Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 51, Περιοδικό Άρδην

Ανατολή και Δύση στις απαρχές του νέου ελληνισμού

του Γ. Καραμπελιά

Τις ρίζες της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε “Ελληνική” και “Δυτική” σκέψη, του μη εργαλειακού Λόγου με την ωφελιμιστική ορθολογικότητα, μπορούμε ίσως να τις αναζητήσουμε στην ίδια την αρχαία Ελλάδα, όπως ο Νίτσε στην αντίθεση του Διονύσου με τον Απόλλωνα, ο… Χάιντεγκερ στην αντίθεση προσωκρατικών και πλατωνισμού, είναι και οντικότητας, ο Κορνήλιος Καστοριάδης στην αντιπαράθεση των σοφιστών με τον Πλάτωνα.

Παράλληλα, μύριες φορές, οι δυτικοί στοχαστές θα θεωρήσουν την ελληνική σκέψη ως αρχέτυπο της Δύσης, ως φορέα του Λόγου, και θα την αντιπαραθέτουν  με την Ανατολή, ινδική, κινέζικη ή ισλαμική. Ανάλογα με την οπτική, την αντίληψη, την εποχή, η ελληνική σκέψη θα καταγράφεται είτε ως δυτική –κυρίως η αρχαία Ελλάδα– είτε ως ανατολική, από το Βυζάντιο και μετά. Και μόνο στοχαστές όπως ο Κώστας Παπαϊωάννου θα δείξουν πως η ελληνική σκέψη, που δεν πέρασε ποτέ στην εργαλειακή λογική και τη γραμμική αντίληψη της ιστορίας, δεν είναι ταυτόσημη με τη δυτική. Η δυτική σκέψη, που προσέλαβε την Ελλάδα μέσα από το φίλτρο της Ρώμης, υπήρξε μία μετεξέλιξη της ελληνορωμαϊκής σύνθεσης.

Όταν όμως μιλάμε για αντίθεση Ανατολής-Δύσης στον ελληνικό χώρο, αναφερόμαστε σε μια διαφορετική Ανατολή. “Ανατολή” είναι εδώ η Ανατολή της Ευρώπης, η ελληνική και βυζαντινή Ευρώπη, έναντι της δυτικής. Ως “Ανατολή” ορίζομε την “καθ’ ημάς Ανατολή”, τον ελληνικό χώρο έναντι της Δύσεως. Και αυτή η “ευρωπαϊκή” εκδοχή της αντίθεσης Ανατολής-Δύσης θα γίνει κυρίαρχη μόνο από τη στιγμή και πέρα που η Δύση θα κατακτήσει την πρωτοκαθεδρία σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα, ενώ η ελληνική Ευρώπη θα συρρικνωθεί και εν τέλει θα υποταχθεί στην ισλαμική Ανατολή και τη Λατινική Δύση. Κατά συνέπεια η αναφορά μας στην αντίθεση ελληνικής και δυτικής σκέψης, με τους όρους αντίθεση Ανατολής-Δύσης, είναι βαθύτατα στρεβλωτική και φέρνει όλο το βάρος της αποικιοκρατικής αντίληψης.

Η “Ανατολή” συνδηλώνει το “καθυστερημένο”, το “βάρβαρο”, το “νωχελικό”, το “ασιατικό”. Η “Ελλάδα”, δηλαδή η αρχαία Ελλάδα, προσαρτάται στη δυτική παράδοση και το δυτικό φαντασιακό, ενώ η μεσαιωνική και σύγχρονη Ελλάδα, το Βυζάντιο (και παρεμπιπτόντως ο σλαβικός χώρος) και ο νεώτερος ελληνισμός προσγράφoνται σε μια ανατολική no man’ s land. Εκεί όπου κυριαρχεί ο “Μεγάλος Τούρκος”[1]. Οι Έλληνες δεν υπάρχουν ή, και εάν υπάρχουν, σφετερίζονται προς όφελος τους την αρχαία Ελλάδα, με την οποία δεν έχουν τίποτε το κοινό, εκτός από τη γεωγραφική συνέχεια… Χαρακτηριστική στην υπερβολή της είναι η θέση του διάσημου Γάλλου ποιητή Αλφρέντ ντε Μυσέ (Alfred de Musset, 1810-1857) στο έργο του, Mardoche, όπου ο ήρωάς του, σε ευθεία αντιπαράθεση με τον μέχρι τότε κυρίαρχο φιλελληνικό ρομαντισμό, προτιμά τον σουλτάνο Μαχμούντ από τους Έλληνες:

Η χριστιανική Σμύρνη και αυτός ο καλός ελληνικός λαός

Που τα κύματά τους κοκκίνισαν τον Ελλήσποντο

Και κηλίδωσαν με το αίμα τους τα μάρμαρά σου, ω Πάρος.[2]

Από τον φιλελληνικό ρομαντισμό του Μπάιρον και του Ουγκώ θα περάσουμε στην ανθελληνική ρομαντική ύβρη του Μυσέ˙ ποιητική υπερβολή που όμως αποτύπωνε καθαρά το δυτικό φαντασιακό. Το αίμα των νεοελλήνων όχι μόνο δεν συγκινεί τον Μυσέ αλλά “κηλιδώνει” την αρχαία Ελλάδα!

