Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 37, Περιοδικό Άρδην

Η «δεύτερη γενιά»

ΡΗΞΗ

Με­λε­τώ­ντας τη συ­μπε­ρι­φο­ρά και την πρα­κτι­κή των α­νταρ­τών πό­λης σ’ ό­λη τη Δύ­ση μέ­νει κα­νείς έκ­πλη­κτος α­πό τις αλ­λα­γές που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν στο “προ­σω­πι­κό” των α­νταρ­τών. Στην πρώ­τη πε­ρί­ο­δο εί­ναι οι Κούρ­τσιο, οι Μά­ιν­χοφ, δια­νο­ού­με­νοι ή ερ­γά­τες α­γω­νι­στές που έ­φτα­σαν στην τρο­μο­κρα­τί­α μέ­σα α­πό την πο­λι­τι­κή έ­ντα­ξη στις πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις της δε­κα­ε­τί­ας του ‘60 ή των αρ­χών του ‘70, α­γω­νι­στές που α­να­φέ­ρο­νταν στον λε­νι­νι­σμό, την ερ­γα­τι­κή τά­ξη, το λα­ό, και που ό­ταν πιά­νο­νταν α­πό την α­στυ­νο­μί­α έ­με­ναν α­νυ­πο­χώ­ρη­τοι στην υ­πε­ρά­σπι­ση της πρα­κτι­κής τους. Η πρα­κτι­κή και η ζω­ή τους ή­ταν ε­κεί­νη του τυ­πι­κού λε­νι­νι­στή ε­πα­να­στά­τη, πει­θαρ­χη­μέ­νη, χω­ρίς πολ­λές πα­ρεκ­κλί­σεις. Έ­κα­ναν κι αυ­τοί λη­στεί­ες για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση της ορ­γά­νω­σης αλ­λά σε πε­ριο­ρι­σμέ­νη κλί­μα­κα και τις αυ­στη­ρά α­πα­ραί­τη­τες. Οι στό­χοι των ε­νερ­γειών τους ή­ταν αυ­στη­ρά ε­πι­λεγ­μέ­νοι με βά­ση πο­λι­τι­κά κρι­τή­ρια. Συ­χνά, στην Ι­τα­λί­α, στα νιά­τα τους ή­ταν α­γω­νι­στές κα­θο­λι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, ό­πως ο Κούρ­τσιο, προ­τού πε­ρά­σουν στον μαρ­ξι­σμό-λε­νι­νι­σμό. Η δρά­ση τους εί­χε πά­ντα έ­να έντο­νο η­θι­κό στοι­χεί­ο και αυ­τό δια­φαί­νε­ται και α­πό τα κεί­με­νά τους, πράγ­μα που θα συ­να­ντή­σου­με και στην Ελ­λά­δα σε ό­λη την δρά­ση και τις α­να­φο­ρές της ΛΕ­Α τα πρώ­τα χρό­νια, ό­πως και της “17 Νο­έμ­βρη”. Η φρα­σε­ο­λο­γί­α και οι λο­γι­κές δεν ή­ταν τυ­χαί­ες, προ­έρ­χο­νταν α­πό πα­λιούς α­ρι­στε­ρι­στές που α­πευ­θύ­νο­νταν σε άλ­λους α­ρι­στε­ρι­στές και γε­νι­κό­τε­ρα α­ρι­στε­ρούς, ή­ταν και εί­ναι φο­ρείς των α­ρι­στε­ρών α­ξιών. Ας θυ­μη­θού­με ό­λες τις προ­κη­ρύ­ξεις της “17 Νο­έμ­βρη”, ό­πως και την κρι­τι­κή που έ­κα­νε στον “έ­νο­πλο αυ­θορ­μη­τι­σμό”.
Με­τά ό­μως την α­νά­πτυ­ξη του κι­νή­μα­τος του 1977 στην Ι­τα­λί­α, την ει­σβο­λή στο κί­νη­μα των νέ­ων “κοι­νω­νι­κών προ­λε­τά­ριων”, των νε­α­ρών α­πό τις γει­το­νιές που μό­λις έ­χουν α­φή­σει το σχο­λειό, ο χα­ρα­κτή­ρας του “τρο­μο­κρά­τη” αλ­λά­ζει.
