Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 36, Περιοδικό Άρδην

Η προειδοποιητική βολή

του Νηλ Ά­στσερ­σον

The Observer, 12 Μα­ΐου 2002

Ποιος ή­ταν τε­λο­σπά­ντων ο Πιμ Φόρ­του­ιν; Ό­λη την πε­ρα­σμέ­νη ε­βδο­μά­δα, οι πο­λί­τες του Ρό­τερ­νταμ θρη­νού­σαν γι’ αυ­τόν σαν να ή­ταν ή­ρω­ας, η­γέ­της –α­κό­μα και Μεσ­σί­ας. Αυ­τοί ή­ταν με­ρι­κοί α­πό τους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς που διά­βα­ζε κα­νείς στα στε­φά­νια που κεί­το­νταν μπρο­στά α­πό το δη­μαρ­χεί­ο την η­μέ­ρα της κη­δεί­ας του. Δο­λο­φο­νη­μέ­νος τη Δευ­τέ­ρα και ά­γιος την Τε­τάρ­τη, ο Πιμ Φόρ­του­ιν ε­ξα­κο­λου­θεί να η­γεί­ται του ψη­φο­δελ­τί­ου του κόμ­μα­τός του και εί­ναι πο­λύ πι­θα­νό να α­πο­τε­λέ­σει τον πρώ­το νε­κρό πρω­θυ­πουρ­γό της Ολ­λαν­δί­ας με­τά α­πό την ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση της ε­πό­με­νης Πέ­μπτης! Ά­ρα­γε ή­ταν έ­να κομ­μά­τι της νέ­ας λα­ϊ­κι­στι­κής δε­ξιάς που ε­ξα­πλώ­νε­ται σε ό­λη την Ευ­ρώ­πη ή μή­πως ή­ταν κι αυ­τός μια α­πό τις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες της Ολ­λαν­δί­ας;
Ο Πιμ ή­ταν ι­διαί­τε­ρα γρα­φι­κός με τον σο­φέρ του και τα σκυ­λά­κια του σα­λο­νιού. Ντυ­νό­ταν σαν πα­ρα­δεί­σιο που­λί, ε­νώ τα σχό­λιά του ή­ταν δη­λη­τη­ριώ­δη. Αλ­λά οι άν­δρες που έ­στε­καν με λου­λού­δια πά­νω α­πό τον τά­φο του α­νή­καν στην ερ­γα­τι­κή τά­ξη, ή­ταν ο­πα­δοί της Φέ­γιε­νορ­ντ και οι μη­τέ­ρες τους ή τα κο­ρί­τσια τους έ­κλαι­γαν σαν να εί­χαν χά­σει τον α­δερ­φό τους. Την ί­δια νύ­χτα, α­φού η Φέ­γιε­νορ­ντ νί­κη­σε την Ντόρ­τμου­ντ και κέρ­δι­σε το κύ­πελ­λο Ουέ­φα (την ε­πέ­τειο της πα­ρά­δο­σης των Γερ­μα­νών στα 1945), 5.000 ο­πα­δοί της ο­μά­δας κα­τέ­κλυ­σαν το νε­κρο­τα­φεί­ο για να χο­ρέ­ψουν γι’ αυ­τόν και να του προ­σφέ­ρουν τα κα­σκόλ τους.
Μια θλιμ­μέ­νη δα­σκά­λα που στε­κό­ταν στην ου­ρά για να υ­πο­γρά­ψει το βι­βλί­ο των συλ­λυ­πη­τη­ρί­ων μου εί­πε: “Υ­πήρ­χαν τό­σα πολ­λά πράγ­μα­τα που δεν μπο­ρού­σαν να ει­πω­θούν σ’ αυ­τή τη χώ­ρα και χρεια­ζό­ταν κά­ποιος άν­θρω­πος με το θάρ­ρος και τα χα­ρί­σμα­τα του Πιμ για να μι­λή­σει γι’ αυ­τά. Τώ­ρα, μας τον πή­ρα­νε με τη βί­α· αι­σθά­νο­μαι θιγ­μέ­νη προ­σω­πι­κά”. Πρό­κει­ται για μια ε­ντύ­πω­ση που την μοι­ρά­στη­καν πολ­λοί Ολ­λαν­δοί, α­κό­μα και ε­άν δεν συμ­φω­νού­σαν με την ξε­νο­φο­βι­κή και α­ντι­μου­σουλ­μα­νι­κή ρη­το­ρεί­α του Φόρ­του­ιν. Τέ­τοιες α­ντι­λή­ψεις έ­χουν να κά­νουν με την πα­λιο­μο­δί­τι­κη αί­σθη­ση της κοι­νό­τη­τας του ολ­λαν­δι­κού έ­θνους. “Δεν υ­πάρ­χει α­νά­γκη να κλει­δώ­νου­με τα πο­δή­λα­τά μας, δεν υ­πάρ­χει α­νά­γκη να προ­στα­τεύ­ου­με τους πο­λι­τι­κούς μας με σω­μα­το­φύ­λα­κες”: Αυ­τές τις ευαί­σθη­τες χορ­δές μοιά­ζει να δια­τα­ράσ­σει η δο­λο­φο­νί­α του Φόρ­του­ιν. Πα­ρό­λα αυ­τά, τα α­νεί­πω­τα πράγ­μα­τα που τολ­μού­σε να ξε­στο­μί­ζει ο Φόρ­τουιν δεν θα εί­χαν ε­ντυ­πω­σιά­σει μια λι­γό­τε­ρο σο­βα­ρο­φα­νή κοι­νω­νί­α: “Χτί­στε πε­ρισ­σό­τε­ρους αυ­το­κι­νη­τό­δρο­μους”, “Α­πο­δε­χθεί­τε ό­τι η Ολ­λαν­δί­α α­πο­τε­λεί έ­να ε­νιαί­ο α­στι­κό το­πί­ο που χρειά­ζε­ται μο­να­χά με­ρι­κά πρά­σι­να πάρ­κα”, “Αν σας α­νη­συ­χεί το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου, τό­τε χτί­στε ψη­λό­τε­ρους τους ολ­λαν­δι­κούς ου­ρα­νο­ξύ­στες”… Πα­ρα­τη­ρή­σεις σαν αυ­τές το πο­λύ να προ­κα­λού­σαν την α­δια­φο­ρί­α στη Βρε­τα­νί­α ή στην Ι­τα­λί­α. Στην Ολ­λαν­δί­α, φαί­νε­ται ό­τι ό­πλι­σαν το χέ­ρι του δο­λο­φό­νου του Φόρ­του­ιν.