Αυτή η υποτιμητική και στρεβλωτική χρήση του όρου Ανατολή σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα πραγματοποίησε μια μετατόπιση που έγινε ακόμα πιο εύκολη στον βαθμό που ήρθε να εγγραφεί στην υπαρκτή διαφοροποίηση ελληνικού και λατινικού χριστιανισμού, ορθοδοξίας και καθολικισμού,ανατολικού και δυτικού δόγματος εν τέλει. Και αυτό το σχήμα, που θα κυριαρχήσει από τον 16ο αιώνα και μετά, θα εσωτερικευθεί σταδιακά και από τους περισσότερους Έλληνες διανοουμένους, ιδιαίτερα στην περίοδο που προηγείται και ακολουθεί την ελληνική επανάσταση. Δεδομένου ότι η Ανατολή ταυτιζόταν με την οθωμανική κυριαρχία, κάθε τι το “Ανατολικό” προσγραφόταν στην οθωμανική επίδραση, ενώ η “αυθεντική Ελλάδα” ανήκε στη Δύση, της οποίας ήταν ταυτοχρόνως πρόγονος, μέσω της αρχαίας Ελλάδας, και απόγονος, μέσα από τη μετακένωση και τη μεταλαμπάδευση των δυτικών φώτων. Και μόνο η θρησκεία και η λαϊκή παράδοση, που θα στρέφεται ταυτοχρόνως κατά των Τούρκων και των “Φράγκων”, θα διατηρεί την ιδιοπροσωπία του ελληνισμού, πλειοψηφική αλλά υποταγμένη στην ανωτερότητα των δυτικών φώτων.

Έτσι, όταν μιλούν για αντίθεση Ανατολής-Δύσης στην Ελλάδα, δεν αναφέρονται στο πραγματικό γεγονός της αντίθεσης της ελληνικής σκέψης αρχικά με την ανατολική και εν συνεχεία με τη δυτική σκέψη, που θα ανεδείκνυε την ελληνική ιδιαιτερότητα ως ένα τρίτο δρόμο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά στη διαφοροποίηση ελληνικού (“ανατολικού”) και δυτικού δρόμου. Και ως προς το πρώτο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Η μεσαιωνική και η νεώτερη ελληνική σκέψη θα συγκροτηθούν σε μια διαρκή αντιπαράθεση/επαφή με την Ανατολή και τη Δύση. Απέναντι στην Ανατολή οι συγκρούσεις με τους Άραβες και τους Τούρκους, η απόκρουση των “Ανατολικών αιρέσεων” (μονοφυσιτισμός[3]) και η μεγάλη σύγκρουση με τους ανατολίζοντες εικονομάχους[4]˙ τέλος το πρώτο γραπτό κείμενο στη νεοελληνική γλώσσα, ο Διγενής Ακρίτας, θα αναπαριστά τη σύγκρουση των Ελλήνων με τους Άραβες. Απέναντι στη Δύση, οι μάχες με τους Νορμανδούς, και με τους Φράγκους στην Πελοπόννησο, η Άλωση και η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης κ.λπ., προπαντός δε το μεγάλο σχίσμα με αφορμή το filioque[5]. Η ελληνική Ορθοδοξία θα διαμορφωθεί σε ένα διαρκή “διμέτωπο” αγώνα έναντι της Ανατολής και της Δύσης.

Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο σύγκρουση Ανατολής-Δύσης, για να δηλώσουμε την αντίθεση ή τη διαφοροποίηση της ελληνικής σκέψης με τη Δύση, πρέπει να γνωρίζουμε ότι το σημειολογικό πεδίο είναι υπονομευμένοαπό μια πολύ ευρύτερη, πλανητική, σύγκρουση Ανατολής και Δύσης και ότι αυτή η σημειολογική σύγχυση έχει αποτελέσει ένα κατ’ εξοχήν όχημαυποταγής της ελληνικής σκέψης στη Δύση. Κάθε τι το αυτόνομο, το ιδιαίτερο, είναι “ανατολικό” και κατά συνέπεια εξοβελιστέο. Ενώ, αντιθέτως, η μόνη πραγματική διαφοροποίηση θα ήταν εκείνη ανάμεσα στην ελληνική και τη νεώτερη δυτική σκέψη, η οποία βεβαίως θα δημιουργούσε όρους ισοτιμίας και δεν θα την υποβάθμιζε ως “ανατολική”. Γι’ αυτό ακριβώς όχι μόνο αποκρύπτεται από τους δυτικούς αλλά και παραθεωρείται από τους Έλληνες διανοουμένους.

