Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 36, Περιοδικό Άρδην

Η ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά

του Ζαν-Υβ Καμύ

Κοινωνική κρίση, πολιτικός αποκλεισμός και ξενοφοβία

Η κατάρρευση των ακροδεξιών στις ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου 1999 και η διάσπαση του Εθνικού Μετώπου είχαν δώσει την εντύπωση ότι η παρακμή τους ήταν δεδομένη. Όμως τα αποτελέσματα από διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις που μεσολάβησαν από τότε ακυρώνουν αυτή την πρόβλεψη: στις 3 Οκτωβρίου 1999, το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας του Γιοργκ Χάιντερ γινόταν το δεύτερο κόμμα της χώρας με ποσοστό 26,91%· στις 24 Οκτωβρίου, η Δημοκρατική Ένωση του Κέντρου, ένα αγροτικό συντηρητικό κόμμα της Ελβετίας, με ηγέτη τον Κριστόφ Μπλόχερ, κατακτούσε το 22,5% των ψήφων και γινόταν πρώτο κόμμα της χώρας, ισοδύναμο με τους σοσιαλιστές1. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί η είσοδος της Γερμανικής Λαϊκής Ένωσης σε διάφορα περιφερειακά κοινοβούλια της ανατολικής Γερμανίας και η επιβεβαίωση της σταδιακής ανόδου του νορβηγικού Κόμματος της Προόδου κατά τις κοινοτικές εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 όπου έλαβε το 13,4% των ψήφων (+1,4% από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση) .

Η αντοχή και οι εκλογικές επιτυχίες των δυτικο-ευρωπαϊκών ξενοφοβικών κομμάτων συνδέονται με την εξέλιξη μιας υπερ-φιλελεύθερης αντίληψης για την οικονομία και την κοινωνία, η οποία χαρακτηρίζεται από την ξεκάθαρη διάθεση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ να θεωρούν ξεπερασμένο το πλαίσιο του Έθνους-Κράτους. Έτσι, η ευρωπαϊκή ακροδεξιά έχει αποκτήσει μια κοινωνική βάση που εκφράζεται στο εξής περισσότερο από τις κάλπες παρά από τον βίαιο ακτιβισμό.

Τουναντίον, ο βίαιος ακτιβισμός παραμένει ενεργός στις χώρες όπου τα εξτρεμιστικά κόμματα δεν βρίσκουν καμία εκλογική διέξοδο, είτε εξαιτίας του εκλογικού συστήματος που λεηλατεί τα αντι-συστημικά κόμματα, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο (το πλειοψηφικό μονοεδρικό σύστημα ενός γύρου είναι ιδιαίτερα εξοντωτικό), είτε, όπως στη Σουηδία, εξαιτίας της πολύ ισχυρής κοινωνικής πίεσης η οποία περιθωριοποιεί τις μη συναινετικές ιδέες. Επίσης, το οργανωτικό κομμάτιασμα και η απουσία χαρισματικού ηγέτη μπορούν να εμποδίσουν το κίνημα να μεταλλαχθεί.

Έτσι, παράλληλα με τα νόμιμα κόμματα ή στους κόλπους τους (κάποιοι ακτιβιστές έχουν διττή συμμετοχή), εκδηλώνονται εδώ και κάποια χρόνια βίαιες ομαδούλες, οι οποίες υπερασπίζονται μια ιδεολογία ανοιχτά νεο-ναζιστική και ρατσιστική. Όπως έχουν δείξει οι κοινωνιολόγοι Τζέφρεϋ Κάπλαν και Λέοναρντ Βάινμπεργκ2, οι οργανώσεις αυτές μιμούνται τις μεθόδους οργάνωσης και δράσης των τρομοκρατικών αμερικανικών ομάδων (Το Τάγμα, Τα Άρεια Έθνη) και έχουν αποκτήσει μια σχετική ικανότητα να διαπράττουν επιθέσεις μεγάλων διαστάσεων, όπως αποδεικνύει η εκστρατεία των βομβιστικών ενεργειών στη Σουηδία.

