Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 37, Περιοδικό Άρδην

Το ιταλικό αντάρτικο

του  Γιώργου Καραμπελιά

Η ι­στο­ρί­α του ι­τα­λι­κού α­ντάρ­τι­κου αρ­χί­ζει πο­λύ μα­κριά στο πα­ρελ­θόν, εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με την ί­δια την ι­στο­ρί­α του κι­νή­μα­τος που α­να­πτύ­χθη­κε με­τά το 1968.
Θα πρέ­πει να ξε­κι­νή­σου­με με τη «μυ­θο­λο­γί­α» του α­ντάρ­τι­κου, έ­ντο­να ρι­ζω­μέ­νη στην ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κή α­ρι­στε­ρά και σε ο­ρι­σμέ­να κομ­μά­τια της ερ­γα­τι­κής τά­ξης — που στη συ­νέ­χεια εί­δαν ευ­νο­ϊ­κά και υ­πο­στή­ρι­ξαν τις Ε­ρυ­θρές Τα­ξιαρ­χί­ες. Αυ­τή η «μυ­θο­λο­γί­α» α­να­φέ­ρε­ται πιο πρό­σφα­τα στο α­ντάρ­τι­κο ε­νά­ντια στον Μουσ­σο­λί­νι και τους Γερ­μα­νούς, ι­διαί­τε­ρα στην κεν­τρι­κή και τη βό­ρεια Ι­τα­λί­α στα χρό­νια 1943-1945, που εί­χε ρι­ζώ­σει στα προ­λε­τα­ρια­κά στρώ­μα­τα και εί­χε έ­ναν έ­ντο­να κοι­νω­νι­κό α­να­τρε­πτι­κό χα­ρα­κτή­ρα.
Ό­ταν λοι­πόν το ΚΚΙ, με ε­πι­κε­φα­λής τον Το­λιά­τι, φρε­νά­ρει την α­ντι­πα­ρά­θε­ση με το κα­θε­στώς, δε­κά­δες χι­λιά­δες ό­πλα κρύ­βο­νται για με­γά­λο διά­στη­μα, μια και η λο­γι­κή της ε­φό­δου για την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σί­ας ή­ταν έ­ντο­νη στα μα­χη­τι­κά στε­λέ­χη του α­ντάρ­τι­κου. Οι μνή­μες ε­κεί­νου του α­ντάρ­τι­κου μέ­νουν ρι­ζω­μέ­νες ι­διαί­τε­ρα σε προ­λε­τα­ρια­κές πε­ριο­χές ό­πως το Το­ρί­νο, η Γέ­νο­βα και οι λι­με­νερ­γά­τες, κ.λπ.
Στη συ­νέ­χεια θα πρέ­πει να ξα­να­θυ­μη­θού­με την «κουλ­τού­ρα» του ’68 γε­νι­κό­τε­ρα και του ι­τα­λι­κού ’68 ει­δι­κό­τε­ρα. Η γκε­ρίλ­λα, ο Τσε, ο έ­νο­πλος α­γώ­νας στο Βιετ­νάμ, οι Του­πα­μά­ρος στην Ου­ρου­γουά­η, η φρά­ση του Μά­ο: «η ε­ξου­σί­α βρί­σκε­ται στην κάν­νη του του­φε­κιού», ή­ταν η ζω­ντα­νή κουλ­τού­ρα του κι­νή­μα­τος. Η «πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κή ορ­γά­νω­ση», το ι­δα­νι­κό της ε­πο­χής. Η «σύ­γκρου­ση με τους μπά­τσους», η κα­θη­με­ρι­νή α­ντι­πα­ρά­θε­ση με α­λυ­σί­δες, μπε­τό­βερ­γες, κο­κταί­ηλ Μο­λό­τωφ και ε­πι­τρο­πές πε­ρι­φρού­ρη­σης που με­τα­βάλ­λο­νταν σε πα­ρα­στρα­τιω­τι­κά τμή­μα­τα των με­γά­λων ορ­γα­νώ­σε­ων της ά­κρας α­ρι­στε­ράς, ση­μά­δευαν και ζω­ντά­νευαν τις κα­θη­με­ρι­νές συ­ζη­τή­σεις των α­γω­νι­στών του κι­νή­μα­τος.
Το ε­πί­πε­δο της ι­τα­λι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης, ο ψη­λός βαθ­μός της σύ­γκρου­σης στα ερ­γο­στά­σια, το δρό­μο και το σχο­λειό, ό­χι μό­νο με την α­στυ­νο­μί­α αλ­λά και με τους φα­σί­στες που δεν δί­στα­ζαν να δο­λο­φο­νή­σουν, έ­κα­νε α­να­γκαί­α την προ­σφυ­γή σε έ­να α­να­πτυγ­μέ­νο ε­πί­πε­δο βί­ας. Ό­ταν σκε­φτεί κα­νείς πως μια ορ­γά­νω­ση σαν την Lotta Continua εί­χε πά­νω α­πό δέ­κα νε­κρούς εκείνα τα χρό­νια, κα­τα­λα­βαί­νου­με πού βρι­σκό­ταν η σύ­γκρου­ση.
