Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 35, Περιοδικό Άρδην

Επιβεβαίωση ή υπέρβαση του μεσσιανισμού;

 

του Γ.Κ.

Σε έ­να πρό­σφα­το βι­βλί­ο του, ο Σάβ­βας Μι­χα­ήλ ει­σά­γει την προ­βλη­μα­τι­κή του ε­πα­να­στα­τι­κού μεσ­σια­νι­σμού (και κα­τε­ξο­χήν του ιου­δα­ϊ­κού) για πρώ­τη φο­ρά στην Ελ­λά­δα. Πρό­κει­ται για μια ε­ξαι­ρε­τι­κή με­λέ­τη (Σάβ­βας Μι­χα­ήλ, Μορ­φές του Μεσ­σια­νι­κού, Ά­γρα, Α­θή­να 1999) με κε­φά­λαια για τον Μπα­ρούχ Σπι­νό­ζα, τον Ερ­νστ Μπλοχ, τον Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν, τον Πά­ουλ Τσέ­λαν, τον Πρί­μο Λέ­βι, τον ελ­λη­νο­ε­βραί­ο Γιο­ζέφ Ε­λι­γιά, το Ταλ­μούδ, κ.ά. Ι­διαί­τε­ρα α­ξιο­πρό­σε­κτες εί­ναι οι α­πό­πει­ρες σύν­θε­σης που ε­πι­χει­ρεί α­νά­με­σα στην ελ­λη­νι­κή οι­κου­με­νι­κό­τη­τα και την ε­βρα­ϊ­κή μεσ­σια­νι­κή α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, στα κεί­με­νά του για τον Ε­μπει­ρί­κο και τη σχέ­ση Πιν­δά­ρου και Πά­ουλ Τσέ­λαν. [Ο α­να­γνώ­στης του Άρ­δην μπο­ρεί να α­πο­κτή­σει μια ει­κό­να γι’ αυ­τό το εν­δια­φέ­ρον εγ­χεί­ρη­μα α­πό την πα­ρά­θε­ση ε­νός ε­κτε­τα­μέ­νου α­πο­σπά­σμα­τος που  πα­ρα­χώ­ρη­σε στο πε­ριο­δι­κό ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας].
Ω­στό­σο, α­παι­τεί­ται ευ­ρύ­τε­ρη συ­ζή­τη­ση και προ­βλη­μα­τι­σμός για το ζή­τη­μα του μεσ­σια­νι­σμού (και μά­λι­στα του ε­πα­να­στα­τι­κού) σή­με­ρα. Ο μεσ­σια­νι­σμός ευαγ­γε­λί­ζε­ται μια α­να­τρο­πή που θα εκ­θε­με­λιώ­σει τον πα­λιό κό­σμο και κυ­ρί­ως τον “πα­λιό άν­θρω­πο”, που θα οι­κο­δο­μή­σει έ­ναν κό­σμο α­πό­λυ­της δια­φά­νειας, στον ο­ποί­ο, ό­πως υ­πο­στή­ρι­ξε ο Λού­κατ­ς, “η ί­δια η Τέ­χνη δεν θα έ­χει πλέ­ον λό­γο ύ­παρ­ξης, διό­τι θα έ­χει γί­νει Τέ­χνη ή ί­δια η ζω­ή”. Το κομ­μου­νι­στι­κό μεσ­σια­νι­κό ό­νει­ρο του τέ­λους κά­θε α­δια­φά­νειας εί­ναι το έ­σχα­το ό­ριο του ορ­θο­λο­γι­σμού στην ε­πα­να­στα­τι­κή του εκ­δο­χή, της ρι­ζι­κής και ο­ρι­στι­κής α­πο­μά­γευ­σης του κό­σμου, και ταυ­τό­χρο­να η έ­σχα­τη μορ­φή του ιου­δαιο­χρι­στια­νι­κού Πα­ρα­δεί­σου. Και προ­φα­νώς, ό­πως ε­πι­ση­μαί­νει και ο ί­διος ο Μι­χα­ήλ, δεν εί­ναι τυ­χαί­α η δια­πλο­κή του με τον ε­βρα­ϊ­κό λα­ό, έ­να λα­ό του ο­ποί­ου ο Μεσ­σί­ας δεν έ­χει α­κό­μα εμ­φα­νι­στεί. Αυ­τός ο Μεσ­σί­ας θα πά­ρει την έ­σχα­τη μορ­φή του στο προ­λε­τα­ριά­το και ο Μεσ­σια­νι­σμός θα γί­νει ε­πα­να­στα­τι­κός.
