Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 36, Περιοδικό Άρδην

Η Αβάνα τρέφεται με βιολογικά προϊόντα

του  Βάλτερ Σβάρτζ

Μέσα στις πόλεις, οι λαχανόκηποι ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και προμηθεύουν το 60% των λαχανικών της Κούβας. Αποτελούν βιολογικά προϊόντα, όπως πρακτικά και όλη η αγροτική παραγωγή του νησιού.

Όταν ασχολείται με τον λαχανόκηπό του, ο Ρικάρντο Σάντσες δεν έχει ανάγκη από κανένα προϊόν που προέρχεται από αλλού. Ο κ. Σάντσες χρησιμοποιεί ως λίπασμα για τα λαχανικά του το μείγμα από τα υπολείμματα της κουζίνας, τρέφει τα γατόψαρά του με σκουλήκια και με νύμφες, και τα κουνέλια του με φύλλα και χορτάρι. Για να προστατέψει τα φρούτα και τα λαχανικά του, παράγει φυσικά φυτοφάρμακα. Ντομάτες, αβοκάντο, μάνγκο, αρωματικά φυτά και θεραπευτικά βότανα συναγωνίζονται για μια θέση στη σκιά των φοινίκων. Μήπως βρισκόμαστε στην περιοχή κάποιου φανατικού των βιολογικών καλλιεργειών; Όχι, είμαστε σε έναν από τους 62.000 ιδιόκτητους κήπους της Αβάνας, κομμάτια γης με 800 τ.μ. το μεγαλύτερο, τα οποία βρίσκονται στην πόλη και έχουν αφιερωθεί στην παραγωγή τροφίμων.

Οι φάρμες ενισχύονται και απολαμβάνουν την υποστήριξη των αρχών. Μια επιγραφή στο εξωτερικό της ιδιοκτησίας καταδεικνύει ότι η εκμετάλλευση του αγροτεμαχίου του Μ. Σάντσες επιχορηγείται από τρία διαφορετικά ιδρύματα: το Λαϊκό Κίνημα των ιδιόκτητων κήπων για την οικο-βιολογική παραγωγή, το Δίκτυο της Γεωργίας και της Αλιείας και τη Δημοτική Επιτροπή για την ανάπτυξη της παραγωγής τροφίμων.

Στην Κούβα, η κυβέρνηση επιδιώκει διακαώς οι αστικές καλλιέργειες να τροφοδοτούν τους πολίτες με τρόφιμα και γι’ αυτό τον λόγο δεν τσιγκουνεύεται τα μέσα. Ο παραμικρός κενός χώρος ανάμεσα στα σπίτια χρησιμοποιείται για καλλιέργεια. Τα huertos (κομμάτια γης) αποτελούν τις πιο μικρές μονάδες. Σε όλο το νησί υπάρχουν πάνω από ένα εκατομμύριο. Οι μεγάλοι εμπορικοί λαχανόκηποι καλλιεργούν επίσης τα δικά τους λαχανικά στην πόλη και τα πωλούν στην αγορά. Στη συνοικία Πλάγια, στη γωνία της 25ης και της 14ης οδού, ένας από τους ειδικούς των βιοκαλλιεργειών καμαρώνει για τα δέκα στρέμματά του γης γεμάτα μαϊντανό, μαρούλια, κινέζικα σπανάκια και ντομάτες. Πλάι στους αμειβόμενους εργαζόμενους, οι εθελοντές προσφέρουν τις μικροφροντίδες τους στα φυτά. Ο Αντρέα Βερντέτσια, ο τεχνικός διευθυντής, είναι ένας μισθωτός πλήρους απασχόλησης στη Γκράνια Ουρμπάνα, στο Δημόσιο Ινστιτούτο της αστικής γεωργίας. «Το Ίδρυμα αναπτύσσει μια γεωργική παραγωγή 100% βιολογική», μας διαβεβαιώνει. «Τα σκουλήκια μας παρέχουν το λίπασμα. Πολεμούμε τους μύκητες με άλλους μύκητες. Προσπαθούμε να βρούμε τον φυσικό εχθρό».

