Πολιτική, Ρήξη φ. 119

Δύο νάρκες για χώρα και κυβέρνηση

makri-thumb-large

Αξιολόγηση-ασφαλιστικό αλλά και προσφυγικό θα καθορίσουν το πολιτικό κλίμα της συγκυρίας

Του Σταύρου Χριστακόπουλου* από τη Ρήξη φ. 119 

Το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα και την Ευρώπη, από τώρα μέχρι την άνοιξη, αναμένεται να ηλεκτριστεί υπέρμετρα και δεν αποκλείεται το διάστημα αυτό να αποδειχθεί εξαιρετικά κρίσιμο για τη σχέση της χώρας μας με το ευρωσύστημα.
Τα προβλήματα που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛΛ. στο εσωτερικό –για λόγους που έχουμε εξηγήσει προσφάτως– δεν αναμένεται να είναι σοβαρά, τουλάχιστον όσα πηγάζουν από το εγχώριο πολιτικό, οικονομικό, συνδικαλιστικό και μιντιακό σύστημα. Δεν είναι όμως ίδια η βεβαιότητα για την κατάσταση που θα δημιουργηθεί στα πολλά μέτωπα που έχουν ανοίξει στις σχέσεις της χώρας με τους δανειστές και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι δύο μεγάλες νάρκες που απειλούν με σοβαρές εμπλοκές τη χώρα και την κυβέρνηση είναι, πρώτον, η αξιολόγηση της πορείας εφαρμογής του μνημονίου και όσα αυτή αναμένεται να σηματοδοτήσει και, δεύτερον, η εξέλιξη του μεταναστευτικού, το οποίο τους επόμενους μήνες αναμένεται να μετατραπεί σε βόμβα μεγατόνων για τη σταθερότητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

«Πακέτο» η αξιολόγηση

Η αξιολόγηση της πορείας του μνημονίου μόνο απλή υπόθεση δεν θα είναι. Για τους Ευρωπαίους, το σχέδιο Κατρούγκαλου έχει κενά τα οποία αφορούν την εξομάλυνση του χάους που δημιουργούν οι εκατοντάδες διαφορετικές ρυθμίσεις και καθεστώτα συνταξιοδότησης, αλλά και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος. Εκκρεμότητα αποτελεί και μια σοβαρή περικοπή συντάξεων, χωρίς την οποία εκτιμάται ότι η δημοσιονομική απόδοση της μεταρρύθμισης θα είναι ανεπαρκής.
Με άλλα λόγια, θα πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά πιθανό ότι, η μέχρι τώρα φασαρία για το ασφαλιστικό, δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτήν που θα ακολουθήσει.
Ακόμη μεγαλύτερη αναμένεται να είναι η δυσκολία στα δημοσιονομικά, όπου νέα μέτρα έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στον ορίζοντα, πριν καν οριστικοποιηθούν οι νέοι φόροι για το 2016, εξαιτίας των εκτιμήσεων για δημοσιονομικό κενό μεταξύ 0,9 έως 1,8 δισ. ευρώ. Εκκρεμεί ακόμη η έγκρισή τους στις ρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια και στον προϋπολογισμό του 2016. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση, προκειμένου να πάρει τη θετική αξιολόγηση, θα πρέπει πιθανότατα να φορτώσει πολλά ακόμη βάρη στους φορολογούμενους.
Πέραν αυτών, σοβαρές θεωρούνται και οι εκκρεμότητες στη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης, στο άνοιγμα της αγοράς ενέργειας και στη δημιουργία του υπερ-ταμείου για τη δημόσια περιουσία, θέμα στο οποίο υπάρχει σημαντική απόσταση μεταξύ Αθήνας και δανειστών.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση ποντάρει πολλά στη θετική αξιολόγηση, επιθυμώντας να ανοίξει η συζήτηση για το χρέος και να συμπεριληφθεί η Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση του Ντράγκι. Αυτές οι εξελίξεις –αν όλα πάνε κατά τον σχεδιασμό– θα είναι ουσιαστικά το μόνο πολιτικά αξιοποιήσιμο αντίβαρο στις επαχθείς επιπτώσεις του μνημονίου, ακόμη και αν στο χρέος δεν έχουμε μία εφάπαξ ρύθμιση, αλλά μία τακτική ρύθμισης κατά στάδια, την οποία φαίνεται να προκρίνει ο Σόιμπλε.

