Uncategorized, Άρδην τ. 51, Περιοδικό Άρδην

Αντίσταση και υποταγή

Συγγραφέας: Της Σύνταξης
Αιφνής, ενώ οι Έλληνες κοιμούνταν, σχεδόν αμέριμνοι, στη μεταολυμπιακή τους σιέστα, η αναγνώριση των Σκοπίων ως “Μακεδονίας” από τους Αμερικανούς, οι τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο και προπαντός η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, ενώ συνεχίζει να κατέχει την Κύπρο, μας προσγείωσε ανώμαλα στην πραγματικότητα.

Όπως τονίζουμε και στο αφιέρωμα του παρόντος τεύχους, η ιστορία και η γεωγραφία δεν αφήνει τον ελληνικό λαό να κοιμηθεί αμέριμνος και τον υποχρεώνει τουλάχιστον τους οκτώ τελευταίους αιώνες, να βρίσκεται σε μια θέση διαρκούς Αντίστασης. Αντιμετωπίζουμε εξωτερικά προβλήματα, κατ’ εξοχήν από τη Δύση και την Ανατολή, και λιγότερο από τον Βορρά. Η Δύση για οκτώ αιώνες μας έχει μεταβάλλει σε οικονομική και πνευματική αποικία. Η Ανατολή, μας απειλούσε στο παρελθόν με εξανδραποδισμό και σήμερα με εδαφική συρρίκνωση. Τέλος, από τον Βορρά εμφανίζονται –λιγότερο επικίνδυνα– κύματα επιδρομέων ή αλυτρωτισμού.

Έτσι, σε όλη αυτή τη μακρά ιστορική περίοδο, είμαστε υποχρεωμένοι να συνάπτουμε συμμαχίες ή και να υποτασσόμεθα για να αντιμετωπίζουμε την κάθε φορά κύρια απειλή. Με συνέπειες τραγικές για την ίδια μας την υπόσταση. Ένα μεγάλο μέρος των αρχουσών τάξεων θα εντάσσεται στο σύστημα κυριαρχίας των νικητών, θα αποκομίζει υλικές απολαβές από αυτό και θα διαφθείρει και ένα μέρος του λαού, εθίζοντάς το στην “ευημερία” της υποταγής και των reality shows. Η οικονομία μας και η κοινωνία μας θα χάσει την παραγωγική της δυνατότητα και θα γίνει παρασιτική. Οι Φαναριώτες, ο ανώτερος κλήρος, οι αντιπρόσωποι των ξένων συμφερόντων, ορισμένοι εφοπλιστές –σήμερα και οι εξωνημένοι διανοούμενοι– μεταβάλλονται σε οργανικό στοιχείο του μηχανισμού της εξάρτησης και κερδίζουν από αυτόν. Γι’ αυτό και αναπαράγουν τη στρατηγική και την ιδεολογία της ανημπόριας, την “υποταγή για να επιβιώσουμε”.

Και όμως, συχνά-πυκνά, θα έρχεται μια νέα εξωτερική θύελλα, όπως ο Β’ Πολεμος, μια νέα απόπειρα εξέγερσης των ανυπότακτων (των κλεφτών, των ανταρτών) για να ταράξει το τοπίο και να θέσει εν κινδύνω και τις ίδιες τις άρχουσες τάξεις. ΟιΛατίνοι θα αποσπάσουν τα εδάφη και από τους βυζαντινούς φεουδάρχες συμμάχους τους, οι Τούρκοι θα εξοντώσουν δεκάδες και εκατοντάδες κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και ανώτερους κληρικούς, οι Γερμανοί θα ζητήσουν την υποταγή της κυβέρνησης Μεταξά, …οι Αμερικανοί θα “ανταμείψουν” τους εκσυγχρονιστές με την αναγνώριση των Σκοπίων, την ανοικτή πριμοδότηση της Τουρκίας, τη λεόντειο συμφωνία του Σχεδίου Ανάν!