Τώ­ρα δεν εί­ναι ο πα­λιός πο­λι­τι­κός α­γω­νι­στής, δεν εί­ναι αυ­τός που περ­νά­ει στο “α­ντάρ­τι­κο πό­λης” μέ­σα α­πό μια ξε­κά­θα­ρη πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή, με τον ί­διο τρό­πο που θα μπο­ρού­σε να εί­χε πε­ρά­σει σε μια ο­ποια­δή­πο­τε α­ρι­στε­ρί­στι­κη ορ­γά­νω­ση. Δεν εί­ναι ο α­ρι­στε­ρός α­γω­νι­στής με α­νε­πτυγ­μέ­νη την αί­σθη­ση της θυ­σί­ας! Πρό­κει­ται για έ­να νέ­ο υ­πο­κεί­με­νο, τον νέ­ο που α­πό μι­κρός τα βά­ζει κα­θη­με­ρι­νά με τον μπά­τσο, τον νέ­ο που η “α­παλ­λο­τρί­ω­ση” εί­ναι τρό­πος ζω­ής, που δεν κά­νει πια κλο­πές και λη­στεί­ες για τις α­νά­γκες της ορ­γά­νω­σης μό­νο, αλ­λά για τις ί­διες τις προ­σω­πι­κές του α­νά­γκες. Οι στό­χοι του δεν εί­ναι πια πο­λι­τι­κοί στό­χοι, εί­ναι ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­κα­στές και α­στυ­νο­μι­κοί, εί­ναι οι δι­κοί του ε­χθροί! Οι ε­νέρ­γειές τους δεν εί­ναι το ί­διο τέ­λειες πο­λι­τι­κά και τε­χνι­κά, ό­πως της πρώ­της γε­νιάς, αλ­λά συ­χνά το δυ­να­μι­κό της βί­ας εί­ναι πολ­λα­πλά­σιο. Απ’ αυ­τή τη φουρ­νιά θα βγουν πά­ρα πολ­λοί α­πό τους “με­τα­νιω­μέ­νους” στην Ι­τα­λί­α που θα “μι­λή­σουν”· πρό­κει­ται για έ­να νέ­ο υ­πο­κεί­με­νο, πιο κο­ντά στο λού­μπεν και την συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Ό­ταν πιά­νε­ται συ­χνά μι­λά­ει, ό­ταν δει ό­τι δεν υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής. Μοιά­ζει πο­λύ σαν συ­μπε­ρι­φο­ρά με ε­κεί­νη πολ­λών νέ­ων στις δί­κες, σε α­ντί­θε­ση με τους α­ρι­στε­ρι­στές. Αυ­τοί οι νέ­οι στις πε­ρισ­σό­τε­ρες δί­κες εί­ναι “πε­ρα­στι­κοί”, δεν ξέ­ρουν τί­πο­τε και άλ­λα τέ­τοια. Α­ντί­θε­τα, οι α­ρι­στε­ρι­στές υ­πε­ρα­σπί­ζουν την “πο­λι­τι­κή τους ά­πο­ψη”. Αυ­τό δεν εί­ναι έν­δει­ξη ό­τι οι “α­ρι­στε­ρι­στές” εί­ναι πα-ληκά­ρια και οι άλ­λοι φο­βι­τσιά­ρη­δες. Συ­χνά εί­ναι το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το. Πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κή ά­πο­ψη και κοι­νω­νι­κή κουλ­τού­ρα. Ο α­ρι­στε­ρι­στής βλέ­πει την πο­λι­τι­κή δί­κη σαν μια ευ­και­ρί­α να κα­ταγ­γεί­λει τους “α­στούς” και να δια­κη­ρύ­ξει την ορ­θό­τη­τα των α­πό­ψε­ών του. Ο δε­κα­ο­χτά­χρο­νος νε­α­ρός ό­λα αυ­τά τα θε­ω­ρεί “μα­ζο­χι­σμό”. Μπρο­στά στην α­στυ­νο­μί­α ή το δι­κα­στή­ριο, θα κοι­τά­ξει να “την κά­νει”, να ξε­φύ­γει, για να χτυ­πή­σει “ό­που και ό­ταν τον παίρ­νει”. Δεν έ­χει τη λο­γι­κή της προ­πα­γάν­δι­σης α­πό­ψε­ων μέ­σα α­πό τη δί­κη, της συ­γκρό­τη­σης ε­νός κι­νή­μα­τος με συ­νέ­χεια και ευ­ρύ­τε­ρη α­πή­χη­ση, αλ­λά στη­ρί­ζε­ται στον αυ­θορ­μη­τι­σμό του.

