Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 37, Περιοδικό Άρδην

Οι απαρχές της σύγχρονης τρομοκρατίας

του  Walter Laqueur

Μια πε­ρι­γρα­φή της τρο­μο­κρα­τί­ας δεν εί­ναι δυ­να­τόν να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­λες τις μορ­φές της που εμ­φα­νί­σθη­καν μέ­σα στην ι­στο­ρί­α. Χρή­ση συ­στη­μα­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας έ­γι­νε σε α­γρο­τι­κές ε­πα­να­στά­σεις, σε ερ­γα­τι­κούς α­γώ­νες αλ­λά και σε πε­ριό­δους άν­θη­σης της λη­στεί­ας. Το ί­διο ι­σχύ­ει και για τους πο­λέ­μους, εμ­φυ­λί­ους, ε­πα­να­στα­τι­κούς, ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κούς και για τα κι­νή­μα­τα α­ντί­στα­σης κα­τά των δυ­νά­με­ων κα­το­χής. Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες των πε­ρι­πτώ­σε­ων ό­μως η τρο­μο­κρα­τί­α ή­ταν μί­α μό­νο α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές τα­κτι­κές και συ­νή­θως με δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α. Στο πα­ρόν κεί­με­νο γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε κι­νή­μα­τα (σ.μ. που έ­δρα­σαν μέ­χρι  τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο) που χρη­σι­μο­ποί­η­σαν την τρο­μο­κρα­τί­α σαν βα­σι­κό ό­πλο. Γε­νι­κά υ­πάρ­χει η ά­πο­ψη ό­τι η συ­στη­μα­τι­κή, πο­λι­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α εί­ναι έ­να φαι­νό­με­νο της σύγ­χρο­νης ε­πο­χής. Αυ­τό ι­σχύ­ει μό­νο ως προς το ό­τι η “φι­λο­σο­φί­α της βόμ­βας” εί­ναι πράγ­μα­τι σχε­τι­κά νέ­ο φαι­νό­με­νο. Δεν χρειά­ζε­ται α­σφα­λώς να γί­νει ι­διαί­τε­ρη μνεί­α στο γε­γο­νός ό­τι, σε ο­λό­κλη­ρη την ι­στο­ρι­κή πο­ρεί­α, υ­πήρ­ξε συ­στη­μα­τι­κή ε­ξό­ντω­ση πο­λι­τι­κών α­ντι­πά­λων. (…) Πολ­λές χώ­ρες εί­χαν τους δι­κούς τους “Σι­κε­λι­κούς Ε­σπε­ρι­νούς” ή τη δι­κή τους Νύ­χτα του Α­γί­ου Βαρ­θο­λο­μαί­ου. Ρω­μαί­οι Αυ­το­κρά­το­ρες, Ο­θω­μα­νοί Σουλ­τά­νοι, Ρώ­σοι Τσά­ροι και πολ­λοί άλ­λοι ε­ξο­λό­θρευαν τους πραγ­μα­τι­κούς και τους φα­ντα­στι­κούς ε­χθρούς τους.
Τρο­μο­κρα­τί­α “α­πό τα κά­τω” δη­μιουρ­γή­θη­κε στις πλέ­ον δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές και ε­ξαι­τί­ας των πιο δια­φο­ρε­τι­κών αι­τιών, ό­πως θρη­σκευ­τι­κά κι­νή­μα­τα δια­μαρ­τυ­ρί­ας, πο­λι­τι­κές ε­πα­να­στά­σεις και κοι­νω­νι­κές ε­ξε­γέρ­σεις.
Έ­να α­πό τα πλέ­ον πα­λαιό­τε­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα τρο­μο­κρα­τι­κού κι­νή­μα­τος εί­ναι οι “Sicarii”, μια αυ­στη­ρά ορ­γα­νω­μέ­νη θρη­σκευ­τι­κή αί­ρε­ση που πή­ρε ε­νερ­γό μέ­ρος στους α­γώ­νες των Ζη­λω­τών στη Πα­λαι­στί­νη (66-73 μ.Χ.). Οι ι­στο­ρι­κές πη­γές δεν εί­ναι ι­διαί­τε­ρα α­πο­κα­λυ­πτι­κές και εν μέ­ρει εί­ναι α­ντι­φα­τι­κές. Γνω­ρί­ζου­με α­πό τον (ι­στο­ρι­κό) Ιώ­ση­πο ό­τι οι Sicarii έ­κα­ναν χρή­ση α­συ­νή­θι­στων τα­κτι­κών, π.χ. ε­πε­τί­θε­ντο στους α­ντι­πά­λους τους την η­μέ­ρα, κυ­ρί­ως στις γιορ­τές ό­ταν στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα μα­ζεύ­ο­νταν πλή­θη αν­θρώ­πων. Το ό­πλο της προ­τί­μη­σής τους ή­ταν έ­να μι­κρό στι­λέ­το (Sica), που έ­κρυ­βαν κά­τω α­πό τα ρού­χα τους. (…) Οι Sicarii κα­τέ­στρε­ψαν το σπί­τι του α­νώ­τα­του κλη­ρι­κού Α­να­νί­α και τα πα­λά­τια της δυ­να­στεί­ας του Η­ρώ­δη. Έ­κα­ψαν δη­μό­σια αρ­χεί­α ώ­στε να κά­νουν α­δύ­να­τη την ε­πι­στρο­φή των δα­νεί­ων. Ο Τά­κι­τος α­να­φέ­ρει ε­πί­σης ό­τι πυρ­πο­λού­σαν σι­το­βο­λώ­νες και έ­κα­ναν δο­λιο­φθο­ρές στην υ­δρο­δό­τη­ση των πό­λε­ων. Οι Sicarii ή­ταν έ­να εξ­τρε­μι­στι­κό, ε­θνι­κι­στι­κό, α­ντι­ρω­μα­ϊ­κό κόμ­μα και τα θύ­μα­τά τους ή­ταν οι με­τριο­πα­θείς, το Ε­βρα­ϊ­κό κόμ­μα της ει­ρή­νης, τό­σο στην Πα­λαι­στί­νη, ό­σο και στην αι­γυ­πτια­κή δια­σπο­ρά. Με­ρι­κοί συγ­γρα­φείς ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι εί­χαν έ­να ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νο δόγ­μα, τη λε­γό­με­νη “τέ­ταρ­τη φι­λο­σο­φί­α”, έ­να εί­δος ιου­δα­ϊ­κού προ­τε­στα­ντι­σμού, σύμ­φω­να με το δί­δαγ­μα του ο­ποί­ου μό­νο ο Θε­ός πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται ο Άρ­χων. Άλ­λοι συγ­γρα­φείς θε­ω­ρού­σαν τους Sicarii σαν κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα δια­μαρ­τυ­ρί­ας, στό­χος του ο­ποί­ου ή­ταν να ξε­ση­κώ­σουν τους φτω­χούς ε­νά­ντια στους πλού­σιους. Ο Ιώ­ση­πος αμ­φι­σβη­τεί αυ­τή την ι­δε­ο­λο­γι­κή αι­τιο­λό­γη­ση και ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι οι Sicarii  ή­ταν λη­στές, που εν­δια­φέ­ρο­νταν μό­νο για τη προ­σω­πι­κή τους ευ­η­με­ρί­α, που κα­θο­δη­γού­νταν α­πό ε­ξω­τε­ρι­κές δυ­νά­μεις πί­σω α­πό τον ι­δε­ο­λο­γι­κό μαν­δύ­α του πα­τριω­τι­σμού. Βέ­βαια ο Ιώ­ση­πος πα­ρα­δέ­χε­ται ό­τι με­τα­ξύ τους εί­χαν δια­δο­θεί πα­ρά­λο­γες α­πό­ψεις, ό­πως η τά­ση να θε­ω­ρούν το μαρ­τύ­ριο σαν κά­τι που κάποιος α­ξί­ζει να το ε­πι­ζη­τά, α­πό­ψεις που βε­βαί­ως δεν εί­ναι και τό­σο δια­δε­δο­μέ­νες με­τα­ξύ συ­νη­θι­σμέ­νων λη­στών.
