Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 37, Περιοδικό Άρδην

Η σημερινή κατάσταση του κινήματος και η «Ένοπλη Πάλη»

Ο.Π.Α.

[…………]
Η “17 Νο­έμ­βρη”
Η ε­κτέ­λε­ση των Γουέλ­τς – Μάλ­λιου ή­ταν κά­τι που σί­γου­ρα, σαν ε­νέρ­γεια, βρί­σκο­νταν πο­λύ πά­νω α­πό το ε­πί­πε­δο της α­ντι­πα­ρά­θε­σης του κι­νή­μα­τος. Ό­μως δεν εί­χε αρ­νη­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα, και α­ντί­θε­τα ε­ντά­χθη­κε μέ­σα στη λο­γι­κή του κι­νή­μα­τος, για έ­να πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο λό­γο: α­να­φε­ρό­ταν ό­χι στη ση­με­ρι­νή α­ντι­πα­ρά­θε­ση με το κρά­τος και το ε­πί­πε­δο που βρί­σκε­ται αλ­λά σε “εκ­κα­θά­ρι­ση λο­γα­ρια­σμών”. Δη­λα­δή, ή­ταν α­πά­ντη­ση σε σχέ­ση με τον ρό­λο της ΣΙΑ στην Κύ­προ και των βα­σα­νι­στών στη δι­κτα­το­ρί­α. Έ­τσι, μπο­ρού­σαν να λει­τουρ­γή­σουν χω­ρίς να βά­ζουν σε κίν­δυ­νο το κί­νη­μα. Τό­τε, με­τά την ε­κτέ­λε­ση του Μάλ­λιου, για­τί για τον Γου­έλ­τς πο­λύ αρ­γό­τε­ρα μά­θα­με ό­τι τον εί­χε ε­κτε­λέ­σει η “17 Νο­έμ­βρη”, ε­μείς υ­πο­στη­ρί­ξα­με αυ­τή την ε­νέρ­γεια, ξεκαθαρίζοντας, όμως, ταυτόχρονα ορισμένα πράγματα, στο επίπεδο που τότε κρίναμε αναγκαίο (δηλαδή ανάμεσά μας):
α) Η ε­κτέ­λε­ση ε­νός βα­σα­νι­στή-δο­λο­φό­νου που τρι­γύ­ρι­ζε α­νε­νό­χλη­τος ή­ταν έ­να στοι­χεί­ο ό­χι ορ­γα­νι­κά δε­μέ­νο με την πο­ρεί­α του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος. Κι αυ­τό φά­νη­κε α­πό τον τρό­πο και τον χρό­νο που έ­γι­νε η ε­νέρ­γεια. Δεν έ­γι­νε σε μια ε­πο­χή που έ­μπαι­νε έ­ντο­να θέ­μα βα­σα­νι­στών και α­τι­μω­ρη­σί­ας τους, κι ε­πο­μέ­νως σαν συ­γκε­κρι­μέ­νη κι ά­με­ση α­πά­ντη­ση, αλ­λά σε α­νύ­πο­πτο χρό­νο. Ο κα­θο­ρι­σμός του χα­ρα­κτή­ρα και του χρό­νου της ε­νέρ­γειας έ­γι­νε με βά­ση την α­πό­φα­ση μιας ο­μά­δας και ό­χι τον ρυθ­μό και την πο­ρεί­α του κι­νή­μα­τος. Γι’ αυ­τό εξ άλ­λου δεν μπό­ρε­σε να έ­χει και μια πα­ρά πέ­ρα λει­τουρ­γι­κό­τη­τα.
β) Το ό­τι, ά­σχε­τα α­πό τον χα­ρα­κτή­ρα της συ­γκε­κρι­μέ­νης ε­νέρ­γειας, κρύ­βε­ται ό­χι μό­νο μια μι­λι­τα­ρι­στι­κή λο­γι­κή αλ­λά και μια α­βαν­γκαρ­ντί­στι­κη και δογ­μα­τι­κή λο­γι­κή. Α­πό το κεί­με­νό της που στάλ­θη­κε στις ε­φη­με­ρί­δες φά­νη­κε κα­θα­ρά:
1) Μια λα­θε­μέ­νη α­νά­λυ­ση της πο­λι­τι­κής κα­τά­στα­σης, ό­τι δη­λα­δή, “τι δι­χτα­το­ρί­α, τι Κα­ρα­μαν­λής”, α­πό τη μια, και “α­με­ρι­κα­νο­κρα­τί­α” α­πό την άλ­λη. Η με­τα­πο­λί­τευ­ση δεν σή­μαι­νε για τη “17 Νο­έμ­βρη” πα­ρά αλ­λα­γή προ­σω­πεί­ου και ό­χι αλ­λα­γή στο μπλοκ της ε­ξου­σί­ας (πέ­ρα­σμα α­πό την κυ­ριαρ­χί­α των α­με­ρι­κά­νων ι­μπε­ρια­λι­στών και μιας στε­νής με­ρί­δας του μο­νο­πω­λια­κού κε­φα­λαί­ου σε κεί­νη ε­νός διευ­ρυ­μέ­νου α­στι­κού με­τώ­που με λή­ξη –έ­στω προ­σω­ρι­νή– της α­πό­λυ­της και α­πο­κλει­στι­κής α­με­ρι­κα­νι­κής η­γε­μο­νί­ας).
Κι α­φού πρό­κει­ται για αλ­λα­γή προ­σω­πεί­ου και μό­νο, δεν μπαί­νει ζή­τη­μα μιας μα­κρό­χρο­νης πο­ρεί­ας α­γώ­να για τη δη­μιουρ­γί­α ε­νός νέ­ου μπλοκ δυ­νά­με­ων με κέ­ντρο την ερ­γα­τι­κή τά­ξη και την α­πο­γύ­μνω­ση του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου α­πό τους μι­κρο­α­στούς συμ­μά­χους του, που δη­μιούρ­γη­σε μέ­σω της κυ­βέρ­νη­σης Κα­ρα­μαν­λή, αλ­λά για μια πά­λη που “θα κα­τε­βά­σει το προ­σω­πεί­ο”.