Με­τά το ’69, η ι­τα­λι­κή α­ντί­δρα­ση προ­σπα­θεί να α­πα­ντή­σει. Αρ­χί­ζουν οι «σφα­γές» που κά­νουν οι φα­σί­στες, με πρώ­τη τη σφα­γή της Πιά­τσα Φο­ντά­να στο Μι­λά­νο με τους 16 νε­κρούς, και οι α­πό­πει­ρες πρα­ξι­κο­πή­μα­τος με τον «μαύ­ρο πρί­γκη­πα» Βα­λέ­ριο Μπορ­γκέ­ζε και τον αρ­χη­γό της CID, τις μυ­στι­κές υ­πη­ρε­σί­ες της Ι­τα­λί­ας. Ο κίν­δυ­νος πρα­ξι­κο­πή­μα­τος έ­μοια­ζε ά­με­σος. Μπρος σ’ αυ­τές τις α­πει­λές, ορ­γα­νώ­νο­νται τα πρώ­τα έ­νο­πλα δί­κτυα α­πό τον Τζια­ντζιά­κο­μο Φελ­τρι­νέλ­λι, τον με­γα­λύ­τε­ρο Ι­τα­λό εκ­δό­τη, που εί­χε σχέ­σεις με το λα­τι­νι­κο­α­με­ρι­κά­νι­κο α­ντάρ­τι­κο και τον Τσε τα προ­η­γού­με­να χρό­νια, και δο­λο­φο­νή­θη­κε σε πα­γί­δα που του έ­στη­σε η ελ­λη­νι­κή χού­ντα και οι ι­τα­λοί φα­σί­στες. Οι ε­πι­τρο­πές πε­ρι­φρού­ρη­σης των ορ­γα­νώ­σε­ων, ι­διαί­τε­ρα της Lotta Continua, με­τα­βάλ­λο­νται σε ημιστρα­τιω­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις που προ­σπα­θούν να ε­ξου­δε­τε­ρώ­σουν τις φα­σι­στι­κές συ­νο­μω­σί­ες και να ξε­σκε­πά­σουν τη «στρα­τη­γι­κή της  έ­ντα­σης».
Τε­λι­κά, με­τά το 1971-72, ο φα­σι­στι­κός κίν­δυ­νος α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Ό­μως το πο­λι­τι­κό κλί­μα αλ­λά­ζει. Η μα­ζι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση γνω­ρί­ζει μια σχε­τι­κή υ­πο­χώ­ρη­ση. Μπαί­νει το ζή­τη­μα της ε­γκα­τά­στα­σης σε δια­δι­κα­σί­ες μα­κρό­χρο­νου α­γώ­να. Ποιος ά­ρα­γε θα εί­ναι ο δρό­μος;
Και ε­δώ αρ­χί­ζουν οι δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Δυ­νά­μεις ό­πως η «Ερ­γα­τι­κή Πρω­το­πο­ρί­α» και το «Μα­νι­φέ­στο» περ­νά­νε τε­λι­κά στη λο­γι­κή ε­νός μα­κρό­χρο­νου και σχε­τι­κά θε­σμο­ποι­η­μέ­νου α­γώ­να, με συμ­με­το­χή στις ε­κλο­γές και ρί­ζω­μα στη λε­γό­με­νη συν­δι­κα­λι­στι­κή α­ρι­στε­ρά, ι­διαί­τε­ρα με­τά την α­να­νέ­ω­ση της δύ­να­μης των συν­δι­κά­των στα πρώ­τα χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του ’70.
Σε ορ­γα­νώ­σεις ό­πως η Lotta Continua, η ε­σω­τε­ρι­κή πά­λη παίρ­νει δια­στά­σεις σκλη­ρής α­ντι­πα­ρά­θε­σης πά­νω στον δρό­μο που θα α­κο­λου­θη­θεί. Ε­δώ ου­σια­στι­κά προ­βά­λλουν τρεις κα­τευ­θύν­σεις: Η μί­α εί­ναι η α­νά­γκη να πε­ρά­σει το κί­νη­μα στην έ­νο­πλη πρα­κτι­κή, πά­ντα βέ­βαια με μια λο­γι­κή δε­μέ­νη με το μα­ζι­κό κί­νη­μα, μια λο­γι­κή «έ­νο­πλης υ­πο­στή­ρι­ξης» των μα­ζι­κών κι­νη­μά­των. Αυ­τή η τά­ση εκ­φρα­ζό­ταν κύ­ρια α­πό την «ε­πι­τρο­πή πε­ρι­φρού­ρη­σης» της ορ­γά­νω­σης, που εί­χε ή­δη αρ­κε­τές ε­νέρ­γειες στο ε­νερ­γη­τι­κό της στη διάρ­κεια των προ­η­γού­με­νων χρό­νων, και α­νά­με­σά τους την πρώ­τη «ε­κτέ­λε­ση», ε­κεί­νη του α­στυ­νο­μι­κού διευ­θυ­ντή Κα­λα­μπρέ­ζι, υ­πεύ­θυ­νου για τη δο­λο­φο­νί­α του α­ναρ­χι­κού Πι­νέλ­λι με­τά τη σφα­γή της Πιά­τσα Φο­ντά­να. Τε­λι­κά, με­τά α­πό σκλη­ρή α­ντι­πα­ρά­θε­ση, αυ­τή η τά­ση α­πο­χώ­ρη­σε α­πό την ορ­γά­νω­ση, έ­φτια­ξε αρ­χι­κά την ορ­γά­νω­ση Senza Tregua (Χω­ρίς α­να­κω­χή), που ή­θε­λε να έ­χει πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, και τε­λι­κά ο­δή­γη­σε στη δια­μόρ­φω­ση της ορ­γά­νω­σης «Πρώ­τη Γραμ­μή», δεύ­τε­ρης σε μέ­γε­θος με­τά τις Ε­ρυ­θρές Τα­ξιαρ­χί­ες, που προ­ω­θού­σε μια α­ντί­λη­ψη πε­ρισ­σό­τε­ρο «κι­νη­μα­τι­κή» α­πό ε­κεί­νη των Τα­ξιαρ­χιών. Οι άλ­λες δύ­ο κα­τευ­θύν­σεις, που προ­σω­ρι­νά και για με­ρι­κά χρό­νια εμ­φα­νί­ζο­νται χω­ρίς ση­μα­ντι­κές δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις α­νά­με­σά τους, προ­τεί­νουν εί­τε τη θε­σμι­κή πα­ρέμ­βα­ση εί­τε τη συ­νέ­χεια του κι­νή­μα­τος μέ­σα α­πό την α­νά­πτυ­ξη ε­ξω­θε­σμι­κών κι­νη­μά­των. Πάν­τως, για την ώ­ρα, και οι δύ­ο αυ­τές τά­σεις συ­μπο­ρεύ­ο­νται στην άρ­νη­ση της «έ­νο­πλης» λο­γι­κής.