Η εκλογή Μητσοτάκη

Η αλήθεια είναι ότι η εκλογή Μητσοτάκη στη Ν.Δ. δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση σε αυτήν τη φάση, αφού μπορεί μεν να στοιχίζονται πίσω του όσοι, κυρίως μιντιάρχες και επιχειρηματίες, βρίσκονται στο κυβερνητικό στόχαστρο, αλλά, για να καταφέρει ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. να βρει περπατησιά, θα πρέπει πρώτα να ελέγξει το κόμμα του.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα αποβεί επιτυχής και μάλιστα σύντομα, αφού η υποψηφιότητα Μεϊμαράκη συγκράτησε τους σκληρούς κομματικούς μηχανισμούς, ενώ η συμμαχία μεταξύ των Μητσοτάκηδων, των ακροδεξιών προερχόμενων από τον ΛΑΟΣ και του αντάρτη Τζιτζικώστα πριμοδοτήθηκε και από κόσμο εκτός Ν.Δ., που ασπάζεται τον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό του νέου προέδρου.
Μακροπρόθεσμα όμως –αν υποτεθεί ότι η ηγεσία Μητσοτάκη στη Ν.Δ. σταθεροποιείται–, η αξιωματική αντιπολίτευση θα σταθεί στα πόδια της και μάλιστα θα επενδυθούν πάνω της, αν δεν έχουν επενδυθεί ήδη, πολλές προσδοκίες από την πλευρά των Γερμανών. Αν μάλιστα ο Τσίπρας συνεχίσει να μην αποδέχεται την «ιδιοκτησία» του μνημονίου και στο μέλλον προβάλει προσκόμματα στην πλήρη υλοποίησή του, τότε το «αντίπαλον δέος» θα στηριχθεί.
Είναι άλλωστε γνωστή η εγκατάλειψη του ΓΑΠ και του Σαμαρά από τους Γερμανούς και τους άλλους Ευρωπαίους, οι οποίοι τους είχαν αποδεχθεί στην πρώτη φάση της διακυβέρνησής τους. Για τους επόπτες είναι αποδεκτός μόνο όποιος αποδέχεται πλήρως τις συμφωνίες. Σε άλλη περίπτωση, «υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές». Υπ’ αυτήν την έννοια, πράγματι είναι στο χέρι του Τσίπρα να μη χαλάσει τις σχέσεις του με τους δανειστές, αλλά είναι ερώτημα το αν θα καταφέρει να μην τις διαρρήξει με το ελληνικό εκλογικό σώμα.
Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι η ρευστότητα που θα επικρατήσει το επόμενο διάστημα, μέχρι να παγιωθεί ο ανατέλλων νέος διπολισμός, θα επιφέρει σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές μετατοπίσεις στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής σκηνής και, εκτός από την αναμενόμενη διάλυση κομμάτων (π.χ. Ποτάμι), είναι άγνωστο αν θα έχουμε και τη γέννηση νέων.