Έ­χου­με να κά­νου­με δη­λα­δή με μια στα­τι­κή, δογ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή α­νά­λυ­ση της ε­ξου­σί­ας, που δεν α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται σαν συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων αλ­λά σαν μη­χα­νή κα­τα­πί­ε­σης και μό­νο. Η λο­γι­κή της εί­ναι: α­πό τη μια το κρά­τος, α­πό την άλ­λη ο λα­ός. Ό­μως το κρά­τος δεν εί­ναι “μη­χα­νή” και μό­νο, ή κύ­ρια. Εί­ναι η ί­δια η έκ­φρα­ση του συ­σχε­τι­σμού των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων, σε κά­θε δο­σμέ­νη στιγ­μή και συ­γκυ­ρί­α της τα­ξι­κής πά­λης. Ό­ταν μά­λι­στα η τα­ξι­κή σύ­γκρου­ση φτά­νει στο ση­μεί­ο της ρή­ξης, δη­μιουρ­γούν­ται δύ­ο “κρά­τη”, δύ­ο ε­ξου­σί­ες. Κρά­τος ή­ταν στην Πορ­το­γα­λί­α ο Σα­λα­ζάρ, κρά­τος ο Γκον­σά­λες, κρά­τος κι ο Καρ­βά­λιο! Στη Χι­λή, σε μια δο­σμέ­νη στιγ­μή, κρά­τος ή­ταν τό­σο ο Αλ­λιέ­ντε ό­σο κι ο Πι­νο­σέτ. Δη­λα­δή, ο λα­ός δεν εί­ναι έ­ξω α­πό το κρά­τος και μό­νο. Εί­ναι και έ­ξω και μέ­σα, ε­νερ­γη­τι­κά ή πα­θη­τι­κά. Και η δια­δι­κα­σί­α του ε­πα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος εί­ναι η δη­μιουρ­γί­α μιας άλ­λης ε­ξου­σί­ας.
Συ­γκε­κρι­μέ­να λοι­πόν, η ταύ­τι­ση Ιω­αν­νί­δη-Κα­ρα­μαν­λή εί­ναι πο­λι­τι­κά μια δογ­μα­τι­κή α­ντί­λη­ψη, και το ό­τι δεν υ­πάρ­χει ταύ­τι­ση μπο­ρεί να το δει κι ο ί­διος που το λε­ει ρί­χνο­ντας μια μα­τιά γύ­ρω του. Αυ­τή ό­μως η δογ­μα­τι­κή α­ντί­λη­ψη ε­πι­τρέ­πει το άλ­μα στη μι­λι­τα­ρι­στι­κή λο­γι­κή: ε­μείς, δρώ­ντας πρω­το­πο­ρια­κά –δη­λα­δή στρα­τιω­τι­κά–, θα α­πο­κα­λύ­ψου­με την ταύ­τι­ση.

Η ε­μπει­ρί­α του κι­νή­μα­τος
Στη Λα­τι­νι­κή Α­με­ρι­κή, α­πό τα πρώ­τα χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, άρ­χι­σε μια δια­δι­κα­σί­α έ­νο­πλης πά­λης. Δε­κά­δες, ε­κα­το­ντά­δες, χι­λιά­δες α­γω­νι­στές πή­ραν τον δρό­μο του βου­νού, στην πρώ­τη φά­ση, του α­ντάρ­τι­κου πό­λης στη συ­νέ­χεια. Τι α­πέ­γι­νε μ’ ό­λο αυ­τό το κί­νη­μα, το γε­μά­το αυ­τα­πάρ­νη­ση κι ε­πα­να­στα­τι­κό εν­θου­σια­σμό; Δεν εί­ναι της ώ­ρας να πιά­σου­με γε­νι­κά αυ­τό το ζή­τη­μα. Ας δού­με με­ρι­κές χώ­ρες και κι­νή­μα­τα που έ­γι­ναν μά­λι­στα και το σύμ­βο­λο μιας ο­λό­κλη­ρης γε­νιάς σ’ ό­λο τον κό­σμο, τους Του­πα­μά­ρος στην Ου­ρου­γουά­η, τον ΕRΡ στην Αρ­γε­ντι­νή, το ΜΙR στη Χι­λή. Αυ­τές οι ορ­γα­νώ­σεις εί­ναι δε­μέ­νες με πρα­κτι­κές έ­νο­πλου α­γώ­να. Ποια ή­ταν η πο­ρεί­α του α­γώ­να και η τύ­χη των α­γω­νι­στών;
– Στην Ου­ρου­γουά­η, οι Του­πα­μά­ρος, ορ­γά­νω­ση που βγή­κε μέ­σα α­πό τους ί­διους τους α­γώ­νες των ερ­γα­τών του ζα­χα­ρο­κά­λα­μου σε μια πε­ρί­ο­δο ο­λό­πλευ­ρης κρί­σης –οι­κο­νο­μι­κής, κοι­νω­νι­κής, πο­λι­τι­κής– έ­χτι­σαν τη δυ­να­τό­τε­ρη ε­πα­να­στα­τι­κή ορ­γά­νω­ση στη Λατ. Α­με­ρι­κή, συν­δυά­ζο­ντας για μια ο­λό­κλη­ρη πε­ρί­ο­δο την έ­νο­πλη πά­λη με τη δου­λειά στις μά­ζες. Ό­μως, ό­πως η ί­δια η ορ­γά­νω­ση α­να­φέ­ρει στην αυ­το­κρι­τι­κή της, έ­πε­σε στη μι­λι­τα­ρι­στι­κή λο­γι­κή. Δη­λα­δή, μπρος σε μια προ­βο­κά­τσια της ε­ξου­σί­ας, που σκό­τω­σε με­ρι­κούς αν­θρώ­πους της, προ­σπά­θη­σε ν’ α­πα­ντή­σει στρα­τιω­τι­κά, σαν στρα­τός ε­νά­ντια σε στρα­τό, σαν το ζή­τη­μα να ’ταν πια το πάρ­σι­μο της ε­ξου­σί­ας. Το α­πο­τέ­λε­σμα σ’ αυ­τή την αι­μα­τη­ρή πά­λη ή­ταν ό­χι μό­νο η κα­τα­στρο­φή της ορ­γά­νω­σης αλ­λά η κα­τα­στρο­φή του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Σή­με­ρα, οι ε­λά­χι­στοι σύ­ντρο­φοι που α­πό­μει­ναν α­πό την ορ­γά­νω­ση προ­σπα­θούν, έ­χο­ντας πλη­ρώ­σει στο πε­τσί τους τη μι­λι­τα­ρι­στι­κή λο­γι­κή, να ξα­ναρ­χί­σουν μια νέ­α πο­ρεί­α ορ­γά­νω­σης του λα­ού και της ερ­γα­τιάς.