Τότε μόνον, όταν το μαχαίρι φθάνει στο κόκκαλο, καταρρέει το σύστημα της υποταγής, ακούγονται τα Όχι ακόμα και από τους δικτάτορες, και βγαίνουν οι Κολοκοτρωναίοι, οι Άρηδες και οι Σολωμοί στα βουνά. Και δεν τους ακολουθεί μόνο ο λαός, αλλά ακόμα και ένα, λιγότερο ή περισσότερο, σημαντικό κομμάτι των αρχουσών τάξεων. Γιατί διακυβεύεται πια η ίδια η εθνική υπόσταση ενώ η υποταγή δεν διασφαλίζει πλέον τίποτε. Απομένουν μόνον οι ανοικτοί προδότες, ο Τραπεζούντιος, ο Ράλλης, ο…

Μια απόπειρα περικύκλωσης

Στις απαρχές της γένεσης του νεοελληνικού έθνους, οι Βυζαντινοί θα συνταχθούν με τους σταυροφόρους και τους Ενετούς, για να αντιμετωπίσουν τους Σελτζούκους Τούρκους. Στη συνέχεια, για διακόσια χρόνια, μέχρι τον 14ο αιώνα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα έλθει από τη Δύση, τους “συμμάχους” σταυροφόρους και τους Ενετούς, ενώ, παράλληλα, πότε θα συμμαχούμε και πότε θα συγκρουόμαστε με τους Βουλγάρους και τους Σλάβους του Βορρά. Για να ακολουθήσει βεβαίως η τουρκική σκλαβιά. Τότε θα ομονοήσουμε με τους βόρειους γείτονες, και θα προσφεύγουμε συχνά-πυκνά στη Δύση και τον Βορρά για να συνάπτουμε συμμαχίες, να αντλούμε πρότυπα, να συνδεθούμε οικονομικά.

Από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους έχουμε συνομολογήσει μιαστρατηγική συμμαχία με τη Δύση για να αντιμετωπίσουμε την Ανατολή –παρόλο που στον τελευταίο Πόλεμο οι επιδρομείς θα έλθουν από τη Δύση. Και αυτή η πολιτική ολοκληρώνεται με την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, στον βαθμό που η Τουρκία επιθυμεί στην παρούσα ιστορική συγκυρία να χρησιμοποιήσει τη Δύση –και να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση– θέλει να μας αποσπάσει και αυτό το στρατηγικό στήριγμα. Και πλέον δεν μας απειλεί μόνον στρατιωτικά –Κύπρος, Αιγαίο, Θράκη– αλλά και οικονομικά και πολιτικά – η λεόντεια και ετεροβαρής “Ελληνοτουρκική φιλία”, η εγκατάλειψη της αμυντικής προσπάθειας από την Ελλάδα κ.λπ.

Πιεσμένοι οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά από τη Δύση και στρατιωτικοεδαφικά από την Ανατολή, προσπαθήσαμε τα τελευταία χρόνια να πραγματοποιήσουμε ορισμένα οικονομικά και πολιτικά ανοίγματα προς τον Βορρά. Και πράγματι προς τα εκεί έχουμε τις μόνες διεξόδους –δεδομένου ότι ο φίλος σε μας Αραβικός Νότος είναι σήμερα σε πλήρη αποσύνθεση.

Ωστόσο η επέμβαση των Δυτικών στην περιοχή –σε συμμαχία με την Τουρκία– την αποσύνθεσε και ενίσχυσε τις εχθρικές προς οποιαδήποτε βαλκανική ενότητα, δυνάμεις και τάσεις: Διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ενίσχυση του αλβανικούαλυτρωτισμού, στροφή της Βουλγαρίας προς τις ΗΠΑ και την Τουρκία, επίταση του μεγαλοϊδεατισμού των Σλαβομακεδόνων κ.λπ.