Έ­να πα­ρό­μοιο μίγ­μα μεσ­σια­νι­κής ελ­πί­δας και πο­λι­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας ή­ταν ε­πί­σης το ι­διαί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μιας πο­λύ πιο γνω­στής αί­ρε­σης, των Ασ­σασ­σί­νων, μιας ο­μά­δας των Ι­σμα­η­λι­τών, που δη­μιουρ­γή­θη­κε τον 11ο αιώ­να και νι­κή­θη­κε α­πό τους Μογ­γό­λους, μό­λις τον 13ο αιώ­να. Οι Ασ­σασ­σί­νοι α­σκούν α­πό και­ρό στη Δύ­ση μια γο­η­τεί­α, διό­τι με­ρι­κές ι­διαι­τε­ρό­τη­τες αυ­τού του κι­νή­μα­τος θυ­μί­ζουν ση­με­ρι­νές ο­μά­δες. Ερ­χό­με­νοι α­πό την Περ­σί­α, οι Ασ­σασ­σί­νοι ε­ξα­πλώ­θη­καν στη Συ­ρί­α και δο­λο­φο­νού­σαν νο­μάρ­χες, το­πο­τη­ρη­τές, χα­λί­φη­δες και μά­λι­στα τον σταυ­ρο­φό­ρο και βα­σι­λιά των Ιε­ρο­σο­λύ­μων Konrad de Montferrat. Δύ­ο φο­ρές προ­σπά­θη­σαν α­νε­πι­τυ­χώς να δο­λο­φο­νή­σουν τον Σα­λα­ντίν. Ο πρώ­τος τους η­γέ­της, ο Χα­σάν Σι­μπά­ι, α­ντι­λή­φθη­κε πο­λύ γρή­γο­ρα ό­τι η ο­μά­δα του ή­ταν πο­λύ μι­κρή για ν΄ α­ντι­με­τω­πί­σει τον ε­χθρό σε μια κα­τά μέ­τω­πο μά­χη, ό­μως μια συ­στη­μα­τι­κά σχε­δια­σμέ­νη και μα­κρό­χρο­νη τρο­μο­κρα­τι­κή ε­πί­θε­ση θα μπο­ρού­σε, με τη βο­ή­θεια ε­νός μι­κρού πει­θαρ­χη­μέ­νου στρα­τού, να εί­ναι έ­να α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό πο­λι­τι­κό ό­πλο. Ε­νερ­γού­σαν πά­ντο­τε με τη με­γα­λύ­τε­ρη μυ­στι­κό­τη­τα. Οι α­γω­νι­στές “φε­ντα­γίν” με­ταμ­φιέ­ζο­νταν σε ξέ­νους ή α­κό­μα και σε χρι­στια­νούς. Οι Ασ­σασ­σί­νοι χρη­σι­μο­ποιού­σαν πά­ντα στι­λέ­το, ό­χι μό­νο ε­πει­δή το στι­λέ­το θε­ω­ρού­νταν σί­γου­ρο ό­πλο αλ­λά ε­πει­δή έ­βλε­παν τη δο­λο­φο­νί­α σαν ιε­ρή πρά­ξη. Σύγ­χρο­νες πη­γές πε­ρι­γρά­φουν τους Ασ­σασ­σί­νους σαν μια αί­ρε­ση με σχε­δόν α­σκη­τι­κή πει­θαρ­χί­α. Ε­πι­ζη­τού­σαν το θά­να­το και το μαρ­τύ­ριο και πί­στευαν βα­θιά σε μια νέ­α ε­πο­χή. Οι Ασ­σασ­σί­νοι ή­ταν μια σχε­τι­κά μι­κρή αί­ρε­ση που μα­ταί­ως προ­σπα­θού­σε, προ­σφεύ­γο­ντας στη τρο­μο­κρα­τί­α, να προ­στα­τεύ­σει τη θρη­σκευ­τι­κή της αυ­το­τέ­λεια (και τον δι­κό της τρό­πο ζω­ής) α­πό τους Σελ­τζού­κους, οι ο­ποί­οι τους κα­τα­πί­ε­ζαν. Ό­μως τα μέ­σα τους ή­ταν, του­λά­χι­στον για έ­να διά­στη­μα, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και η πα­ρά­δο­ση του “η­λι­κιω­μέ­νου άν­δρα α­πό τα βου­νά” ε­ντυ­πω­σί­α­ζε σύγ­χρο­νους αλ­λά και τις νε­ώ­τε­ρες γε­νιές.
Μυ­στι­κές ο­μο­σπον­δί­ες δια­φο­ρε­τι­κών ει­δών υ­πήρ­χαν για αιώ­νες στην Ιν­δί­α και στην Ά­πω Α­να­το­λή. Οι Αγ­γλο-ιν­δι­κές υ­πη­ρε­σί­ες αμ­φι­σβη­τού­σαν την ύ­παρ­ξη των “Thugs”, μέ­χρι που ο ταγ­μα­τάρ­χης William Sleeman έ­κα­νε μια συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να και τε­λι­κά ε­ξα­φά­νι­σε αυ­τή την αί­ρε­ση. Οι Thugs  στραγ­γά­λι­ζαν τα θύ­μα­τά τους με με­τα­ξω­τά μα­ντήλια. Οι Ευ­ρω­παί­οι συ­γκα­τα­λέ­γο­νταν σπα­νί­ως α­νά­με­σα στα θύ­μα­τα, ό­μως κα­τά τα άλ­λα οι Thugs ή­ταν α­μεί­λι­κτοι στην ε­πι­λο­γή των θυ­μά­των τους. Οι ο­πα­δοί τους πί­στευαν ό­τι η α­παρ­χή των “Thuggee” βρί­σκε­ται στην τε­λε­τή των θυ­μά­των για τη θε­ά Κά­λι, η ο­ποί­α α­σκού­σε μια θα­να­τη­φό­ρο έλ­ξη. Οι Thugs πε­ρι­φρο­νού­σαν τον θά­να­το. Οι πο­λι­τι­κοί τους στό­χοι δεν μπο­ρούν να τεκ­μη­ριω­θούν εύ­κο­λα, ό­μως πι­θα­νώς δεν συ­νί­στα­ντο στο να τρο­μο­κρα­τούν την κυ­βέρ­νη­ση και τους  πο­λί­τες.