–Ο ΕRΡ (Λα­ϊ­κός Ε­πα­να­στα­τι­κός Στρα­τός) ή­ταν το έ­νο­πλο τμή­μα της ΡRΤ (Ε­πα­να­στα­τι­κό Κόμ­μα των Ερ­γα­τών) στην Αρ­γε­ντι­νή. Οι­κο­δο­μή­θη­κε μέ­σα α­πό την πά­λη ε­νά­ντια στη δι­κτα­το­ρί­α μέ­χρι το ’73, συμ­με­τέ­χο­ντας βα­σι­κά στο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και χρη­σι­μο­ποιώ­ντας και έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες. Το ’73, η δι­κτα­το­ρί­α πέ­φτει και ο Πε­ρόν γυρ­νά­ει στην Αρ­γε­ντι­νή μέ­σα σε λα­ϊ­κό εν­θου­σια­σμό. Η λο­γι­κή του ΕRΡ ή­ταν: “Τι Πε­ρόν τι Λα­νούσ­σε” (δι­κτά­το­ρας) και συ­νέ­χι­σε την έ­νο­πλη πά­λη. Μέ­σα σε τρί­α χρό­νια, χω­ρίς το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα να έ­χει φτά­σει σ’ έ­να α­νώ­τε­ρο ποιο­τι­κά στά­διο, με τη λο­γι­κή “να ξε­σκε­πά­σου­με τη νέ­α μά­σκα των α­στών”, και μέ­σα α­πό το “ξε­κί­νη­μα του εμ­φύ­λιου πο­λέ­μου”, η Αρ­γε­ντι­νή α­ντι­με­τώ­πι­ζε μια νέ­α δι­κτα­το­ρί­α και οι σύ­ντρο­φοι του ΕRΡ α­πο­δε­κα­τί­στη­καν. Σή­με­ρα, μα­ζί με τους Μο­ντο­νέ­ρος, έ­χουν πά­ψει πρα­κτι­κά τις έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες κι έ­χουν πε­ρά­σει στις εκ­κλή­σεις στο Κ.Κ. Αρ­γε­ντι­νής για “δη­μο­κρα­τι­κό μέ­τω­πο”. Πρό­σφα­τα, μα­ζί με τους Μο­ντο­νέ­ρος, κά­λε­σαν τις διά­φο­ρες χώ­ρες να συμ­με­τά­σχουν (!) στο Πα­γκό­σμιο Κύ­πελ­λο που γί­νε­ται στην Αρ­γε­ντι­νή για να μπο­ρέ­σουν δη­μο­σιο­γρά­φοι να μι­λή­σουν για την κα­τα­πί­ε­ση, τη στιγ­μή που σ’ ό­λες τις χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης γί­νε­ται κι­νη­το­ποί­η­ση για μπο­ϋ­κο­τάζ του Πα­γκό­σμιου Κυ­πέλ­λου.
Έ­χου­με ε­δώ να κά­νου­με με δύ­ο συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­μπει­ρί­ες.
Ξε­κι­νώ­ντας α­πό μια α­ντί­λη­ψη “μέ­σα στον κό­σμο” και έ­νο­πλα ταυ­τό­χρο­να, πέ­ρα α­πό το ε­πί­πε­δο των μα­ζών, φτά­σα­με πρώ­τα στο έ­νο­πλο και μό­νο, έ­ξω α­πό τις μά­ζες και μό­νο, με κατάληξη τόσο την απομόνωση από τις μάζες όσο και την ε­ξα­φά­νι­ση της έ­νο­πλης δια­δι­κα­σί­ας. Ό­μως τα πράγ­μα­τα δεν έ­μει­ναν μό­νο στις ί­διες τις ορ­γα­νώ­σεις. Ό­χι μό­νο, μέ­σα α­πό τη θη­ριώ­δη κα­τα­πί­ε­ση, έ­γι­νε τε­ρά­στια ζη­μιά σ’ ό­λο το λα­ϊ­κό κί­νη­μα αλ­λά ε­νι­σχύ­θηκαν και οι πιο δε­ξιές α­πό­ψεις μέ­σα σ’ αυ­τό.