Το κομμάτιασμα και η υποταγή των Βαλκα-νίων στις ΗΠΑ, και τη στρατηγική τους σύμμαχο Τουρκία, είναι προϋπόθεση για την αποτροπή οποιασδήποτε επανένωσης του Ανατολικού Ευρωπαϊκού χώρου από τη Ρωσία, έως την Ελλάδα. Και ταυτόχρονα μόνιμη σφήνα στα όνειρα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και αυτό προϋποθέτει, την παραπέρα συρρίκνωση και περιορισμό της Ελλάδας και της βαλκανικής της πολιτικής που θέτει προοπτικά τη δυνατότητα μιας κοινοπολιτείας. Διότι μετά την διά-λυση της Γιουγκοσλαβίας ο μόνος δυνητικός πόλος ανασυγκρότησης της βαλκανικής ενότητας είναι πλέον η Ελλάδα.

Η στρατηγική της αντίστασης

Είμαστε λοιπόν “μόνοι εναντίον όλων”; Και ποια στρατηγική μπορούμε να επιλέξουμε;

Κατ’ αρχάς, όσο επιμένουμε στη στρατηγική της υποταγής αντί να κερδίζουμε συμμαχίες θα χάνουμε. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για ψοφοδεείς συμμάχους. Αν δεν μπορούμε να αποτρέψουμε την τουρκική επιθετικότητα στην Κύπρο και το Αιγαίο τότε, αναπόφευκτα, όλες οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιλέξουν την συμπαράταξή τους με την Τουρκία, ή τον εξευμενισμό της, και η απομόνωσή μαςθα επιταθεί. Αν η Ελλάδα δεν είχε εγκαταλείψει το όπλο του βέτο έναντι της Τουρκίας στο Ελσίνκι, σήμερα θα ήταν πολλές οι Ευρωπαϊκές χώρες που θα αντιτίθονταν στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Η διάθεσή μας να υποταχτούμε στην τουρκική επιθετικότητα δίνει το μήνυμα και σε όλους τους γείτονές μας και τους δυτικούς “συμμάχους” πως μπορούν ατιμωρητί να βλάπτουν τα συμφέροντα μας.

Κατά συνέπεια δεν μπορεί να κερδίσει συμμαχίες μια χώρα που δείχνει διατεθειμένη να υποχωρεί διαρκώς σε εκβιασμούς και απειλές. Αυτό είναι το πρώτο και κύριο δεδομένο, αυτό υπήρξε και το μέγιστο μάθημα που βγήκε από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Η αντίσταση και είναι εφικτή αλλά και αποδίδει.

Ωστόσο, η επανεπιβεβαίωση, της βούλησής μας για αντίσταση, προϋποθέτει μια αλλαγή στρατηγικής, όχι μόνο ή κυρίως στο επίπεδο της άμυνας, αλλά της οικονομίας και της κοινωνίας. Προϋποθέτει την υποχώρηση των παρασιτικών και ενδοτικών αρχουσών ελίτ και την ενίσχυση μιας στρατηγικής αυτόκεντρης, ενδογενούς, εναλλακτικής, και στηριγμένης στον λαό, ανάπτυξης. Προϋποθέτει μια στροφή προς μια “ελληνική νεωτερικότητα” και τη δημιουργική αφομοίωση των διεθνών κατακτήσεων και όχι το μαϊμούδισμα κάθε τι του εισαγόμενου. Προϋποθέτει μια ενίσχυση του βαλκα-νικού προσανατολισμού της οικονομικής και πολιτιστικής μας πολιτικής. Προϋποθέτει την αλλαγή μιας κουλτούρας που θεωρεί το εγχώριο εκ προοιμίου “κατώτερο” από το εισαγόμενο. Δεν μπορούμε να εξαντλούμε την εθνική μας επιβεβαίωση μόνο στο ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό, αλλά να περάσουμε σε πλέον δημιουργικές και ουσιαστικές σφαίρες.