Το μεταναστευτικό

Από την κρίση φοβούνταν οι Ευρωπαίοι την απειλή διάλυσης της Ευρώπης, αλλά από το μεταναστευτικό κινδυνεύουν να το βρουν. Όπως έχουμε σημειώσει και στο πρόσφατο παρελθόν, όλοι οι αρμοί της Ε.Ε. τρίζουν επικίνδυνα, από την τραπεζική ενοποίηση έως τη ζώνη Σένγκεν και την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων.
Οι τριγμοί αυτοί δεν αφήνουν την Ελλάδα αδιάφορη, καθώς ο φόβος που επικρατεί στην Αθήνα αφορά τη διαφαινόμενη επιστροφή στα εθνικά σύνορα με άμεσους και έμμεσους τρόπους, εξέλιξη που θα επιβαρύνει τη σχέση της Ελλάδας με την Ε.Ε., καθώς, ύστερα από το καθεστώς «υγειονομικής ζώνης» που μας έχει επιβληθεί λόγω της χρεοκοπίας, ένα ανάλογο καθεστώς είναι πια σχεδόν βέβαιο ότι θα μας επιβληθεί μέσω του μεταναστευτικού.
Τα γεγονότα με τις σεξουαλικές επιθέσεις από μετανάστες και πρόσφυγες εις βάρος γυναικών στη Γερμανία και σε άλλες χώρες υποδοχής στην Ευρώπη δίνουν το έναυσμα για την αλλαγή πολιτικής στη χορήγηση ασύλου. Παρότι υπάρχουν οι διεθνείς συνθήκες και δεσμεύσεις που σχετίζονται με το πολιτικό άσυλο, ήδη αναζητούνται μέθοδοι περιορισμού της δυνατότητας παροχής του. Ήδη έχει προαναγγελθεί από τον Ντόναλντ Τουσκ, στο όνομα της πρόληψης της τρομοκρατίας, ότι οι διαδικασίες ταυτοποίησης προσφύγων στα ελληνικά σημεία πιστοποίησης στοιχείων (hotspots) μπορεί να διαρκούν έως και ενάμιση χρόνο.
Τώρα προστίθεται ο κίνδυνος να άρουν οι Ευρωπαίοι το καθεστώς μη επιστροφής μεταναστών από τις χώρες τους, το οποίο είχε επιβληθεί στην Ελλάδα την περίοδο Σαμαρά λόγω κακομεταχείρισης, με συνέπεια και η Γερμανία και άλλες χώρες να μας στέλνουν πίσω όλους τους «ανεπιθύμητους», ως υπόπτους για έκνομη συμπεριφορά.
Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί η απαισιόδοξη εκτίμηση ότι στην Ελλάδα είναι δυνατόν τους επόμενους μήνες να εγκλωβιστούν από 150.000 έως 200.000 μετανάστες, μη δυνάμενοι να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες. Στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής εκτιμούν ότι η Ελλάδα αντέχει να «φιλοξενήσει» έως 100.000, αλλά κανείς δεν εξηγεί σε ποιες υποδομές, όταν το (ένα!) επόμενο hotspot θα είναι έτοιμο στην αρχή της άνοιξης, όταν πιθανότατα ο καιρός θα επιτρέπει την αποστολή από την Τουρκία 8 και 10 χιλιάδων ανθρώπων ημερησίως.
Είναι κωμικοτραγική δε η εκτίμηση ότι, όταν κλείσουν τα βόρεια σύνορά μας, οι απελπισμένοι δεν θα μας προτιμούν, επειδή δεν θα έχουν δίοδο στην Ευρώπη, αλλά και η «διαπίστωση» ότι ήδη οι μαφιόζοι διακινητές ανθρώπων ψάχνουν εναλλακτικές διόδους. Ποιες ακριβώς, είναι προφανώς… άγνωστο.
Το μόνο σχετικά αισιόδοξο που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα είναι η διαπίστωση του Μουζάλα στην Αυγή προ ημερών, ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να υποδεχθεί τη φτώχεια και την προσφυγιά όλου του κόσμου». Μόνο που η διαπίστωση αυτή έρχεται πολύ αργά και με το πρόβλημα να έχει ήδη αποκτήσει γιγαντιαία και ενδεχομένως μη διαχειρίσιμη διάσταση.

* Διευθυντής σύνταξης στην εφημερίδα Το Ποντίκι

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*