Αυτά τα επικίνδυνα κινήματα, όπως κάποιοι σκίνχεντς, δεν έχουν εντούτοις καμία πολιτική και κοινωνική δυναμική –εκτός από τη νεολαία των Λέντερ (ομοσπονδιακών κρατιδίων) της Ανατολικής Γερμανίας. Στις χώρες στις οποίες εκφράζονται αυτές οι βίαιες ομάδες αναφέρονται σαφώς στην ιδεολογία του εθνικο-σοσιαλισμού ή στους φασισμούς και χρησιμοποιούν τον συμβολισμό τους, αψηφώντας τις δικαστικές απαγορεύσεις. Αυτή η οικογένεια της άκρας δεξιάς είναι πλέον μειοψηφική.

Είναι μια άλλη άκρα δεξιά η οποία έχει εκλογική εκπροσώπηση και η οποία παρεμβαίνει σήμερα στην πλειοψηφία των δυτικών δημοκρατιών που αντιμετωπίζουν την επέκταση της μαζικής φτώχιας και την τάση προς την πολυ-πολιτισμικότητα. Η μετανάστευση πράγματι χαρακτηρίζεται από κύματα πολιτογραφήσεων και νομιμοποιήσεων των μεταναστών και συνοδεύεται, σε πολλές χώρες, από παραχωρήσεις πολιτικών δικαιωμάτων και απόκτησης υπηκοότητας, καθώς και από μια πολιτική αναγνώρισης των δικαιωμάτων των γλωσσών και της κουλτούρας των μειονοτήτων.

Ενώ, κατά τις δεκαετίες ’60 και ’70, βρισκόταν στις υπό εκβιομηχάνιση χώρες, το κέντρο βάρους του εξτρεμιστικού φαινομένου μετατέθηκε προς το κέντρο και τον βορρά της Ευρώπης. Παράλληλα, το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (ΜSΙ), κόμμα φάρος της τότε άκρας δεξιάς, αντικαταστάθηκε από το Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο (FΝ) στις δεκαετίες ’80 και ’90. […]

Οι ψηφοφόροι προέρχονται κατά ένα μέρος από την Αριστερά Στην συνέχεια εμφανίζεται και ένα τρίτο κύμα, ακόμα πιο “ελπιδοφόρο”: το κύμα αυτό της ακροδεξιάς ενσαρκώνεται στους “λαϊκισμούς” της περιοχής των Άλπεων (Χάιντερ και Μπλόχερ· η Λίγκα του Βορρά του Ουμπέρτο Μπόσι, η Λίγκα του Τεσσίνου) και της Σκανδιναβίας (το νορβηγικό Κόμμα της Προόδου του Κ. Καρλ Χάγκεν ή το δανικό Κόμμα του Λαού της κυρίας Πία Κιαρσγκάαρντ)3. Αποποιούμενα κάθε δεσμό με τον φασισμό και τον ναζισμό (με εξαίρεση τον ίδιο τον Χάιντερ), οπαδοί του ελάχιστου Κράτους, ξενόφοβα αλλά αντίθετα, στους επίσημους λόγους τους, με τον ιεραρχημένο ρατσισμό καθώς και τον αντισημιτισμό, τα κόμματα αυτά απορρίπτουν εντελώς την ιδέα της συνεργασίας με κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο και το Βλάαμς Μπλοκ, επειδή τα θεωρούν εξτρεμιστικά, και δέχονται την ιδέα της διακυβέρνησης σε συνασπισμό με την δεξιά.