Μο­λα­ταύ­τα, ο Φόρ­του­ιν δεν ή­ταν έ­να α­πο­κλει­στι­κό προ­ϊ­όν της μι­κρής του χώ­ρας. Τα καυ­στι­κά του σχό­λια για τα πο­λι­τι­κά τα­μπού της Ευ­ρώ­πης του 21ου αιώ­να τον το­πο­θε­τούν α­νά­με­σα στους φο­ρείς του “νέ­ου λα­ϊ­κι­στι­κού” κι­νή­μα­τος που εμ­φα­νί­στη­κε σε ό­λη την ευ­ρω­πα­ϊ­κή ή­πει­ρο κα­τά τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια. Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς δια­τη­ρούν πα­ρα­δο­σια­κά α­κρο­δε­ξιές πο­λι­τι­κές το­πο­θε­τή­σεις, αν και η πα­ρά­δο­ση δεν έ­δει­χνε να α­πα­σχο­λεί τον Φόρ­του­ιν. Το κόμ­μα του, πα­ρό­λο που δή­λω­νε ό­τι η Ολ­λαν­δί­α δεν μπο­ρεί να δε­χθεί άλ­λους με­τα­νά­στες, έ­κλει­σε την πόρ­τα του στους νε­ο­να­ζί ό­ταν δέ­χθη­κε στους κόλ­πους του μη-λευ­κούς ή ό­ταν κα­τα­δί­κα­ζε τον ι­σλα­μι­σμό για τις προ­κα­τα­λή­ψεις του α­πέ­να­ντι στους ο­μο­φυ­λό­φι­λους. Α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τα πα­ρα­πά­νω, ό­μως, ο Φόρ­του­ιν δεν έ­πα­ψε να α­πο­τε­λεί κομ­μά­τι της συ­ντη­ρη­τι­κής ε­ξέ­γερ­σης ε­νά­ντια στην κυ­ρί­αρ­χη πο­λι­τι­κή τά­ση της Ευ­ρώ­πης, μιας ε­ξέ­γερ­σης ε­νά­ντια σε κα­θε­στώ­τα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν μια πο­λι­τι­κώς ορ­θή ρη­το­ρεί­α –ε­κεί­νη της “βιώ­σι­μης α­νά­πτυ­ξης”, “της κοι­νω­νι­κής συ­ναί­νε­σης”, της “κυ­ριαρ­χί­ας των κα­τα­να­λω­τών”– για να α­πο­τρέ­ψουν την ου­σια­στι­κή συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό τη δια­χεί­ρι­ση της ε­ξου­σί­ας και τη δια­φθο­ρά. Η λί­στα αυ­τών των νέ­ο-λα­ϊ­κι­στι­κών κομ­μά­των εί­ναι με­γά­λη και πρό­κει­ται να με­γα­λώ­σει α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Με­ρι­κά α­πό αυ­τά εί­ναι ι­σχυ­ρά και άλ­λα α­νί­σχυ­ρα. Με­ρι­κά τεί­νουν προς τη βί­α και την κα­τα­στο­λή και άλ­λα αυ­το­πα­ρου­σιά­ζο­νται με α­ντιαυ­ταρ­χι­κές πλατ­φόρ­μες και προ­τάγ­μα­τα προ­σω­πι­κής α­πε­λευ­θέ­ρω­σης.
Πρό­κει­ται ά­ρα­γε για το πρω­ταρ­χι­κό στά­διο, για έ­να ά­μορ­φο α­κό­μα έμ­βρυο, ε­νός νέ­ου Ευ­ρω­πα­ϊ­κού φα­σι­σμού; Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά τα κόμ­μα­τα εμ­φα­νί­στη­καν έ­πει­τα α­πό το τέ­λος του Ψυ­χρού πο­λέ­μου, ε­νώ άλ­λα έ­χουν έ­να με­γα­λύ­τε­ρο πα­ρελ­θόν μέ­σα στον α­σα­φή και δια­σπα­σμέ­νο χώ­ρο της α­κρο­δε­ξιάς. Ω­στό­σο, χρειά­στη­κε να συμ­βούν τρί­α συ­ντα­ρα­κτι­κά γε­γο­νό­τα –η ά­νο­δος της ξε­νο­φο­βι­κής ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας των σκίν­χε­ντ στην Γερ­μα­νί­α, έ­πει­τα α­πό την ε­πα­νέ­νω­ση, η α­νέ­λι­ξη του κόμ­μα­τος του Χά­ι­ντερ στην ε­ξου­σί­α και η εί­σο­δος του Ζ.Μ. Λε­πέν στον δεύ­τε­ρο γύ­ρο των γαλ­λι­κών προ­ε­δρι­κών ε­κλο­γών– ώ­στε να η­χή­σει ο συ­να­γερ­μός σε ό­λον τον κό­σμο. Στις Η.Π.Α, αρ­θρο­γρά­φοι ε­πη­ρε­α­σμέ­νοι α­πό την αμε­ρι­κά­νι­κη “μο­νο­μέ­ρεια” βρή­καν την ευ­και­ρί­α να κα­τη­γο­ρή­σουν την Ευ­ρώ­πη ό­τι ε­πα­νέρ­χε­ται στη φυ­σι­κή της κα­τά­στα­ση, στη βαρ­βα­ρό­τη­τα, και ό­τι ε­πί­κει­ται έ­να νέ­ο α­ντι­ση­μι­τι­κό ο­λο­καύ­τω­μα.