– Α­ντί­θε­τα, το ΜΙR στη Χι­λή κα­τόρ­θω­σε να πά­ρει έ­ναν άλ­λο δρό­μο. Γύ­ρω στο 1966, εί­χε αρ­χί­σει έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες ε­νά­ντια σε γαιο­κτή­μο­νες κύ­ρια, ε­νέρ­γειες που ή­ταν ά­με­σα δε­μέ­νες με τον α­γώ­να των φτω­χών α­γρο­τών. Ό­ταν ό­μως, το 1970, εμ­φα­νί­στη­κε μια δυ­να­τό­τη­τα νί­κης της ε­πί­ση­μης α­ρι­στε­ράς μέ­σα α­πό τις ε­κλο­γές, το ΜΙR στα­μά­τη­σε τις έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες πριν α­πό τις ε­κλο­γές, βλέ­πο­ντας πως συ­νέ­χισ­ή τους σ’ αυ­τή τη συ­γκυ­ρί­α θα σή­μαι­νε αυ­το­προ­βο­κά­τσια του κι­νή­μα­τος. Στη συ­νέ­χεια, μπρος στην κυ­βέρ­νη­ση Αλ­λιέ­ντε, δεν κρά­τη­σε τη λο­γι­κή “να σπρώ­ξει τους ρε­φορ­μι­στές να ξε­σκε­πα­στούν” αλ­λά πο­λι­τι­κή του ή­ταν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ό­λες οι δυ­να­τό­τη­τες για να οι­κο­δο­μη­θεί η “λα­ϊ­κή ε­ξου­σί­α” και έ­τσι να ξε­σκε­πα­στούν κι οι ρε­φορ­μι­στές. Στη συ­νέ­χεια, μπρος στη δι­κτα­το­ρί­α του Πι­νο­σέτ, δεν α­κο­λού­θη­σε την αυ­το­χτό­να λο­γι­κή του “εμ­φύ­λιου” αλ­λά της οι­κο­δό­μη­σης ε­νός πα­ρά­νο­μου ι­σχυ­ρού δι­κτύ­ου α­ντί­στα­σης. Έ­τσι σή­με­ρα το ΜΙR, παρά τα τε­ρά­στια χτυ­πή­μα­τα που δέ­χτη­κε, μπο­ρεί να κά­νει και δια­δη­λώ­σεις, ό­πως ορ­γά­νω­σε πρό­σφα­τα ε­νά­ντια στο δη­μο­ψή­φι­σμα, και να κά­νει έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες – πε­ριο­ρι­σμέ­νες σή­με­ρα–  και να εί­ναι ε­νερ­γό στους βα­σι­κούς μα­ζι­κούς χώ­ρους…


Αλ­λά αν ρί­ξου­με μια μα­τιά πιο κο­ντά μας, θα δού­με την ί­δια λο­γι­κή στο γερ­μα­νι­κό κί­νη­μα.

Στη Γερ­μα­νί­α έ­χου­με έ­να κί­νη­μα που α­να­πτύσ­σε­ται στα χρό­νια 67-69, με κέ­ντρο τη φοι­τη­τι­κή ε­ξέ­γερ­ση, που εί­χε σαν βα­σι­κή θε­μα­το­λο­γί­α την πά­λη ε­νά­ντια στην ιε­ραρ­χί­α και τον δε­σπο­τι­σμό του κε­φα­λαί­ου καθώς και την υ­πο­στή­ρι­ξη των ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών κι­νη­μά­των. Αυ­τό το κί­νη­μα, στα χρό­νια 68-69, δο­κι­μά­ζει μια πρώ­τη ε­πα­φή και σύν­δε­ση με το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα στην αρ­χή αρ­κε­τά α­πο­γο­η­τευ­τι­κό. Ο δρό­μος θα πρέ­πει να’ ναι μα­κρύς και δύ­σκο­λος. Μπρος στην α­δυ­να­μί­α να ε­πι­τευ­χθεί η ά­με­ση σύν­δε­ση, γεν­νιώ­νται δια­φο­ρε­τι­κές λο­γι­κές στο κί­νη­μα. Έ­να κομ­μά­τι του αυ­το­α­να­κη­ρύσ­σε­ται σε πρω­το­πο­ρί­α, έ­να άλ­λο α­να­δι­πλώ­νε­ται στον ε­αυ­τό του (κοι­νό­τη­τες, ψυ­χα­νά­λυ­ση κλπ.), τέ­λος έ­να άλ­λο α­πο­φα­σί­ζει να ε­πι­λέ­ξει τον “πό­λε­μο”. Στην αρ­χή, τα κεί­με­να της ΡΑΦ μι­λά­νε για δυο στό­χους της δρα­στη­ριό­τη­τάς της. Σύν­δε­ση με με­ρι­κές μα­ζι­κές κα­τα­στά­σεις και ε­νέρ­γειες με στό­χο τό­σο τα μο­νο­πω­λια­κά κέ­ντρα ό­σο και κύρια τον ι­μπε­ρια­λι­σμό και ι­διαί­τε­ρα τα στρα­τιω­τι­κά κέν­τρα του α­με­ρι­κά­νι­κου ι­μπε­ρια­λι­σμού. Μέ­σα σε 6 χρό­νια ο κύ­κλος έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί. Η λο­γι­κή της “έ­νο­πλης σύγ­κρου­σης” πέ­ρα κι έ­ξω α­πό το ε­πί­πε­δο της τα­ξι­κής σύγ­κρου­σης ο­δή­γη­σε στην αρ­χή στην α­πο­σύν­δε­ση α­πό το μα­ζι­κό κί­νη­μα, για τις α­νά­γκες της πα­ρά­νο­μης δου­λειάς (μια και αυ­τή δε μπο­ρεί να συν­δε­θεί με το κί­νη­μα), και με­τά στη σύ­γκρου­ση με τον τα­ξι­κό α­ντί­πα­λο –μη­χα­νι­σμός με μη­χα­νι­σμό– στη λο­γι­κή της αυ­το­ά­μυ­νας. Δη­λα­δή, βλέ­που­με την ί­δια μοι­ραί­α δια­δι­κα­σί­α που έ­χει α­κο­λου­θή­σει η ί­δια λο­γι­κή σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο: κό­ψι­μο α­πό τις μά­ζες στην πρώ­τη φά­ση και στη συ­νέ­χεια “αυ­το­ά­μυ­να”! Χτυ­πά­ει ο α­ντί­πα­λος, η έ­νο­πλη ο­μά­δα τού α­πα­ντά­ει (χτυ­πώ­ντας ει­σαγ­γε­λείς, μπά­τσους, κ.λ.π), ο α­ντί­πα­λος χτυ­πά­ει σε α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, προ­σπα­θείς να του α­παν­τή­σεις στο ί­διο ε­πί­πε­δο και ο­δη­γεί­σαι στην α­πο­μό­νω­ση α­πό το κί­νη­μα και την κα­τα­στρο­φή, μια και η μά­χη που δί­νεις α­φο­ρά­ει τον ί­διο τον ε­αυ­τό σου κι ό­χι τις μά­ζες. Η ΡΑΦ ξε­κί­νη­σε με τη λο­γι­κή της έ­νο­πλης πρω­το­πο­ρί­ας του λα­ού και κα­τέ­λη­ξε με τη λο­γι­κή της έ­νο­πλης αυ­το­ά­μυ­νας. Για να δού­με ό­μως τ’ α­πο­τε­λέ­σμα­τα της σύ­γκρου­σης, πρέ­πει ν’ α­να­χθού­με στην κα­τά­στα­ση που δη­μιουρ­γή­θη­κε στο κί­νη­μα, σ’ ό­λη τη Γερ­μα­νί­α. Το υ­πό­λοι­πο κί­νη­μα, κά­τω α­πό την πί­ε­ση μιας σύ­γκρου­σης που το ξε­περ­νού­σε, υ­πο­χρε­ώ­θη­κε, μπρος στα κα­τα­πιε­στι­κά μέ­τρα του κρά­τους, να σκύ­ψει το κε­φά­λι. Οι δε­ξιές δυ­νά­μεις και οι τά­σεις α­να­δί­πλω­σης δυ­νά­μω­σαν στο ε­σω­τε­ρι­κό του ό­πως και οι α­το­μι­κι­στι­κές πα­ρεμ­βά­σεις. Και μπρος σ’ έ­να κί­νη­μα α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο, α­νί­κα­νο να προ­βά­λει α­ντί­στα­ση, “ει­ρη­νο­ποι­η­μέ­νο”, η άρ­χου­σα τά­ξη πραγ­μά­τω­σε μια πρώ­τη προ­λη­πτι­κή α­ντε­πα­νά­στα­ση, δη­μιουρ­γώ­ντας έ­να κρά­τος τρό­μου και α­ντε­πα­νά­στα­σης χω­ρίς κα­μιά ου­σια­στι­κή α­ντί­στα­ση.

