Uncategorized

Ο Γεννάδιος και η Ανατολή

του Γ. Καραμπελιά

Από τις αρχές του 15ου αιώνα, ο ελληνικός κόσμος βυθίζεται σε έναν ζόφο χωρίςπροηγούμενο. Εξισλαμισμοί, παιδομάζωμα, αποικισμοί μουσουλμανικών καιτουρκικών πληθυσμών στη Βαλκανική, απαλλοτρίωση των χριστιανώνιδιοκτητών από τις περιουσίες και τη γη τους, καταστροφή εμπορικών δικτύωνκαι δρόμων, θα χαρακτηρίζουν την κατάσταση για ενάμισι αιώνα μετά τηνΆλωση. Παράλληλα, οι συγκρούσεις Ενετών και Τούρκων, που θα συνεχίζονταιμε μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση μέχρι το 1715 και την οριστική ανακατάληψητης Πελοποννήσου από τους Τούρκους, δεν επιτρέπουν, ιδιαίτερα στη ΔυτικήΕλλάδα και το Αρχιπέλαγος, τη σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικήςζωής. Η πειρατεία θα είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της πολιτικής αναταραχήςκαι των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Οι λόγιοι που θα παραμείνουν στις τουρκοκρατούμενες περιοχές στομεγαλύτερο μέρος τους θα επιδιώξουν, κυρίως μέσω της εκκλησίας, μιασυνδιαλλαγή με τους Οθωμανούς με αντάλλαγμα τη διατήρηση της υπόστασηςκαι των προνομίων της εκκλησίας και της ταυτότητας των ορθοδόξων λαών.Δεδομένου ότι ο Μάρκος Ευγενικός, ο βασικός εκφραστής της Ανατολικήςγραμμής και αντίπαλος της Ένωσης με τη Δυτική εκκλησία, είχε ήδη πεθάνει, απότο 1444, ο Γεώργιος Σχολάριος ή Γεννάδιος (1405-1472), ως ο επιφανέστερος ενζωή εκπρόσωπός της, θα αναζητηθεί από τους κατακτητές, θα ανεβρεθεί, δούλοςενός πλουσίου Τούρκου, θα εξαγορασθεί και θα χρισθεί πρώτος μετά την ΆλωσηΠατριάρχης. Έτσι, ουσιαστικά μέχρι το 1821, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεωςθα μεταβληθεί στον επίσημο ηγέτη των Ελλήνων και των λοιπών ορθοδόξων.Αυτός θα αναλάβει πλέον να συντηρεί την ταυτότητα των υποδούλων, θα τουςεκπροσωπεί απέναντι στον κατακτητή, θα επιλαμβάνεται των δικαίων και τηςεκπαίδευσής τους. Η “μεγάλη Εκκλησία” θα αποτελεί για “τετρακόσια χρόνια” τημόνη ενιαία οργανωτική δομή των ορθοδόξων ραγιάδων. Η ελληνική γλώσσακαι η διδασκαλία της θα συντηρούνται κατ’ εξοχήν μέσω της εκκλησίας, σχεδόναποκλειστικά μέχρι το 1700˙ και όχι μόνον στις τουρκοκρατούμενες περιοχέςαλλά ακόμα και στις ενετοκρατούμενες.

Προφανώς, η λειτουργία του εκκλησιαστικού θεσμού, αφ ενός ωςεκπροσώπου του γένους και αφ’ ετέρου ως μηχανισμού ενταγμένου στοοθωμανικό σύστημα διακυβέρνησης και κυριαρχίας, εμπεριείχε εγγενείςαντιφάσεις. Έτσι η εκκλησία υπήρξε κατ’ εξοχήν θεσμός διάσωσης του “γένους”αλλά ταυτοχρόνως και καταπίεσης, ως εξουσιαστικός θεσμός ενταγμένος στοοθωμανικό σύστημα, υποκείμενος στη διαφθορά, τη σιμωνία, προσαρμοζόμενοςστα ήθη των Οθωμανών, καταπιέζοντας συχνά τους ίδιους τους ραγιάδες σεσυνεργασία με τους Τούρκους. Τέλος, ενώ υπήρξε το κυριότερο όχημα του“φωτισμού” του γένους, σε στιγμές που θα θεωρήσει πως θίγονται τα ιδιαίτερασυμφέροντά της, θα προσπαθήσει να καταστείλει εκδηλώσεις και μορφέςελευθεροφροσύνης. Μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου κλήρου θαυπάρχει μια προφανής ταξική διαφοροποίηση που θα οδηγεί συχνά σεαντιφατικές και ανταγωνιστικές συμπεριφορές. Ωστόσο, αυτές οι παράμετροι θαπαραμένουν δευτερεύουσες, έναντι του σωστικού για τον ελληνισμό, τηγλώσσα και την εκπαίδευση ρόλου της εκκλησίας.

