Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 35, Περιοδικό Άρδην

Μεσσιανισμός αυτοαναιρούμενος

του Μ. Μερακλή
Ο μεσ­σια­νι­σμός, λέ­ξη και ό­ρος ε­­βρα­ϊ­κής προ­ε­λεύ­σε­ως που έ­­χει πε­ρά­σει και στις άλ­λες γλώσ­σες, εκ­φρά­ζει τη δια­δε­δο­μέ­νη στους λα­ούς, ή­δη α­πό την αρ­χαιό­τη­τα, προσ­δο­κί­α του ερ­χο­μού ε­νός λυ­τρω­τή και α­να­μορ­φω­τή της αν­θρω­πό­τη­τας, ε­νός Μεσ­σί­α.

Σε σχέ­ση με τους αρ­χαί­ους Έλ­λη­νες, γί­νε­ται πα­ρα­πο­μπή στον Προ­μη­θέ­α (αν και εί­ναι βέ­βαιο ό­τι ο προ­μη­θε­ϊ­κός μύ­θος ήλ­θε απ’ έ­ξω, πι­θα­νώς α­πό τους λα­ούς του Καυ­κά­σου, βλ. Enzyklopaedie des Maerchens, τ. 4 [1984], στή­λες 1087-93) ή στη γνω­στή ρή­ση του Σω­κρά­τη, στην Α­πο­λο­γί­α του, πως θα έλ­θει κά­ποιος λυ­τρω­τής σταλ­μέ­νος α­πό το Θε­ό που νοιά­ζε­ται για τους αν­θρώ­πους. Αλ­λά δεν πρέ­πει διό­λου να α­γνο­η­θούν τα η­σιό­δεια Έρ­γα και Η­μέ­ραι με το μύ­θο για τα πέ­ντε αν­θρώ­πι­να γέ­νη, που εί­ναι σκα­λο­πά­τια που κα­τε­βά­ζουν στην πα­ρακ­μή: χρυ­σό, α­ση­μέ­νιο, χάλ­κι­νο, η­ρω­ι­κό και σι­δε­ρέ­νιο, στο ο­ποί­ο ε­πι­κρά­τη­σε η α­δι­κί­α και η “ύ­βρις”.
Το εν­δια­φέ­ρον λοι­πόν εί­ναι ό­τι στη λα­ϊ­κή πα­ρά­δο­ση, –ο Η­σί­ο­δος α­ντλεί α­πό βα­θιές λα­ϊ­κές ρί­ζες– α­να­πτύ­χθη­κε και μια ρε­α­λι­στι­κή ή, έ­στω, ι­στο­ρι­κή α­παι­σιό­δο­ξη α­ντι­μεσ­σια­νι­κή δο­ξα­σί­α και πί­στη: ό­τι κα­μιά λύ­τρω­ση δεν πρό­κει­ται να έλ­θει, α­πε­να­ντί­ας η αν­θρω­πό­τη­τα πη­γαί­νει α­πό το κα­κό στο χει­ρό­τε­ρο. Θα μεί­νω στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση.
Υ­πάρ­χουν δύ­ο του­λά­χι­στον πα­ρα­δό­σεις που τεκ­μη­ριώ­νουν αυ­τή την πί­στη. Και τις δύ­ο έ­χει πε­ρι­λά­βει  ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της στο α­νε­κτί­μη­της ση­μα­σί­ας σώ­μα των λα­ϊ­κών πα­ρα­δό­σε­ων που ε­ξέ­δω­σε. Στην πρώ­τη, κα­θα­ρά α­ντι­δια­στέλ­λε­ται προς το λα­μπρό πα­ρελ­θόν, ό­που έ­ζη­σαν άν­θρω­ποι “α­ντρειω­μέ­νοι και γί­γα­ντες”, έ­να ο­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­φυ­λι­ζό­με­νο μέλ­λον: “Του πα­λιού και­ρού οι α­θρώ­ποι δεν ή­ταν σαν τσι ση­μερ­νοί· ή­τα­νε α­ντρειω­μέ­νοι, κι ε­μπο­ρού­σαν να ση­κώ­σου­νε με το ‘να του χέ­ρι αυ­τό το χά­λα­ρο, και να το­νε σβου­ρί­ξει να πά­ει ώ­σπου θω­ρεί το μά­τι σου. Η αν­θρω­πό­τη, παι­δί μου, α­χά­μνη­σε· η συγ­χω­ρε­μέ­νη η λά­λα μου μου λέ­ε­νε το πως θα να ‘ρθει έ­νας και­ρός να γί­νου­νε οι α­θρώ­ποι τό­σο μι­κροί, που να α­νε­βαί­νου­νε στη ρο­βι­θιά να τι­νά­ζουν τα ρο­βί­θια”.