Μια τέτοια στρατηγική, αυτομάτως θα αναβαθμίσει τις δυνατότητές μας για συμμαχίες προς όλες τις κατευθύνσεις και θα κερδίσει νέους φίλους, ενώ θα κάνει πιο προσεκτικούς τους αντιπάλους. Δεδομένου ότι τα επόμενα χρόνια θα ενισχυθούν οι τάσεις αντιπαράθεσης της ΕΕ με τις ΗΠΑ, μπορούμε να καλλιεργήσουμε παλιές και νέες συμμαχίες στην Ευρώπη. Η Ρωσία, η Κίνα, τοΙράν, αρκετές Αραβικές χώρες, είναι εν δυνάμει σύμμαχοι ή φιλικά διακείμενοι προς εμάς. Ακόμα και στις ΗΠΑ μια πολιτική αντίστασης μπορεί να επανενεργοποιήσει την υπνώττουσα ελληνική ομογένεια, διότι βέβαια το παράδειγμα της κινητοποίησης δεν μπορεί να έλθει από αυτούς, αλλά από την ίδια την Ελλάδα.

Στον άμεσο περίγυρό μας, διατηρώντας μια σταθερή πολιτική απάντησης σε κάθε είδους προκλήσεις (τύπου Τσαμουριάς ή Μακεδονίας) να μεταβάλουμε σε υπ’ αριθμό ένα στόχο της εξωτερικής μας πολιτικής την ενίσχυση της βαλκανικής συνοχής. Το γεγονός ότι π.χ. ο Τοπουρκόφσκι στα Σκόπια μίλησε για πρώτη φορά για αλλαγή ονομασίας –μίλησε για Άνω Μακεδονία– καταδεικνύει πως μια σταθερή πολιτική απέναντι στα Σκόπια έχει δυνατότητες επιτυχίας. Και αυτό διότι οι Σλαβομακεδόνες φοβούνται τον αλβανικό αλυτρωτισμό και έχουν ανάγκη, σε βάθος χρόνου, από τη συμμαχία της Ελλάδας. Θα πρέπει να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι, επιμένοντας στο “Μακεδονία”, αυτοί θα είναι οι χαμένοι.

Κατά συνέπεια για να ανασυγκροτήσουμε μια εθνική στρατηγική που θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε την εποχή της κρίσης της παγκοσμιοποίησης πρέπει να μεταβάλουμε συνολικά “ρότα”. Να εγκαταλείψουμε τη στρατηγική της ενσωμάτωσης σε μια στρατιωτικοποιημένη και φθίνουσα παγκοσμιοποίηση, η οποία μας οδηγεί μαθηματικά βέβαια σε συρρίκνωση, και να επιλέξουμε με επιμονή και σύνεση μια στρατηγική εθνικής συσπείρωσης, η οποία είναι η μόνη ικανή να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της παρούσας δεκαετίας με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Το πρώτο και αποφασιστικό βήμα σε μια τέτοια κατεύθυνση –ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα– είναι ο αναπροσανατολισμός της πολιτικής μας έναντι τουτουρκικού επεκτατισμού. Όσο η Τουρκία συνεχίζει να έχει διεκδικήσεις κατά της Ελλάδας και να κατέχει την Κύπρο δεν είναι δυνατό να αποδεχτούμε την ένταξή της –ή την έναρξη διαπραγματεύσεων– στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πέραν αυτού η είσοδος της Τουρκίας σήμερα αποτελεί Δούρειο Ίππο των ΗΠΑ στην Ευρώπη, θα καταστρέψει κάθε προοπτική αυτόνομης Βαλκανικής συνεργασίας και κατά συνέπεια είναι εν τω συνόλω βλαπτική και καταστρεπτική. Μία και μόνη απάντηση υπάρχει, το ΟΧΙ. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν μπορεί να κρύβεταιπίσω από τις προειλημμένες αποφάσεις της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και θα καταγραφεί ως ομοτράπεζη του Σημίτη, του Γιώργου, του Κωσταντόπουλου, του εφιάλτη Μητσοτάκη και της παρέας τους.

Γνωρίζουμε πως είναι δύσκολη και οδυνηρή η μετάβαση από τους εθισμούς και της δουλείες της υποταγής σε ένα αντιστασιακό πρόταγμα. Όμως είναι πλέονμονόδρομος αν θέλουμε να επιβιώσουμε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*