Αλ­λά τα νέ­ο-λα­ϊ­κι­στι­κά κόμ­μα­τα που βρί­σκο­νται σε ά­νο­δο δεν εί­ναι φα­σι­στι­κά. Τα νε­ο­να­ζι­στι­κά κόμ­μα­τα υ­πάρ­χουν (ό­πως το Ε­θνι­κό Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα στη Γερ­μα­νί­α) αλ­λά εί­τε εί­ναι αι­σχρά κα­τά­λοι­πα του πα­ρελ­θό­ντος εί­τε θλι­βε­ρές α­να­βιώ­σεις. Αυ­τοί που ταυ­τί­ζουν τον Λε­πέν ή τον Τζια­φράν­κο Φί­νι με τον φα­σι­σμό, θα έ­πρε­πε να δια­βά­σουν λί­γη νε­ώ­τε­ρη ι­στο­ρί­α.
Λί­γοι άν­θρω­ποι θυ­μού­νται πλέ­ον την α­πο­κρου­στι­κή βί­α και την μι­σαλ­λο­δο­ξί­α του “ε­πί­ση­μου” Ευ­ρω­πα­ϊ­κού συ­ντη­ρη­τι­σμού κα­τά την δε­κα­ε­τί­α του 1930. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά τα κόμ­μα­τα ε­ξέ­φρα­ζαν έ­ναν βί­αιο ε­θνι­κι­σμό και α­ντι­ση­μι­τι­σμό. Οι α­ντι­λή­ψεις τους για τα κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα ε­ξα­ντλού­νταν στην το­πο­θέ­τη­ση ό­τι οι φτω­χοί πρέ­πει να πα­ρα­μέ­νουν στις θέ­σεις τους με την δύ­να­μη των α­στυ­νο­μι­κών γκλο­μπς, ε­νώ το μό­νο που τους εν­διέ­φε­ρε ό­σο α­φο­ρά τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις ή­ταν οι συλ­λή­ψεις των μπολ­σε­βί­κων και η ποι­νι­κο­ποί­η­ση των συν­δι­κά­των. Η πί­στη τους στην α­ξί­α των α­ποι­κιο­κρα­τι­κών αυ­το­κρα­το­ριών, στην φυ­λε­τι­κή υ­πε­ρο­χή των λευ­κών έ­να­ντι ό­λων των άλ­λων φυ­λών, ή­ταν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή.
Πολ­λά α­πό αυ­τά τα δε­ξιά, μη-φα­σι­στι­κά κόμ­μα­τα, ή­ταν κα­θο­λι­κά και φι­λο­βα­σι­λι­κά, α­φιε­ρω­μέ­να α­πο­κλει­στι­κά στην εκ­κλη­σια­στι­κή αρ­χή και την δύ­να­μη των ι­διο­κτη­τριών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, ε­νώ υ­πε­ρά­σπι­ζαν την λο­γο­κρι­σί­α των α­πό­ψε­ων, την υ­πο­τα­γή των γυ­ναι­κών και ε­ξυ­μνού­σαν την υ­πο­τι­θέ­με­νη ευ­σέ­βεια της α­γρο­τι­κής ζω­ής. Αυ­τό εί­ναι και η πραγ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά του Λε­πέν: Οι πο­λι­τι­κοί του πρό­γο­νοι ή­ταν οι “Camelots du Roi” (Οι πι­στοί ε­παί­τες του Βα­σι­λιά) που ε­πι­τί­θο­νταν σε Ε­βραί­ους και Κομ­μου­νι­στές ή οι φι­λο­βα­σι­λι­κοί δια­δη­λω­τές που α­πο­πει­ρά­θη­καν, στα 1934, να α­να­τρέ­ψουν το πο­λί­τευ­μα με ξυ­ρά­φια ε­φαρ­μο­σμέ­να στα μπα­στού­νια τους.
Με τέ­τοια συ­ντη­ρη­τι­κά κόμ­μα­τα δεν εί­ναι διό­λου πε­ρί­ερ­γο το πώς με­ρι­κοί Ευ­ρω­παί­οι κα­λω­σό­ρι­σαν τον φα­σι­σμό ως μια πε­φω­τι­σμέ­νη ε­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση. Αλ­λά, σχε­δόν ό­λες αυ­τές οι μνή­μες ξε­χά­στη­καν με­τά το τέ­λους του Β΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου με την α­νά­δυ­ση της κοι­νω­νι­κά ευαί­σθη­της Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τί­ας. Αυ­τή η α­μνη­σί­α ε­ξη­γεί το για­τί ταυ­τί­ζο­νται με τον φα­σι­σμό τα ση­με­ρι­νά νε­ο­λα­ϊ­κι­στι­κά κόμ­μα­τα που προ­τεί­νουν την α­πο­δυ­νά­μω­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους και την έ­ξω­ση ό­λων των με­τα­να­στών· ου­σια­στι­κά αυ­τά τα κόμ­μα­τα ε­πα­να­το­πο­θε­τού­νται στις πα­λιές, συ­ντη­ρη­τι­κές τους κα­τα­βο­λές.