Ο Πο­λί­της, στα σχό­λιά του, ση­μειώ­νει ό­τι η στα­δια­κή κα­τά­πτω­ση της αν­θρω­πό­τη­τας α­να­φέ­ρε­ται α­πό το Ρω­μαί­ο σα­τι­ρι­κό ποι­η­τή Ιου­βε­νά­λη (60-140 πε­ρί­που) ο ο­ποί­ος μνη­μο­νεύ­ει και πα­ρα­δείγ­μα­τα εκ­σφεν­δό­νι­σης τε­ρά­στιων λί­θων α­πό τους πα­λαιούς αν­θρώ­πους και πα­ρα­τη­ρεί ό­τι το σύγ­χρο­νό του γέ­νος βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση ξε­πε­σμού και η γη τρέ­φει νά­νους (εν­νο­ού­με­νους πια και η­θι­κά και πνευ­μα­τι­κά) και πο­νη­ρούς αν­θρώ­πους.
Η άλ­λη πα­ρά­δο­ση δεν έ­χει α­ντι­μεσ­σια­νι­κή α­με­σό­τη­τα. Ί­σως μά­λι­στα εκ πρώ­της ό­ψε­ως πε­ριέ­χει το μεσ­σια­νι­κό μή­νυ­μα, του­λά­χι­στον στην αρ­χαί­α εκ­δο­χή της· για­τί υ­πάρ­χει ή­δη στην Ο­δύσ­σεια. Ο Ο­δυσ­σέ­ας, στη ρα­ψω­δί­α λ, έ­χει κα­τε­βεί στον Ά­δη, να πλη­ρο­φο­ρη­θεί α­πό το μά­ντη Τει­ρε­σί­α, που εί­ναι ή­δη ε­γκά­τοι­κος και αυ­τός του κά­τω κό­σμου, τι θα του συμ­βεί στο υ­πό­λοι­πο τα­ξί­δι και τι πρέ­πει να κά­νει. “Α­φού ξε­κά­νεις, του λε­ει, τους μνη­στή­ρες, να πά­ρεις έ­να κου­πί και να φύ­γεις, τρα­βώ­ντας για λα­ούς που δεν γνω­ρί­ζουν τη θά­λασ­σα, τρω­νε φα­ΐ χω­ρίς α­λά­τι και δεν έ­χουν ι­δέ­α α­πό κου­πιά κι α­πό κα­ρά­βια”. Του υ­πα­γο­ρεύ­ει μά­λι­στα ο Τει­ρε­σί­ας τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο θα δια­λέ­ξει τον ε­ντελ­λό­με­νο τρό­πο: θα δεί­χνει το κου­πί και θα ρω­τά­ει τους αν­θρώ­πους που θα συ­να­ντά­ει, τι πράγ­μα εί­ναι αυ­τό. Ό­ταν ε­πι­τέ­λους δεν θα ξέ­ρουν τι εί­ναι το κου­πί και θα του α­πα­ντή­σουν πως εί­ναι ξύ­λο για το λί­χνι­σμα του σι­τα­ριού, τό­τε να χώ­σει το κου­πί στη γη, να κά­νει θυ­σί­α στον Πο­σει­δώ­να και να ε­πι­στρέ­ψει πια στο σπί­τι του, στην Ι­θά­κη, ό­που θα θυ­σιά­σει στους θε­ούς. Και κει, μα­κριά απ’ τις θά­λασ­σες, θα τον βρει ο θά­να­τος σε βα­θιά γε­ρά­μα­τα κι ε­νώ γύ­ρω του θα ζουν ευ­τυ­χι­σμέ­νοι οι άν­θρω­ποί του και ο λα­ός του.