Γι’ αυ­τό και η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή μέ­χρι τέ­λους. Ο Κούρ­τσιο και οι δι­κοί του, ό­ταν δουν ό­τι ό­λα εί­ναι χα­μέ­να, ε­γκα­τα­λεί­πουν το έ­νο­πλο και υ­πο­βάλ­λο­νται σε αυ­το­κρι­τι­κή. Οι νε­ώ­τε­ροι, το “νέ­ο υ­πο­κεί­με­νο” του έ­νο­πλου, δεν έ­χουν καν την έν­νοια της πο­λι­τι­κής αυ­το­κρι­τι­κής. Δεν υ­πάρ­χει η έν­νοια, “κά­να­με λά­θη και α­πο­κο­πή­κα­με α­πό τις μά­ζες” π.χ., αλ­λά η έν­νοια “την πα­τή­σα­με και μας πιά­σα­νε”. Έ­τσι βλέ­πει κα­νείς τη δια­φο­ρά που έ­χει η νέ­α τρο­μο­κρα­τί­α σε σχέ­ση με την πα­λιά. Η πα­λιό­τε­ρη ή­ταν έ­να πο­λι­τι­κό-κύ­ρια-φαι­νό­με­νο. Η νε­ώ­τε­ρη εί­ναι πρώ­τα και κύ­ρια κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, γι’ αυ­τό και, σε συν­θή­κες κρί­σης και πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σης της νε­ο­λαί­ας, δεν πρό­κει­ται να ε­ξα­λει­φθεί ο­λο­κλη­ρω­τι­κά α­πό κα­μί­α α­πό τις μη­τρο­πό­λεις της Δύ­σης, θα υ­πάρ­χει σαν εν­δη­μι­κό φαι­νό­με­νο και θα α­να­νε­ώ­νε­ται α­διά­κο­πα. Σε πε­ριό­δους έ­ντο­νης πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης της κοι­νω­νί­ας, θα τεί­νει να παίρ­νει πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα και πε­ριε­χό­με­νο, ε­νώ σε πιο α­πο­λι­τι­κές ε­πο­χές θα στρέ­φε­ται στην α­το­μι­κή α­παλ­λο­τρί­ωση.
Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι πρό­κει­ται για έ­να εν­δη­μι­κό φαι­νό­με­νο βί­ας α­πό το ό­τι πια δεν υ­πό­κει­ται σε κά­ποιες κα­τη­γο­ρί­ες πο­λι­τι­κής κρι­τι­κής. Η πα­ρα­δο­σια­κή πο­λι­τι­κή κρι­τι­κή δεν πιά­νει σ’ αυ­τό το υ­πο­κεί­με­νο! Δεν κα­τα­νο­εί έν­νοιες ό­πως “ξέ­κομ­μα α­πό τις μά­ζες”, “ε­νέρ­γεια χω­ρίς προ­ο­πτι­κή” και άλ­λα τέ­τοια. Αυ­τό το υ­πο­κεί­με­νο κα­τα­νο­εί μό­νο έν­νοιες του τύ­που έκ­φρα­ση και πε­ριε­χό­με­νο ζω­ής. [ ]
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η κρι­τι­κή μας του “έ­νο­πλου” δεν πρέ­πει να μεί­νει μό­νο στις πα­λιές κα­τη­γο­ρί­ες, στο πα­λιό πο­λι­τι­κό υ­πο­κεί­με­νο, που μπο­ρεί να πει­στεί α­πό α­να­φο­ρές σε πο­λι­τι­κή α­πο­δο­τι­κό­τη­τα κλπ. Σή­με­ρα, σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, η κρι­τι­κή πρέ­πει να πά­ει πιο πέ­ρα και ί­σως να βα­θύ­νει α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, δη­λα­δή να κρι­τι­κά­ρει μια ο­λό­κλη­ρη λο­γι­κή “της βί­ας” σαν πε­ριε­χό­με­νο ζω­ής και κι­νή­μα­τος. Τε­λι­κά να αγ­γί­ξει το­μείς που μέ­χρι σή­με­ρα η “α­ρι­στε­ρή κρι­τι­κή” δεν έ­χει καν προ­σεγ­γί­σει. [ ]