Σε μια έ­ρευ­να για την πο­λι­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α τέ­τοια φαι­νό­με­να δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι μια λε­πτο­μέ­ρεια. Το ί­διο ι­σχύ­ει για τους μυ­στι­κούς συν­δέ­σμους μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που στη Κί­να, οι ο­ποί­οι δρού­σαν με­τα­ξύ των πει­ρα­τών των πο­τα­μών και των ο­ρε­σί­βιων συμ­μο­ριών, ό­πως και με­τα­ξύ των ευ­υ­πό­λη­πτων κα­τοί­κων των πό­λε­ων. Κά­θε σύν­δε­σμος εί­χε τον δι­κό του “αυ­στη­ρό κα­θο­δη­γη­τή”, συ­νή­θως έ­ναν πυγ­μά­χο (boxer). Με­ρι­κοί κα­τέ­φευ­γαν σε εκ­βια­σμούς. Με­τα­ξύ τους υ­πήρ­χαν πλη­ρω­μέ­νοι δο­λο­φό­νοι. Οι σύν­δε­σμοι δια­τη­ρού­σαν αί­θου­σες τυ­χε­ρών παι­χνι­διών και δια­κι­νού­σαν πα­ρά­νο­μα α­λά­τι. Με­ρι­κοί α­πό τους σπου­δαιό­τε­ρους συν­δέ­σμους εί­χαν εκ­φρά­σει πο­λι­τι­κούς στό­χους: στρέ­φο­νταν κα­τά των Μα­ντσού και μι­σού­σαν τους ξέ­νους. Πί­σω α­πό την ε­ξέ­γερ­ση των Μπόξερ βρί­σκο­νταν άν­θρω­ποι των μυ­στι­κών συν­δέ­σμων που βο­ή­θη­σαν τον Σουν Γιατ Σεν στην αρ­χή της στα­διο­δρο­μί­ας του. Τα “Κόκ­κι­να Δό­ρα­τα” της δε­κα­ε­τί­ας του εί­κο­σι συ­νέ­δε­αν την πο­λι­τι­κή με α­σκή­σεις α­να­πνο­ής και μα­γι­κές ρή­σεις, σχε­δόν ό­πως οι “α­ντι­κομ­φορ­μι­στές” της δε­κα­ε­τί­ας του ε­ξή­ντα. Η πο­λι­τι­κή ή­ταν ό­μως μό­νο μί­α α­πό τις α­σχο­λί­ες τους και, ι­δω­μέ­νες α­πό αυ­τή την ο­πτι­κή γω­νί­α, μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη μα­φί­α απ’ ό­τι με τις σύγ­χρο­νες πο­λι­τι­κές τρο­μο­κρα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

Η σύγ­χρο­νη ε­πο­χή

Σε σύ­γκρι­ση με τους Sicarii, τους Ασ­σασ­σί­νους, τους Thugs, κλπ., οι τρο­μο­κρα­τι­κές ο­μά­δες στη νε­ό­τε­ρη ι­στο­ρί­α φαί­νε­ται να έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή. Στην ε­πο­χή της Α­πο­λυ­ταρ­χί­ας κι α­φό­του οι θρη­σκευ­τι­κές α­ντι­θέ­σεις έ­χα­σαν τη σπου­δαιό­τη­τά τους, οι πο­λι­τι­κές δο­λο­φο­νί­ες ε­ξε­χό­ντων πο­λι­τι­κών προ­σώ­πων ή­ταν σχε­τι­κά σπά­νιο φαι­νό­με­νο. Πά­νω α­πό τις α­ντι­θέ­σεις τους και τις συ­γκρού­σεις συμ­φε­ρό­ντων υ­πήρ­χε η αλ­λη­λεγ­γύ­η με­τα­ξύ των Μο­ναρ­χών, ώ­στε να μην α­πο­βλέ­πουν στην αλ­λη­λο­ε­ξό­ντω­σή τους. Για έ­να διά­στη­μα, η δο­λο­φο­νί­α βα­σι­λιά­δων δεν ή­ταν της μό­δας, αν και υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νες α­ξιο­πρό­σε­κτες ε­ξαι­ρέ­σεις. Αυ­τή η κα­τά­στα­ση άλ­λα­ξε μό­νο με­τά τη Γαλ­λι­κή Ε­πα­νά­στα­ση και την ε­πι­κρά­τη­ση του Ε­θνι­κι­σμού στην Ευ­ρώ­πη. Ε­κτός Ευ­ρώ­πης υ­πήρ­χαν, ό­πως πά­ντα, πε­ρι­πτώ­σεις πο­λι­τι­κής δο­λο­φο­νί­ας.
Η συ­στη­μα­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α ξε­κι­νά το δεύ­τε­ρο ή­μι­συ του 19ου αιώ­να και α­πό την αρ­χή υ­πήρ­χαν δια­φο­ρε­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες. Οι Ρώ­σοι ε­πα­να­στά­τες α­γω­νί­ζο­νταν ε­νά­ντια σε μια αυ­ταρ­χι­κή κυ­βέρ­νη­ση την πε­ρί­ο­δο 1878-81 και στα πρώ­τα χρό­νια του 20ού αιώ­να. Εξ­τρε­μι­στι­κές ε­νώ­σεις ε­θνι­κι­στών, ό­πως οι Ιρ­λαν­δοί, οι Σλα­βο­μα­κε­δό­νες (σ.μ. κατ’ άλ­λους Βούλ­γα­ροι), οι Σέρ­βοι και οι Αρ­μέ­νιοι, έ­κα­ναν χρή­ση τρο­μο­κρα­τι­κών τα­κτι­κών στον α­γώ­να τους για αυ­το­διά­θε­ση και ε­θνι­κή α­νε­ξαρ­τη­σί­α. Τέ­λος υ­πήρ­χε η α­ναρ­χι­κή “Προ­πα­γάν­δα δια της Πρά­ξης”, κυ­ρί­ως την τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α του 19ου αιώ­να στη Γαλ­λί­α, την Ι­σπα­νί­α, την Ι­τα­λί­α και στις Η­ΠΑ. Οι λι­γο­στές α­πό­πει­ρες στη Γαλ­λί­α και στην Ι­τα­λί­α προ­κά­λε­σαν με­γά­λη ε­ντύ­πω­ση, ό­μως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν α­πο­τε­λού­σαν μέ­ρος μιας συ­στη­μα­τι­κής συ­νο­λι­κής στρα­τη­γι­κής. Ο χα­ρα­κτή­ρας της τρο­μο­κρα­τί­ας στις Η­ΠΑ και την Ι­σπα­νί­α ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κός στο ση­μεί­ο που στό­χευε στην υ­πο­στή­ρι­ξη συ­γκε­κρι­μέ­νων τμη­μά­των του πλη­θυ­σμού. Στις Η­ΠΑ α­να­πτύ­χθη­κε τρο­μο­κρα­τί­α α­πό την ερ­γα­τι­κή τά­ξη (Molly Maguires και αρ­γό­τε­ρα η “Δυ­τι­κή Έ­νω­ση των ερ­γα­τών ο­ρυ­χεί­ων”). Στην Ι­σπα­νί­α υ­πήρ­χε τρο­μο­κρα­τί­α τό­σο σε α­γρο­τι­κές ό­σο και σε βιο­μη­χα­νι­κές πε­ριο­χές. Οι δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές έκ­φρα­σης της πο­λι­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας, ό­σο και δια­φο­ρε­τι­κοί να εί­ναι οι στό­χοι και οι πο­λι­τι­κές σχέ­σεις, έ­χουν έ­να κοι­νό ση­μεί­ο εκ­κί­νη­σης: Σχε­τί­ζο­νται με την ά­νο­δο της Δη­μο­κρα­τί­ας και του Ε­θνι­κι­σμού.
Οι αι­τί­ες υ­πήρ­χαν α­νέ­κα­θεν: Μειο­νό­τη­τες κα­τα­πιέ­ζο­νταν, έ­θνη στε­ρού­νταν της α­νε­ξαρ­τη­σί­ας τους, αυ­ταρ­χι­κές μορ­φές δια­κυ­βέρ­νη­σης ή­ταν στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη. Ό­ταν ό­μως δια­δό­θη­καν οι ι­δέ­ες του δια­φω­τι­σμού και ο ε­θνι­κι­σμός κέρ­δι­σε έ­δα­φος, κα­τα­στά­σεις που για αιώ­νες ή­ταν α­πο­δε­κτές, έ­γι­ναν α­βά­στα­χτες.