Αλ­λά ε­άν δεν πρό­κει­ται για φα­σι­στι­κά κόμ­μα­τα τό­τε τι εί­ναι; Ο φα­σι­σμός μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει την συ­ναί­νε­ση με το να ε­πι­τί­θε­ται στους προ­νο­μιού­χους: Η υ­πό­σχε­ση των Να­ζί να ε­ξου­δε­τε­ρώ­σουν την δύ­να­μη της εκ­κλη­σί­ας και της α­ρι­στο­κρα­τί­ας εί­χε εντέ­λει με­γά­λη α­πή­χη­ση. Α­πό την άλ­λη, ο πραγ­μα­τι­κός συ­ντη­ρη­τι­σμός α­πλά υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τα προ­νό­μια της μειο­ψη­φί­ας έ­να­ντι της πλειο­ψη­φί­ας. Τα σύγ­χρο­να νε­ο­λα­ϊ­κι­στι­κά κόμ­μα­τα βρί­σκο­νται κά­που α­νά­με­σα. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά α­πο­δέ­χο­νται τους δη­μο­κρα­τι­κούς κα­νό­νες, πα­ρό­λο που χρη­σι­μο­ποιούν συ­χνά την α­κρο­δε­ξιά και αυ­ταρ­χι­κή ρη­το­ρι­κή των προ­γό­νων τους. Ό­λα, δί­χως κα­μί­α ε­ξαί­ρε­ση, μι­λούν για τον “λα­ό” που α­γνο­εί­ται και πα­ρα­με­ρί­ζε­ται α­πό τους α­ντι­προ­σώ­πους του, ε­νώ με­ρι­κοί α­πό τους με­σο­στρω­μα­τι­κούς η­γέ­τες τους –ό­πως ο Λε Πεν και ο Χά­ι­ντερ– προ­σποιού­νται ό­τι έ­χουν λα­ϊ­κή κα­τα­γω­γή. Πολ­λά α­πό αυ­τά έ­χουν ι­διαί­τε­ρα μα­ζι­κή πε­ρι­φε­ρεια­κή βά­ση, ό­πως ο Πιμ στο Ρό­τερ­νταμ και ο Λε Πεν στην ε­παρ­χί­α της Αλ­σα­τί­ας, και εμ­φα­νί­ζο­νται ι­διαί­τε­ρα κρι­τι­κοί α­πέ­να­ντι στις υ­περ­συ­γκε­ντρω­τι­κές μη­τρο­πό­λεις και στις ε­λίτ τους, που ε­πι­βάλ­λουν την θέ­λη­σή τους σε ό­λο το έ­θνος. Το βελ­γι­κό Βλάαμ­ς Μπλοκ εί­ναι το μο­να­δι­κό α­κρο­δε­ξιό κόμ­μα α­πό το ευ­ρω­πα­ϊ­κό πάν­θε­ον που εμ­φα­νί­ζε­ται με α­μι­γώς φα­σι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο λό­γο και στις πρα­κτι­κές του (πράγ­μα που α­πε­χθα­νό­ταν ο Φόρ­τουιν και οι ο­πα­δοί του).
Ου­σια­στι­κά, τα κόμ­μα­τα αυ­τά ορ­γα­νώ­νο­νται γύ­ρω α­πό τη δρά­ση ε­πά­νω σε τρί­α ζη­τή­μα­τα. Κατ’ αρ­χήν εί­ναι ε­χθρι­κά ως προς τη με­τα­νά­στευ­ση. Η ε­χθρό­τη­τα αυ­τή μπο­ρεί να κυ­μαν­θεί α­πό την ξε­νο­φο­βι­κή πα­ρά­νοια (που εκ­φρά­ζει –για πα­ρά­δειγ­μα– το Ε­θνι­κό Μέ­τω­πο α­πέ­να­ντι στους μαύ­ρους και τους Ά­ρα­βες) στην πο­λι­τι­στι­κή α­διαλ­λα­ξί­α που δεί­χνει το Βλά­αμ­ς Μπλόκ α­πέ­να­ντι στους μη-Φλα­μαν­δούς, εί­τε αυ­τοί εί­ναι Βαλ­λό­νοι είτε Τούρ­κοι, και στην ε­πι­δερ­μι­κά “πο­λι­τι­σμέ­νη” και μη-φυ­λε­τι­στι­κή α­ντί­λη­ψη του Φόρ­του­ιν, που δη­λώ­νει ό­τι α­πλά “δεν πά­ει άλ­λο” (ας μην ξε­χνά­με ό­τι ο Φόρ­τουιν δή­λω­σε, απαντώντας σε ε­πι­κρι­τή του στην T.V., ό­τι δεν έ­χει τί­πο­τα με τους Μα­ρο­κι­νούς, μιας και –στο κά­τω-κά­τω– έ­χει πλα­γιά­σει με πολ­λούς α­πό αυ­τούς!). Ύ­στε­ρα, το δεύ­τε­ρο ζή­τη­μα γύ­ρω α­πό το ο­ποί­ο ε­νερ­γο­ποιού­νται, που συν­δέ­ε­ται στε­νά με τα πα­ρα­πά­νω, εί­ναι η ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τα. Σε ό­λες αυ­τές τις χώ­ρες, οι η­γέ­τες των κομ­μά­των αυ­τών ε­πι­μέ­νουν ό­τι ο νό­μος και η τά­ξη κα­τα­πνί­γε­ται α­πό το κύ­μα της ει­σα­γό­με­νης ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τας.