Το σύνολο της κουβανέζικης διατροφής ισοδυναμεί με τα προϊόντα που σε μας (σ.τ.μ. στη Μ. Βρετανία) χαρακτηρίζονται ως «προερχόμενα από βιολογική καλλιέργεια». Οι πόλεις απαγορεύουν το μεγαλύτερο μέρος των χημικών προϊόντων. Εγκρίνουν ωστόσο ένα φυτοφάρμακο ελάχιστα δυνατό και ελάχιστα τοξικό, το Καμπαρίλ, το οποίο προφυλάσσει τους σπόρους από τα μυρμήγκια. «Το σημαντικό είναι να εξασφαλίσουμε μια αγροτική παραγωγή με διάρκεια», εξηγεί ο Λεονάρντο Κιρίνο, διευθυντής της Ένωσης των Μικροκαλλιεργητών (ΑΝΑΡ). Το βιοκαλλιεργητικό αγρόκτημα στη γωνία της 44ης οδού και 5ης Λεωφόρου, ένα από τα πρώτα στην Αβάνα, απασχολεί εννέα υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης και πουλά σχεδόν όλα τα προϊόντα του στον τόπο παραγωγής. Οι τιμές του είναι πιο χαμηλές από ό,τι στις κανονικές αγορές, αλλά πιο ακριβές από τα επιδοτούμενα καταστήματα. Τα λαχανικά δεν έχουν πιστοποιητικό βιοκαλλιέργειας εξαιτίας του Καμπαρίλ, καθώς κανένα άλλο χημικό προϊόν δεν επιτρέπεται. «Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράσιτο που ζει στη γη, δοκιμάζονται όλες οι δυνατές φυσικές μέθοδοι θεραπείας, χωρίς να κατορθώνουμε να το εξοντώσουμε», δηλώνει ο διευθυντής, Αλβάρο Γκαρσία, λέκτορας των φυσικών επιστημών.

Η χώρα επιχείρησε τη βιολογική της επανάσταση διότι δεν είχε άλλη επιλογή. Προσδεδεμένη στο σοβιετικό μπλοκ εξαιτίας του αμερικανικού εμπάργκο, η κομμουνιστική οικονομία είχε αναπτύξει μια αγροτική οικονομία συμβατική, υψηλής κεφαλαιακής επένδυσης και υψηλής κατανάλωσης σε χημικά προϊόντα. Από το 1991, και την εξαφάνιση της ΕΣΣΔ, το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών σε τρόφιμα, καύσιμα, αγροτικά μηχανήματα και λιπάσματα σταμάτησαν. «Πρέπει να λύσουμε τα προβλήματά μας χωρίς πρώτες ύλες, λιπάσματα, καύσιμα», διακήρυξε ο Φιντέλ Κάστρο το 1991. Η κουβανική οικονομία έγινε έτσι ένα εργαστήριο παγκοσμίων διαστάσεων για το λίπασμα και τα φυσικά φυτοφάρμακα, τις μικρές δομές με παραγωγούς που έχουν ισχυρά κίνητρα και με την αγροτική παραγωγή στο εσωτερικό των πόλεων και στις περιαστικές περιοχές.