Η θε­ο­ποί­η­ση της βί­ας και το ε­ναλ­λα­κτι­κό κί­νη­μα
[ ] Η λο­γι­κή του έ­νο­πλου στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό στα ε­ξής: δε­δο­μέ­νου ό­τι η α­στι­κή κοι­νω­νί­α δεν μπο­ρεί να α­να­τρα­πεί πα­ρά μό­νο με τη βί­α, την έ­νο­πλη βί­α, οι ε­πα­να­στά­τες πρέ­πει να δεί­χνουν στις μά­ζες το δρό­μο του έ­νο­πλου α­πό τα σή­με­ρα, έ­τσι ώ­στε να ε­πι­τα­χύ­νουν την ώ­ρα της “κρί­σης”. Και αυ­τή η α­ντί­λη­ψη έρ­χε­ται να συ­να­ντή­σει τη γραμ­μή του έ­νο­πλου αυ­θορ­μη­τι­σμού των νέ­ων. Μια ο­ρι­σμέ­νη νε­ο­λαί­α σ’ ό­λο το Δυ­τι­κό κό­σμο, αλ­λά και στην Ελ­λά­δα, ζει –ό­πως δεί­ξα­με– σε συν­θή­κες πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σης και α­πόρ­ρι­ψης, ζει πε­ταγ­μέ­νη α­πό την ε­πί­ση­μη κοι­νω­νί­α. Η σχέ­ση της με το κρά­τος εί­ναι κύ­ρια σχέ­ση με τους κα­τα­σταλ­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς και τους μη­χα­νι­σμούς κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας. Τα­λα­ντεύ­ε­ται α­διά­κο­πα α­νά­με­σα σε μια δι­πλή λο­γι­κή, ή συ­χνά εκ­φρά­ζει και αυ­τές τις δύ­ο λο­γι­κές ταυ­τό­χρο­να. Έ­χει με την κοι­νω­νί­α μια σχέ­ση κα­θα­ρά κα­τα­να­λω­τι­κή –α­να­ζή­τη­σης ει­δών κα­τα­νά­λω­σης– και ταυ­τό­χρο­να βί­αι­ης α­ντι­πα­ρά­θε­σης με τους κα­τα­σταλ­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς.
Φτιά­χνε­ται έ­να υ­πο­κεί­με­νο “κο­λο­βό”, έ­να υ­πο­κεί­με­νο ε­λά­χι­στα ή κα­θό­λου δη­μιουρ­γι­κό, έ­να υ­πο­κεί­με­νο που στις συν­θή­κες της ση­με­ρι­νής κρί­σης δε μπο­ρεί να εκ­φρά­σει τη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τά του στο ε­πί­πε­δο μιας κά­ποιας πα­ρα­γω­γής, έ­να υ­πο­κεί­με­νο που σε δο­σμέ­νες συν­θή­κες μπο­ρεί να εί­ναι α­να­τρε­πτι­κό, αλ­λά ό­χι ε­πα­να­στα­τι­κό, μια και δεν μπο­ρεί να προ­τεί­νει μο­ντέ­λο κοι­νω­νί­ας.
Αυ­τό το υ­πο­κεί­με­νο ζει σε συν­θή­κες εν­δη­μι­κής βί­ας και με τον έ­να ή άλ­λο τρό­πο τρο­φο­δο­τεί τις έ­νο­πλες γκρού­πες, α­πο­τε­λεί την υ­παρ­κτή “κοι­νω­νι­κή βά­ση” ε­νός ο­ρι­σμέ­νου τύ­που “α­ντάρ­τι­κου πό­λης”.