Στην άλ­λη με­γά­λη ορ­γά­νω­ση, το Potere Operaio (Ερ­γα­τι­κή Ε­ξου­σί­α), που έ­χει κοι­νή προ­έ­λευ­ση με τη Lotta Continua, η δια­μά­χη ο­δη­γεί το 1973 στην αυ­το­διά­λυ­ση. Ε­δώ οι προ­βλη­μα­τι­κές εί­ναι πιο κο­ντά στη λο­γι­κή του έ­νο­πλου. Πά­ντα βέ­βαια α­πό μια σκο­πιά σύν­δε­σης με το τα­ξι­κό κί­νη­μα, αλ­λά το με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος που έ­δι­νε το Ρ.Ο. στα προ­βλή­μα­τα της ε­ξου­σί­ας και της κα­τά­κτη­σής της, ο λε­γό­με­νος λε­νι­νι­σμός του, έ­σπρω­χναν πε­ρισ­σό­τε­ρο στη λο­γι­κή της έ­νο­πλης, ρι­ζι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης, της άρ­νη­σης ο­ποιασ­δή­πο­τε πο­λι­τι­κής δια­με­σο­λά­βη­σης με το κρά­τος, της με­τω­πι­κής σύ­γκρου­σης. Βέ­βαια δεν πρό­κει­ται σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση για ε­νιαί­α ά­πο­ψη, ού­τε για λο­γι­κή έ­νο­πλης ορ­γά­νω­σης κόμ­μα­τος, αλ­λά για μια λο­γι­κή ανύψωσης του ε­πί­πε­δου της α­ντι­πα­ρά­θε­σης σε α­νώ­τε­ρες μορ­φές βί­ας. Η αυ­το­διά­λυ­ση του Ρ.Ο. ο­δη­γεί, α­πό τη μια, στις ο­μά­δες και πα­ρα­πέ­ρα στις ορ­γα­νώ­σεις της ερ­γα­τι­κής αυ­το­νο­μί­ας, και α­πό την άλ­λη στη συ­γκρό­τη­ση μι­κρών ο­μά­δων με προ­σα­να­το­λι­σμό προς βί­αιες ε­νέρ­γειες, που στη συ­νέ­χεια θα με­τα­βλη­θούν σε έ­νο­πλες ο­μά­δες και ορ­γα­νώ­σεις.
Τέ­λος, φτά­νου­με στο πρό­τυ­πο και την κυ­ριό­τε­ρη μορ­φή της έ­νο­πλης ορ­γά­νω­σης, του «έ­νο­πλου κόμ­μα­τος», των Ε­ρυ­θρών Τα­ξιαρ­χιών. Ε­δώ, α­πό τη μι­κρή ορ­γά­νω­ση «Προ­λε­τα­ρια­κή Α­ρι­στε­ρά», με σή­μα το σφυ­ρο­δρέ­πα­νο και το του­φέ­κι, που ι­δρύ­θη­κε α­πό τον Ρε­νά­το Κούρ­τσιο στις αρ­χές τις δε­κα­ε­τί­ας του ’70 (και στη­ρι­ζό­ταν σε μια μι­λι­τα­ρι­στι­κή εκ­δο­χή της «Προ­λε­τα­ρια­κής Α­ρι­στε­ράς» της Γαλ­λί­ας, καθώς έ­βλε­πε την α­νά­γκη της πά­λης και στο στρα­τιω­τι­κό ε­πί­πε­δο για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των φα­σι­στών και την υ­πο­στή­ρι­ξη των ερ­γα­τι­κών α­γώ­νων), περ­νά­με στις Ε­ρυ­θρές Τα­ξιαρ­χί­ες που αρ­χι­κά πα­ρεμ­βαί­νουν στους ερ­γα­τι­κούς α­γώ­νες με απαγωγές διευθυντών εργοστασίων, (ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας την πρα­κτι­κή τής α­πα­γω­γής του διευ­θυ­ντή της Ρε­νώ α­πό το στρα­τιω­τι­κό τμή­μα της Προ­λε­τα­ρια­κής Α­ρι­στε­ράς, τη «Νέ­α Λα­ϊ­κή Α­ντί­στα­ση» στη Γαλ­λί­α).