Καθώς αυτά τα κόμματα δεν αντιστοιχούν στον παραδοσιακό φασισμό, η προσπάθεια εξήγησης των επιτυχιών τους βάσει των πεπατημένων αναλύσεων (ελλιπής “αποναζιστοποίηση” στην Αυστρία ή παραδοσιακή ξενοφοβία στην Ελβετία) είναι ανεπαρκής. Αυτές οι ερμηνείες δεν μας επιτρέπουν πλέον να κατανοήσουμε την επιτυχία των κομματικών σχηματισμών “μεικτού” τύπου (ιδιοποίηση της ψήφου διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα ακροδεξιά γενεαλογία) όπως το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο ή το Βλάαμς Μπλοκ4. Αυτό το τελευταίο, για παράδειγμα, περιγράφεται συχνά ως ο κληρονόμος του προπολεμικού φιλο-ναζιστικού φλαμανδικού κινήματος. Ωστόσο, ο πολιτειολόγος Μαρκ Σουίνγκεντου έδειξε ότι μόνο το 4 με 5% των ψηφοφόρων του “μπλοκ” αιτιολογούν την επιλογή τους ως ένδειξη υποστήριξης του φλαμανδικού εθνικισμού, έναντι του 17% των ψηφοφόρων της Φολκσούνι.

Έτσι, όπως και στο Εθνικό Μέτωπο, εμφανίζεται μια θεμελιακή διαφοροποίηση ανάμεσα σε ένα στελεχιακό δυναμικό που παραμένει σημαδεμένο στις πεποιθήσεις του και την πολιτική του διαδρομή από την παραδοσιακή άκρα δεξιά και, από την άλλη, σε ένα εκλογικό σώμα απολύτως διαφοροποιημένο από την άκρα δεξιά, και το οποίο μάλιστα προέρχεται κατά ένα μέρος από την αριστερά. Στην Φλάνδρα, το 21% των νέων ψηφοφόρων που ψήφισαν τους σοσιαλιστές το 1991 στην συνέχεια υποστήριξαν το Μπλοκ· το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας, στις βουλευτικές εκλογές του 1999, εξασφάλισε περίπου 213.000 πρώην ψηφοφόρους του Κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών· το 1998, το 10% των ψηφοφόρων του Κόμματος του Δανικού Λαού (Dansk Folkeparti) προήλθαν από τις γραμμές των Σοσιαλδημοκρατών.

Αντιπαρατίθενται λοιπόν δύο αντιλήψεις για τον πολιτικό αγώνα: η ιστορική μαρτυρία, συνήθως από αντεπαναστατικές και θρησκευτικές φονταμενταλιστικές θέσεις ή νοσταλγικού τύπου από τη μια, και η αποδοχή ενός προγραμματικού και οργανωτικού εκσυγχρονισμού για την κατάκτηση της εξουσίας από την άλλη. Και τα κόμματα που δεν επαναπροσδιορίζονται στο κέντρο περιθωριοποιούνται και μετατρέπονται σε γκρουπούσκουλα. Το ιταλικό ΜΣΙ-Φλάμμα Τρικολόρε –το οποίο συγκεντρώνει όσους αρνήθηκαν τον “εκσυγχρονισμό” που επιβλήθηκε από τον Τζιανφράνκο Φίνι το 1995– φτάνει σήμερα το 1,6% των ψήφων. Τα κομματικά σχήματα που δεν έχουν για πρόγραμμα παρά την υπεράσπιση και την προβολή των αυταρχικών καθεστώτων (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί5.

Η διείσδυση των ξενοφοβικών “λαϊκισμών”6 είναι ιδιαίτερα ισχυρή στις κατηγορίες του πληθυσμού στις οποίες απειλείται τόσο η κοινωνική τους θέση όσο και η εργασία τους. Από αυτή την άποψη, η γαλλική περίπτωση, με το Εθνικό Μέτωπο να επιτυγχάνει την απόσπαση του 30% των ψήφων, σε ορισμένες περιφέρειες, κατά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1997, δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτή η άνοδος γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στους νέους (το 35% των Αυστριακών που έχουν ηλικία κάτω από 30 ετών), στα άτομα τα οποία είναι απομακρυσμένα από κάθε θρησκευτική πρακτική, σε αυτούς που απέχουν συστηματικά από τις εκλογές.

Αυτή η διαπίστωση μπορεί να εξηγηθεί από τις λεγόμενες θεωρίες των “απειλούμενων οικονομικών συμφερόντων” και των “συμβολικών συμφερόντων”: τα απειλούμενα από την κρίση στρώματα, καθώς αντιλαμβάνονται τους ξένους εργάτες ως ανταγωνιστικούς, έχουν την τάση να ψηφίζουν υπέρ των ξενοφοβικών κομμάτων.