Α­πό τη Να­ρό­ντνα­για Βό­λια στην VMRO
Απ’ ό­λα αυ­τά τα κι­νή­μα­τα με α­πό­στα­ση το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ή­ταν η Να­ρό­ντνα­για Βό­λια, αν και έ­δρα­σε μό­νο α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1878 έ­ως το Μάρ­τιο του 1881. Ο έ­νο­πλος α­γώ­νας άρ­χι­σε ό­ταν ο Κο­βα­λί­σκι, έ­να α­πό τα μέ­λη της, α­ντι­στά­θη­κε στη σύλ­λη­ψή του. Με­τά α­πό αυ­τό, η Βέ­ρα Ζασ­σού­λιτ­ς ε­κτέ­λε­σε τον κυ­βερ­νή­τη της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης. Έ­να άλ­λο ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός ή­ταν η δο­λο­φο­νί­α του στρα­τη­γού Με­σε­ντσό­βας, αρ­χη­γού του “Τρί­του Τμή­μα­τος” της τσα­ρι­κής πο­λι­τι­κής α­στυ­νο­μί­ας, τον Αύ­γου­στο του 1878. Τον Σε­πτέμ­βριο του 1879, το ε­πα­να­στα­τι­κό λα­ϊ­κό δι­κα­στή­ριο της Να­ρό­ντνα­για Βό­λια κα­τα­δί­κα­σε τον τσά­ρο Α­λέ­ξαν­δρο Ι­Ι σε θά­να­το. Λί­γο πριν, τον Α­πρί­λιο της ί­διας χρο­νιάς, ο Σο­λό­βιεφ προ­σπά­θη­σε, ε­νερ­γώ­ντας μό­νος του, να δο­λο­φο­νή­σει τον Τσά­ρο, ό­μως α­πέ­τυ­χε. Και άλ­λες α­πό­πει­ρες υ­πήρ­ξαν α­πο­τυ­χη­μέ­νες. (…) Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο η ε­πι­τυ­χί­α ήρ­θε τον Μάρ­τιο του 1881 κι ε­νώ τα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη της ο­μά­δας εί­χαν ή­δη συλ­λη­φθεί. Αυ­τό ή­ταν το α­πο­κο­ρύ­φω­μα της τρο­μο­κρα­τί­ας αλ­λά και το τέ­λος της, για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δυο δε­κα­ε­τί­ες.
Το δεύ­τε­ρο με­γά­λο κύ­μα τρο­μο­κρα­τί­ας προ­ήλ­θε α­πό τους Σο­σια­λε­πα­να­στά­τες με την δο­λο­φο­νι­κή α­πό­πει­ρα του Μπαλ­μά­σωφ κα­τά του Υ­πουρ­γού Ε­σω­τε­ρι­κών Σι­πιά­γκιν το 1902. Έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, έ­νας νέ­ος ευ­γε­νι­κής κα­τα­γω­γής ο­νό­μα­τι Καρ­πό­βιτ­ς δο­λο­φό­νη­σε τον Υ­πουρ­γό Εκ­παί­δευ­σης Μπο­γκο­λιέ­πωφ. Το 1903 οι Σο­σια­λε­πα­να­στά­τες διέ­πρα­ξαν μό­νο τρεις δο­λο­φο­νι­κές α­πό­πει­ρες, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων τη δο­λο­φο­νί­α των το­πι­κών κυ­βερ­νη­τών Ο­μπο­λέν­σκι και Μπο­γντά­νο­βιτ­ς. Το 1904 α­κο­λού­θη­σαν δύ­ο α­πό­πει­ρες, ό­μως το 1905 (έ­τος πο­λέ­μου με την Ια­πω­νί­α) ο α­ριθ­μός αυ­ξή­θη­κε στις 54. Το 1906 ή­ταν 82, το 1907 α­κό­μη 71. Με­τά ο α­ριθ­μός έ­πε­σε αι­σθη­τά : τρεις το 1908, δύ­ο το 1909 και μί­α το 1910. Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη α­πό­πει­ρα ή­ταν η δο­λο­φο­νί­α του Υ­πουρ­γού Ε­σω­τε­ρι­κών και “ι­σχυ­ρού αν­δρός” της κυ­βέρ­νη­σης Πλέ­βε, σε α­νοι­χτό δρό­μο στο Πέ­τερ­σμπουρ­γκ, το 1904. (…) Ε­κτός α­πό με­ρι­κές σπο­ρα­δι­κές ε­νέρ­γειες, με­τά το 1911 δεν υ­πήρ­ξε πια α­το­μι­κή τρο­μο­κρα­τί­α. Έ­να τρί­το, πο­λύ μι­κρό­τε­ρο κύ­μα της τρο­μο­κρα­τί­ας ξέ­σπα­σε με­τά την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σί­ας α­πό τους Μπολ­σε­βί­κους το Νο­έμ­βριο του 1917. Κα­τά έ­να μέ­ρος στό­χευε ε­να­ντί­ον των κο­μμου­νι­στών –δο­λο­φο­νή­θη­καν ο Ου­ρί­τσκι και ο Βο­λο­ντάρ­σκι και τραυ­μα­τί­στη­κε ο Λέ­νιν– αλ­λά και ε­να­ντί­ον Γερ­μα­νών δι­πλω­μα­τών και στρα­τιω­τι­κών, για να υ­πο­νο­μευ­τούν οι ει­ρη­νευ­τι­κές συ­νο­μι­λί­ες με­τα­ξύ Γερ­μα­νί­ας και Ρω­σί­ας (σ.τ. μ. Συν­θή­κη του Ρά­πα­λο, 1922). Η κομ­μου­νι­στι­κή ε­ξου­σί­α μπό­ρε­σε χω­ρίς ι­διαί­τε­ρη δυ­σκο­λί­α να κα­τα­στεί­λει αυ­τή τη πρό­κλη­ση.
Στα θύ­μα­τα της ρω­σι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ο τσά­ρος Α­λέ­ξαν­δρος Ι­Ι, η­γε­τι­κά μέ­λη της τσα­ρι­κής οι­κο­γέ­νειας, Υ­πουρ­γοί, α­νώ­τα­τοι α­στυ­νο­μι­κοί, το­πι­κοί κυ­βερ­νή­τες και α­ξιω­μα­τι­κοί του στρα­τού. Ο έ­νο­πλος α­γώ­νας ό­μως κό­στι­σε και τη ζω­ή ε­κεί­νων που πο­λε­μού­σαν το κα­θε­στώς. Η διάρ­κεια ζω­ής ε­νός τρο­μο­κρά­τη ή­ταν κα­τά κα­νό­να σχε­τι­κά μι­κρή και οι τρο­μο­κρα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις δεν εί­χαν διάρ­κεια ζω­ής πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τρί­α ή τέσ­σε­ρα χρό­νια.
Στην Ιρ­λαν­δί­α, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της τρο­μο­κρα­τί­ας ή­ταν πο­λύ μι­κρό­τε­ρα, αν και ο έ­νο­πλος α­γώ­νας κρά­τη­σε πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο διά­στη­μα. Α­πό την United Irishmen το 1791, που εν μέ­ρει υ­πήρ­ξε α­πο­τέ­λε­σμα α­γρο­τι­κών α­να­τα­ρα­χών, α­κο­λού­θη­σαν ε­πο­χές τρο­μο­κρα­τί­ας και ε­πο­χές σχε­τι­κής η­ρε­μί­ας. Η πο­λι­τι­κή του “α­νοι­χτού α­γώ­να”, γύ­ρω στο 1860, ή­ταν α­ναμ­φι­σβή­τη­τα έ­να λά­θος. Οι ε­νέρ­γειες της “Ο­μά­δας Δυ­να­μί­της”, στη δε­κα­ε­τί­α του ’70 και του ’80 του 19ου αιώ­να, ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε σ΄ έ­να συ­ντα­ρα­κτι­κό γε­γο­νός, στις δο­λο­φο­νί­ες στο πάρ­κο των φοι­νί­κων. Με­τά α­κο­λού­θη­σαν αρ­κε­τές δε­κα­ε­τί­ες η­ρε­μί­ας μέ­χρι τις ε­πα­να­στά­σεις του 1916, και του 1919-21, κα­θώς και πριν το Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο και τε­λευ­ταί­α α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’70 και με­τά.