Ποια μπο­ρεί να εί­ναι η προ­ο­πτι­κή και η διέ­ξο­δος αυ­τής της νε­ο­λαί­ας;
Η ιτα­λι­κή Αυ­το­νο­μί­α και ο Νέ­γκρι προ­σπά­θη­σαν να προ­τεί­νουν έ­να κα­θα­ρά πο­λι­τι­κό μο­ντέ­λο ε­ξό­δου α­πό την κρί­ση, την ά­με­ση πά­λη για την κομ­μου­νι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση, για την α­να­τρο­πή του κρά­τους, και ε­πο­μέ­νως την κα­τα­στρο­φι­κή, α­να­τρε­πτι­κή χρή­ση αυ­τού του ε­πα­να­στα­τι­κού δυ­να­μι­κού. Η διέ­ξο­δος ή­ταν η προ­βο­λή της κα­τα­στρο­φής του κε­φα­λαί­ου ως κε­ντρι­κού στό­χου της ε­πα­νά­στα­σης, και “με­τά βλέ­που­με”. Ό­μως η χρη­σι­μο­ποί­η­ση αυ­τής της νε­ο­λαί­ας σαν του πο­λιορ­κη­τι­κού κριού της πο­λι­τι­κής ε­πα­νά­στα­σης θα προ­ϋ­πό­θε­τε πως οι “πε­ζι­κά­ριοι”, δη­λα­δή η μά­ζα του προ­λε­τα­ριά­του, θα α­κο­λου­θού­σαν. Κά­τι τέ­τοιο δεν συ­νέ­βη­, ού­τε πρό­κει­ται να συμ­βεί στο βρα­χυ­πρό­θε­σμο μέλ­λον. Ε­κεί ε­στιά­ζε­ται και η α­πο­τυ­χί­α της πο­λι­τι­κής και ι­δε­ο­λο­γι­κής α­ντί­λη­ψης της αυ­το­νο­μί­ας. Ό­τι δεν κα­τα­νό­η­σε πως η ση­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό έ­να πό­λε­μο “κι­νή­σε­ων”, με γρή­γο­ρες και βί­αιες α­να­τρο­πές, αλ­λά α­πό έ­να πό­λε­μο θέ­σε­ων, έ­να μα­κρό­χρο­νο α­γώ­να, μέ­σα στον ο­ποί­ο το ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα πρέ­πει ό­χι μό­νο να προ­τεί­νει και να προ­ω­θή­σει έ­να ε­ναλ­λα­κτι­κό μο­ντέ­λο ζω­ής και κοι­νω­νί­ας, που προ­φα­νώς δεν μπο­ρεί να αρ­κεί­ται σε μια λο­γι­κή κα­τα­στρο­φής, αλ­λά και να προ­τεί­νει “ε­δώ και τώ­ρα” ε­κεί­νους τους κοι­νω­νι­κούς και ε­ναλ­λα­κτι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς που θα ε­πι­τρέ­ψουν τό­σο στη νε­ο­λαί­α ό­σο και στα υ­πό­λοι­πα ε­πα­να­στα­τι­κά τμή­μα­τα να ε­ντα­χθούν σε έ­να ε­ναλ­λα­κτι­κό κί­νη­μα. Η στρα­τη­γι­κή και η πρα­κτι­κή ε­νός ε­πα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος πρέ­πει να εί­ναι ε­ναλ­λα­κτι­κή. Κι αυ­τό ση­μαί­νει να ε­πι­κε­ντρώ­νει τό­σο στην έ­ντα­ξη των νέ­ων σε πα­ρα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, μέ­σα α­πό την ρι­ζι­κή μεί­ω­ση των ω­ρών δου­λειάς, ό­σο και –στο με­τα­ξύ– στην οι­κο­δό­μη­ση πα­ρα­γω­γι­κών δρα­στη­ριο­τή­των, με μορ­φή ε­ναλ­λα­κτι­κή, κοι­νο­βια­κή, κ.λπ., ε­δώ και σή­με­ρα, “πριν” τη “με­γά­λη νύ­χτα”. Χω­ρίς μια τέ­τοια πρα­κτι­κή της νε­ο­λαί­ας, αυ­τή θα περ­νά­ει α­πό τα βί­αια ξε­σπά­σμα­τα στην α­πά­θεια, στο “τα­ξί­δι” των ναρ­κω­τι­κών, και με­τά με­ρι­κά χρό­νια α­γκι­τά­τσιας στην ι­διώ­τευ­ση. Μή­πως αυ­τό δεν συμ­βαί­νει γύ­ρω μας, με την “αυ­τό­νο­μη” α­ναρ­χι­κή νε­ο­λαί­α; Έ­να κί­νη­μα σή­με­ρα δεν μπο­ρεί να εί­ναι μό­νο αυ­τό­νο­μο ή μάλ­λον δεν μπο­ρεί να εί­ναι πραγ­μα­τι­κά αυ­τό­νο­μο αν δεν εί­ναι ε­ναλ­λα­κτι­κό. Η ε­πα­νά­στα­ση δεν εί­ναι μό­νο το μί­σος και η βί­α του κοι­νω­νι­κού προ­λε­τά­ριου, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να η πρό­τα­ση και η οι­κο­δό­μη­ση άλ­λων πυ­ρή­νων ζω­ής σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα, α­πό την προ­σω­πι­κή ζω­ή μέ­χρι την πα­ρα­γω­γή.