Αλ­λά το ση­μα­ντι­κό στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή εί­ναι πά­λι ό­τι ο μύ­θος αυ­τός που έ­φτα­σε, μέ­σα α­πό τους αιώ­νες, α­πό στό­μα σε στό­μα, ως τις μέ­ρες μας, δια­φο­ρο­ποι­ή­θη­κε ι­δί­ως στο τέ­λος του, και μά­λι­στα ου­σια­στι­κά. Ο Πο­λί­της έ­χει κα­τα­γρά­ψει την α­κό­λου­θη πα­ραλ­λα­γή α­πό το Αι­γαί­ο και α­πό την Α­χαΐα: “Ο α­ϊ-Λιάς ή­ταν ναύ­της και πέ­ρα­σε πα­ρα­λυ­μέ­νη ζω­ή. Ύ­στε­ρα ό­μως με­τα­νό­η­σε για ό­σα έ­κα­με και ε­σι­χά­θη τη θά­λασ­σα. Άλ­λοι πά­λι λεν πως ε­πει­δή έ­πα­θε πολ­λά στη θά­λασ­σα και πολ­λές φο­ρές ε­κό­ντε­ψε να πνι­γεί, ε­βα­ρέ­θη τα τα­ξί­δια και α­πο­φά­σι­σε να πα­ει εις μέ­ρος που να μην η­ξεύ­ρουν τι εί­ναι θά­λασ­σα και τι εί­ναι κα­ρά­βια. Βά­νει λοι­πόν στον ώ­μο το κου­πί του και βγαί­νει στη στε­ριά, κι ό­ποιον α­πα­ντού­σε τον ε­ρω­τού­σε τι εί­ναι αυ­τό που βα­στά­ει. Ό­σο του έ­λε­γαν “κου­πί”, τρα­βού­σε ψη­λό­τε­ρα. Ώ­σπου έ­φτα­σε στην κο­ρυ­φή του βου­νού. Ρω­τά τους αν­θρώ­πους που η­ύ­ρε κει τι εί­ναι, και του λεν “ξύ­λο”. Κα­τά­λα­βε λοι­πόν πως αυ­τοί δεν εί­χαν δει πο­τέ τους κου­πί, και έ­μει­νε μα­ζί τους ε­κεί στα ψη­λά”.
Δεν υ­πάρ­χει λοι­πόν ε­δώ ο ερ­χο­μός κά­ποιου λυ­τρω­τή, κά­ποιου λυ­τρω­τι­κού τέ­λους για τους αν­θρώ­πους, αλ­λά η κα­τά­παυ­ση α­πλώς ε­νός τα­λα­νι­σμέ­νου απ’ τις ε­γκό­σμιες τα­ρα­χές –αυ­τό μπο­ρεί να ση­μαί­νουν, με­τα­φο­ρι­κά, οι θα­λασ­σο­δαρ­μοί και οι πε­ρι­πέ­τειες του ναύ­τη– η κα­τα­φυ­γή του σ’ έ­ναν ο­λό­τε­λα μα­κρι­νό τό­πο.