Ποια συ­μπε­ρά­σμα­τα πρέ­πει να βγά­λου­με;

Η δι­κιά μας ε­μπει­ρί­α εί­ναι μι­κρή, ε­λά­χι­στη. Ό­μως πρέ­πει να την δού­με. Πα­ρα­πά­νω προ­σπα­θή­σα­με να κά­νου­με έ­να δια­φο­ρι­σμό α­νά­με­σα στην υ­πο­στή­ρι­ξη που δί­να­με στη διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας σε ορ­γα­νώ­σεις ό­πως η “20 Ο­χτώ­βρη”, η “ΛΕ­Α”, κ.λ.π, και την άρ­νη­σή μας ταυ­τό­χρο­να να ταυ­τι­στού­με μα­ζί τους, ό­πως το ί­διο συμ­βαί­νει σή­με­ρα με την το­πο­θέ­τη­ση που εί­χα­με για τη “17 Νο­έμ­βρη”.
Ας δού­με λί­γο πιο α­να­λυ­τι­κά αυ­τή την το­πο­θέ­τη­ση:
Η ά­πο­ψή μας ή­ταν πως οι ε­νέρ­γειες αυ­τών των ορ­γα­νώ­σε­ων σε μια πε­ρί­ο­δο δι­κτα­το­ρί­ας έ­παι­ζαν θε­τι­κό ρό­λο, ι­διαί­τε­ρα σε μια ε­πο­χή που δεν κου­νιό­ταν φύλ­λο (αυ­τό δεν αρ­κεί σαν ε­πι­χεί­ρη­μα γε­νι­κά. Για­τί δε ση­μαί­νει πως ό­ταν δεν κου­νιέ­ται φύλ­λο εν γέ­νει βά­ζεις βόμ­βες. Ό­χι. Μι­λά­με για μια πε­ρί­ο­δο δι­κτα­το­ρί­ας και κα­τα­πί­ε­σης των μα­ζών, με δο­σμέ­νη δη­λα­δή την α­ντί­θε­σή τους στο κα­θε­στώς αλ­λά α­δυ­να­μί­α έκ­φρα­σης αυ­τής της α­ντί­θε­σης). Έ­τσι, οι βόμ­βες τό­τε α­πο­τε­λού­σαν έ­να φω­τει­νό ση­μά­δι για το λα­ό μας, το ση­μά­δι πως η α­ντί­στα­ση δεν πέ­θα­νε. Μ’ αυ­τή την έν­νοια προ­ε­τοί­μα­σαν την ε­πό­με­νη φά­ση του α­ντι­φα­σι­στι­κού κι­νή­μα­τος, της μα­ζι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης.Ό­μως, ε­νώ συμ­φω­νού­σα­με μ’ αυ­τές τις ε­νέρ­γειες, πο­τέ δεν συμ­φω­νή­σα­με με τις ορ­γα­νώ­σεις-φο­ρείς τους κι αυ­τό για­τί η θε­ω­ρη­τι­κο­ποί­η­ση που έ­δι­ναν στις α­πό­ψεις τους ή­ταν άλ­λη α­πό το πραγ­μα­τι­κό ε­πί­πε­δο των ε­νερ­γει­ών τους. Έ­τσι, ε­νώ οι ε­νέρ­γειές τους εί­χαν συμ­βο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα, θε­ω­ρη­τι­κο­ποιού­νταν σαν “α­ντάρ­τι­κο πό­λης”, πράγ­μα που τε­λι­κά δεν μπο­ρού­σε να εί­ναι, στον βαθ­μό που δεν υ­πήρ­χε η α­ντί­στοι­χη α­νά­πτυ­ξη του κι­νή­μα­τος. Το ί­διο ι­σχύ­ει και με τη “17 Νο­έμ­βρη”. Έ­τσι, α­κρι­βώς για­τί υ­πήρ­χε μια λα­θε­μέ­νη θε­ω­ρη­τι­κή α­ντί­λη­ψη πί­σω α­πό τη λο­γι­κή αυ­τών των ορ­γα­νώ­σε­ων, δεν μπό­ρε­σαν να παί­ξουν κα­νέ­να ρό­λο ό­ταν το κί­νη­μα πέ­ρα­σε σε άλ­λη φά­ση, μα­ζι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης με το φα­σι­σμό, και έ­παι­ξαν μη­δα­μι­νό ρό­λο στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο. [ ]

1. Η Θε­ω­ρί­α του συν­δυα­σμού μα­ζι­κής δου­λειάς και έ­νο­πλης πά­λης