Έτσι, οι λιγότερο ειδικευμένοι εργάτες και μισθωτοί αποτελούν τον βασικό κορμό των ψηφοφόρων του Βλάαμς Μπλοκ και, το 1999, το 48% των εργατών επέλεξαν το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας, το οποίο κατέστη έτσι με διαφορά το πρώτο κόμμα των “μπλε κολάρων”.

Όσον αφορά στους Γερμανούς Ρεπουμπλικάνους, ο πολιτειολόγος Πατρίκ Μορώ ανέδειξε “τη συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στο χαμηλό επίπεδο της συνδικαλιστικής οργάνωσης, την διάρκεια της ανεργίας, την προέλευση από μια πολυμελή οικογένεια, την εξάρτηση από το κοινωνικό επίδομα, την χαμηλή μόρφωση και την εξτρεμιστική επιλογή” έτσι που η εργατική βάση του κόμματος έφτασε το 17% κατά τις περιφερειακές εκλογές του 1996.

Αντιθέτως, στη Δανία και τη Νορβηγία, όπου η άκρα δεξιά κατακτά ένα σεβαστό 9,8 και 15,3%, καμία σχέση δεν έχει αποδειχθεί μεταξύ της ψήφου που εκφράζεται υπέρ τους και της ανεργίας.

Ωστόσο, οι ψηφοφόροι αυτών των κομμάτων αποτελούνται ταυτοχρόνως από ανεξάρτητους επιχειρηματίες και, σε αυξανόμενο ποσοστό, από εργάτες: και στις δύο χώρες, τα Κόμματα της Προόδου είναι τα πρώτα κόμματα μεταξύ των εργατών, μπροστά από τους σοσιαλδημοκράτες. Μια από τις πιθανές εξηγήσεις είναι ότι, στις χώρες όπου το Κράτος Πρόνοιας προόδευσε τόσο κάτω από “αστικές” κυβερνήσεις όσο και σοσιαλδημοκρατικές, η εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης προς την αριστερά τείνει να διαβρωθεί, και τότε αναδύεται η αυταρχική παράμετρος κάποιων στοιχείων της εργατικής κουλτούρας, η οποία δεν βρίσκει ενσάρκωση παρά μόνο στη νέα δεξιά.

Υφίσταται ένα παράδοξο προς εξήγησιν: αυτοί οι ψηφοφόροι, στην πλειοψηφία τους από τα λαϊκά στρώματα, ψηφίζουν για κόμματα τα οποία ανήκουν στη “μετα-βιομηχανική” άκρα δεξιά και έχουν ενσωματώσει στα προγράμματά τους, σε διαφορετική αναλογία το καθένα, τόσο τον “εθνικό” παράγοντα όσο και νεοφιλελεύθερα στοιχεία, ακόμα και του ακραίου φιλελευθερισμού.

Έτσι, το οικονομικό πρόγραμμα του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας ορίζει την ανάγκη μιας “απόλυτης απορρύθμισης της οικονομίας που να εγγυάται την ανταγωνιστικότητα της αυστριακής οικονομίας, την ευημερία της και τη δημιουργία θέσεων εργασίας”. Αυτό της Δημοκρατικής Ένωσης του Κέντρου στην Ελβετία καταδικάζει “την υπερβολική προσφυγή στον κρατικό κοινωνικό τομέα”, απαιτεί “ελαστικά ωράρια εργασίας και συστήματα μισθοδοσίας” και την “κατάργηση κάποιων κρατικών επιχορηγήσεων”, όλα αυτά συνοδευόμενα από ένα “πλαίσιο ευνοϊκής φορολόγησης για όλες τις επιχειρήσεις”. Τα σκανδιναβικά κόμματα, επίσης, γεννήθηκαν μέσα από την διαμαρτυρία για το φορολογικό σύστημα και το αίτημα για περιορισμό των επιδοτήσεων του Κράτους Πρόνοιας, θεματική που την συναντάμε και στο πρόγραμμα της μειοψηφούσας φιλελεύθερης πτέρυγας του Βλάαμς Μπλοκ, της οποίας ηγείται η βουλευτής Αλεξάντρα Κόλεν.