Η σύγκρουση/επαφή με την Ανατολή είναι τόσο παλιά όσο και η ελληνική ιστορία. Οι Τρώες και το Χρυσόμαλλο δέρας, οι Πέρσες και το φοινικικό αλφάβητο, οι σοφοί της Αιγύπτου και ο Μαραθώνας, ο Αλέξανδρος και ο ελληνιστικός συγκρητισμός, ο ιουδαϊκός μονοθεϊσμός και η ελληνοεβραϊκή τριαδικότητα. Με τη Δύση η μεγάλη σύγκρουση θα διαρκέσει δύο ή τρεις αιώνες στην αρχαιότητα, μέχρι την οριστική κατάληψη του ελληνικού χώρου. Και στο επίπεδο της θεωρίας θα αναδυθεί, σε μια πρώτη μορφή της, στην αντίθεση μεταξύ ελληνικής θεωρησιακής αντίληψης και ρωμαϊκού ωφελιμισμού. Ή, στη συνέχεια, μεταξύ Αυγουστίνου και Ανατολικών πατέρωντης εκκλησίας[6]. Πάντως ο ελληνισμός θα διαθέτει ακόμα τη συνθετική ισχύ που θα του επιτρέψει και αυτή τη φορά να ενσωματώσει και ναυποτάξει τα δυτικά στοιχεία (Ρώμη) και τα Ανατολικά (Εβραίοι) σε μια κατ’ εξοχήν ελληνική σύνθεση και το Βυζάντιο θα παραμείνει για αρκετούς αιώνες το κέντρο του πολιτισμού στην Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή.

Από τότε όμως που ο μεσαιωνικός ελληνικός κόσμος υποτάσσεται στις υπέρτερες δυνάμεις της μουσουλμανικής Ανατολής και της φραγκικής και λατινικής Δύσης, για να διαμορφωθεί ο νεώτερος ελληνισμός, εμφανίζεται, για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, μια αντιπαράθεση “ανατολικής” ορθόδοξης και δυτικής παράδοσης, ως εσωτερική αντίθεση στον ελληνικό χώρο. Ο ελληνικός κόσμος, τουλάχιστον για οκτώ αιώνες, μεταβάλλεται σε αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, καταβάλλει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του στην αντίστασή του απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις και χάνει έτσι τη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης. Από μια διακριτή οικουμένη μεταβάλλεται σε χώρο των συνόρων. Και βέβαια, σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από τη Δύση και το δυτικό παράδειγμα, η ιδεολογική πρόκληση θα έρχεται από τη Δύση. Σε αυτήν θα καλείται διαρκώς να απαντήσει ή να προσαρμοστεί η Ελλάδα.

Την αντίθεση αυτή ως εσωτερική στην ελληνική σκέψη θα την διακρίνουμε με ενάργεια, σχεδόν σύγχρονη και συμβολική, στην αντιπαράθεση μεταξύ Γρηγορίου Παλαμά και Βαρλαάμ του Καλαβρού, μεταξύ ησυχαστών και “δυτικοφρόνων[7], τον 14ο αιώνα.

Θα συγκροτηθούν έτσι οι δύο λεωφόροι της νεώτερης ελληνικής σκέψης, ο Δυτικός και ο “Ανατολικός” δρόμος, που θα συγκρούονται και θα συναντώνται σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του νεοελληνικού κόσμου, από τη Μάχη του Ματζικέρτ (1071), ή μάλλον από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, το 1204, μέχρι σήμερα, ενώ ο δρόμος της ελληνικής αυτονομίας θα επιβιώνει μόνο στη λαϊκή παράδοση ή θα πασχίζει να συντηρηθεί ζωντανός στο εσωτερικό αυτών των δύο κυρίαρχων “παραδειγμάτων”, του Ανατολικού και του Δυτικού.

