκό­σμιας αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Ε­πί πλέ­ον, πο­λύ σπά­νια ε­νέ­πνε­αν έ­νο­πλες ε­ξε­γέρ­σεις, και πο­τέ στους Ε­βραί­ους της Ευ­ρώ­πης. Αυ­τοί, που έ­θρε­φαν και ε­πε­ξερ­γά­ζο­νταν προ­φη­τεί­ες στο πνεύ­μα της πα­ρά­δο­σης του “ο­νεί­ρου του Δα­νι­ήλ”, και που ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να ε­μπνέ­ο­νται απ’ αυ­τές, ή­ταν οι χρι­στια­νοί και ό­χι πια οι Ε­βραί­οι.

*  Α­πό το βι­βλί­ο του: Α­γώ­νες για την έ­λευ­ση της Χι­λιε­τούς Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού. Ε­πα­να­στά­τες χι­λια­στές και μυ­στι­κι­στές α­ναρ­χι­κοί του Με­σαί­ω­να, με­τά­φρα­ση Βα­σί­λης Το­μα­νάς (στην Ελ­λά­δα κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις Νη­σί­δες, Θεσσαλονίκη 1999, οι ο­ποί­ες μας πα­ρα­χώ­ρη­σαν το α­πό­σπα­σμα, σσ. 15-20).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*