Αυ­τό το υ­πο­κεί­με­νο, που ξη­με­ρο­βρα­διά­ζε­ται ά­πρα­κτο σε διά­φο­ρες πλα­τεί­ες, στην Ελ­λά­δα και την Ευ­ρώ­πη, χω­ρίς κα­νέ­να πε­ριε­χό­με­νο άλ­λης ζω­ής, που πε­ρι­μέ­νει μια πρό­κλη­ση α­πό τους μπά­τσους, ή α­κό­μα και την δη­μιουρ­γεί, για να ε­κτο­νώ­σει ό­λο το κα­τα­πιε­σμέ­νο δυ­να­μι­κό του, δεν μπο­ρεί να α­πο­τε­λεί, σαν τέ­τοιο, φο­ρέ­α ε­νός ε­πα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Το μί­σος και η βί­α δεν αρ­κούν γι’ αυ­τό. Α­ντί­θε­τα δη­μιουρ­γούν έ­να υ­πο­κεί­με­νο που δεν εί­ναι φο­ρέ­ας κα­μιάς ε­ναλ­λα­κτι­κής πρό­τα­σης και κομ­μου­νι­στι­κής α­ξί­ας, με μια ζω­ή κε­νή και αλ­λο­τριω­μέ­νη στο έ­πα­κρο που, με­τά α­πό με­ρι­κά χρό­νια, ε­γκα­τα­λεί­πε­ται α­πό τους φο­ρείς τους, για να πε­ρά­σουν στην ι­διώ­τευ­ση.
Η θε­ο­ποί­η­ση της βί­ας ό­χι μό­νο εί­ναι  λαν­θα­σμέ­νη αλ­λά δη­μιουρ­γεί και έ­να, κε­νό πε­ριε­χο­μέ­νου, γκέ­το της βί­ας που δεν εί­ναι φο­ρέ­ας κα­μιάς α­ξί­ας ζω­ής και με­τα­σχη­μα­τι­σμού.
Ε­δώ πρέ­πει να γί­νει κά­ποια ση­μα­ντι­κή το­μή. Δεν εί­ναι δυ­να­τό να θε­ο­ποιού­με α­νε­ξέ­λε­γκτα τη βί­α. Στο κά­τω-κά­τω της γρα­φής, δεν μπο­ρού­με να εί­μα­στε βέ­βαιοι ού­τε για τον ί­διο το δρό­μο που θα πά­ρει η ε­πα­νά­στα­ση. Η βί­α δεν μπο­ρεί να α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται α­πό το ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα πα­ρά μό­νο σαν στρα­τη­γι­κή αυ­το­ά­μυ­να των μα­ζών α­πέ­να­ντι στο κρά­τος και την κα­τα­στο­λή του (τα­κτι­κά και μό­νο μπο­ρεί να εί­ναι ε­πι­θε­τι­κή). Αυ­τή ή­ταν πά­ντα η λο­γι­κή της λα­ϊ­κής βί­ας, δεν ή­ταν μια λο­γι­κή της βί­ας για τη βί­α, μιας “ε­πα­να­στα­τι­κής γυ­μνα­στι­κής” χω­ρίς πε­ριε­χό­με­νο, που φτά­νει στο α­πό­γειό της με τις έ­νο­πλες ο­μά­δες, που ε­ξα­λεί­φουν κά­θε άλ­λη μορ­φή της πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής πρα­κτι­κής και γί­νο­νται ε­παγ­γελ­μα­τί­ες της βί­ας! Τι μο­ντέ­λο ζω­ής και κοι­νω­νί­ας θα μπο­ρού­σαν να προ­τεί­νουν και σε τι κό­σμο ά­ρα­γε μπο­ρούν να α­πευ­θύ­νο­νται, σε έ­να κό­σμο με συ­ναι­σθη­μα­τι­κό και δη­μιουρ­γι­κό κε­νό, σε έ­να