 

[1] Και εάν ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός, στις αρχές του 19ου αιώνα, θα συμβάλει στη γέννηση του νεώτερου ελλαδικού κράτους εις ανάμνησιν του αρχαίου ελληνισμού, και σαν μοναδική διέξοδος του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού απέναντι στην Ιερά Συμμαχία, σύντομα θα υπάρξει η απάντηση του Φαλμεράυερ και του Ενμόντ Αμπού, για να μη φτάσουμε στον Ρενέ Κοτύ, τον Κίσσιντζερ ή το Μακεδονικό ή το Κεμαλικό ανοσιούργημα όπου οι Δυτικοί “λάτρεις” της κλασικής Ελλάδας αποδέχονται πως οι Σλαβομακεδόνες είναι απόγονοι του… Αλεξάνδρου και οι σημερινοί Τούρκοι απόγονοι του… Ομήρου. Αυτή η εξέλιξη η οποία, στην περίοδο μετά το 1980, γίνεται και πάλι κυρίαρχη στη δυτική σκέψη, πέρα από τις συγκυριακές αιτίες έχει ως υπόβαθρο το γεγονός πως η ύπαρξη της Ελλάδας και της ιδιαίτερης παράδοσής της, και μάλιστα της βυζαντινής, υπονομεύει ένα θεμελιακό δυτικό ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική κληρονομιά προσγράφεται εξ ολοκλήρου στη Δύση. Ο Δημήτριος Βικέλας θα τονίσει ήδη το γεγονός πως ο φιλελληνισμός υπήρξε ένα συγκυριακό γεγονός. “Ο αληθινός φιλελληνισμός, … διήρκεσε τα ίδια χρόνια με τον πόλεμο της ανεξαρτησίας και τέλειωσε μαζί του”. Βλέπε Démétrius Bikélas, “Le Philellénisme en France”, στο Revue dhistoire diplomatique, III, 1891 ,σ. 363 και για τη γενικότερη εξέλιξη του φιλελληνισμού, Sophie Basch, Le Mirage Grec, La Grèce modernedevant lopinion française (1846-1946), Editions Hatier, Παρίσι 1995.

[2] Βλ. Sophie Basch, ό.π., σ. 48.

[3] Ο μονοφυσιτισμός, ο οποίος υποστηρίζει την ύπαρξη μιας και μόνο φύσης του Χριστού, ανταποκρίνεται περισσότερο στο ανατολικό μονοθεϊστικό ιδεώδες, ενώ αντίθετα η τριαδικότητα και η διφυής υπόσταση του Χριστού βρίσκονται πιο κοντά στην ελληνική αντίληψη του θείου και των ημιθέων υιών του Δία, αντίληψη που εγκαθιστά μια επικοινωνία θείου και ανθρώπινου κόσμου.

[4] Οι εικονομάχοι που υποστηρίχτηκαν από τη δυναστεία των Ισαύρων (από το ομώνυμο ανατολικό μικρασιατικό φύλο), ακολουθώντας την ανατολική, μουσουλμανική και ιουδαϊκή παράδοση, απορρίπτουν κάθε ανθρωπορφική αναπαράσταση του θείου. Η ελληνική ορθοδοξία θα αποδεχθεί τη συμβολική, δισδιάστατη αναπαράσταση (βυζαντινή μετωπικότητα στη ζωγραφική), ενώ ο καθολικισμός θα δεχθεί τον απόλυτο ρεαλισμό και ιστορικότητα στην αναπαράσταση (τρισδιάστατη αναπαράσταση –γλυπτική– και νατουραλιστική απεικόνιση – προοπτική στις εικόνες).

[5] H Δύση, αποδεχόμενη την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό, ιστορικοποιεί στον υπέρτατο βαθμό το πνεύμα και ανοίγει έτσι τον δρόμο για τη νοησιαρχική και ανθρωποκεντρική εξέλιξη της δυτικής σκέψης.

[6] Βλέπε Χρήστου Γιανναρά, Σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία, Β’ έκδοση, Δόμος, Αθήνα 1988, σελ. 94-121, Marcia L. Colish, Medieval Foundations of the Western intellectual Tradition, Yale University Press, Νιου Χέιβεν, 1997, σελ. 25-37, 113-128, Christopher Stead, Philosophy in Christian Antiquity, Cambridge Un. Press, Κέιμπριτζ, σελ. 217-244.

[7] Συμβολική και συμβολοποιημένη εξαιτίας του γεγονότος ότι στο ένα στρατόπεδο βρίσκεται ο “δυτικός”, προερχόμενος από την Ιταλία, Βαρλαάμ και στο άλλο το κέντρο της Ορθοδοξίας, με τους Αγιορείτες μοναχούς και τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τον Παλαμά. Βλ. Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη,, Αθήνα 1977, σελ. 243-261, Χρ. Γιανναράς,Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Δόμος, Αθήνα 1992, σελ. 56-80.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*