Βέ­βαια ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της, σε άλ­λο με­λέ­τη­μά του σχε­τι­κό με τις λα­ϊ­κές πα­ρα­δό­σεις για τον ή­λιο (Λα­ο­γρα­φι­κά Σύμ­μει­κτα, τ. Β΄, σ. 147), γρά­φο­ντας για τον ά­γιο Η­λί­α και ε­ξη­γώ­ντας για­τί “τον βά­νουν πά­ντα στα ψη­λώ­μα­τα” (κα­τά κα­νό­να, πράγ­μα­τι, τα εκ­κλη­σά­κια που βλέ­που­με σε κο­ρυ­φές βρά­χων και βου­νών εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να στον ά­γιο Η­λί­α), πα­ρα­τη­ρού­σε πως η λα­τρεί­α του α­γί­ου πά­νω στις κο­ρυ­φές των βου­νών εί­ναι με­τα­φο­ρά α­πό την αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή θρη­σκεί­α, για­τί ο Η­λί­ας ταυ­τί­στη­κε πα­ρε­τυ­μο­λο­γι­κά με τον Ή­λιο (ο ο­ποί­ος στην αρ­χαιό­τη­τα ταυ­τι­ζό­ταν και με τον Δί­α που, ως θε­ός των με­τε­ω­ρο­λο­γι­κών φαι­νο­μέ­νων, λα­τρευό­ταν στις κο­ρυ­φές των λό­φων και των βου­νών· βλ. και Γ. Α. Μέ­γα, Ελ­λη­νι­κές γιορ­τές και έ­θι­μα λα­ϊ­κής λα­τρεί­ας, Ε­στί­α, Α­θή­να 2001, σ. 272-3). Εί­ναι αυ­τή  μια προ­σφυ­ής ερ­μη­νεί­α, που ό­μως δεν μας ε­μπο­δί­ζει να ε­κτι­μή­σου­με –κά­θε άλ­λο μά­λι­στα– τη με­τα­πλα­στι­κή ι­κα­νό­τη­τα της λα­ϊ­κής σκέ­ψης, η ο­ποί­α εί­τε δι­κές της ι­δέ­ες εί­τε ι­δέ­ες που πα­ρα­λαμ­βά­νει α­πό το λό­γιο πο­λι­τι­σμό τις προ­σαρ­μό­ζει σε νέ­α δε­δο­μέ­να. Έ­τσι και ε­δώ, στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση, ε­κτο­πί­στη­κε το ευ­τυ­χι­σμέ­νο τέ­λος που προ­βλέ­πει  ο Τει­ρε­σί­ας.
Ί­σως πά­ντως η α­πο­μά­κρυν­ση του με­σαιω­νι­κού αυ­τού μη­νύ­μα­τος να εί­χε αρ­χί­σει α­πό την αρ­χαιό­τη­τα κιό­λας, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην ί­δια την Ο­δύσ­σεια, ό­πως μας έ­χει πα­ρα­δο­θεί, η ε­ντο­λή, που δί­νει ο μά­ντης στον Ο­δυσ­σέ­α, δεν πραγ­μα­το­ποιεί­ται, έ­στω και αν α­κό­μα μια φο­ρά ο πο­λύ­πλα­γκτος ή­ρω­ας, ό­ταν θα έ­χει φτά­σει στο σπί­τι του, θα την α­να­κοι­νώ­σει στην Πη­νε­λό­πη (ρα­ψω­δί­α ψ). Ό­πως συ­νο­ψί­ζω κά­που, ο Ο­δυσ­σέ­ας θα της πει “ό­τι τα βά­σα­νά τους δεν τέ­λειω­σαν α­κό­μα, τους πε­ρι­μέ­νουν κι άλ­λα, α­μέ­τρη­τοι πό­νοι· έ­τσι μά­ντε­ψε η ψυ­χή του Τει­ρε­σί­α την η­μέ­ρα ε­κεί­νη, ό­που ο Ο­δυσ­σέ­ας κα­τέ­βη­κε στον Ά­δη να μά­θει για το γυ­ρι­σμό των συ­ντρό­φων του και των δι­κών του. Εί­ναι μια φρά­ση, που την πρό­σε­ξαν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους αρ­χαί­ους οι νε­ό­τε­ροι. Ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ο­δύσ­σεια του νε­ό­τε­ρου αν­θρώ­που. Η Πη­νε­λό­πη θέ­λει να μά­θει λε­πτο­μέ­ρειες, ε­κεί­νος θα ε­πα­να­λά­βει την προ­φη­τεί­α του Τει­ρε­σί­α, ό­πως του δό­θη­κε στη νέ­κυ­ια: θα γυ­ρί­σει τό­πους και τό­πους, ώ­σπου να συ­να­ντή­σει αν­θρώ­πους που δεν θα ξέ­ρουν τη θά­λασ­σα, το α­λά­τι, το κου­πί. Ε­κεί θα θυ­σιά­σει στον Πο­σειδώ­να, ύ­στε­ρα θα ε­πι­στρέ­ψει στην πα­τρί­δα (ό­που θα τον βρει έ­να γή­ρας μα­κα­ρι­στό), α­φού θ’ α­φή­σει μπηγ­μέ­νο στη γη το κου­πί που θα κρα­τεί στα χέ­ρια του και οι άν­θρω­ποι ε­κεί­νοι θα το πά­ρουν για λι­χνι­σή­ρι” (Μ. Γ. Με­ρα­κλής, Η Ο­δύσ­σεια του Ο­μή­ρου, Πα­τά­κης, Α­θή­να 1996).
