Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 37, Περιοδικό Άρδην

Τρομοκρατικά-Αναφορά σε Μαρξ και Ευαγγέλιο

του:  Σωτήρη Γουνελά

Οι πρόσφατες συλλήψεις μελών της “17 Νοέμβρη” πρόσθεσαν μια ξεχωριστή νότα στο τηλεοπτικό και λοιπό “θέαμα” που επελαύνει τα τελευταία χρόνια κορδωμένο στα ηλεκτρονικά κυρίως Μ.Μ.Ε. Εκτός από τα πρόσωπα των δραστών, σκηνές από την προσαγωγή τους στον ανακριτή κατέκλυσαν τις οθόνες με αποκορύφωμα την μεταγωγή τους στον Κορυδαλλό μέσα σε απαστράπτοντα αυτοκίνητα, όπου το καινουργές παρουσιαστικό αυτοκινήτων και συνοδών, με τη σφραγίδα του σοσιαλιστικού νεοπλουτισμού, ερχόταν σε αντίθεση με το είδος της οργάνωσης, την ταπεινή καταγωγή των μελών και την πάλη τους υποτίθεται για καλύτερο κόσμο.

Οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, παρά τη μανία τους, ειδικά οι τελευταίοι, να ενημερώσουν τους θεατές και για την παραμικρότερη λεπτομέρεια (καθόλου βέβαιο ότι είναι σημαντική), εφαρμόζουν ένα είδος “πλύσης εγκεφάλου” στο κοινό και διαλαλούν το μέγεθος της επιτυχίας της Κυβέρνησης στην εξάρθρωση της τρομοκρατικής αυτής οργάνωσης.

Απο την άλλη, βλέπεις να εκδηλώνεται μέσα από τα λεγόμενα παλαιών ή κλασικών αριστερών μια απορριπτική διάθεση απέναντι στην οργάνωση με το αιτιολογικό ότι εκείνοι μετείχαν ενός λαϊκού κινήματος και θυσιάστηκαν για τα πιστεύω τους, ενώ οι τρομοκράτες ετούτοι ήταν μια μικρή αυτοδύναμη ομάδα, η οποία δεν μπορούσε να κινητοποιήσει τις μάζες, ούτε είχε το σθένος, όταν άρχισαν να συλλαμβάνονται μέλη της, να αγωνιστεί μέχρι τέλους για τις πεποιθήσεις της.

Αφήνοντας λίγο πίσω όλα αυτά, καθώς και την αίσθηση μιας σκηνοθετημένης πραγματικότητας –μπορεί να φταιει γι’ αυτό η τηλεόραση– πρέπει να σημειώσουμε ότι, θέλοντας και μη, η οργάνωση αυτή συνδέεται και με την Εκκλησία και με την Πολιτική. Με όλες τις ενδιάμεσες παραχαράξεις, με όλη την ιστορία που παρεμβάλλεται και που αλλοτριώνει τους πάντες και τα πάντα, είτε με βάση το πρόσφατο παρελθόν, είτε το απώτερο. Εν μέσω ποικίλων κρίσεων και αδιεξόδων, εν μέσω βομβαρδισμών αμάχων στο όνομα του “πολέμου κατά της Τρομοκρατίας” και εν μέσω πειραματισμών της μιας εναπομείνουσας υπερδύναμης για τον τρόπο εφαρμογής μιας παγκόσμιας επικυριαρχίας. Αλλά και εν μέσω λαών που υπνώττουν, θύματα του νέου συστήματος της παγκόσμιας (και παγκοσμιοποιημένης) Αγοράς και Κατανάλωσης.

Σ’ έναν “αντικειμενοποιημένο” κόσμο, έναν κόσμο δηλαδή που μετατρέπει το προσωπικό σε απρόσωπο, το κοινοτικό σε ατομικό και τον άνθρωπο σε “παραγωγική μονάδα”, θα πρέπει οι πράξεις μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που συνοδεύονται από προκηρύξεις ιδεολογικού περιεχομένου και πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικών αναλύσεων να “διαβαστούν” μέσα στο παραπάνω πλαίσιο. Στην γλώσσα της Χριστιανικής παράδοσης υπάρχει η έκφραση “έκπτωτη φύση” (μιλώντας για τον άνθρωπο) και “έκπτωτος κόσμος”.