Έ­να κε­ντρι­κό ε­πι­χεί­ρη­μα που μπαί­νει σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο εί­ναι: έ­χει φα­νεί πως αρ­κε­τές προ­σπά­θειες έ­νο­πλης δια­δι­κα­σί­ας έ­χουν α­πο­τύ­χει για­τί δε συν­δέ­ο­νταν με το μα­ζι­κό κί­νη­μα. Αν λοι­πόν κά­νου­με και έ­νο­πλο α­γώ­να και έ­χου­με σύν­δε­ση με το μα­ζι­κό κί­νη­μα, τό­τε τα πρά­γμα­τα θα πά­νε κα­λά.  Ό­μως, τι έ­χει α­πο­δεί­ξει η δια­δι­κα­σί­α; Ότι οι πιο ση­μα­ντι­κές προ­σπά­θειες έ­νο­πλων κι­νη­μά­των ξε­κί­νη­σαν μ’ αυ­τή τη λο­γι­κή κι ό­μως έ­φτα­σαν αλ­λού. Και θα πρέ­πει να δού­με για ποιο λό­γο. Για­τί το ζή­τη­μα δεν εί­ναι του “συν­δυα­σμού έ­νο­πλου α­γώ­να και μα­ζι­κής δου­λειάς”, αλ­λά ο έ­νο­πλος α­γώ­νας να εί­ναι ο ί­διος μα­ζι­κό πο­λι­τι­κό φαι­νό­με­νο, να βγαί­νει σα συ­νέ­χεια και προ­χώ­ρη­μα της μα­ζι­κής δου­λειάς, σα μα­ζι­κή δου­λειά ο ί­διος.  Έ­τσι έ­γι­νε στην Κα­το­χή, έ­τσι έ­γι­νε σε κά­θε αυ­θε­ντι­κή ε­πα­νά­στα­ση, α­πό την Κομ­μού­να του Πα­ρι­σιού μέ­χρι την Πα­λαι­στί­νη. Α­ντί­θε­τα, η θε­ω­ρί­α του συν­δυα­σμού δεν εί­ναι πα­ρά ε­κλε­πτυ­σμέ­νη μι­λι­τα­ρι­στι­κή α­ντί­λη­ψη. Κι ας δού­με για­τί. Για­τί την α­πό­φα­ση του συν­δυα­σμού την παίρ­νει κά­ποια πε­ριο­ρι­σμέ­νη ο­μά­δα, που α­πο­φα­σί­ζει να στη­ρί­ξει την έ­νο­πλη δου­λειά, υ­πο­χρε­ω­τι­κά κυ­ρί­αρ­χη, και στο μα­ζι­κό κί­νη­μα. Ό­μως, ε­πει­δή εί­ναι χω­ρι­στή α­πό το μα­ζι­κό κί­νη­μα, γί­νε­ται α­να­πό­φευ­κτα κε­ντρι­κή –πέ­ρα α­πό ο­ποια­δή­πο­τε σχέ­ση με το μα­ζι­κό κί­νη­μα. Ας δού­με τη δια­δι­κα­σί­α. Συ­νή­θως οι ορ­γα­νώ­σεις και οι ο­μά­δες αυ­τές ξε­κι­νά­νε με ε­νέρ­γειες “υ­πο­στή­ρι­ξης” σε λα­ϊ­κούς α­γώ­νες ή σε στό­χους μι­ση­τούς α­πό το λα­ό. Ό­μως, αυ­τές οι ε­νέρ­γειες, στο βαθ­μό που δεν παίρ­νουν μέ­ρος οι ί­διες οι μα­ζι­κές κα­τα­στά­σεις στις ο­ποί­ες α­να­φέ­ρο­νται, γί­νο­νται υ­πο­χρε­ω­τι­κά α­πό μι­κρές ο­μά­δες. Η κα­τα­πί­ε­ση χτυ­πά­ει αυ­τές τις ο­μά­δες. Τό­τε, α­κό­μα και με την πιο ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νη α­νά­λυ­ση, θα πέ­σεις στον φαύ­λο κύ­κλο. Δη­λα­δή, ε­πει­δή δρας σαν ο­μά­δα χω­ρι­στή α­πό το μα­ζι­κό κί­νη­μα, θες να προ­βά­λεις την πρα­χτι­κή σου σα σω­στή και να προ­σπα­θή­σεις να την μα­ζι­κο­ποι­ή­σεις. Γι’ αυ­τό δεν μπο­ρείς ν’ α­φή­σεις τον ε­χθρό να σε χτυ­πή­σει χω­ρίς ν’ α­πα­ντή­σεις. Κά­τι τέ­τοιο θα σή­μαι­νε άρ­νη­ση της ί­διας της ύ­παρ­ξής σου. Γι’ αυ­τό, υ­πο­χρε­ω­τι­κά θ’ α­παν­τή­σεις, θέ­λο­ντας να δεί­ξεις ό­τι η προ­ο­πτι­κή σου εί­ναι πραγ­μα­τι­κή. Κι έ­τσι, χω­ρίς να το θέ­λεις, θα μπεις στη λο­γι­κή να ανεβάσεις το επίπεδο των ε­νερ­γειών και της αυ­το­ά­μυ­νας. Πράγ­μα που ση­μαί­νει, ό­λο και πιο βα­θειά πα­ρα­νο­μί­α, ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο κό­ψι­μο α­πό τις μά­ζες, ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρος υ­πο­κει­με­νι­σμός.  Έ­χου­με δει πως ό­σο πιο α­πο­μο­νω­μέ­νη εί­ναι μια έ­νο­πλη ορ­γά­νω­ση τό­σο προχωρά σε ε­νέρ­γειες α­νώ­τε­ρης στρα­τη­γι­κής κλί­μα­κας. Ο “συν­δυα­σμός” θα ’χει α­πο­τύ­χει για μια α­κό­μα φο­ρά.