Αυ­τά τα στοι­χεί­α α­πό τον προ­γραμ­μα­τι­κό λό­γο της α­κρο­δε­ξιάς μαρ­τυ­ρούν το εν­δια­φέ­ρον και την έμ­φα­ση που δί­νει στο κρά­τος. Βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σ’ έ­ναν φα­φού­τι­κο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Το κρά­τος, ως ερ­γο­δό­της και ως πη­γή πλού­του, προ­σεγ­γί­ζε­ται ως συλ­λο­γι­κή ι­διο­κτη­σί­α του λα­ού. Οι πα­ρο­χές του –δου­λειά, πε­ρί­θαλ­ψη, σχο­λεί­α– θα πρέ­πει να α­πευ­θύ­νο­νται πρώ­τι­στα στους ντό­πιους. Οι αλ­λο­δα­ποί δεν πρέ­πει να έ­χουν πραγ­μα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα σ’ αυ­τές τις πα­ρο­χές, πα­ρό­λο που μπο­ρούν να δέ­χο­νται γεν­ναιό­δω­ρη φι­λαν­θρω­πί­α. Το κρά­τος εί­ναι ε­πί­σης ση­μα­ντι­κό γι’ αυ­τούς ε­πει­δή έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα της ά­σκη­σης του κα­τα­να­γκα­σμού· μπο­ρεί να ψη­φί­σει νό­μους και να στρα­το­λο­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη στην α­στυ­νο­μί­α ώ­στε να κρα­τά­ει σε μια α­πό­στα­ση τους με­τα­νά­στες και να τι­μω­ρεί ε­κεί­νους που πα­ρα­βιά­ζουν την “φι­λο­ξε­νί­α” των ντό­πιων. Ω­στό­σο, τα οι­κο­νο­μι­κά δόγ­μα­τα της α­κρο­δε­ξιάς βρί­σκο­νται σε α­ντί­θε­ση με τα πα­ρα­πά­νω: Με­ρι­κά α­πό αυ­τά τα κόμ­μα­τα υ­πο­στη­ρί­ζουν τις ι­διω­τι­κο­ποι­ή­σεις και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της α­γο­ράς α­πό τον κρα­τι­κό έ­λεγ­χο και τις ρυθ­μί­σεις –ό­σο βέ­βαια αυ­τή η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση ε­ξα­ντλεί­ται ε­ντός των συ­νό­ρων της χώ­ρας και ό­σο το κρά­τος δια­τη­ρεί αρ­κε­τή ε­ξου­σί­α ώ­στε να προ­φυ­λάσ­σει το βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο α­πό τον “ά­νι­σο” διε­θνή α­ντα­γω­νι­σμό. Ε­πί­σης, η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση γι’ αυ­τούς εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ύ­πο­πτη. Η πα­γκό­σμια ε­λεύ­θε­ρη α­γο­ρά ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μα­ζι­κά κύ­μα­τα με­τανά­στευ­σης και να ε­πι­βάλ­ει τον α­πε­χθή “πο­λυ­πο­λι­τι­σμό”.
Το τρί­το ζή­τη­μα με το ο­ποί­ο κα­τα­πιά­νο­νται οι λα­ϊ­κι­στές εί­ναι η προ­πα­γάν­δα που α­σκούν οι πο­λι­τι­κές ε­λίτ. Δί­νουν στον ε­αυ­τό τους τον ρό­λο των Σει­ρή­νων. Ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι προ­σπα­θούν να γνω­στο­ποι­ή­σουν την “α­λή­θεια”, που κρύ­βε­ται πί­σω α­πό μια κα­λά ε­νορ­χη­στρω­μέ­νη προ­πα­γάν­δα η οποία στο­χεύ­ει στο να εμ­φα­νί­σει τις κυ­βερ­νή­σεις να ευαι­σθη­το­ποιού­νται και να εν­δια­φέ­ρο­νται για τα ζη­τή­μα­τα του “συρ­μού”: την αλ­λα­γή του κλί­μα­τος, τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, τους κοι­νω­νι­κά α­πο­κλει­σμέ­νους, τον πο­λυ­πο­λι­τι­σμό κ.ά. Οι κυ­βερ­νή­σεις χρη­σι­μο­ποιούν αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα για να ρί­ξουν στά­χτη στα μά­τια της κοι­νής γνώ­μης και να την α­πο­προ­σα­να­το­λί­σουν. Ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­σχο­λεί­ται με τα “πραγ­μα­τι­κά” ζη­τή­μα­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “φα­σί­στας” α­πό το κα­θε­στώς και τους υ­πο­τα­κτι­κούς του δη­μο­σιο­γρά­φους.
Οι νε­ο­λα­ϊ­κι­στές κα­τη­γο­ρούν την Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα κρά­τη μέ­λη ό­τι ε­πι­διώ­κουν την υ­πο­τα­γή των ε­θνών σε κα­λά ε­δραιω­μέ­νες ο­λι­γαρ­χί­ες. Η κα­λύ­τε­ρη μέ­θο­δος για την ε­δραί­ω­ση της κυ­ριαρ­χί­ας τους εί­ναι η ε­πι­δί­ω­ξη της δια­κυ­βέρ­νη­σης μέ­σω της ε­ξα­σφά­λι­σης της κα­θο­λι­κής συ­ναί­νε­σης, που ε­πι­τυγ­χά­νε­ται συ­νή­θως μέ­σα α­πό πλα­τιές συμ­μα­χί­ες που κρα­τούν για δε­κα­ε­τί­ες. Σ’ αυ­τές τις ο­λι­γαρ­χί­ες, οι συ­ντη­ρη­τι­κές δυ­νά­μεις έ­χουν προ πολ­λού α­πο­λέ­σει τις θέ­σεις τους, α­πο­δε­χό­με­νες τις α­πα­τη­λές α­ντι­λή­ψεις του ε­λεύ­θε­ρου ε­μπο­ρί­ου και της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας. Οι σο­σια­λι­στές, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, έ­χουν χά­σει την ε­πα­φή τους με τον α­πλό λα­ό και χρη­σι­μο­ποιούν τη δύ­να­μη των μέ­σων μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης για να χει­ρα­γω­γή­σουν τις α­λη­θι­νές του α­νη­συ­χί­ες (έ­γκλη­μα, με­τα­νά­στευ­ση, κυ­κλο­φο­ρια­κή συμ­φό­ρη­ση κ.ά.). Μα πά­νω α­πό ό­λα, υ­πο­στη­ρί­ζουν οι λα­ϊ­κι­στές, αυ­τές οι ε­ξου­σια­στι­κές ε­λίτ εί­ναι διε­φθαρ­μέ­νες. Δια­χει­ρί­ζο­νται την ε­ξου­σί­α μό­νο για το χρή­μα και χρη­σι­μο­ποιούν τους κρα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς για να αυ­το-προ­στα­τευ­τούν ε­νόσω γε­μί­ζουν τις τσέ­πες τους.