Η Λίγκα του Βορρά αποτελεί ένα φαινόμενο πιο σύνθετο. Μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί ως η απάντηση που έδωσαν οι αναδυόμενες μεσαίες τάξεις και οι μικρο-επιχειρηματίες του ιταλικού Βορρά σε μια κατάσταση στην οποία ο εκσυγχρονισμός του ντόπιου καπιταλισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την έκρηξη της μικρο-επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν συνοδεύτηκε από έναν εκσυγχρονισμό το ίδιο γρήγορο και ισόρροπο στο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο –και επίσης, διότι η διάλυση της Χριστιανοδημοκρατίας απελευθέρωσε ένα χώρο στα δεξιά– η Λίγκα αναδύθηκε, συνδυάζοντας την ξενοφοβία προς τους ξένους και τους Ιταλούς του νότου, τη διαμαρτυρία ενάντια στη φορολογία και την ανεξαρτησιακή διεκδίκηση στηριγμένη σε μια μυθοποιημένη ταυτότητα και ιστορία (η Παδανία και “ο παδανικός λαός” δεν υπήρξαν ποτέ).

Αυτή την προσχώρηση των λαϊκών στρωμάτων στον νεοφιλελευθερισμό, ο πολιτειολόγος Χέρμπερτ Κίτσελτ7 την εξηγεί με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας: η τελευταία, εμποδίζοντας την εφαρμογή πολιτικών περιορισμού των ανισοτήτων που θα στηριζόταν στην παρέμβαση του Κράτους, κάνει τους πιο φτωχούς ψηφοφόρους να πιστέψουν ότι η κοινωνική δικαιοσύνη θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από το ελεύθερο παιχνίδι της αγοράς (που παρουσιάστηκε από τους “λαϊκιστές” και τους υπερ-φιλελεύθερους ως η δύναμη που απελευθερώνει τη δημιουργική ενέργεια και την ατομική πρωτοβουλία, και επομένως ευνοεί την κοινωνική ανέλιξη) και το μικρότερο Κράτος.

Αυτή η ανάλυση ίσως μπορεί να εξηγήσει εν μέρει και την ξενοφοβική διάσταση της εξτρεμιστικής ψήφου. Πράγματι, αυτοί οι οποίοι αισθάνονται ανταγωνιστικά με τους ξένους στην αγορά εργασίας δεν δέχονται το φιλελεύθερο πρόγραμμα των “λαϊκιστικών” κομμάτων παρά μόνο επειδή αυτό προβλέπει τον αποκλεισμό των μεταναστών από την παροχή των κοινωνικών χορηγήσεων ακόμα και από την εργασία. Ο υπερ-φιλελευθερισμός τούς φαίνεται υποφερτός εάν “μετριαστεί” από την εθνική προτίμηση. Στην Γαλλία πάντως, το Εθνικό Μέτωπο έχει, πολύ περισσότερο από τα άλλα εξτρεμιστικά κόμματα, γυρίσει την πλάτη στον αρχικό φιλελευθερισμό του, ξεκινώντας από την “κοινωνική στροφή” του φθινοπώρου του 1995, που το οδήγησε στην αποδοχή ενός βαθμού υπεράσπισης των δημοσίων υπηρεσιών και των κοινωνικών παροχών, αλλά μόνο για τους Γάλλους. Ταυτόχρονα, το δίδυμο πολιτικοί-δημόσιοι υπάλληλοι, για παράδειγμα, συνδέεται στη ρητορική του με τη διαφθορά και την απάτη. Συμβολίζει την αποτυχία των λειτουργιών άσκησης της κρατικής εξουσίας –εξ ου και το μόνιμο αίτημα για εφαρμογή της τάξης και της ασφάλειας– και μια συντριπτική φορολογική πίεση, που συνδέεται με το αυξανόμενο βάρος των “μη παραγωγικών”, σε αντιπαράθεση με τους δημιουργούς του πλούτου (μικροεπιχειρηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες και τεχνίτες, αγρότες ακόμα και εργάτες).