Η τρο­μο­κρα­τί­α των Αρ­με­νί­ων κα­τά της τουρ­κι­κής κα­τα­πί­ε­σης ξε­κί­νη­σε τη δε­κα­ε­τί­α του ’90 του 19ου αιώ­να. Ή­ταν μι­κρής διάρ­κειας και δια­λύ­θη­κε ε­πει­δή οι Αρ­μέ­νιοι εί­χαν να κά­νουν μ’ έ­να λι­γό­τε­ρο υ­πο­μο­νε­τι­κό α­ντί­πα­λο απ’ ό­,τι οι Ιρ­λαν­δοί. Για α­κό­μη μια φο­ρά εμ­φα­νί­στη­κε η τρο­μο­κρα­τί­α με­τά το 1918 με θύ­μα­τα κά­ποιους Τούρ­κους α­ξιω­μα­τού­χους, που ξε­χώ­ρι­σαν κα­τά τη διάρ­κεια των σφα­γών του Πρώ­του Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Αυ­τή η τρο­μο­κρα­τι­κή πα­ρά­δο­ση συ­νε­χί­στη­κε σπο­ρα­δι­κά μέ­χρι τις μέ­ρες μας. Πο­λι­τι­κοί αρ­χη­γοί και προ­σω­πι­κό­τη­τες της εκ­κλη­σί­ας δο­λο­φο­νή­θη­καν α­πό τους α­ντι­πά­λους τους και το 1975 δο­λο­φο­νή­θη­καν, κα­τά τη διάρ­κεια ε­νός νέ­ου κύ­μα­τος τρο­μο­κρα­τί­ας, οι Τούρ­κοι πρέ­σβεις στη Βιέν­νη και το Πα­ρί­σι, κα­θώς και ο πρώ­τος γραμ­μα­τέ­ας της τουρ­κι­κής πρε­σβεί­ας στη Βη­ρυ­τό.
Την ί­δια ε­πο­χή που ξε­κί­νη­σαν οι Αρ­μέ­νιοι τρο­μο­κρά­τες τις ε­νέρ­γειές τους, δη­μιουρ­γή­θη­κε έ­να α­κό­μη α­πο­σχι­στι­κό κί­νη­μα, που στό­χευε κα­τά των Τούρ­κων, η σλα­βο­μα­κε­δο­νι­κή (σ.μ. κατ’ άλ­λους βουλ­γα­ρι­κή) VMRO υ­πό την η­γε­σί­α του Ντα­μιάν Γκρού­εφ. Αρ­χι­κά μια προ­πα­γαν­δι­στι­κή ε­ται­ρεί­α, η ο­ποί­α σε με­ρι­κά χρό­νια εί­χε με­τα­μορ­φω­θεί σε έ­να μι­λι­τα­ρι­στι­κό κί­νη­μα συ­στη­μα­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας και λα­ϊ­κής ε­πα­νά­στα­σης. Η λα­ϊ­κή ε­ξέ­γερ­ση (Ί­λι­ντεν) εί­χε μια κα­τα­στρο­φι­κή ε­ξέ­λι­ξη, ό­μως οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι εί­χαν καλύτερη τύ­χη α­πό τους Αρ­μέ­νιους. (….) Η VMRO συ­νέ­χι­σε (σ.μ. με­τά τους βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους) τον α­γώ­να της α­πό την βουλ­γα­ρι­κή ε­παρ­χί­α του Πε­τρι­τσί­ου. Με­ρι­κές α­πό τις ε­νέρ­γειές της στό­χευαν κα­τά της Γιου­γκο­σλα­βί­ας, ό­μως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με­τα­βλή­θη­καν σε όρ­γα­νο δια­δο­χι­κών βουλ­γα­ρι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων. Στη δε­κα­ε­τί­α με­τα­ξύ 1924 και 1934, ο α­ριθ­μός των δι­κών τους θυ­μά­των (και των Βουλ­γά­ρων α­ντι­πο­λι­τευό­με­νων) ξε­πέ­ρα­σε κα­τά πο­λύ τον α­ριθ­μό των δο­λο­φο­νη­μέ­νων ε­χθρών τους. Ό­ταν στα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του ’30 τε­λι­κά η βουλ­γα­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση τη διέ­λυ­σε,  το μό­νο κοι­νό που εί­χε η VMRO με την ορ­γά­νω­ση που δη­μιουρ­γή­θη­κε τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τί­ες πριν ή­ταν το ό­νο­μα.
Οι Πο­λω­νοί σο­σια­λι­στές και με­ρι­κές Ιν­δι­κές ο­μά­δες, ι­διαί­τε­ρα στη Βεγ­γά­λη, α­νή­καν σε άλ­λης μορ­φής ε­θνι­κι­στι­κά-τρο­μο­κρα­τι­κά κι­νήματα, που δη­μιουρ­γή­θη­καν πριν τον Πρώ­το Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις συ­νε­χί­στη­κε η τρο­μο­κρα­τι­κή πα­ρά­δο­ση και με­τά την κα­τά­κτη­ση της α­νε­ξαρ­τη­σί­ας. O Νε­χρού προ­ει­δο­ποιού­σε για τις ε­πι­πτώ­σεις της τρο­μο­κρα­τί­ας και δεν υ­πάρ­χει αμ­φι­βο­λί­α ό­τι ο σε­χτα­ρι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της τρο­μο­κρα­τί­ας δυ­σχέ­ραι­νε ε­πι­πλέ­ον τη σχέ­ση α­νά­με­σα στις κοι­νό­τη­τες, κά­τι που τε­λι­κά συ­νέ­βα­λε στη διά­σπα­ση της Ιν­δί­ας. Η ορ­γα­νω­μέ­νη τρο­μο­κρα­τί­α στην Πο­λω­νί­α ε­πέ­ζη­σε για μια δε­κα­ε­τί­α με­τά τον Πρώ­το Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο και μά­λι­στα στις α­να­το­λι­κές πε­ριο­χές της, ό­που οι Ου­κρα­νοί κά­τοι­κοι ε­να­ντιώ­νο­νταν κα­τά της κυ­βέρ­νη­σης της Βαρ­σο­βί­ας, α­φού οι α­παι­τή­σεις τους για αυ­το­νο­μί­α δεν ε­λή­φθη­σαν υ­πό­ψη.