Ε­νώ κα­θό­μουν στην ου­ρά των 16.000 αν­θρώ­πων, που πε­ρί­με­ναν να α­πο­τί­σουν φό­ρο τι­μής στον Πιμ Φόρ­του­ιν, αλ­λό­φρο­νες μοι­ρο­λο­γη­τές με δια­βε­βαί­ω­σαν ό­τι η συμ­μα­χί­α του πρω­θυ­πουρ­γού Βιμ Κοχ έ­χει βγά­λει πα­ρά­νο­μα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια με τις συμ­φω­νί­ες για τα α­ε­ρο­σκά­φη, ό­τι έ­γι­ναν συ­στά­σεις στην τη­λε­ό­ρα­ση να μην κα­λύ­ψει την κη­δεί­α του Φόρ­του­ιν και ό­τι μπο­ρεί να κα­τε­βούν τα ταν­κς για να α­πο­τρέ­ψουν την ε­πι­κεί­με­νη ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση. Για έ­ναν ξέ­νο, φα­ντά­ζει α­πί­θα­νο να υ­πάρ­χουν τέ­τοιες φή­μες για μια κυ­βέρ­νη­ση που πα­ραι­τή­θη­κε πριν α­πό με­ρι­κές βδο­μά­δες, ό­ταν α­πο­δεί­χθη­κε ό­τι τα ολ­λαν­δι­κά στρα­τεύ­μα­τα δεν α­πέ­τρε­ψαν τις σφα­γές στη Σρε­μπρέ­νι­τσα πριν α­πό ε­φτά χρό­νια. Που­θε­νά, ού­τε στη Γαλ­λί­α, ού­τε στην Αγ­γλί­α, ού­τε στη Γερ­μα­νί­α η κυ­βέρ­νη­ση θα δια­νο­ού­νταν να συ­μπε­ρι­φερ­θεί πα­ρό­μοια βά­ζο­ντας πά­νω α­πό ό­λα την η­θι­κή ευ­θύ­νη. Μα το ζή­τη­μα εί­ναι ό­τι αυ­τά τα ολ­λαν­δι­κά πλή­θη μοι­ρά­ζο­νται την ί­δια ε­ντύ­πω­ση με τους υ­πό­λοι­πους ψη­φο­φό­ρους των λα­ϊ­κι­στών α­νά την Ευ­ρώ­πη, ό­τι εί­ναι κι αυ­τοί μέ­ρος ε­νός κι­νή­μα­τος α­ντί­στα­σης ε­νά­ντια στην αυ­το­κρα­το­ρί­α της ι­διω­τι­κής α­πλη­στί­ας και της δη­μό­σιας υ­πο­κρι­σί­ας.
Οι η­γέ­τες των λα­ϊ­κι­στών εί­ναι πο­λύ κα­λοί στο να προ­βαί­νουν σε α­πο­κα­λύ­ψεις και να α­ντι­πα­ρατίθε­νται δη­μό­σια, ι­διαί­τε­ρα στην τη­λε­ό­ρα­ση. Ο Γιορ­γκ Χά­ι­ντερ προ­έ­βη σε – υ­πο­τί­θε­ται– ε­ντυ­πω­σια­κές δη­λώ­σεις α­πο­κη­ρύσ­σο­ντας το σπι­λω­μέ­νο πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο που κυ­βερ­νού­σε –αρ­κε­τά κα­λά εί­ναι η α­λή­θεια– για μια γε­νιά. Ο Πιμ Φόρ­τουιν, λά­μπο­ντας στη μι­κρή ο­θό­νη, α­ψή­φη­σε την α­πο­πνι­κτι­κή ευ­πρέ­πεια της ολ­λαν­δι­κής πο­λι­τι­κής σκη­νής και κα­τα­δί­κα­σε τις ιε­ρές ολ­λαν­δι­κές α­γε­λά­δες σε θά­να­το α­πό δια­κω­μώ­δη­ση. Ε­άν η τη­λε­ο­πτι­κή α­να­μέ­τρη­ση δεν εί­χε α­κυ­ρω­θεί, ο Ζαν Μα­ρί Λε­πέν θα εί­χε κά­νει κομ­μα­τά­κια τον Ζακ Σι­ράκ, κα­τη­γο­ρώ­ντας τον για δια­φθο­ρά, πράγ­μα που γνώ­ρι­ζε πο­λύ κα­λά ο πρό­ε­δρος.
