Uncategorized, Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 119

Ο γιος του Σαούλ

o-gios-tou-saoul

Tου Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 119 

Ο Σαούλ είναι ένας Ζόντερ-κομάντο, ένας Εβραίος κρατούμενος στο Άουσβιτς, που δουλεύει υπό τις διαταγές των ναζί στις σκληρές και απάνθρωπες δουλειές του στρατοπέδου. Είναι ένας αιχμάλωτος κι αυτός, που δεν οδηγήθηκε αμέσως στο κρεματόριο, αλλά, ως χρήσιμος εργάτης του εργοστασίου θανάτου, κερδίζει λίγους μήνες ζωή. Καθημερινά οι αίθουσα του κρεματορίου γεμίζει και αδειάζει κάμποσες φορές και ο Σαούλ, μαζί με άλλους κρατούμενους, θα πρέπει κάθε φορά να αδειάζει τον χώρο από τα πτώματα και να ξεδιαλέγει τα προσωπικά τους αντικείμενα. Αυτή είναι η «δουλειά» του. Μια μέρα στο κρεματόριο θα βρεθεί ένας έφηβος που δεν έχει ξεψυχήσει. Θα τον σώσει ο Σαούλ και οι άλλοι «εργάτες»; Το παιδί δεν είναι δυνατόν να σωθεί, αλλά ο Σαούλ ξαφνικά οδηγείται σε μια εμμονή: αναγνωρίζει το παιδί σαν δικό του παιδί –ποτέ δεν θα μάθουμε αν πράγματι είναι– και θέλει να το θάψει σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση.
Μια ακόμα ταινία για το Ολοκαύτωμα; Πιστεύω ότι πολλοί έχουν δει ήδη την ταινία και δεν θα επεκταθώ στην ιστορία. Η ματιά του Νέμες, του νέου Ούγγρου σκηνοθέτη, είναι ιδιαίτερη και φαίνεται από το πρώτο κιόλας πλάνο της ταινίας. Όλη η ιστορία του φρικτού αυτού σφαγείου γίνεται βάθος πεδίου στο κοντινό πλάνο του ήρωα, του Σαούλ. Γυρισμένη η ταινία σε φιλμ 35 χιλιοστών, με έναν φακό 40άρη, θα έλεγε κανείς ότι προσπαθεί να «εξανθρωπίσει» την κτηνωδία. Με έναν νορμάλ, όπως λέμε φακό, που είναι πολύ κοντά στα δεδομένα της ανθρώπινης όρασης και που δίνει το ανθρώπινο μέτρο στη φωτογραφία, ο Νέμες ακολουθεί τον Σαούλ σε όλη τη δίωρη σχεδόν διάρκεια του φιλμ να κάνει πράγματα που στην κανονική ζωή, έξω δηλαδή από τη φρίκη του πολέμου, θα οδηγούσαν τον καθένα στην τρέλα. Βρίσκει τον δικό του τρόπο να επιβιώσει, να σταθεί στα λογικά του. Ο Σαούλ πιάνεται από την εμμονή: να θάψει έστω ένα από τα παιδιά που καθημερινά εξοντώνονται και τα κορμιά τους πετάγονται στάχτες στο κοντινό ποτάμι, να το θάψει έτσι όπως η τελετουργία της θρησκείας του θέλει.
Είναι παράδοξο, αλλά από το πρώτο πλάνο της, κιόλας, η ταινία αποπνέει, εκτός από τη φρίκη για όσα συμβαίνουν εκεί πίσω στο πλάνο, πίσω από το κοντινό του Σαούλ, και που τα περισσότερα τα ακούμε παρά τα βλέπουμε, κυνισμό. Όχι, κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει! Η μηχανή θανάτου είναι πανίσχυρη, είναι η καθημερινή πραγματικότητα. Ο κινηματογράφος, ξέρετε, καταγράφει παντού και πάντα ένα αέναο παρόν. Δεν υπάρχει ιστορικότητα σε μια ταινία, παρ› εκτός αν η ίδια αποτελεί ιστορικό υλικό, αν τη δούμε δηλαδή αργότερα, όταν οι μορφές της έχουν παρέλθει. Το παρελθόν ή το μέλλον στον κινηματογράφο πάντοτε είναι προβολές στο παρόν. Μια ακόμα ταινία για το Ολοκαύτωμα; Ξαναρωτώ. Όχι ακριβώς. Μια ακόμα ταινία για το σήμερα: Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει από τη μηχανή θανάτου της ιστορίας.
Η τελετουργία της κηδείας, που αναζητά ο Σαούλ σε όλη την ταινία, θα μπορούσε να το δει κι έτσι κανείς, είναι μια ελπίδα. Και ένας και μόνο άνθρωπος αν αγωνιά για το ιερό, μέσα σε έναν κόσμο βουτηγμένο σε ανόσια βδελυρά εγκλήματα. Ένα δάκρυ, ναι, θα έδινε ελπίδα. Το αγόρι όμως εν τέλει δεν θάβεται σύμφωνα με το τελετουργικό και η εμμονή του Σαούλ με την τελετουργία της κηδείας γίνεται εμμονή θανάτου: καταστρέφει το σχέδιο εξέγερσης των συγκρατουμένων του, ναρκοθετεί την επιτυχία της απόδρασής του. Ναι, σίγουρα, το πλαίσιο το δίνει ο Νέμες με κρυστάλλινη σαφήνεια. Δεν αναζητά κάποιον ήρωα στην ταινία και μάλλον δύσκολα θα χωρούσε ηρωισμός μέσα σ› αυτή την κραιπάλη του θανάτου. Μια ηρωική αφήγηση διάσωσης