Με την έκφραση αυτή δηλώνεται η αλλοτρίωση του ανθρώπου μετά την έξοδο από τον Παράδεισο και την “πτώση” σε άλλο επίπεδο ζωής. Η αλλοτρίωση αυτή –που αρχίζει πολύ πριν …τον Μαρξ– σημαίνει την προσκόλληση του ανθρώπου στον κόσμο, στα επίγεια αγαθά ή κακά, στις λεγόμενες υλικές απολαύσεις που κάποια στιγμή επιφέρουν τον γιγαντισμό του ανθρώπου και μέσα από αυτό τον γιγαντισμό τη συνέχεια του πολιτισμού και της ιστορίας πάνω στη γη. Ο Μαρξ είχε μιλήσει για την αλλοτρίωση σε σχέση με το Χρήμα και το Εμπόρευμα, είχε περιγράψει τη μετατροπή του ανθρώπου σε εμπορευματοποιημένο είδος, στην προοπτική του κέρδους και των επενδύσεων, και είχε προτείνει λύσεις. Όμως διέπραξε και αυτός, σαν γνήσιο τέκνο του θετικισμού του 19ου αιώνα, το ίδιο λάθος με άλλους συγκαιρινούς του: άρχισε την ιστορία από τον εαυτό του. Διέγραψε την πνευματική ιστορία των ανθρώπων, και μάλιστα τη χριστιανική πνευματική ιστορία, μετέτρεψε τις μερικότητες, τις ιδιομορφίες, τις πραγματικότητες της εποχής του σε καθολικούς νόμους που διέπουν υποτίθεται την ανθρωπότητα από καταβολής. Άδειασε τον άνθρωπο από τον Θεό –που κατ’ αυτόν ήταν φάντασμα – και τον γέμισε –τον άνθρωπο– με τα επίγεια αγαθά.

Έτσι παρέδωσε τους ανθρώπους σε μια αέναη διεκδίκηση των επίγειων αγαθών, τα οποία, άλλωστε, αυτός ο ίδιος διέρρηξε και ξεχώρισε από τα ουράνια, όντας άσχετος με τα δεύτερα.

Για να τελειώνουμε: θέλησε να διορθώσει την αλλοτρίωση που επέβαλε μια τάξη πάνω στην άλλη με διαφθορέα το Χρήμα, με την καθολικοποίηση της αλλοτρίωσης, πιστεύοντας ότι οι άφθαρτοι προλετάριοι θα έκαναν ριζικά διαφορετική διαχείριση. Στη σύλληψή του αυτή αγνόησε δύο απολύτως καθοριστικούς παράγοντες στην διαμόρφωση του ανθρώπου: την επιθυμία και τη μίμηση.

Αντί ο Μαρξ να σκύψει στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής και να ξεδιαλύνει τα πράγματα, αυτός χάθηκε μέσα στον κυκεώνα των φιλοσοφιών της εποχής και, εγκλωβισμένος μέσα στο υλικό κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής τάξης της εποχής του, πίστεψε ότι ο κόσμος αλλάζει εξωτερικά, όταν δηλαδή αλλάξουν οι αντικειμενικές συνθήκες, οι κοινωνικές δομές, οι θεσμοί και οι “παραγωγικές σχέσεις” και όχι ο άνθρωπος και η τραυματισμένη και αλλοτριωμένη φύση του.

Τα μέλη της “17 Νοέμβρη”, ζώντας σε έσχατους καιρούς, όπου η αλλοτρίωση έχει χτυπήσει και την ίδια την Εκκλησία (καθώς το πνεύμα του κόσμου έχει εισβάλει μεσαθέ της αντί να εισέλθει Εκείνη μέσα στον κόσμο και να τον μεταμορφώσει), ζώντας σε καιρούς πολιτικών και οικονομικών συγχωνεύσεων, όπου η Δεξιά και η Αριστερά συμπεριφέρονται ως «εταιρείες» και όπου πια βρισκόμαστε μπροστά στον γιγαντισμό απρόσωπων πολυεθνικών εταιρειών που κυβερνούν τον κόσμο, όντας λαϊκοί άνθρωποι, αντέδρασαν ως προλετάριοι με την γνήσια ή την φθαρμένη έννοια. Χαμένοι μέσα στις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, σε μια κοινωνία που δεν έχει σχέση ούτε με την αρχαία ιστορία της ούτε με τη χριστιανική και που προσδέθηκε στο άρμα της Ευρώπης και της Αμερικής χωρίς ο λαός της να καταλαβαίνει καλά-καλά τι σημαίνει αυτή η πρόσδεση, αλλά με ζωντανό τον ατομικισμό του Έλληνα, και μάλιστα του νεοέλληνα, –στέρνο σύμπτωμα ίσως ψυχολογικής θωράκισης του αλλοτριωμένου εαυτού του–φαίνεται πως θέλησαν να δώσουν λύση με τα όπλα. Θέλησαν να αντισταθούν στο πνεύμα των καιρών χτυπώντας πρόσωπα που είχαν σημαντική θέση στο πολιτικό-οικονομικό-στρατιωτικό κατεστημένο της εποχής.

Ο λόγος που καταγγέλλεται σήμερα από όλους ως περίπου δολοφονική οργάνωση είναι γιατί διεκδίκησε με τις πράξεις της εύσημα από τον χώρο της Αριστεράς, τη στιγμή που ήταν ολότελα διαφοροποιημένη και δρούσε παράνομα. Φαίνεται, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, να διεκδίκησε τη χαμένη επαναστατικότητα των επίσημων Κομμάτων ή φορέων της Αριστεράς, οπότε, που ακούστηκε αυτοί οι φορείς να επιτρέψουν κάτι τέτοιο …αφού μάλιστα δεν είχε ζητήσει την ευλογία τους!