“Η γε­νι­κό­τε­ρη δυ­σφο­ρί­α, ο α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός και η δια­φθο­ρά των πο­λι­τι­κών – αυ­τό εί­ναι το πρό­βλη­μα!”, υ­πο­στη­ρί­ζει ο κα­θη­γη­τής του Ε­λεύ­θε­ρου Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Βε­ρο­λί­νου Έν­κεν­χαρ­τ Κρί­πε­ντορ­φ. “Και το πρό­βλη­μα εί­ναι ό­τι μό­νο οι νε­ο­φώ­τι­στοι λα­ϊ­κι­στές μπο­ρούν να το ε­πι­ση­μά­νουν αυ­τό… Μο­νά­χα ο Λε­πέν, δυ­στυ­χώς, μπό­ρε­σε να κα­τα­στή­σει σα­φές στην κοι­νή γνώ­μη ό­τι ο Ζακ Σι­ράκ ή­ταν διε­φθαρ­μέ­νος”. Οι γερ­μα­νι­κές ε­λίτ εί­ναι ό­μοιες. Το α­πέ­ρα­ντο δί­κτυο των δω­ρο­δο­κιών, των μυ­στι­κών συμ­φω­νιών με τις πο­λυε­θνι­κές και η πα­ρά­νο­μη χρη­μα­το­δό­τη­ση του Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος ό­ταν ο Χέλ­μουτ Κολ ή­ταν κα­γκε­λά­ριος, πο­τέ δεν α­πο­κα­λύ­φθη­καν πλή­ρως. Βέ­βαια, η γερ­μα­νι­κή κοι­νή γνώ­μη τα γνώ­ρι­ζε αυ­τά κα­λά και ή­ταν αυ­τός ο λό­γος της α­πο­ξέ­νω­σής της α­πό τα κόμ­μα­τα. Πα­ρό­λα αυ­τά, η Γερ­μα­νί­α ή­ταν πο­λύ τυ­χε­ρή που δεν εί­χε μια λα­ϊ­κι­στι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα σαν αυ­τή του Πιμ Φόρ­του­ιν. Μια τέ­τοια προ­σω­πι­κό­τη­τα θα εί­χε με­γά­λη α­πή­χη­ση. Ευ­τυ­χώς, ο Ρό­ναλ­ντ Σιλ­λ δεν μπο­ρεί να συ­γκρι­θεί με τον Φόρ­του­ιν…
Για­τί ό­μως αυ­τά τα κόμ­μα­τα βρί­σκο­νται σε ά­νο­δο σή­με­ρα; Ο νέ­ος λα­ϊ­κι­σμός προ­έ­κυ­ψε α­πό τις α­νε­πτυγ­μέ­νες κοι­νω­νί­ες έ­πει­τα α­πό τη λή­ξη του ψυ­χρού πο­λέ­μου. Ου­σια­στι­κά, τρεις πα­ρά­γο­ντες συ­νέ­βα­λαν στην α­νά­δει­ξή του. Ο πρώ­τος εί­ναι η πα­γκό­σμια α­στά­θεια, η “νέ­α πα­γκό­σμια α­ναρ­χί­α”. Οι Η.Π.Α στα­δια­κά χά­νουν τον έ­λεγ­χο του πλα­νή­τη που εί­χαν α­πο­κτή­σει έ­πει­τα α­πό την πτώ­ση του τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, στα 1989. Η προσ­δο­κί­α ό­τι οι ευ­ρω­πα­ϊ­κές κυ­βερ­νή­σεις α­πο­τε­λούν έ­να μέ­ρος της “Α­τλα­ντι­κής Α­σφά­λειας” δια­ψεύ­στη­κε α­πό τον ε­θνι­κό ε­γω­ι­σμό του προ­έ­δρου Τζωρ­τζ Μπους. Η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση γί­νε­ται α­πο­δε­κτή α­πό τους πε­ρισ­σό­τε­ρους λα­ϊ­κι­στές ως μια κοι­νή α­γο­ρά και έ­νας συ­να­σπι­σμός ε­θνών. Αλ­λά με τί­πο­τα δεν συ­γκρί­νε­ται με την πα­λιά α­ντι-κομ­μου­νι­στι­κή ε­νό­τη­τα. Α­πό ε­δώ και πέ­ρα, το κά­θε έ­θνος πρέ­πει να κοι­τά­ζει τον ε­αυ­τό του.
Έ­νας α­κό­μη πα­ρά­γο­ντας εί­ναι οι πλη­θυ­σμια­κές με­τα­κι­νή­σεις. Ο φτω­χός κό­σμος με­τα­κι­νεί­ται προς τον πλού­σιο σε τέ­τοια έ­κτα­ση ό­σο πο­τέ άλ­λο­τε. Δε­κά­δες ε­κα­τομ­μύ­ρια α­πό την Α­σί­α και την Α­φρι­κή έ­χουν σή­με­ρα τη δυ­να­τό­τη­τα να α­γο­ρά­σουν έ­να α­ε­ρο­πο­ρι­κό ει­σι­τή­ριο για την Ευ­ρώ­πη ή τη Βό­ρειο Α­με­ρι­κή. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι ό­τι αυ­τές οι με­τα­κι­νή­σεις εί­ναι μα­κρο­πρό­θε­σμα α­να­πό­φευ­κτες, ό­τι η Ευ­ρώ­πη θα ε­ξαρ­τιέ­ται ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους με­τα­νά­στες, ό­σο ο πλη­θυ­σμός της θα γερνάει και θα ε­λατ­τώ­νε­ται, και ό­τι η διά­κρι­ση α­νά­με­σα στους οι­κο­νο­μι­κούς με­τα­νά­στες και σ’ αυ­τούς που α­να­ζη­τούν ά­συ­λο εί­ναι α­σή­μα­ντη. Ω­στό­σο, αυ­τή η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν γί­νε­ται α­πο­δε­κτή α­πό τους λα­ϊ­κι­στές. Οι εκ­στρα­τεί­ες των Α­με­ρι­κα­νών ε­νά­ντια στον “μου­σουλ­μα­νι­κό φο­ντα­με­ντα­λι­σμό” έ­χουν συμ­βάλει ι­διαί­τε­ρα στην ε­πι­τυ­χί­α της νε­ο­λα­ϊ­κι­στι­κής προ­πα­γάν­δας, με το να στρέ­φουν την ξε­νο­φο­βί­α στο να προσ­διο­ρί­ζε­ται σε σχέ­ση με την πί­στη και ό­χι με τη φυ­λή.
Ο τρί­τος πα­ρά­γο­ντας εί­ναι το πα­γκό­σμιο ε­λεύ­θε­ρο ε­μπό­ριο. Στην Ευ­ρώ­πη, η δρά­ση του έ­χει προ­κα­λέ­σει έ­να χά­ος που ευ­νο­εί ι­διαί­τε­ρα τους ε­ξί­σου μπερ­δε­μέ­νους λα­ϊ­κι­στές. Έ­τσι, η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση εί­ναι κα­λή ό­ταν μειώ­νει τους φό­ρους και πα­ρά­γει φτη­νά α­γα­θά, κα­κή ό­ταν α­πε­λευ­θε­ρώ­νει την α­γο­ρά ερ­γα­σί­ας (πράγ­μα που ση­μαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρη με­τα­νά­στευ­ση). Εί­ναι κα­λή ε­πει­δή α­πο­δυ­να­μώ­νει τα συν­δι­κά­τα και τους άλ­λους φο­ρείς, αλ­λά κα­κή ε­πει­δή ε­λα­χι­στο­ποιεί τη δυ­να­τό­τη­τα πα­ρέμ­βα­σης του κρά­τους προς ό­φε­λος των πο­λι­τών. Η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση λει­τουρ­γεί αρ­νη­τι­κά ε­πει­δή υ­πο­σκά­πτει την αρ­χαί­α και πο­λύ­τι­μη ε­θνι­κή κουλ­τού­ρα. Α­πό την άλ­λη ό­μως, λει­τουρ­γεί θε­τι­κά ε­πει­δή, α­πο­δυ­να­μώ­νο­ντας το κρά­τος, δί­νει την ευ­και­ρί­α σε πε­ρι­φέ­ρειες και πό­λεις να α­να­πτύ­ξουν αυ­τό­νο­μα τις πο­λι­τι­κές τους πρω­το­βου­λί­ες. Α­σφα­λώς, αυ­τό το μω­σα­ϊ­κό δεν δια­θέ­τει λο­γι­κό ειρ­μό. Τού­το ό­μως δεν εμποδίζει την α­πή­χη­ση του λαϊκισμού.