Η σκλή­ρυν­ση της τα­ξι­κής σύ­γκρου­σης με­τά το 1973 και η πτώ­ση του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος ο­ξύ­νουν το πε­δί­ο της α­ντι­πα­ρά­θε­σης. Σι­γά-σι­γά, οι Ε­ρυ­θρές Τα­ξι­αρ­χί­ες, α­πό το ’75 και με­τά, περ­νά­νε σε «α­νώ­τε­ρες μορ­φές πά­λης» και αρ­χί­ζουν οι πρώ­τες ε­κτε­λέ­σεις διευ­θυ­ντών ερ­γο­στα­σί­ων ή δι­κα­στών. Κι αυ­τό την ί­δια στιγ­μή που οι ορ­γα­νώ­σεις PDUP(α­πό­πει­ρα ε­νο­ποί­η­σης της Ερ­γα­τι­κής Πρω­το­πο­ρί­ας και του Μα­νι­φέ­στου που κα­τε­βαί­νουν στις ε­κλο­γές με το ό­νο­μα «Προ­λε­τα­ρια­κή Δη­μο­κρα­τί­α») και Lotta Continua α­κο­λου­θούν μια πο­λι­τι­κή συμ­με­το­χής στους θε­σμούς και τις ε­κλο­γές, ε­νώ α­πό την άλ­λη η ερ­γα­τι­κή αυ­το­νο­μί­α δι­ευ­ρύ­νει τη δρα­στη­ριό­τη­τά της στα ερ­γο­στά­σια, τα νο­σο­κο­μεί­α, τις α­ε­ρο­γραμ­μές, τους νέ­ους, κ.λπ., πά­ντα σε μια ε­ξω­θε­σμι­κή λο­γι­κή.
Οι ε­κλο­γές του 1976, στις ο­ποί­ες για πρώ­τη φο­ρά συμ­με­τεί­χε και η Lotta Continua  μα­ζί με τους υ­πό­λοι­πους σε έ­να κοι­νό ψη­φο­δέλ­τιο, σή­μα­ναν την κρί­ση των ορ­γα­νώ­σε­ων και την άν­θηση της αυ­το­νο­μί­ας. Η κρί­ση ήρ­θε σαν συ­νέ­πεια τό­σο της α­πο­τυ­χί­ας στις ε­κλο­γές, της α­πο­τυ­χί­ας της θε­σμι­κής με­σο­λά­βη­σης, ό­σο και της ε­ξέ­γερ­σης των «υ­πο­κει­μέ­νων» ε­νά­ντια σε μια πο­λι­τι­κή ε­πι­στρο­φής στα πα­λιά κα­λά μο­νο­πά­τια των πα­ρα­δο­σια­κών κομ­μά­των. Και βέ­βαια η κρί­ση αρ­χί­ζει α­πό την Lotta Continua  που ή­ταν η με­γα­λύ­τε­ρη ορ­γά­νω­ση κατ ταυ­τό­χρο­να η πιο κο­ντι­νή στις νέ­ες ευαι­σθη­σί­ες. Στο Συ­νέ­δριο του Ρί­μι­νι, το Φθι­νό­πω­ρο του 1976, η ορ­γά­νω­ση ου­σια­στι­κά ε­κρή­γνυ­ται. Οι φε­μι­νί­στριες εί­ναι οι πρώ­τες που διεκ­δι­κούν την ι­διαι­τε­ρό­τη­τά τους α­πέ­να­ντι στη συ­νο­λι­κή αν­δρο­κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή. Α­κο­λου­θούν οι ερ­γά­τες του Το­ρί­νο. Τα δια­φο­ρε­τι­κά υ­πο­κεί­με­να δεν μπο­ρούν να συ­νυ­πάρ­ξουν μέ­σα σε μια ορ­γά­νω­ση-κόμ­μα που τεί­νει να α­να­πα­ρά­γει τα πα­λιά και δο­κι­μα­σμέ­να –ό­σο και ξε­πε­ρα­σμέ­να– πρό­τυ­πα. Στη συ­νέ­χεια, η κρί­ση α­γκα­λιά­ζει και τις υ­πό­λοι­πες με­γά­λες ορ­γα­νώ­σεις – την Προ­λε­τα­ρια­κή Δη­μο­κρα­τί­α και το Μα­νι­φέ­στο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις γυ­ναί­κες πά­λι, για να α­κο­λου­θή­σουν οι νέ­οι, κλπ. Αρ­χί­ζει ο με­γά­λος «σει­σμός» του 1977. [ ]
Η με­τα­τό­πι­ση του κέ­ντρου βά­ρους της εκ­με­τάλ­λευ­σης, της κα­πι­τα­λι­στι­κής α­ξιο­ποί­η­σης, α­πό το με­γά­λο ερ­γο­στά­σιο, εί­χε μια δι­πλή συ­νέ­πεια: α­πό την μια να ο­δη­γή­σει σε κρί­ση την πα­ρα­δο­σια­κή βά­ση των ορ­γα­νώ­σε­ων της ά­κρας α­ρι­στε­ράς, τον ερ­γά­τη μά­ζα και την α­ντί­στοι­χη μορ­φή της ορ­γά­νω­σης, και α­πό την άλ­λη να ο­δη­γή­σει στην α­νά­δυ­ση νέ­ων υ­πο­κει­μέ­νων –των γυ­ναι­κών, των νέ­ων, των ά­νερ­γων, των ερ­γα­ζό­με­νων στο σύ­στη­μα υ­γεί­ας και τις με­τα­φο­ρές, τις τρά­πε­ζες και το εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα– την α­νά­δυ­ση δη­λα­δή του κοι­νω­νι­κού ερ­γά­τη!