έστω, όπως σε άλλες ταινίες για το Ολοκαύτωμα που έχουμε δει, θα ήταν μια αισιόδοξη προβολή σε έναν αδιαπέραστο στην ελπίδα κόσμο. Αλλά, σ’ αυτή την περίπτωση, πράγματι θα ίσχυε το ρητό του φιλοσόφου, «Δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς». Και σ’ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει πια απολύτως κανένας λόγος να γίνονται ταινίες ή να γράφονται βιβλία ή να θεραπεύεται οποιαδήποτε τέχνη. Να όμως που ποίηση υπήρξε μετά το Άουσβιτς, όπως φυσικά υπάρχει η ζωή. Και μετά το Άουσβιτς και μετά θάνατον. Ένα κακό νέο για τους αυτόχειρες ναζί του καταφυγίου της καγκελαρίας. Κακό νέο και για όσους σήμερα επιχειρούν πάλι να βουτήξουν την ανθρωπότητα στον ποταμό του αίματος, με στερεμένες τις πηγές των δακρύων. Και ακριβώς επειδή υπάρχει ζωή ακέραια ατόφια και δυνατή, ακριβώς επειδή υπάρχει ζωή και μετά θάνατον, υπάρχει η ποίηση, η τέχνη γενικά.
Ο Νέμες τραβάει το σκοινί για εκεί που το τραβούν αρκετοί από τους σύγχρονους δημιουργούς. Ο κυνισμός, μαζί και η ακηδία που παράγουν σωρηδόν τα νέα μέσα ηλεκτρονικής δικτύωσης, επικοινωνίας, εργασίας και καθημερινότητας, μολύνει και τους πιο δυνατούς. Είπαμε, ο κινηματογράφος δεν έχει ιστορικότητα. Καταγράφει κάθε λεπτό ένα αέναο παρόν, άσχετα εάν αυτό το παρόν διασώζεται στις εικόνες του και όταν ακόμα η όψη του κόσμου έχει αλλάξει. Η καταγγελία της σφαγής, της φρίκης, του θανάτου σε έναν κόσμο σφαγείο, εβδομήντα χρόνια μετά το Άουσβιτς, είναι προφανής. Εάν όμως κανείς δεν διασώζεται δεν έχει νόημα, κατά το ρητό του φιλοσόφου. Μα δεν είναι η πεισματώδης αναζήτηση ραβίνου να θάψει το πτώμα με τις κατάλληλες προσευχές ένα κάποιο νόημα; Τάχα οι νεκροί μπορούν να θάψουν τους νεκρούς; Εδώ μάλλον κρύβεται το μεγάλο προτέρημα της ταινίας του Νέμες, ανεπίγνωστα πιθανόν: να καταγραφεί έως την έσχατη νεκρική παγωμάρα η φρίκη του ευρωπαϊκού μηδενισμού, που έχει πλέον μολύνει όλη την ανθρωπότητα. Οι ναζί είχαν δίκιο, η «τελική λύση» είναι η πραγματικότητα. Αυτό επαναλαμβάνουν σήμερα, με ένα στόμα, οι τραπεζίτες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Λάζλο Νέμες, βοηθός και μαθητής του Μπέλα Ταρ, είναι βιρτουόζος του κινηματογράφου. Στα 107 λεπτά της ταινίας δεν υπάρχει ούτε μία ανορθογραφία. Αυτό από μόνο του οικοδομεί μια έξοδο, άσχετα εάν δεν τη βλέπουμε στην ιστορία της ταινίας. Με εμμονή και ο ίδιος, όπως ο ήρωάς του, στην τελετουργία του κινηματογράφου, προσπαθεί με την αυστηρότητά του, ως προς τη γλώσσα, να κηδεύσει πρεπόντως το πτώμα του σύγχρονου ανθρώπου. Παρά το ότι δεν δείχνει σε πρώτο πλάνο τη σφαγή, έχει καταφέρει να μεταφέρει στον θεατή τη φρίκη σε υπερθετικό βαθμό. Η ακοή, αίσθηση αυτόματη, σε αντίθεση με τη λογική όραση, είναι η γενέτειρα του ρεαλισμού στον κινηματογράφο. Επίσης, η ακοή (του Θεού) είναι η κατ› εξοχήν βιβλική αίσθηση. Ο Νέμες δεξιοτεχνικά τη χρησιμοποιεί για να οικοδομήσει τη ρεαλιστική του φρίκη, μιλώντας για τα εβραϊκά πάθη με την εβραϊκή γλώσσα. Το κάνει στο επίπεδο των μέσων της τέχνης του, το κάνει και στο πραγματολογικό έδαφος της ταινίας. Οι ήρωές του μιλούν γίντις με διαφορετικές προφορές και μια πλειάδα άλλη από γλώσσες –της ελληνικής μη εξαιρουμένης–, κατά την εβραϊκή πανσπερμία.
Επόμενο είναι να θαυμάζει κανείς την ερμηνεία του Γκέζα Ρόχινγκ στον ρόλο του Σαούλ, όπως και των υπόλοιπων στους μικρότερους ρόλους (Λεβέντε Μολνάρ, Ουρς Ρεχν κ.λπ.). Όλοι οι παράγοντες της ταινίας είναι καλά συντονισμένοι, η Κλάρα Ρόγιερ, που συνυπογράφει το σενάριο, ο Ματία Έντερλι, στην απαιτητική φωτογραφία, ο Μαρτιέ Ταπονιέ στο μοντάζ, η μουσική του Λάζλο Μέλις, όλοι τους συνηγορούν σε μια δυνατή κινηματογραφική εμπειρία.

Ένα Σχόλιο

  1. Θα ειχε ενδιαφερον και μια κριτικη για την ταινια Αστακος.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*