Οι νέ­οι λα­ϊ­κι­στές μπο­ρεί να μην εί­ναι φα­σί­στες ή νε­ο­φα­σί­στες. Μπο­ρεί ό­μως να εί­ναι “προ-φα­σί­στες”; Η πα­ρου­σί­α τους εί­ναι σπα­σμω­δι­κή και α­κα­θό­ρι­στη· το μέλ­λον τους μοιά­ζει α­σα­φές. Κα­τά τη δε­κα­ε­τί­α του 1920 και του 1930, τα πα­λαιο­μο­δί­τι­κα συ­ντη­ρη­τι­κά κόμ­μα­τα δη­μιούρ­γη­σαν με τη βί­αιη και ε­γω­ι­στι­κή τους πα­ρου­σί­α το υ­πό­στρω­μα για την α­νά­πτυ­ξη του φα­σι­σμού. Η δια­φο­ρά α­νά­με­σα στον πρώ­ι­μο φα­σι­σμό και τον συ­ντη­ρη­τι­κό ε­θνι­κι­σμό δεν ε­ντο­πί­ζε­ται στην πο­λι­τι­κή πρό­τα­ση, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ο­ποί­ας εί­χε ή­δη α­να­δει­χθεί α­πό την πα­λιά δε­ξιά. Η ποιο­τι­κή δια­φο­ρά έ­γκει­το στην ορ­γά­νω­ση των κομ­μά­των – στον τρό­πο με τον ο­ποί­ο οι φα­σί­στες, οι να­ζί και οι φα­λαγ­γί­τες ορ­γα­νώ­θη­καν. Η στρα­τιω­τι­κή πει­θαρ­χί­α και η α­πό­λυ­τη α­φο­σί­ω­ση στον η­γέ­τη τους ε­πέ­τρε­ψε να εκ­φρά­ζουν έ­ναν α­ντι­φα­τι­κό πο­λι­τι­κό λό­γο. Οι νέ­οι λα­ϊ­κι­στές, ό­ντας ε­ρει­στι­κοί και α­ντι­φα­τι­κοί, δεν δια­θέ­τουν τέ­τοια δο­μή.
Οι λα­ϊ­κι­στές δια­πνέ­ο­νται α­πό έ­να κρά­μα ε­τε­ρό­κλη­των, εκ­δι­κη­τι­κών α­ντι­λή­ψε­ων. Αλ­λά πρό­κει­ται για το 2002 και ό­χι για το 1932. Κα­νέ­νας δεν πι­στεύ­ει ό­τι έ­φτα­σε το τέ­λος του κα­πι­τα­λι­σμού ε­ξαι­τί­ας της πρώ­της με­γά­λης α­περ­γί­ας έ­πει­τα α­πό 7 χρό­νια στη Γερ­μα­νί­α· κα­νέ­νας δεν πι­στεύ­ει ό­τι ητ­τή­θη­κε η δη­μο­κρα­τί­α α­πό την πρό­κρι­ση του Λε­πέν στον δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Η μο­να­δι­κή πι­θα­νό­τη­τα να πα­ρα­μεί­νει ο λα­ϊ­κι­σμός στην πρώ­τη γραμ­μή εί­ναι να α­να­δεί­ξει χα­ρι­σμα­τι­κές σει­ρή­νες στην η­γε­σί­α του. Έ­τσι, θα παίρ­νουν συ­χνά μέ­ρος στους κυ­βερ­νη­τι­κούς συ­να­σπι­σμούς, αλ­λά θα α­πο­δει­χθούν βλο­συ­ροί και α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κοί. Στο τέ­λος, μπο­ρεί να κα­τα­λή­ξουν α­κρι­βώς αυ­τό που ε­πι­θυ­μού­σαν οι ά­σπον­δοί τους ε­χθροί. Η ε­ξέ­λι­ξη του νέ­ου λα­ϊ­κι­σμού μπο­ρεί α­πλώς να πι­τσι­λί­σει τον γκρί­ζο τό­νο της ε­ξου­σί­ας και να ε­πα­να­φέ­ρει το υ­γιές παν­δαι­μό­νιο στην πο­λι­τι­κή σκη­νή. Ό­πως και μια α­φί­σα έ­ξω α­πό το δη­μαρ­χεί­ο του Ρό­τερ­νταμ έ­γρα­φε: “Α­να­παύ­σου εν ει­ρή­νη, Πιμ· εξ αι­τί­ας σου, η Ολ­λαν­δί­α θα πα­ρα­μεί­νει ξύ­πνια…”
*Ο Νηλ Ά­στσερ­σον αρ­θρο­γρα­φεί για την ευ­ρω­πα­ϊ­κή πο­λι­τι­κή στον Observer α­πό το 1960. Α­νά­με­σα στα βι­βλί­α του συ­γκα­τα­λέ­γο­νται: Η Μαύ­ρη Θά­λασ­σα και Οι α­γώ­νες για την Πο­λω­νί­α.
Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*