Αν και δεν υπάρχει συστηματική συσχέτιση μεταξύ της παρουσίας μεταναστών και της εξτρεμιστικής ψήφου, η αντίθεση στη μετανάστευση είναι αναμφισβήτητα ένας αποφασιστικός παράγοντας γι’ αυτήν. Η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου το 1997 αποδεικνύει ότι οι ψηφοφόροι του Εθνικού Μετώπου, του Βλάαμς Μπλοκ και των Ρεπουμπλικανών δέχονται την ιδέα της διάκρισης ενάντια στους μετανάστες και αρνούνται κάθε μορφή πολυπολιτισμικότητας –πρόκειται για κόμματα στα οποία ο ιεραρχικός ρατσισμός βασίζεται στον φόβο της επιμειξίας. Οι οπαδοί των άλλων κινημάτων, όπως αυτοί του σκανδιναβικού λαϊκισμού, της Εθνικής Συμμαχίας, της Λίγκας και του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας, επηρεάζονται λιγότερο από τον ρατσισμό και αιτιολογούν την αντίθεσή τους στη μετανάστευση από μια πολιτισμική διαφοροποίηση ξεκάθαρα εκφρασμένη στο πρόγραμμα του Χάιντερ: “Η συνείδηση που έχει κανείς για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λαού του είναι αδιαχώριστη με τη θέληση να σεβαστεί αυτό που αποτελεί την ιδιαιτερότητα των άλλων λαών”, διατύπωση κατά μεγάλο μέρος δανεισμένη από τον εθνο-διαφορισμό της νέας δεξιάς.

Άλλη μία ένδειξη της συσχέτισης ανάμεσα στην υπερ-φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την άνοδο των εξτρεμισμών: σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 87,5% των υποστηρικτών των Ρεπουμπλικάνων, το 68,4% αυτών του Εθνικού Μετώπου και το 45,7% αυτών του Κόμματος της Ελευθερίας θεωρούν ότι η Ευρώπη είναι μια κακή επιλογή. Αλλά αυτή η αναλογία πέφτει στο 40,8% στους υποστηρικτές του Βλάαμς Μπλοκ (ποσοστό που μόλις ξεπερνάει εκείνο των οπαδών των σοσιαλιστών, 38,9%), γεγονός που, χωρίς αμφιβολία, οφείλεται στην απήχηση που έχει στο φλαμανδικό κίνημα η ιδέα μιας εθνοτικής Ευρώπης, κύριο μέσο να συντρίψουν το Έθνος-Κράτος στο οποίο παραμένουν προσκολλημένοι Γερμανοί, Αυστριακοί και Γάλλοι λαϊκιστές. Αυτή η αντι-ευρωπαϊκή διάσταση είναι επίσης εμφανής στη Σκανδιναβία και στην Ελβετία.

Οι ακροδεξιοί κηρύττουν στην πραγματικότητα ένα είδος “αυταρχικού φιλελευθερισμού”: ενός φιλελευθερισμού χωρίς την ελευθερία των ανταλλαγών, που θα σταματούσε στα εθνικά σύνορα και θα μεταφραζόταν στην κατάργηση των κοινωνικών παροχών καθώς και στην υποχώρηση του κράτους. Εντούτοις, υπάρχουν εξελίξεις: έτσι το Εθνικό Μέτωπο στην Γαλλία έκανε εκστρατεία, όπως και άλλες αδερφές οργανώσεις, ενάντια στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Αλλά ο ίδιος ο Κ. Μπλόχερ δεν έθεσε ζήτημα για τον Οργανισμό. Ο Χάιντερ, από την δική του πλευρά στήριξε την είσοδο της Αυστρίας στο ΝΑΤΟ.