Η “Προ­πα­γάν­δα δια της Πρά­ξης”

Η α­ναρ­χι­κή “Προ­πα­γάν­δα δια της Πρά­ξης” κα­τά τη δε­κα­ε­τί­α του ’90 του 19ου αιώ­να α­πο­τέ­λε­σε το α­πο­κο­ρύ­φω­μα της τρο­μο­κρα­τί­ας στην Ευ­ρώ­πη. Οι πρά­ξεις του Ravachol, Auguste Vaillant και Emile Henry με­τα­ξύ του 1892 και του 1894 προ­κά­λε­σαν “υ­περ­βο­λι­κή φα­σα­ρί­α”. Ε­πει­δή οι α­το­μι­κές βομ­βι­στι­κές ε­νέρ­γειες συ­νέ­πε­σαν χρο­νι­κά με την α­ναρ­χι­κή προ­πα­γάν­δα που υ­πο­στή­ρι­ζε την βί­α, δη­μιουρ­γή­θη­κε η ε­ντύ­πω­ση μιας με­γά­λης διε­θνούς συ­νω­μο­σί­ας, που δεν υ­πήρ­χε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.(…) Με­γά­λα τμή­μα­τα του πλη­θυ­σμού εί­χαν ε­ντυ­πω­σια­σθεί α­πό τον μυ­στι­κό και μυ­στη­ριώ­δη χα­ρα­κτή­ρα των α­ναρ­χι­κών ο­μά­δων. Α­ναρ­χι­κοί, σο­σια­λι­στές, μη­δε­νι­στές και εξ­τρε­μι­στές, ό­λοι εί­χαν ρι­χθεί σ’ έ­να τσου­βά­λι. Πα­ρό­τι  η κυ­βέρ­νη­ση και η α­στυ­νο­μί­α εί­χαν μια κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να της κα­τά­στα­σης, δεν έ­βλε­παν το λό­γο να ξε­κα­θα­ρί­σουν τέ­τοιου εί­δους πα­ρε­ξη­γή­σεις.

Με­τα­ξύ του 1880 και του 1910 δια­πρά­χθη­καν πολ­λές α­πό­πει­ρες ε­νά­ντια σε η­γε­τι­κά πο­λι­τι­κά πρό­σω­πα στην Ευ­ρώ­πη και την Α­με­ρι­κή. Με­τα­ξύ των θυ­μά­των ή­ταν οι Πρό­ε­δροι Garfield και McKinley. Πολ­λές α­πο­τυ­χη­μέ­νες α­πό­πει­ρες έ­γι­ναν ε­νά­ντια στον Bismarck και τον Γερ­μα­νό αυ­το­κρά­το­ρα. Το 1894 δο­λο­φο­νή­θη­κε ο Γάλ­λος πρό­ε­δρος Καρ­νό, ο Ι­σπα­νός πρω­θυ­πουρ­γός Antonio Canovas το 1897, η αυ­το­κρά­τει­ρα των Αψ­βούρ­γων Ε­λι­σά­βετ το 1898 και ο Ι­τα­λός βα­σι­λιάς Umberto το 1900. Στις πε­ρι­πτώ­σεις που οι δο­λο­φό­νοι ή­ταν Α­ναρ­χι­κοί –πολ­λοί δεν ή­ταν– αυ­τοί ε­νερ­γού­σαν μό­νοι τους, χω­ρίς γνώ­ση και υ­πο­στή­ρι­ξη των ο­μά­δων στις ο­ποί­ες α­νή­καν. Ε­πί­σης, πο­λύ συ­χνά και με ι­διαί­τε­ρη ευ­κο­λί­α ξε­χνιό­ταν το γε­γο­νός ό­τι η δο­λο­φο­νί­α ή η α­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νί­ας βα­σι­λιά­δων εί­χαν μα­κρό­χρο­νη πα­ρά­δο­ση στην Ευ­ρώ­πη και ό­τι εί­χαν γί­νει έ­να πλή­θος α­πό α­πό­πει­ρες κα­τά του Να­πο­λέ­ο­ντα Ι και του Να­πο­λέ­ο­ντα Ι­Ι­Ι. Έ­νας σύγ­χρο­νος πα­ρα­τη­ρη­τής ε­κεί­νης της ε­πο­χής, που δεν εί­χε ι­διαί­τε­ρη συ­μπά­θεια προς τους α­ναρ­χι­κούς, ση­μειώ­νει: “Εί­ναι δύ­σκο­λο ό­λα τα κα­κά του κό­σμου και ι­διαί­τε­ρα τη δο­λο­φο­νί­α των κυ­ρί­αρ­χων ε­λίτ να τα φορ­τώ­νουν στους α­ναρ­χι­κούς”.
Αν και εν­δια­φέ­ρου­σα α­πό ψυ­χο­λο­γι­κής πλευ­ράς, πο­λι­τι­κά η “ε­πο­χή των α­πο­πει­ρών” δεν εί­χε με­γά­λη βα­ρύ­τη­τα. Γύ­ρω στα 1905, το κύ­μα δο­λο­φο­νιών και α­ποπειρών δο­λο­φο­νίας ε­κτός της Ρω­σί­ας έ­πα­ψε να υ­πάρ­χει. Μπο­ρεί να υ­πήρ­χαν α­κό­μη κά­ποια ε­ντυ­πω­σια­κά γε­γο­νό­τα στα χρό­νια με­τά τον Πρώ­το Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, ό­πως οι ε­νέρ­γειες της συμ­μο­ρί­ας Bοnnot ή οι πο­λω­νι­κές και οι λε­το­νι­κές (Ο Πέ­τερ ο μπο­για­τζής) ο­μά­δες στο Αν. Λον­δί­νο, ό­μως το κί­νη­τρο ή­ταν κυ­ρί­ως προ­σω­πι­κό και το α­ναρ­χι­κό στοι­χεί­ο, α­κό­μη και ό­ταν υ­πήρ­χε, συ­νή­θως ή­ταν υ­περ­βο­λι­κό. Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά μπο­ρεί να ει­πω­θεί ό­τι, στην Κε­ντρι­κή και Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, δεν υ­πήρ­ξε συ­στη­μα­τι­κή τρο­μο­κρα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, α­ντ’ αυ­τού ό­μως υ­πήρ­ξε στα σύ­νο­ρα της Ευ­ρώ­πης, στη Ρω­σί­α, στα Βαλ­κά­νια και σε νέ­α μορ­φή στην Ι­σπα­νί­α.
Οι ερ­γα­τι­κοί α­γώ­νες στην Α­με­ρι­κή ή­ταν σχε­δόν α­πό την αρ­χή ε­ντο­νό­τε­ρα  μι­λι­τα­ρι­στι­κοί απ’ ό­,τι στην Ευ­ρώ­πη. Η ι­στο­ρί­α των Molly Maguires γύ­ρω στα 1870 εί­ναι έ­να μό­νο α­πό τα ι­στο­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στην ε­πο­χή της, η ο­μά­δα αυ­τή χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε –α­δί­κως– σαν κο­μμου­νι­στι­κή. Δεν εί­χε να κά­νει σε τί­πο­τε με τον κομ­μου­νι­σμό αλ­λά με την πα­ρα­δο­σια­κή χρή­ση βί­ας α­πό την πλευ­ρά μιας ο­μά­δας Ιρ­λαν­δών, οι ο­ποί­οι με­τε­φέρ­θη­σαν σε μια νέ­α χώ­ρα ό­που ζού­σαν την α­δι­κί­α και την εκ­με­τάλ­λευ­ση. Αυ­τοί δεν πο­λε­μού­σαν μό­νο τους ι­διο­κτή­τες των ο­ρυ­χεί­ων, αλ­λά και τους συ­να­δέλ­φους τους γερ­μα­νι­κής και ουα­λι­κής κα­τα­γω­γής. Το 1886, έ­γι­νε μια βομ­βι­στι­κή α­πό­πει­ρα στο Haymarket Square και ε­πα­κο­λού­θη­σαν αρ­κε­τές αι­μα­τη­ρές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις με­τα­ξύ της α­στυ­νο­μί­ας του ερ­γο­στα­σί­ου α­πό τη μια και των ερ­γα­τών α­πό την άλ­λη. Η IWW δεν αρ­νή­θη­κε πο­τέ ό­τι “ο α­γώ­νας στη Ρω­σί­α” ή­ταν το πρό­τυ­πό τους. Το 1910, οι α­δελ­φοί McNamara έ­κα­ναν μια βομ­βι­στι­κή ε­πί­θε­ση στο κτή­ριο της Los Angeles Times. Πα­ρό­μοια γε­γο­νό­τα που έ­γι­ναν εί­ναι σή­με­ρα γνω­στά μό­νο σε ει­δι­κούς του α­με­ρι­κα­νι­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Πο­τέ δεν υ­πήρ­ξε η πρό­θε­ση για α­να­τρο­πή της κυ­βέρ­νη­σης, για δο­λο­φο­νί­α της πο­λι­τι­κής η­γε­σί­ας ή για αλ­λα­γή του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος.