Ω­στό­σο έ­χει πλέ­ον ε­δραιω­θεί η ά­πο­ψη ό­τι ο ε­πα­να­στα­τι­κός μεσ­σια­νι­σμός, ως η κυ­ρί­αρ­χη μορ­φή του ε­πα­να­στα­τι­κού προ­τάγ­μα­τος, έ­χει πα­ρέλ­θει α­νε­πι­στρε­πτί: Ο ί­διος ο Μεσ­σί­ας δεν υ­πάρ­χει πλέ­ον: το προ­λε­τα­ριά­το –με την κα­θαυ­τή, “στε­νή” έν­νοια του ό­ρου– δεν μπο­ρεί να ο­λο­κλη­ρώ­σει μό­νο του μια α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση, πα­ρό­λο που συ­νε­χί­ζει να α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο στοι­χεί­ο μιας δια­δι­κα­σί­ας α­πο-αλ­λο­τρί­ω­σης του αν­θρώ­που. Ο δε μεσ­σια­νι­σμός, ως η προσ­δο­κί­α του Πα­ρα­δεί­σου ε­πί της γης, ο­δη­γεί συ­νή­θως στο α­ντί­θε­τό του: στο ε­πα­να­στα­τι­κό α­διέ­ξο­δο του “Πο­λέ­μου των χω­ρι­κών στη Γερ­μα­νί­α”, που πε­ρι­γρά­φει στον Τό­μας Μύ­ντζερ ο Ερ­νστ Μπλοχ, ή η Γιουρ­σε­νάρ στο Oeuvre au noir, ή στα φα­λαν­στή­ρια του Φου­ριέ, ή στην κό­λα­ση του γκου­λά­γκ και το πα­ρα­λή­ρη­μα του Πολ Ποτ ή των… Τα­λι­μπάν. Και αυ­τό διό­τι η οι­κο­δό­μη­ση μιας κοι­νω­νί­ας χω­ρίς α­ντι­φά­σεις και α­ντι­θέ­σεις, μιας κοι­νω­νί­ας α­πό­λυ­του και ε­πι­βε­βλη­μέ­νου ε­ξι­σω­τι­σμού, α­ντι­στρα­τεύ­ε­ται την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη υ­πό­στα­ση και το “συ­ναμ­φό­τε­ρον” της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης και α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο των αν­θρώ­πι­νων συσ­σω­μα­τώ­σε­ων κα­θώς και την πολ­λα­πλό­τη­τα των α­ντι­θέ­σε­ων.
Βέ­βαια η δυ­σκο­λί­α του ζη­τή­μα­τος έ­γκει­ται στο γε­γο­νός ό­τι ό­λες οι με­γά­λες ε­πα­να­στα­τι­κές α­πό­πει­ρες στην ι­στο­ρί­α των τε­λευ­ταί­ων 2.000 χρό­νων εκ­φρά­στη­καν α­πό τα μεσ­σια­νι­κά  ό­νει­ρα και, για τους κα­τα­πιε­σμέ­νους λα­ούς και έ­θνη, για τους φτω­χούς και τους α­δι­κη­μέ­νους, ο μεσ­σια­νι­σμός υ­πήρ­ξε η μορ­φή που οι­στρη­λα­τού­σε τα κι­νή­μα­τά τους ό­πως συμ­βαί­νει σή­με­ρα με τον ι­σλα­μι­σμό. Το ί­διο συ­νέ­βη σε έ­να βαθ­μό και με το ελ­λη­νι­κό έ­θνος, με τις Προ­φη­τεί­ες του Α­γα­θάγ­γε­λου και την πί­στη στην ε­πι­στρο­φή στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, το ί­διο συ­νέ­βη αρ­γό­τε­ρα με την κομ­μου­νι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση που θα ε­γκα­θι­στού­σε τον κομ­μου­νι­στι­κό Πα­ρά­δει­σο ε­πί της γης. Τα α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κι­νή­μα­τα ε­ξε­φρά­ζο­ντο σχε­δόν πά­ντα με το έν­δυ­μα του μεσ­σια­νι­σμού. Κα­τά συ­νέ­πεια η κρι­τι­κή στο μεσ­σια­νι­σμό -που κο­ρυ­φώ­θη­κε με την κα­τάρ­ρευ­ση του σο­σια­λι­στι­κού στρα­το­πέ­δου-, μπο­ρού­σε εύ­κο­λα να ε­κτρα­πεί και ό­ντως ε­ξε­τρά­πη, σε έ­να α­ντε­πα­να­στα­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, σε μια α­πό­πει­ρα πα­λι­νόρ­θω­σης της η­γε­μο­νί­ας της α­γο­ράς και του