Α­ντί­θε­τα, η πραγ­μα­τι­κή πο­ρεί­α “συν­δυα­σμού” εί­ναι ε­κεί­νη που α­κο­λου­θούν οι λα­ϊ­κές μά­ζες. Σε μια α­περ­γί­α π.χ. φτιά­χνο­νται και ο­μά­δες που τσα­κί­ζουν τους α­περ­γο­σπά­στες, ε­πι­βάλ­λουν τη λα­ϊ­κή βί­α. Αυ­τός εί­ναι ο μό­νος τρό­πος “συν­δυα­σμού”, α­πό τα κά­τω, και α­πό κει μπο­ρεί να οι­κο­δο­μη­θεί μια άλ­λη α­ντί­λη­ψη για την έ­νο­πλη δια­δι­κα­σί­α. Έ­τσι, οι ε­νέρ­γειες των Του­πα­μά­ρος και του ΕRΡ ή­ταν τό­σο πιο με­γά­λες ό­σο με­γα­λύ­τε­ρη η α­πο­μό­νω­σή τους και η α­πο­τυ­χί­α της πο­λι­τι­κής τους γραμ­μής. Το ί­διο ι­σχύ­ει με τη RΑF. Οι “Κόκ­κι­νες Τα­ξιαρ­χί­ες” άρ­χι­σαν το 1970 με συμ­βο­λι­κές α­πα­γω­γές ή ε­νέρ­γειες ε­νά­ντια σε βιο­μη­χά­νους ή ι­διαί­τε­ρα κα­τα­πιε­στι­κούς διευ­θυ­ντές ερ­γο­στα­σί­ων, σε μια ε­πο­χή α­νό­δου του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Στη συ­νέ­χεια -ό­ταν το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα υποχωρούσε- για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των συ­ντρό­φων τους και ε­νά­ντια στο “πο­λι­τι­κό προ­σω­πι­κό του κρά­τους”. Σή­με­ρα, που βρί­σκο­νται στη με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­μό­νω­ση, χτυ­πά­νε “την καρ­διά του κρά­τους”.
Η ο­μά­δα του Χρ. Κα­σί­μη χτύ­πη­σε το γερ­μα­νι­κό ερ­γο­στά­σιο της Α­ΕG σαν α­ντί­ποι­να για τη δο­λο­φο­νί­α των α­γω­νι­στών της RΑF. Η α­στυ­νο­μί­α χτύ­πη­σε και δο­λο­φό­νη­σε τον Χρ. Κα­σί­μη. Η “ο­μά­δα Χρ. Κα­σί­μης” έ­βα­λε βόμ­βα στα α­συρ­μα­το­φό­ρα της Α­σφά­λειας. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν έ­ρευ­νες, πα­ρα­κο­λου­θή­σεις, έ­ντα­ση της ε­πί­θε­σης της Α­σφά­λειας. Α­να­πό­φευ­κτα, απ’ ό­λους ε­κεί­νους τους συ­ντρό­φους που θα φα­ντά­ζο­νταν μια δι­πλή πρα­χτι­κή, θα πρέ­πει να ε­ντα­θούν τα συ­νο­μω­τι­κά μέ­τρα, ό­που κι αν α­νή­κουν, στη “17 Νο­έμ­βρη”, την “ Ο­μά­δα Χρ. Κα­σι­μης”, την “Ε.Λ.Α.”, κλπ. Συ­νε­πώς, και με δο­σμέ­νη τη μι­κρή α­νά­πτυ­ξη του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στη χώ­ρα μας, το κό­ψι­μο α­πό τις μά­ζες θα πρέ­πει να γί­νει σχε­δόν α­πό­λυ­το.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η ε­μπει­ρί­α της Ε­ΤΑ στην Ι­σπα­νί­α, ό­πως και άλ­λων ο­μά­δων στη Γερ­μα­νί­α, Ι­τα­λί­α και αλ­λού. Για τις α­νά­γκες μιας δι­πλής δου­λειάς (που στην πε­ρί­πτω­ση της Ε­ΤΑ α­ντα­πο­κρί­νο­νταν α­πό­λυ­τα στις συν­θή­κες, στην πε­ρί­ο­δο του φραν­κι­σμού), εί­χαν κά­νει έ­ναν ό­σο γί­νε­ται α­πό­λυ­το χω­ρι­σμό α­νά­με­σα στη μα­ζι­κή και τη στρα­τιω­τι­κή ε­πέμ­βα­ση. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν, σή­με­ρα στην Ι­σπα­νί­α, που έ­να κομ­μά­τι της Ε­ΤΑ θέ­λει να συ­νε­χί­σει τον “πό­λε­μο”, να γί­νει διά­σπα­ση α­νά­με­σα στο κομ­μά­τι που κά­νει μα­ζι­κή δου­λειά και το στρα­τιω­τι­κό. Το ί­διο έ­γι­νε και αλ­λού. Για­τί έ­χεις να ε­πι­λέ­ξεις. Αν πραγ­μα­τι­κά προ­ω­θείς μια μα­ζι­κή δου­λειά, τό­τε ο ρυθ­μός της θά­ναι προ­σαρ­μο­σμέ­νος στον ρυθ­μό του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος (ό­πως σή­με­ρα στην Ι­σπα­νί­α) και ά­ρα οι ε­νέρ­γειες του στρα­τιω­τι­κού “κλά­δου” θα ε­μπο­δί­ζουν αυ­τή τη μαζική δου­λειά. Ό­μοια και οι α­να­γκαιό­τη­τες της μα­ζι­κής δου­λειάς θα ε­πι­βά­λουν πε­ριο­ρι­σμούς στην ε­ξέ­λι­ξη του έ­νο­πλου. Αρ­γά ή γρή­γο­ρα θα ’ ρθεί η διά­σπα­ση και το “ό­πλο” θα συ­νε­χί­σει, “α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο α­πό τους πε­ριο­ρι­σμούς του κό­σμου τού­του”, τη πο­ρεί­α του.