Το Potere Operaio που πρώ­το, με βά­ση έ­να ψη­λό ε­πί­πε­δο θε­ω­ρη­τι­κής α­νά­λυ­σης των ε­ξε­λί­ξε­ων της κα­πι­τα­λι­στι­κής α­να­διάρ­θρω­σης, κα­τα­νό­η­σε αυ­τή την πο­ρεί­α, κρί­σης της α­να­φο­ράς στον ερ­γά­τη μά­ζα, αυ­το­δι­α­λύ­θη­κε έ­γκαι­ρα και έ­δω­σε τη δυ­να­τό­τη­τα δια­μόρ­φω­σης της Ερ­γα­τι­κής Αυ­το­νο­μί­ας, ό­λα τα ε­πό­με­να χρό­νια, που έκ­φρα­ζε τη νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κοι­νω­νι­κού ερ­γά­τη. Για τις άλ­λες ορ­γα­νώ­σεις το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν η βα­θύ­τα­τη κρί­ση που τις δια­πέ­ρα­σε μέ­σα α­πό την α­νά­δυ­ση των νέ­ων υ­πο­κει­μέ­νων και την κρί­ση της α­να­φο­ράς στον ερ­γά­τη μά­ζα.
Μέ­σα σ’ αυ­τές τις συν­θή­κες πραγ­μα­το­ποιεί­ται η έ­κρη­ξη της αυ­το­νο­μί­ας, το 1977, που ση­μα­δεύ­ε­ται α­πό την εκ­δί­ω­ξη του Λά­μα α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο της Ρώ­μης, τις τε­ρά­στιες δια­δη­λώ­σεις ε­κα­το­ντά­δων χι­λιά­δων νέ­ων και τη γε­νί­κευ­ση της λο­γι­κής του έ­νο­πλου·, δε­κά­δες έ­νο­πλες ορ­γα­νώ­σεις δια­μορ­φώ­νο­νται σε ό­λες τις με­γά­λες πό­λεις, που έ­χουν την ρί­ζα τους αρ­χι­κά στην αυ­το­νο­μί­α, αλ­λά σύ­ντο­μα το κέ­ντρο περ­νά­ει στις Ε­ρυ­θρές Τα­ξιαρ­χί­ες και την Πρώ­τη Γραμ­μή.
Η κρί­ση των πα­ρα­δο­σια­κών ορ­γα­νώ­σε­ων και η α­νά­πτυ­ξη της αυ­το­νο­μί­ας συ­νο­δεύ­τη­κε ι­δε­ο­λο­γι­κά α­πό την α­πό­λυ­τη άρ­νη­ση και α­πόρ­ρι­ψη τής ο­ποιασ­δή­πο­τε δια­με­σο­λά­βη­σης, μια και φαι­νό­ταν πως αυ­τή α­κρι­βώς η πο­λι­τι­κή δια­με­σο­λά­βη­ση που α­πο­πει­ρά­θη­καν οι πα­λιές ορ­γα­νώ­σεις ο­δή­γη­σε στη γρα­φειο­κρα­τι­κή σκλή­ρυν­ση και τη θε­σμο­ποί­η­ση. Α­πέ­να­ντι λοι­πόν σ’ αυ­τή την α­πο­τυ­χί­α, που για τους νέ­ους φά­ντα­ζε σαν η α­πο­τυ­χί­α δέ­κα χρό­νων α­γώ­νων με­τά το Μά­η του ’68, η μό­νη α­πά­ντη­ση ή­ταν η ι­δε­ο­λο­γί­α του Ρ 38 (του πε­ρι­στρό­φου). Η κρί­ση και η α­να­διάρ­θρω­ση του κε­φα­λαί­ου εί­χε θί­ξει τό­σο βα­θειά τη νε­ο­λαί­α, τον κοι­νω­νι­κό ερ­γά­τη, ώ­στε η μό­νη α­πά­ντη­ση ή­ταν βί­αι­η και α­ντι-θε­σμι­κή.
Και ε­δώ εί­ναι προ­φα­νή τα λά­θη της αυ­το­νο­μί­ας, που φα­ντά­ζε­ται μια δυ­να­τό­τη­τα ά­με­σης και πλειο­ψη­φι­κής ε­ξε­γερ­σια­κής ε­ξέ­λι­ξης των κι­νη­μά­των χω­ρίς κα­νέ­να θε­σμι­κό ε­πί­πε­δο με­σο­λά­βη­σης, δη­λα­δή χω­ρίς κα­νέ­να ε­πί­πε­δο πο­λι­τι­κής σύν­θε­σης, πέ­ρα α­πό την αυ­θόρ­μη­τη ε­νο­ποί­η­ση στο δρό­μο. Πα­ράλ­λη­λα δεν κρι­τι­κά­ρε­ται η πο­ρεί­α προς το έ­νο­πλο, πα­ρό­λο που οι πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις μέ­σα στην αυ­το­νο­μί­α κρι­τι­κά­ρουν ή­δη τη λο­γι­κή των Τα­ξιαρ­χιών. Ό­μως ε­δώ υ­πάρ­χει μια πραγ­μα­τι­κή «υ­πό­κλι­ση στο αυ­θόρ­μη­το»: Μια και μέ­σα σε έ­να κομ­μά­τι των νέ­ων ω­ρι­μά­ζει η λο­γι­κή του Ρ 38, η αυ­το­νο­μί­α α­κο­λου­θεί την κα­τεύ­θυν­ση, αν ό­χι της ά­με­σης υ­πο­στή­ρι­ξης του έ­νο­πλου, του­λά­χι­στον ό­μως της άρ­νη­σης της κρι­τι­κής του. Σ’ ό­λη την Ι­τα­λί­α πλη­θαί­νουν οι «α­παλ­λο­τριώ­σεις» και ε­φευ­ρί­σκο­νται νέ­οι ό­ροι, ό­πως «γα­μπο­ποί­η­ση», δη­λα­δή το χτύ­πη­μα στα πό­δια «α­ντι­δρα­στι­κών» κά­θε εί­δους, ε­κτός βέ­βαια α­πό τις ε­κτε­λέ­σεις.