κό­σμο χω­ρίς πρό­τα­ση ζω­ής. Σ’ αυ­τά τα φα­ντά­σμα­τα που πε­ρι­φέ­ρο­νται α­πό δω και α­πό κει α­να­ζη­τώ­ντας μια κά­ποια συ­γκί­νη­ση! Ή σε μια νε­ο­λαί­α χω­ρίς α­ντι­κεί­με­νο και ό­ρα­μα. Σ’ αυ­τές τις συν­θή­κες λοι­πόν, η πά­λη ε­νά­ντια στο μι­λι­τα­ρι­σμό και τη θε­ο­ποί­η­ση της βί­ας πρέ­πει να έ­χει σαν κέ­ντρο της την δια­μόρ­φω­ση ε­νός Ε­ναλ­λα­κτι­κού κι­νή­μα­τος, που θα ε­ντά­ξει έ­να του­λά­χι­στον κομ­μά­τι της νε­ο­λαί­ας σε μια λο­γι­κή κοι­νω­νι­κών με­τα­σχη­μα­τι­σμών και ά­με­σων αλ­λα­γών στη ζω­ή του. Μια λο­γι­κή που θα πά­ψει να εί­ναι κα­τα­να­λω­τι­κή, κα­τα­να­λω­τές προ­ϊ­ό­ντων, ι­δε­ών και κα­τα­να­λω­τές βί­ας, αλ­λά θα γί­νει δη­μιουρ­γι­κή, δη­μιουρ­γός προ­γράμ­μα­τος και ζω­ής, ε­ναλ­λα­γής ε­δώ και σή­με­ρα. Δεν υ­πάρ­χει άλ­λος τρό­πος πά­λης ε­νά­ντια στην πα­ρά­νοια της τρο­μο­κρα­τί­ας, πα­ρά μό­νο μέ­σα α­πό την οι­κο­δό­μη­ση ε­νός ε­ναλ­λα­κτι­κού προ­γράμ­μα­τος και πρα­κτι­κής!

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά
Αν λοι­πόν η “πρώ­τη γε­νιά” των α­νταρ­τών πό­λης εί­χε έ­να έ­ντο­νο ι­δε­ο­λο­γι­κό και πο­λι­τι­κό στοι­χεί­ο στην πά­λη της, συν­δέ­ο­ντάς την με την α­νά­γκη συ­νο­λι­κών με­τα­σχη­μα­τι­σμών, η δεύ­τε­ρη δια­γρά­φει έ­να άλ­λο υ­πο­κεί­με­νο και μια άλ­λη πρα­κτι­κή. Έ­να υ­πο­κεί­με­νο και μια πρα­κτι­κή που δεν α­να­φέ­ρε­ται τό­σο πια σε έ­να πρό­γραμ­μα, έ­να στό­χο, αλ­λά έ­χει με­τα­βά­λει τη βί­α σε τρό­πο ζω­ής· πρό­κει­ται πια για έ­να φαι­νό­με­νο ύ­ψι­στης α­πελ­πι­σί­ας. Εί­δα­με στην Ι­τα­λί­α πα­λιά μέ­λη των έ­νο­πλων ορ­γα­νώ­σε­ων να ζού­νε σε κλει­στά κυ­κλώ­μα­τα που πραγ­μα­το­ποιούν λη­στεί­ες και άλ­λες ε­νέρ­γειες, χω­ρίς κα­νέ­να πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα και προ­ο­πτι­κή. Πι­θα­νά πα­ρό­μοια κα­τεύ­θυν­ση δια­γρά­φε­ται και σε έ­να κομ­μά­τι του τρο­μο­κρα­τι­κού μι­κρό­κο­σμου της Ελ­λά­δας. Τώ­ρα το έ­νο­πλο δεν εί­ναι μέ­σο, εί­ναι ο ί­διος ο στό­χος, εί­ναι το μέ­σο έκ­φρα­σης κά­ποιων αν­θρώ­πων στα ό­ρια της α­πελ­πι­σί­ας. [ ]

ΡΗ­ΞΗ
Μά­ης 1985

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*