Εί­ναι πά­ντως μια αμ­φι­λε­γό­με­νη ευ­δαι­μο­νί­α αυ­τή που ση­μα­δεύ­ε­ται α­πό έ­να κου­πί μπηγ­μέ­νο –σχε­δόν θαμ­μέ­νο– μέ­σα στη γη. Εί­ναι αμ­φί­βο­λη η ευ­δαι­μο­νί­α, που συ­νί­στα­ται στην α­πάρ­νη­ση ό­λων ε­κεί­νων που δό­ξα­σαν τον Ο­δυσ­σέ­α, που γέ­μι­σαν την α­δη­φά­γο ψυ­χή του. Εν­νο­ώ τη θά­λασ­σα, το α­λά­τι, το κου­πί. Ας ση­μειώ­σω α­κό­μα ό­τι και ο νε­κρός σύ­ντρο­φός του Ελ­πή­νωρ, που θα τον συ­να­ντή­σει ο Ο­δυσ­σέ­ας στη Νέ­κυ­ια και θα ε­κλι­πα­ρή­σει τον αρ­χη­γό του να του κά­νει έ­ναν τά­φο ό­ταν θ’ α­νέ­βει στον ε­πά­νω κό­σμο, για­τί μέ­νει ά­τα­φος α­κό­μα και βα­σα­νί­ζε­ται, θα τον προ­κα­λέ­σει α­κό­μα να βά­λει πά­νω στον τά­φο του έ­να κου­πί: αυ­τό που κρα­τού­σε ζώ­ντας και κω­πη­λα­τού­σε, μα­ζί με τους συ­ντρό­φους του!


Η συ­νη­γο­ρί­α του Κα­ζα­ντζά­κη

Ό­ταν έ­γρα­φα πιο πά­νω ό­τι την ε­ντο­λή του Τει­ρε­σί­α για την εκ νέ­ου α­να­χώ­ρη­ση του Ο­δυσ­σέ­α α­πό την Ι­θά­κη, –που δεν εί­ναι πα­ρά μια με­τα­κί­νη­ση πιο πέ­ρα του πο­θη­τού τέρ­μα­τος ή και ο­ρι­στι­κή μα­ταί­ω­σή του ό­πως ε­ξε­λί­χθη­κε,– την κα­τα­νό­η­σαν κα­λύ­τε­ρα οι νε­ό­τε­ροι, εν­νο­ού­σα βέ­βαια τον Κα­ζα­ντζά­κη και τη δι­κή του Ο­δύσ­σεια, στην ο­ποί­α έ­δω­σε τη συ­νέ­χεια που δεν έ­δω­σε ο Ό­μη­ρος.
Αλ­λά ο Κα­ζα­ντζά­κης συμ­με­ρί­ζε­ται και την άλ­λη ι­δέ­α για την στα­δια­κή φθο­ρά, τον προ­ο­δευ­τι­κό ξε­πε­σμό του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους, το συ­νε­χές κα­τρα­κύ­λι­σμα, α­πό το ο­ποί­ο γλι­τώ­νουν μό­νο τα ε­ξαι­ρε­τι­κά ά­το­μα· ό­πως ο κα­πε­τάν Μι­χά­λης (που εί­ναι ό­χι α­πλώς πα­τριώ­της α­γω­νι­στής, αλ­λά και πρό­τυ­πο, σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση, της κα­ζα­ντζα­κι­κής “ά­σκη­σης”). Θαυ­μά­ζει τους πα­λαιούς “ο­ρα­δά­τους” (α­ντρειω­μέ­νους) και πε­ρι­φρο­νεί τα σύγ­χρο­νά του “χα­μα­ντρά­κια” (βλ. Με­ρα­κλή, “Η φι­λο­σο­φι­κή η­θο­γρα­φί­α και αν­θρω­πο­λο­γί­α του Ν. Κα­ζα­ντζά­κη”, Λα­ο­γρα­φί­α, 95 (1986), σ. 360-6).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*