Για μια α­κό­μα φο­ρά με­τά το ’68, η ε­πα­νά­στα­ση φά­ντα­ζε «ε­πί θύ­ραις». Κι αυ­τή τη φο­ρά βέ­βαια με ό­ρους έ­νο­πλης σύ­γκρου­σης.
Οι συ­νέ­πειες αυ­τής της πο­ρεί­ας φά­νη­καν μέ­σα σε δύ­ο-τρί­α χρό­νια. Αρ­χι­κά έ­χου­με έ­να πέ­ρα­σμα, ό­λο και πιο έ­ντο­νο, α­πό έ­να α­ντάρ­τι­κο «κοι­νω­νι­κό», του τύ­που των έ­νο­πλων ο­μά­δων της αυ­το­νο­μί­ας, σε έ­να άλ­λο πιο ά­κα­μπτο και γε­νι­κο­πο­λι­τι­κό του τύ­που των Ε­ρυ­θρών Τα­ξιαρ­χιών. Α­πό τη «γα­μπο­ποί­η­ση» ε­νός υ­πεύ­θυ­νου ερ­γο­στα­σί­ου στην α­πα­γω­γή και την ε­κτέ­λε­ση του Άλ­ντο Μό­ρο.
Ε­πρό­κει­το για μια πο­ρεί­α που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με μοι­ραί­α α­πό πολ­λές α­πό­ψεις. Τό­σο α­πό την ά­πο­ψη των συ­νε­πειών της, ό­σο και α­πό ε­κεί­νη του «μοι­ραί­ου» χα­ρα­κτή­ρα της αλ­λη­λου­χί­ας της. Μοι­ραί­α α­πό την πρώ­τη ά­πο­ψη για­τί εί­χε σαν συ­νέ­πεια, μέ­σα α­πό το α­νέ­βα­σμα του ε­πί­πε­δου της σύ­γκρου­σης, τη με­τα­βο­λή του α­ντάρ­τι­κου σε με­τω­πι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση μη­χα­νι­σμών, και ε­πο­μέ­νως το στα­δια­κό α­πο­κλει­σμό των νέ­ων και του ευ­ρύ­τε­ρου κι­νή­μα­τος α­πό αυ­τή την α­ντι­πα­ρά­θε­ση. Πια δεν ή­ταν η σύ­γκρου­ση ε­νός κοι­νω­νι­κού κι­νή­μα­τος με το κρά­τος αλ­λά του μη­χα­νι­σμού των Τα­ξιαρ­χιών ή της Πρώ­της Γραμ­μής με το μη­χα­νι­σμό του κρά­τους. Και βέ­βαια, στην α­ντι­πα­ρά­θεση δύ­ο τό­σο ά­νι­σων μη­χα­νι­σμών, η έκ­βα­ση ή­ταν σί­γου­ρη.
Ο μοι­ραί­ος χα­ρα­κτή­ρας της ε­ξέ­λι­ξης εί­χε και μια δεύ­τε­ρη ό­ψη. Αυ­τή η δια­δι­κα­σί­α της στα­δια­κής με­τα­τρο­πής μιας ε­ξε­γερ­σια­κής κα­τά­στα­σης σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση μη­χα­νι­σμών εί­ναι κά­τι που έ­χει α­να­πα­ρα­χθεί πα­ντού ό­που εμ­φα­νί­στη­κε α­ντάρ­τι­κο τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια. Και αν σή­με­ρα ο Κούρ­τσιο και οι σύ­ντρο­φοί του, κά­νο­ντας μια αυ­το­κρι­τι­κή, γυρ­νά­νε πί­σω στην α­νά­γκη ε­νός διά­χυ­του, κοι­νω­νι­κού α­ντάρ­τι­κου δε­μέ­νου με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κοι­νω­νι­κού κι­νή­μα­τος, πέ­ρα α­πό το ό­τι φα­ντά­ζο­νται ό­τι εί­ναι δυ­να­τό να υ­πάρ­ξει ε­πι­στρο­φή στο πα­ρελ­θόν, δια­πράτ­τουν και έ­να άλ­λο ση­μα­ντι­κό λά­θος, το ου­σια­στι­κό­τε­ρο ί­σως. Δεν κα­τα­νο­ούν ό­τι, στις συν­θή­κες των κα­πι­τα­λι­στι­κών χω­ρών της Δύ­σης, ό­που η ε­πι­λο­γή του α­ντάρ­τι­κου εί­ναι μια μειο­ψη­φι­κή ε­πι­λο­γή, χω­ρίς πρα­γμα­τι­κή μα­ζι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη και χω­ρίς την δυ­να­τό­τη­τα κί­νη­σης «σαν το ψά­ρι μέ­σα στο νε­ρό», η ί­δια η δια­λε­κτι­κή της α­ντι­πα­ρά­θε­σης ο­δη­γεί στη σύ­γκρου­ση μη­χα­νι­σμών και στην ήτ­τα. [ ]
Έ­τσι το κέ­ντρο βά­ρος του έ­νο­πλου πέ­ρα­σε α­πό τη μα­ζι­κή βί­α, τις χι­λιά­δες μι­κρές έ­νο­πλες ε­νέρ­γειες, στις με­γά­λες ε­νέρ­γειες, τύ­που Μό­ρο, πέ­ρα­σε α­πό την αυ­το­νο­μί­α στις Τα­ξιαρ­χί­ες. Μέ­σα σε δύ­ο χρό­νια, ’77-’79, εί­χε ο­λο­κλη­ρω­θεί αυ­τή η ε­ξέ­λι­ξη. Οι Τα­ξιαρ­χί­ες μπο­ρού­σαν να εί­ναι ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νες. Εί­χαν με­τα­βλη­θεί στο κέ­ντρο βά­ρους του κι­νή­μα­τος.