Η Ι­σπα­νί­α ή­ταν η άλ­λη χώ­ρα ό­που η συ­στη­μα­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α προ­σέ­λα­βε πο­λι­τι­κή ση­μα­σί­α. Πρά­ξεις βί­ας με πο­λι­τι­κά κί­νη­τρα ή­ταν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην Ι­σπα­νί­α του 19ου αιώ­να, ι­διαί­τε­ρα στον πό­λε­μο των Καρ­λι­στών. Η δη­μιουρ­γί­α ε­νός ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος υ­πό την ε­πιρ­ρο­ή του Μπα­κού­νιν συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό πολ­λούς α­γώ­νες. Η τρο­μο­κρα­τί­α έ­γι­νε μέ­ρος των συν­δι­κα­λι­στι­κών α­γώ­νων. Τα­ρα­χές υ­πήρ­χαν ε­πί­σης και σε α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές, κυ­ρί­ως στην Αν­δα­λου­σί­α στη Νό­τιο Ι­σπα­νί­α. Ό­πως και η Γαλ­λί­α έ­τσι και η Ι­σπα­νί­α εί­χε τη δι­κή της “ε­πο­χή των α­πο­πει­ρών” στη δε­κα­ε­τί­α του ’90 του 19ου αιώ­να. Σε α­ντί­θε­ση ό­μως με την Γαλ­λί­α υ­πήρ­ξαν και νέ­ες ε­πα­να­στά­σεις στο διά­στη­μα 1904-1908, ό­πως και κα­τά τη διάρ­κεια του Πρώ­του Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου αλ­λά και με­τά το τέ­λος του. Υ­πήρ­χε έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός α­ναρ­χι­κών ο­μά­δων, ό­μως η πλέ­ον μι­λι­τα­ρι­στι­κή, η FAI, ή­ταν η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη. Α­πό τους η­γέ­τες της ξε­χώ­ρι­ζε ι­διαί­τε­ρα ο Μπουε­να­βε­ντού­ρα Ντουρ­ρού­τι (1896-1936) (“Δεν φο­βό­μα­στε τα ε­ρεί­πια”). Α­πό πο­λι­τι­κής ά­πο­ψης η τρο­μο­κρα­τί­α αυ­τή τε­λι­κά υ­πήρ­ξε α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ο­δή­γη­σε ό­μως σε πολ­λές ε­γκλη­μα­τι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις μέ­σα στην Α­ρι­στε­ρά και τε­λι­κά στα μοι­ραί­α γε­γο­νό­τα του 1936-39. Η Κα­τα­λο­νί­α υ­πήρ­ξε ο βα­σι­κός χώ­ρος της τρο­μο­κρα­τί­ας μέ­χρι την έ­ναρ­ξη αλ­λά και κα­τά τη διάρ­κεια του ι­σπα­νι­κού εμ­φυ­λί­ου. Προς τα τέ­λη της δι­κτα­το­ρί­ας του Φράν­κο, η τρο­μο­κρα­τί­α με­τα­το­πί­στη­κε προς τη χώ­ρα των Βά­σκων. Α­πό την Ι­σπα­νί­α ο τρο­μο­κρα­τι­κός α­ναρ­χι­σμός ξα­πλώ­θη­κε στη Λα­τι­νι­κή Α­με­ρι­κή και ι­διαί­τε­ρα στην Αρ­γε­ντι­νή. Η Βαρ­κε­λώ­νη εί­χε τη δι­κή της “τρα­γι­κή ε­βδο­μά­δα” το 1909. Η “Semana Tragica”  στο Μπουέ­νος Ά­ι­ρες δια­δρα­μα­τί­στη­κε μια δε­κα­ε­τί­α αρ­γό­τε­ρα. Ο Ντουρ­ρού­τι σκό­τω­σε τον Ε­πί­σκο­πο της Σα­ρα­γό­σα, ο α­κού­ρα­στος Simon Radowitsky δο­λο­φό­νη­σε τον αρ­χη­γό της α­στυ­νο­μί­ας του Μπουέ­νος Ά­ιρες.

Η δε­ξιά τρο­μο­κρα­τί­α
Μέ­χρι τον Πρώ­το Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο η τρο­μο­κρα­τί­α θε­ω­ρού­νταν έ­να φαι­νό­με­νο που χα­ρα­κτή­ρι­ζε την Α­ρι­στε­ρά, πα­ρό­τι ο α­το­μι­κι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της τρο­μο­κρα­τί­ας δεν προ­σαρ­μό­ζο­νταν πλή­ρως στο ι­δε­ο­λο­γι­κό της πλαί­σιο. Ό­μως ού­τε οι Ιρ­λαν­δοί, ού­τε οι Σλα­βο­μα­κε­δό­νες (σ.τ.μ. κατ’ άλ­λους Βούλ­γα­ροι), ού­τε οι Αρ­μέ­νιοι ή οι Βε­γκα­λέ­ζοι τρο­μο­κρά­τες εί­χαν σο­σια­λι­στι­κούς ή α­ναρ­χι­κούς στό­χους. Η “Μαύ­ρη Ε­κα­το­νταρ­χί­α” ή­ταν σί­γου­ρα μια τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση, ο βα­σι­κός στό­χος της ο­ποί­ας ή­ταν η κα­τα­πο­λέ­μη­ση της ρω­σι­κής ε­πα­νά­στα­σης, η υ­πο­κί­νη­ση πο­γκρόμ κα­τά των Ε­βραί­ων και η δο­λο­φο­νί­α των αρ­χη­γών της φι­λε­λεύ­θε­ρης α­ντι­πο­λί­τευ­σης του Τσά­ρου. Η ορ­γά­νω­ση αυ­τή α­πο­τε­λού­σε την εξ­τρε­μι­στι­κή Δε­ξιά της ρω­σι­κής ε­σω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής και δη­μιουρ­γή­θη­κε πράγ­μα­τι με τη βο­ή­θεια της α­στυ­νο­μί­ας. Ό­μως, ό­πως συμ­βαί­νει συ­χνά στην ι­στο­ρί­α της τρο­μο­κρα­τί­ας, το κα­τα­σκεύ­α­σμα της α­στυ­νο­μί­ας α­πέ­κτη­σε την δι­κή του αυ­το­νο­μί­α. Γρή­γο­ρα προ­έ­βα­λε α­παι­τή­σεις για μοί­ρα­σμα της γης, για μεί­ω­ση του ω­ρα­ρί­ου ερ­γα­σί­ας και τα μέ­λη μιας ορ­γά­νω­σης, που δη­μιουρ­γή­θη­κε για την υ­πε­ρά­σπι­ση της μο­ναρ­χί­ας, δια­μαρ­τύ­ρο­νταν ό­τι ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο να μην έ­χουν κα­μί­α κυ­βέρ­νη­ση πα­ρά την υ­πάρ­χου­σα. Διέρ­ρε­αν δε ό­τι ή­ταν α­πα­ραί­τη­το να υ­πάρ­ξουν με­ρι­κοί α­πο­φα­σι­στι­κοί α­ξιω­μα­τι­κοί, σαν αυ­τούς που υ­πήρ­χαν στη Σερ­βί­α –α­σφα­λώς μια έν­δει­ξη για τις σερ­βι­κές δο­λο­φο­νί­ες των βα­σι­λιά­δων.