homo homini lupus. Η κρι­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση της Γαλ­λι­κής και της Ρώ­σι­κης Ε­πα­νά­στα­σης, που με σα­ρω­τι­κό τρό­πο κυ­ριάρ­χη­σε με­τά το 1989, ο­δή­γη­σε σε έ­να νέ­ο ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό. Ε­κεί­νον της ε­νιαί­ας σκέ­ψης της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης η ο­ποί­α, με το πρό­σχη­μα της κρι­τι­κής στον μεσ­σια­νι­σμό, προ­σπά­θη­σε να θά­ψει κά­θε α­πό­πει­ρα και κά­θε πρό­ταγ­μα α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Και το ε­πι­χεί­ρη­μα εί­ναι α­πλό. Ε­πει­δή τα ε­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­μα­τα υ­πήρ­ξαν έ­ως σή­με­ρα κα­τε­ξο­χήν μεσ­σια­νι­κά και ε­πει­δή ο μεσ­σια­νι­σμός ό­ταν κα­τα­λαμ­βά­νει την ε­ξου­σί­α ρέ­πει προς τον ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό, ά­ρα θα πρέ­πει να α­πορ­ρί­ψου­με κά­θε ρι­ζι­κή α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή α­πό­πει­ρα.
Μπο­ρού­με εύ­κο­λα λοι­πόν να πέ­σου­με στον α­ντί­θε­το πει­ρα­σμό, ό­πως κά­νει έ­να με­γά­λο μέ­ρος της Α­ρι­στε­ράς, ι­διαί­τε­ρα της “ε­πα­να­στα­τι­κής”, να πι­στέ­ψου­με πως εί­ναι ε­φι­κτή μια “ε­πι­στρο­φή” στον μεσ­σια­νι­σμό. Ω­στό­σο έ­να τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα δεν μπο­ρεί πα­ρά να ο­δη­γή­σει σή­με­ρα στα α­διέ­ξο­δα της ι­ρα­νι­κής ε­πα­νά­στα­σης ή των Τα­λι­μπάν. Η μό­νη διέ­ξο­δος η ο­ποί­α μπο­ρεί να δια­σώ­σει την α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή πα­ρά­δο­ση εί­ναι η δη­μιουρ­γι­κή υ­πέρ­βα­σή του (η πε­ρι­βό­η­τη Aufhebung). Μια υ­πέρ­βα­ση προς την κα­τεύ­θυν­ση ε­νός προ­τάγ­μα­τος ρι­ζι­κού, αλ­λά μη μεσ­σια­νι­κού, που δεν ε­παγ­γέλ­λε­ται “το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας” α­πό την “κα­λή” της πλευ­ρά, αλ­λά μια δια­δι­κα­σί­α με­τα­σχη­μα­τι­σμών χω­ρίς τέ­λος προς έ­να ι­δε­ώ­δες διαρ­κώς ά­πια­στο και πά­ντα πλη­σιέ­στε­ρο, ε­νός προ­τάγ­μα­τος που θε­ω­ρεί ση­μα­ντι­κό­τε­ρο το ί­διο το τα­ξί­δι, πα­ρά έ­να α­νύ­παρ­κτο “τέ­λος”-τε­λεί­ω­ση.
Αν θέ­λου­με να α­πα­ντή­σου­με στην κυ­ρί­αρ­χη σκέ­ψη του ερ­γα­λεια­κού ορ­θο­λο­γι­σμού, ο­φεί­λου­με να το ε­πι­χει­ρή­σου­με με μια υ­πέρ­βα­ση της στα­τι­κής “Νευ­τώ­νειας” (μαρ­ξι­στι­κής, μεσ­σια­νι­κής) “γε­ω­με­τρί­ας” της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης προς την κα­τεύ­θυν­ση μιας πο­λυ­διά­στα­της και “α­ϊν­στά­νειας” ο­πτι­κής που εν­σω­μα­τώ­νει τον χρό­νο στον χώ­ρο, τη μα­κρά διάρ­κεια με το ε­δώ και το τώ­ρα, το πα­ρελ­θόν με το πα­ρόν και το μέλ­λον, α­πέ­να­ντι στην υ­πο­τί­μη­ση του πα­ρελ­θό­ντος και της πα­ρά­δο­σης που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον μεσ­σια­νι­σμό.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*