Ό­μως ε­πρό­κει­το για πύρ­ρεια νί­κη. Για­τί η κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή, που ξε­θε­με­λί­ω­σε μέ­σα σε λί­γα χρό­νια ορ­γα­νώ­σεις, ο­μά­δες, ε­πί­πε­δα πα­ρέμ­βα­σης του κι­νή­μα­τος α­πό την γει­το­νιά μέ­χρι το ερ­γο­στά­σιο, αυ­τό το τε­ρά­στιο κυ­νή­γι των μα­γισ­σών που α­γκά­λια­σε ό­λη την ι­τα­λι­κή κοι­νω­νί­α εί­χε μια δι­πλή συ­νέ­πεια. Α­πό τη μια έ­στει­λε χι­λιά­δες αν­θρώ­πους στην κα­τεύ­θυν­ση του «ει­ρη­νι­σμού» του Ρι­ζο­σπα­στι­κού Κόμ­μα­τος, του Σο­σια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος (βλέ­πε την ε­ξέ­λι­ξη της Lotta Continua) ή α­κό­μα και του ΚΚΙ (το ΡDUΡ), έ­σπρω­ξε τους νέ­ους στην κα­τεύ­θυν­ση της η­ρω­ί­νης και της φυ­γής, ή της με­τα­τρο­πής τους σε ποι­νι­κούς (και ε­δώ μι­λά­με για φαι­νό­με­να με ση­μα­ντι­κό βά­ρος και ό­χι με­μο­νω­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις), και άλ­λους, τέ­λος, στη φυ­λα­κή και την ε­ξο­ρί­α – ό­πως συ­νέ­βη με ό­λο το «σκλη­ρό πυ­ρή­να» της αυ­το­νο­μί­ας (οι διώ­ξεις α­γκά­λι­α­σαν δε­κά­δες χι­λιά­δες αν­θρώ­πους)· α­πό την άλ­λη φού­σκω­σε πρό­σκαι­ρα τις τά­ξεις του «έ­νο­πλου κόμ­μα­τος» μια και δεν υ­πήρ­χε άλ­λη δυ­να­τό­τη­τα δρά­σης. Ό­μως, πα­ρά τον πρό­σκαι­ρο «θρί­αμ­βο» των έ­νο­πλων, ε­πρό­κει­το για έ­να θρί­αμ­βο που συ­ντε­λέ­στη­κε με τη συρ­ρί­κνω­ση του κι­νή­μα­τος, έ­να θρί­αμ­βο πά­νω στο πτώ­μα του ισχυρότερου ε­πα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος της Δύ­σης. Οι έ­νο­πλες ορ­γα­νώ­σεις εί­χαν πριο­νί­σει το κλα­δί πά­νω στο ο­ποί­ο στη­ρί­ζο­νταν, το μα­ζι­κό ε­κεί­νο κί­νη­μα που τους πρό­σφε­ρε προ­φύ­λα­ξη και κά­λυ­ψη. Αυ­τή ή­ταν και η α­πό­δει­ξη του στρα­τη­γι­κού τους λά­θους, της κε­νό­τη­τας της πρω­το­βου­λί­ας τους, της ρι­ζι­κής τους α­πο­ξέ­νω­σης α­πό τις α­νά­γκες του κι­νή­μα­τος. Η δια­δι­κα­σί­α του έ­νο­πλου, α­ντί να γεν­νή­σει νέ­α στη­ρί­γματα στον πλη­θυ­σμό, α­ντί να έ­χει έ­ναν ε­πε­κτα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ο­δή­γη­σε πρώ­τα στη συρ­ρί­κνω­ση του κι­νή­μα­τος της ά­κρας α­ρι­στε­ράς, στην ήτ­τα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος (α­πο­λύ­σεις των πιο μα­χη­τι­κών ερ­γα­τών α­πό τα ερ­γο­στά­σια) και τέ­λος βέ­βαια δεν μπο­ρού­σε πα­ρά να κα­τα­λή­ξει και στη δι­κή του ήτ­τα, την ήτ­τα του α­ντάρ­τι­κου.