Στα χρό­νια με­τά τον Πρώ­το Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, τα τρο­μο­κρα­τι­κά κι­νή­μα­τα υ­πο­στη­ρί­χθη­καν κυ­ρί­ως α­πό δε­ξιές και α­πο­σχι­στι­κές-ε­θνι­κι­στι­κές ο­μά­δες. Στις ο­μά­δες αυ­τές συ­γκα­τα­λέ­γε­ται η κρο­α­τι­κή Ου­στά­σι, που υ­πο­στη­ριζόταν κυ­ρί­ως α­πό την Ι­τα­λί­α και την Ουγ­γα­ρί­α. Οι Κρο­ά­τες ε­πεδί­ω­καν την α­νε­ξαρ­τη­σί­α τους και δεν εί­χαν εν­δοια­σμούς να παίρ­νουν βο­ή­θεια απ’ ο­που­δή­πο­τε. Συ­στη­μα­τι­κή τρο­μο­κρα­τί­α στη δε­κα­ε­τί­α του εί­κο­σι ε­ντο­πί­ζε­ται κυ­ρί­ως στα φα­σι­στι­κά κι­νή­μα­τα ή στους προ­δρό­μους τους, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα τα “Freikorps” στη Γερ­μα­νί­α, ο­ρι­σμέ­νες φα­σι­στι­κές ο­μά­δες στη Γαλ­λί­α και στην Ουγ­γα­ρί­α και ι­διαί­τε­ρα η “Σι­δη­ρά Φρου­ρά” στη Ρου­μα­νί­α. Γε­νι­κά υ­πήρ­χαν μό­νο με­μο­νω­μέ­να τρο­μο­κρα­τι­κά κι­νή­μα­τα, διό­τι ή­ταν η ε­πο­χή των μα­ζι­κών κομ­μά­των της Δε­ξιάς και της Α­ρι­στε­ράς. Ο Α­ναρ­χι­σμός εί­χε ξε­πε­ρά­σει α­πό και­ρό την τρο­μο­κρα­τι­κή του φά­ση. Υ­πήρ­ξαν ο­ρι­σμέ­νες πο­λι­τι­κές δο­λο­φο­νί­ες, ό­πως του Λί­μπκνε­χτ και της Λού­ξε­μπουρ­γκ το 1919, του Ρα­τε­νά­ου το 1922, του βα­σι­λιά Α­λέ­ξαν­δρου της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και του Μπαρ­τού στη Μασ­σα­λί­α το 1934. Ε­πει­δή στην τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση ε­πρό­κει­το για μια πε­ρί­πτω­ση διε­θνούς τρο­μο­κρα­τί­ας, στην ο­ποί­α συμ­με­τεί­χαν του­λά­χι­στον τέσ­σε­ρις κυ­βερ­νή­σεις, πα­ρε­νέ­βη και η «Κοι­νω­νί­α των Ε­θνών» (…) Ό­λες οι προ­σπά­θειες υ­πήρ­ξαν φυ­σι­κά α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κές κα­θό­σον άλ­λες κυ­βερ­νή­σεις ή­ταν κα­τά της τρο­μο­κρα­τί­ας, ε­νώ άλ­λες την υ­πο­στή­ρι­ζαν, ό­σο και­ρό ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε τα σχέ­διά τους.
Αλ­λά και ε­κτός Ευ­ρώ­πης οι τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γειες ή­ταν σπά­νιες. Η δο­λο­φο­νί­α του Αι­γυ­πτί­ου πρω­θυ­πουρ­γού Μπού­τρος (1910) ή­ταν μια α­το­μι­κή πρά­ξη. Το ί­διο ι­σχύ­ει και για την α­πό­πει­ρα κα­τά του αρ­χη­γού του αι­γυ­πτια­κού στρα­τού Sir Lee Stack. Στη δε­κα­ε­τί­α του τριά­ντα και ι­διαί­τε­ρα του σα­ρά­ντα, έ­κα­ναν χρή­ση της τρο­μο­κρα­τί­ας η “Μου­σουλ­μα­νι­κή Α­δελ­φό­τη­τα” και άλ­λες α­κρο­δε­ξιές ο­μά­δες, ό­πως η “Νέ­α Αί­γυ­πτος” που δο­λο­φό­νη­σε δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γούς και πε­ρισ­σό­τε­ρους α­νώ­τα­τους υ­παλ­λή­λους. Κα­τά τη διάρ­κεια της βρε­τα­νι­κής πα­ρου­σί­ας στην Πα­λαι­στί­νη, η “Ignun Zwai Leumi” και “Lehi”  (Α­γω­νι­στές για την ε­λευ­θε­ρί­α του Ισ­ρα­ήλ) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν την α­το­μι­κή τρο­μο­κρα­τί­α. Η Ignun στα­μά­τη­σε τις α­ντι­βρε­τα­νι­κές της ε­νέρ­γειες το 1939, ό­μως η μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που Lehi συ­νέ­χι­σε τον έ­νο­πλο α­γώ­να. Η δο­λο­φο­νί­α του λόρ­δου Moyne ή­ταν η ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρη ε­νέρ­γειά της. (…) Στη δε­κα­ε­τί­α του τριά­ντα μια ο­μά­δα νε­α­ρών α­ξιω­μα­τι­κών του ια­πω­νι­κού στρα­τού α­σκού­σε τρο­μο­κρα­τί­α και ε­πη­ρέ­α­ζε έ­τσι σε ση­μα­ντι­κό βαθ­μό την ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή της Ια­πω­νί­ας. (…)
Α­πό ι­στο­ρι­κής ά­πο­ψης, (σ.τ.μ. και σε ό­,τι α­φο­ρά το σύγ­χρο­νο α­ντάρ­τι­κο πό­λης) πρό­κει­ται για την ε­πα­να­φο­ρά στη ζω­ή συ­γκε­κρι­μέ­νων μορ­φών πο­λι­τι­κής βί­ας, που ή­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο φαι­νό­με­νο α­πό πα­λιό­τε­ρα σε διά­φο­ρα μέ­ρη του κό­σμου. Αυ­τές οι μέ­θο­δοι εί­χαν ε­κεί­νη την ε­πο­χή πε­ρι­γρα­φεί, α­να­λυ­θεί και συ­ζη­τη­θεί α­πό κά­θε ο­πτι­κή γω­νί­α. Αν λά­βου­με υ­πό­ψη την α­δύ­να­μη μνή­μη του αν­θρώ­που, πράγ­μα­τι δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο ό­τι η ε­πι­στρο­φή της τρο­μο­κρα­τί­ας τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες ε­κλαμ­βά­νε­ται σαν έ­να νέο φαι­νό­με­νο και ό­τι γί­νε­ται διά­λο­γος για αι­τί­ες και λύ­σεις σαν να μην υ­πήρ­χαν πο­τέ τέ­τοια φαι­νό­με­να.

*Α­πό το βι­βλί­ο του Walter Laqueur, “TERRORISMUS”, Re‑gensburg, 1977.
Με­τά­φρα­ση: Βα­σί­λης Στο­ϊ­λό­που­λος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*