Η διατύπωση αυτή δεν είναι υπερβολική αν λάβουμε υπόψη μας την “αμερικανοποίηση” της ελληνικής –σοσιαλιστικής– Κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια (και ολόκληρης της κοινωνίας θα πρόσθετα) σε αντίθεση με προηγούμενες εποχές. Αυτή η διαφορά δείχνει και τη διαφορετική αντιμετώπιση της Οργάνωσης “17 Νοέμβρη”: από εκεί που κατά περιόδους η ελληνική κοινωνία έδειχνε να συντάσσεται κάπως με ορισμένες πράξεις της, ή να συζητάει τις προκηρύξεις της, ξαφνικά νιώθει αποτροπιασμό μόλις εμφανίστηκαν τα μέλη της Οργάνωσης με σάρκα και οστά και είδε ότι δεν πρόκειται για πρόσωπα τύπου …Βελουχιώτη και Τσε Γκεβάρα!! Αν και, νομίζω, ότι και στην περίπτωση αυτή το ίδιο θα γινόταν: σε καιρούς παρακμής και αλλοτρίωσης των πάντων, ποιος θα σταθεί στην προσωπική ιδιαιτερότητα;

Εν μέσω όλων αυτών δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητη η εξής λεπτομέρεια: όλα τα μέλη της “17 Νοέμβρη” δεν προέρχονται από την πρωτεύουσα, ούτε από τα αστικά κέντρα. Είναι επαρχιώτες, αν όχι και χωριάτες, έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα εντελώς διαφορετικά από αυτά των «κέντρων», οπότε και η επαναστατικότητά τους, η πολιτική τους συνείδηση, η αίσθηση του δικαίου κ.λπ. είναι πιο κοντά σε λαϊκότερες εκφάνσεις και σε πιο μονοκόμματες απαιτήσεις. Μπορεί τα κριτήρια να είναι λανθασμένα, αλλά δεν είναι νοθευμένα. Μπορεί να μην είναι τόσο υπολογισμένα όσο δείχνουν οι επιλογές του διανοουμένου-καθοδηγητή, που αποτελεί ξεχωριστό είδος απο αυτούς, γιατί κατά βάθος αυτοί κατευθύνονται από έναν λαϊκό συναισθηματισμό, θέλουν να διορθώσουν την αδικία εις βάρος του λαού. Μα και μια άλλη λεπτομέρεια πρέπει να επισημανθεί που υπογραμμίζει τον “ελληνικό” χαρακτήρα της οργάνωσης: το γεγονός ότι τρία μέλη της ανήκουν στην ίδια οικογένεια και δύο άλλα σε μια άλλη επίσης οικογένεια, δείχνει πόσο η οργάνωση αυτή συνδεόταν με την οικογενειακή δομή της κοινωνίας που σφραγίζει την ελληνική ιστορία και μόνο στις μέρες μας πήρε την κάτω βόλτα. Πρέπει μάλιστα να ειπωθεί και το εξής: στην περίπτωση της “17 Νοέμβρη”, οι οικογενειακοί δεσμοί λειτούργησαν και “προς τα κάτω”: ο ένας παρέσυρε τον άλλο σ’ ένα παιχνίδι που δεν οδηγούσε πουθενά, όπως δεν οδήγησε πουθενά –σε σχέση με τις μεγαλεπήβολες προδιαγραφές του– και ο εφαρμοσμένος μαρξισμός. Ή μάλλον οδήγησε στο να κατατροπωθεί ο λεγόμενος “υπαρκτός σοσιαλισμός” από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα.

Κλείνοντας θα προσθέσω δύο λόγια: η χριστιανική πίστη και παράδοση είναι αποκάλυψη Θεού. Όταν την περιφρονήσεις και ζητήσεις στη θέση της να βάλεις μια “ανθρωποκεντρική” ιδεολογία –άκρως θρησκειοποιημένη– θα δρέψει ό,τι έσπειρες. Απο τα αρχαία χρόνια η υπέρβαση του “μέτρου” εθεωρείτο “ύβρις”, γιατί πρόσβαλλε τη θεία και ιερή τάξη. Ως πότε θα συνεχίζεται αυτή η “ύβρις”, και μάλιστα μετά Χριστόν, χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτα; Και ως πότε θα ζητούμε απομυθοποίηση και αποϊεροποίηση του όντως θείου και ιερού, τη στιγμή που μυθοποιούμε και ιεροποιούμε τα δικά μας έργα; Ποια μαρξιστική ή άλλη θεωρία και ιδεολογία μπορεί να ξεπεράσει το ευαγγελικό αίτημα της Αγάπης, ένα αίτημα μάλιστα που πρώτα αφορά τον “πλησίον”, τον καθένα δηλαδή, ή περνάει μεσαθέ του και υψώνεται ως τον Θεό; Η “17 Νοέμβρη” είναι οργάνωση που την εξέθρεψε μια κοινωνία σε πλήρη “ύβριν”, μια κοινωνία στερημένη ευαγγελικής Αγάπης και φροντίδας για τον “πλησίον”.

Μια οργάνωση που πήγε να οργανώσει τα απομεινάρια της “ύβρεως”.

Αύγουστος 2002

Σωτήρης Γουνελάς*

*Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*