Αυ­τή η πο­ρεί­α φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα α­πό την ί­δια την πο­ρεί­α των ε­νερ­γειών. Με­τά την υ­πό­θε­ση Μό­ρο, και ι­διαί­τε­ρα α­πό το ’80 και με­τά, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­νέρ­γειες δεν α­φο­ρούν πλέ­ον κοι­νω­νι­κούς ή γε­νι­κο­πο­λι­τι­κούς στό­χους, αλ­λά στό­χους «ε­σω­τε­ρι­κούς» για το α­ντάρ­τι­κο, ει­σαγ­γε­λείς, δι­κα­στές, διευ­θυ­ντές ή ε­πι­τη­ρη­τές φυ­λα­κών, κ.λπ. Πλέ­ον έ­χου­με φτά­σει στο τέρ­μα. Οι «τρο­μο­κρά­τες» διε­ξά­γουν το δι­κό τους α­γώ­να με τον κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό, έ­ξω και πέ­ρα α­πό ο­ποια­δή­πο­τε προ­βλή­μα­τα και α­νά­γκες των μα­ζών! Το έ­νο­πλο α­ντάρ­τι­κο με­τα­βλή­θη­κε σε ι­διω­τι­κό πό­λε­μο με το κρά­τος. Πρό­κει­ται για μια α­να­πό­φευ­κτη πο­ρεί­α που την εί­δα­με και στην πε­ρί­πτω­ση της ΡΑΦ, την έ­χου­με δει στο πα­ρελ­θόν σε ό­λα τα τρο­μο­κρα­τι­κά εγ­χει­ρή­μα­τα. Θα λέ­γα­με πως πρό­κει­ται για μια τυ­πο­λο­γί­α της τρο­μο­κρα­τί­ας. Ξε­κί­νη­μα α­πό έ­νο­πλες «κοι­νω­νι­κές» ε­νέρ­γειες, τη βί­α ε­νά­ντια στους α­ντι­δρα­στι­κούς, που συ­στη­μα­το­ποιεί­ται, πέ­ρα­σμα σε κε­ντρι­κές πο­λι­τι­κές ε­νέρ­γειες, α­ντί­δρα­ση του κρά­τους και κα­τα­στο­λή, συλ­λή­ψεις, δο­λο­φο­νί­ες κ.λπ. Τέ­λος, α­πά­ντη­ση στην κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή στο ε­πί­πε­δο της έ­νο­πλης α­ντι­πα­ρά­θε­σης και ο­ρι­στι­κή, α­με­τά­κλη­τη, ήτ­τα. Το 1981, οι Τα­ξιαρ­χί­ες έ­φτα­σαν να πουν πως το ζή­τη­μα της κα­τα­στο­λής, οι φυ­λα­κές, με­τα­βλή­θη­καν στο κε­ντρι­κό πε­δί­ο της τα­ξι­κής πά­λης στην Ι­τα­λί­α! Ο υ­πο­κει­με­νι­σμός στο πό­στο της κα­θο­δή­γη­σης!
Τέ­λος, η α­πο­σύν­θε­ση. Ο υ­πεύ­θυ­νος των Τα­ξιαρ­χιών του Το­ρί­νο, Πέ­τσι, ε­γκαι­νιά­ζει τη στρα­τιά των με­τα­νιω­μέ­νων. Ε­κα­το­ντά­δες, νε­α­ροί συ­νή­θως, «τρο­μο­κρά­τες» «με­τα­νιώ­νουν» και κα­τα­δί­δουν τους υ­πό­λοι­πους. Το κρά­τος τούς α­ντα­μεί­βει ποι­κι­λό­τρο­πα, με κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες κρά­τη­σης, μεί­ω­ση των ποι­νών, κ.λπ. Ι­διαί­τε­ρα με­τά την α­πο­τυ­χί­α της α­πα­γω­γής του Ντό­ζιερ, ο ί­διος ο «κίλ­λερ» των τα­ξιαρ­χιών, Α­ντό­νιο Σα­βά­στα, με­τα­βλή­θη­κε α­μέ­σως σε «με­τα­νιω­μέ­νο». Μέ­σα στο 1982, α­πό τα 400 ά­το­μα που πιά­στη­καν σαν μέ­λη ή ο­πα­δοί των Τα­ξιαρ­χιών, η πλειο­ψη­φί­α «με­τά­νιω­σε». Ε­πρό­κει­το για μια η­θι­κή ήτ­τα με­γά­λης κλί­μα­κας. Η ε­πο­χή του α­ντάρ­τι­κου πλη­σί­α­σε σε έ­να τέ­λος.
Έ­φθα­σε η ώ­ρα των λο­γα­ρια­σμών. Και βέ­βαια αυ­τοί οι λο­γα­ρια­σμοί δεν μπο­ρού­σαν και δεν μπο­ρούν να μεί­νουν μό­νο στο ε­πί­πε­δο των αι­τί­ων της α­πο­τυ­χί­ας του α­ντάρ­τι­κου, μια και η α­πο­τυ­χί­α του α­ντάρ­τι­κου δεν εμ­φα­νί­στη­κε σαν μο­νο­σή­μα­ντο γε­γο­νός αλ­λά σαν κά­τι που α­φο­ρά το σύ­νο­λο της ά­κρας α­ρι­στε­ράς, το σύ­νο­λο της κλη­ρο­νο­μιάς του κι­νή­μα­τος με­τά τον Μά­η του ’68.
Α­πό την Ει­σα­γω­γή του βι­βλί­ου Αυτοκριτική του Ένοπλου Αντάρτικου στην Ιταλία, Ε­ναλ­λα­κτι­κές Εκ­δό­σεις,  Ιού­νης 1983

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*