Αν α­ντί­θε­τα δεν προ­ω­θείς μια πραγ­μα­τι­κά μα­ζι­κή δου­λειά αλ­λά έ­να α­πλό “κά­λυμ­μα” της στρα­τιω­τι­κής δρά­σης και χώ­ρο “στρα­το­λό­γη­σης”, τό­τε ευ­νου­χί­ζεις και ε­μπο­δί­ζεις το πο­λι­τι­κό προ­χώ­ρη­μα των αν­θρώ­πων που παί­ζουν το ρό­λο του “κα­λύμ­μα­τος”, ε­μπο­δί­ζεις το πο­λι­τι­κό προ­χώ­ρη­μα του κι­νή­μα­τος για­τί, με βά­ση μια στρα­τιω­τι­κή λο­γι­κή, με­τα­φέ­ρεις την πο­λι­τι­κή έ­ξω απ’ αυ­τούς τους αν­θρώ­πους, έ­ξω α­πό τον κό­σμο, μια και η πο­λι­τι­κή γί­νε­ται α­πό τους ει­δι­κούς του έ­νο­πλου. Έ­τσι δεν υ­πάρ­χει διέ­ξο­δος.
Η μι­λι­τα­ρι­στι­κή λο­γι­κή δεν χω­ρά­ει κα­νέ­να συν­δυα­σμό, τε­λι­κά τον α­πορ­ρί­πτει. Μοιά­ζει με μια πέν­θι­μη πο­ρεί­α, που διαρ­κώς την ε­γκα­τα­λεί­πουν αυ­τοί που την πα­ρα­κο­λου­θούν, για να μεί­νουν στο τέ­λος μό­νο οι λί­γοι “συγ­γε­νείς” που βα­δί­ζουν μέ­σα στη γε­νι­κή α­πο­μό­νω­ση και τρο­μο­κρά­τη­ση.

2. Ε­λι­τι­σμός – μι­λι­τα­ρι­σμός και πε­ρι­φρό­νη­ση των μα­ζών
[ ] Κά­θε σύ­ντρο­φος που μπαί­νει στο ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα ξε­κι­νά­ει με τη θέ­λη­ση να αλ­λά­ξει τον κό­σμο και τη ζω­ή του, να χτί­σει έ­ναν άλ­λο κό­σμο, ν’ αλ­λά­ξει την ί­δια του τη ζω­ή. Γι’ αυ­τό, τη δια­δι­κα­σί­α της ε­πα­νά­στα­σης δεν τη βλέ­πει, δε μπο­ρεί να τη βλέ­πει, ξε­κομ­μέ­νη α­πό την ί­δια του τη ζω­ή και την αλ­λα­γή της. Μό­νο οι α­στοί πο­λι­τι­κάν­τη­δες, έ­στω κι αν λέ­γο­νται κομ­μου­νι­στές, κά­νουν πο­λι­τι­κή 6-8 και για την υ­πό­λοι­πη ζω­ή τους πέ­ρα βρέ­χει. Οι ε­πα­να­στά­στες προ­σπα­θούν, στο μέ­τρο της α­νά­πτυ­ξης του ί­διου του κι­νή­μα­τος, ν’ αλ­λά­ξουν την ί­δια τη ζω­ή τους. Και τις α­να­γκαιό­τη­τες του συ­νωμο­τι­σμού και της πα­ρα­νο­μί­ας τις α­ντι­με­τω­πί­ζουν σαν τέ­τοιες, α­να­γκαιό­τη­τες δη­λα­δή, και ό­χι σαν την πραγ­μά­τω­ση του α­γω­νι­στή.  Ό­ταν οι σύ­ντρο­φοι της RΑF λέ­νε πως ο άν­θρω­πος –ο α­γω­νι­στής– πραγ­μα­τώ­νε­ται μέ­σα α­πό την πα­ρα­νο­μί­α, πρό­κει­ται για μια δια­στρο­φή προς τον μι­λι­τα­ρι­σμό και τον ε­λι­τι­σμό. Ο α­γω­νι­στής πραγ­μα­τώ­νε­ται μέ­σα α­πό τη σχέ­ση του με τις μά­ζες και τη σύ­γκρου­ση μα­ζί μ’ αυ­τές ε­νά­ντια στον ε­χθρό, και ά­ρα μέ­σα α­πό την αλ­λα­γή των σχέ­σε­ών του μ’ αυ­τές, την αλ­λα­γή των ί­διων των συ­νο­λι­κών του α­το­μι­κών α­ντι­λή­ψε­ων και σχέ­σε­ων.
Το και­νού­ργιο ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα, που στις χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης α­να­πτύσ­σε­ται α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’60, εί­χε αυ­τή τη δι­πλή ο­πτι­κή: σύ­γκρου­ση με τον ε­χθρό, αλ­λα­γή της σχέ­σης με τις μά­ζες, αλ­λα­γή του ί­διου του ε­πα­να­στα­τι­κού υ­πο­κειμέ­νου. Μέ­σα στη δια­δι­κα­σί­α πτώ­σης του κι­νή­μα­τος, αυ­τές οι λο­γι­κές τεί­νουν να αυ­το­νο­μού­νται. Α­πό τη μια η RΑF, η σύ­γκρου­ση, α­πό την άλ­λη ε­κεί­νοι που α­πο­ζη­τούν τη λύ­ση των α­το­μι­κών τους προ­βλη­μά­των. Το κρι­τή­ριο, ο κρί­κος που λεί­πει κι α­πό τις δύ­ο ο­πτι­κές, εί­ναι η σύν­δε­ση με τις μά­ζες και τις α­νά­γκες τους. Αυ­τή κα­θο­ρί­ζει τό­σο την πο­ρεί­α και το ε­πί­πε­δο της σύ­γκρου­σης ό­σο και το μέ­τρο των α­το­μι­κών με­τα­σχη­μα­τι­σμών.
Η “έ­νο­πλη πά­λη” και η λο­γι­κή της, ό­ταν δεν εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα της ω­ρί­μαν­σης του λα­ϊ­κού κι­νή­μα­τος, ο­δη­γεί στον μι­λι­τα­ρι­σμό, τη λα­τρεί­α της δύ­να­μης, τον σε­χτα­ρι­σμό, το κό­ψι­μο α­πό τις α­νά­γκες των μα­ζών, στην πε­ρι­φρό­νη­σή τους. Πρό­κει­ται πά­ντα, α­πό την ε­πο­χή του Μπλαν­κί μέ­χρι σή­με­ρα, για κά­τι πά­νω και πέ­ρα α­πό τις μά­ζες.

Ο.Π.Α.
Μάρ­της 1978

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*