Πώς, τέλος, να μην υπογραμμίσουμε ότι το μπλοκάρισμα του πολιτικού συστήματος παίζει αποφασιστικό ρόλο στην ανάδυση των ακροδεξιών στην Ευρώπη; Στην Σκανδιναβία, στην Ελβετία ή –μέχρι τις εκλογές του 1999– στην Αυστρία και στο Βέλγιο, η πολιτική ζωή χαρακτηρίζεται είτε από μια μόνιμη συμμαχία (SPΦ-ΦVP, σοσιαλδημοκράτες-συντηρητικοί, η ελβετική “μαγική φόρμουλα” η οποία εξασφάλιζε μια σταθερή διανομή των εδρών μεταξύ των μεγάλων κομμάτων στο Εθνικό Συμβούλιο), είτε από μια περιοδική εναλλαγή μεταξύ της Σοσιαλδημοκρατίας και μιας φιλελεύθερης δεξιάς που σχεδόν τίποτε, πλέον, δεν τις διαχωρίζει σε προγραμματικό επίπεδο, παρά μόνο οι συνταγές που προτείνουν για να ρυθμίζεται ή να απελευθερώνεται η αγορά.

Η “πελατειακή” σχέση των μεγάλων κομμάτων και η διασύνδεσή τους με το κράτος, η οποία εμποδίζει κάθε σημαντική αλλαγή στις θεσμικές δομές, παγώνει το σύστημα της αντιπροσώπευσης. Κατά συνέπεια, η απόρριψη της πολιτικής τάξης εμφανίστηκε ως μια από τις αποφασιστικές παραμέτρους για την ψήφο προς το Εθνικό Μέτωπο στην Γαλλία, το Βλάαμς Μπλοκ, το Κόμμα Ελευθερίας στην Αυστρία και τη Λίγκα – οι ψηφοφόροι της Εθνικής Συμμαχίας (Alleanza Nazionale) αποτελούν ένα παράδοξο αποδεχόμενοι το δημοκρατικό παιχνίδι και τις ελίτ προς τις οποίες τείνει να ενσωματωθεί.[…]

Πέρα από την αναντίρρητη αυταρχική και ξενοφοβική διάσταση, η ριζοσπαστική δεξιά αναμφισβήτητα επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την προϊούσα σύγχυση Αριστεράς-Δεξιάς και από την ευρύτατη συναίνεση που βρίσκει η τοποθέτηση των σοσιαλδημοκρατών στο “νέο κέντρο”. Με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι τα κόμματα αυτά ενσαρκώνουν τη σημαντικότερη δύναμη διαφωνίας –σε κοινωνίες στις οποίες η συζήτηση περιστρέφεται απλώς γύρω από τις μεθόδους διαχείρισης του φιλελεύθερου μοντέλου– αντανακλά αρχικά τις ανεπάρκειες και τα ελλείμματα της Αριστεράς αλλά και την έλλειψη διορατικότητας και θάρρους της συντηρητικής δεξιάς.

Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως θα εξελιχθούν αυτά τα κόμματα και τι θα πράξουν αν βρεθούν κάποια στιγμή στην εξουσία. Το ιταλικό παράδειγμα υποδεικνύει μια κάποια “πλαστικότητα” των εξτρεμιστικών κινημάτων, καθώς και ο οπορτουνισμός κάποιων από τους ηγέτες τους, όπως ο Χάιντερ. Εγκαταλείποντας τη δημαγωγική πρακτική, θα μπορούσαν να κινηθούν στα πλαίσια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Για την ώρα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πάρουμε υπόψη μας αυτούς τους κομματικούς σχηματισμούς που ασκούν μια αυταρχική πίεση στις δημόσιες αρχές και επανεισάγουν στον πολιτικό λόγο αξίες ξένες προς τη δημοκρατία –κάνοντας έτσι δυνατή τη νομιμοποίηση μιας κάποιας ξενοφοβικής βίας.

Μοντ Ντιπλοματίκ, 1 Μαρτίου 2000

Μετάφραση: Σωτήρης Δημόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*