Η Κούβα έχει μόνο το 2% του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής αλλά το 11% των επιστημόνων. Οι “ξυπόλητοι” αγρονόμοι , πρωτόβγαλτοι από το πανεπιστήμιο, οι οποίοι δουλεύουν στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανακάλυψαν φυσικά φυτοφάρμακα και λιπάσματα. Οι καλλιεργητές ανακάλυψαν εκ νέου τις παλιές τεχνικές των συνδυασμένων καλλιεργειών και αντικατέστησαν τα τρακτέρ με τα βόδια. Η εμπειρία είναι σε διαρκή εξέλιξη. Πάνω από 200 βιοτεχνολογικά κέντρα παράγουν και διανέμουν λιπάσματα και φυσικά, μη τοξικά, φυτοφάρμακα στη βάση εγχώριων μικροοργανισμών. Η αγροτική μεταρρύθμιση, που αποτελεί τον κύριο μοχλό της διατροφικής ανεξαρτησίας, επέτρεψε την μεταφορά του 40% των αγροτικών εκτάσεων από το Κράτος στους συνεταιρισμούς που ωφελήθηκαν από ειδικά κίνητρα. Οι εναπομένουσες περιοχές συνεχίζουν να ανήκουν στο Κράτος. Έχουν διαιρεθεί σε μονάδες παραγωγής, η διαχείριση των οποίων έχει ανατεθεί στα μέλη τους. Μέσα στις πόλεις, οι καλλιεργητές μπορούν να πωλούν το πλεόνασμα της παραγωγής τους σε εγκεκριμένους από τις αρχές πάγκους.

Η ανάπτυξη της αστικής γεωργίας είναι μια επιτυχία πραγματικά εντυπωσιακή: παράγει το 60% των λαχανικών της χώρας και προμηθεύει πολύ περισσότερα από τα 300 γραμμάρια την ημέρα κατά άτομο που συστήνονται από τα Ηνωμένα Έθνη. «Το μυστικό βρίσκεται στην υψηλή παραγωγικότητα των μικρών αστικών αγροτο-επιχειρήσεων», εξηγεί ο Νέλσο Κομπανιόνι του Εθνικού Ινστιτούτου για την τροπική γεωργία (ΙΝΙFAT), ανατρέποντας τις κυρίαρχες ιδέες για την εντατική καλλέργεια. «Κάθε παραγωγή από φρούτα και λαχανικά που παράγονται σε ένα μικρό αγρόκτημα της πόλης, αξίας ενός δολαρίου, κοστίζει 25 σεντς. Μόλις αυξηθεί η καλλιεργούμενη έκταση, το κόστος αυξάνεται, με πολύ περισσότερο προσωπικό, με μικρότερη απόδοση και πιο περίπλοκη άρδευση. Επιπλέον δεν χρειαζόμαστε μεταφορικά μέσα: οι πελάτες έρχονται να κάνουν τα ψώνια τους εδώ επιστρέφοντας από τις εργασίες τους».

Στις αρχές της βιο-επανάστασης, όταν το Κράτος μοίραζε τη χέρσα γη που βρισκόταν σε αστικές ζώνες σε όποιον επιθυμούσε να την καλλιεργήσει, πολλοί κάτοικοι της πρώτης γενεάς στην Αβάνα θυμήθηκαν την παιδική τους ηλικία στην επαρχία. Οι Αρχές ενθάρρυναν τις προσπάθειές τους, τα κρατικά καταστήματα τους προμήθευαν με σπόρους και με υλικά. Βάσει της απόφασης του Δήμου, το 1996, μόνο οι βιολογικές μέθοδοι είναι εγκεκριμένες μέσα στην πρωτεύουσα.

Αργά ή γρήγορα, οι ΗΠΑ θα άρουν τις οικονομικές τους κυρώσεις. Η Κούβα θα μπορέσει να εισαγάγει φυτοφάρμακα και χημικά λιπάσματα, καθώς και καύσιμα για τα τρακτέρ της· οι ξένοι επενδυτές θα ορέγονται τις ενοικιαζόμενες γεωργικές εκτάσεις και η αξία της γης στην πόλη θα γίνει πολύ ακριβή για να αφιερώνεται στις καλλιέργειες.

Αλλά οι Κουβανοί που έχουν ενταχθεί στη «βιολογική» περιπέτεια είναι πεπεισμένοι ότι οι βασικές κατακτήσεις της επανάστασής τους θα διατηρηθούν.

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκάρντιαν του Λονδίνου.

Μετάφραση:Σωτήρης Δημόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*