Ο Γεννάδιος δεν υπήρξε μόνον ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση. Ήτανήδη ένας διανοούμενος μεγάλου διαμετρήματος με πληθώρα φιλοσοφικών,θεολογικών, ιστορικών, πολιτικών και πολεμικών κειμένων στο ενεργητικό του.Στην αντίθεσή του με τον Πλήθωνα, τον Πλατωνισμό και την πολυθεΐα, θαγράψει μεταξύ άλλων: Περί του Βιβλίου του Γεμιστού και κατά της ελληνικήςπολυθεΐας, Απάντησις εις Πλήθωνα περί Αριστοτέλους, Απάντησις εις τον αυτόνπερί Αγίου Πνεύματος, Κατά των Πλήθωνος αποριών κατΑριστοτέλει. Πάνω σεγενικότερα φιλοσοφικά ζητήματα: Περί ψυχής, Περί της λογικής καιανθρώπινης ψυχής, Ερμηνεία εις τας Αριστοτέλους Κατηγορίας, Περίανθρωπίνης ευδαιμονίας, Αριστοτέλους και Πλωτίνου Συμβιβαστικόν,Προλεγόμενα εις την Πορφυρίου εισαγωγήν, Σύνοψις των ΑριστοτέλουςΦυσικών μετά των σχολίων του Σιμπλικίου κ.λπ. Σε θεολογικά θέματα: Περί τηςΕκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος διάλογοι δύο, Περί της θείας προνοίας καιπροορισμού, Περί της πρώτης του Θεού λατρείας, ή νόμος Ευαγγελικός ενεπιτομή (εξεδόθη πολλές φορές), Περί του πως διακρίνονται αι θείαι ενέργειαιπρος αλλήλας και την θείαν ουσίαν ής εισίν ενέργειαι κ.λπ. κ.λπ. Για τηναντίθεση ορθοδόξων και καθολικών: Περί εκπορεύσεως του ΑγίουΠνεύματος κατά Λατίνων, τόμοι δύο, Ιστορία των εν Φερράρα και Φλωρεντία,Απάντησις εις τα ερωτήματα των Ελλήνων και Λατίνων, Περί Αγγέλων προς τηντου Αργυροπούλου γνώμην αντιφερόμενον κ.ά. Ιστορικά και πολιτικά κείμενα:Περί Τούρκων (εκδόθηκε στα λατινικά από τον Ερμόλαο Βάρβαρο, Gennadii tractatus adversus Turcos), Προς τον βασιλέα Τραπεζούντος. Τέλος μεταφράσεις από ταλατινικά, επί παραδείγματι, δύο έργα του Θωμά του Ακινάτη, μευπομνηματισμούς και σημειώσεις.

Ένα τόσο ογκώδες και πολυσχιδές συγγραφικό έργο δεν έχει όμοιο του στηνιστορία της Πατριαρχικής Έδρας μετά την Άλωση, και καταδεικνύει το υψηλόεπίπεδο της αντιπαράθεσης μεταξύ “δυτικών” και “ανατολικών” αντιπάλων,αμέσως πριν και μετά την Άλωση. Ο φιλοσοφικός στοχασμός και τα δογματικάεπιχειρήματα δεν συγκεντρώνονται μόνο στην πλευρά των “ενωτικών”, ούτεστους ελληνοκεντρικούς Πλατωνιστές του Πλήθωνα. Ούτε ο πατριωτισμός θαχαρακτηρίζει μόνον τις απόπειρες του μεγάλου του αντίπαλου Βησσαρίωνα καιτου Ιανού Λάσκαρι. Ο Γεννάδιος, πριν την Άλωση, υπήρξε ένας αγωνιστής τηςεθνικής υπόθεσης και στην “Ευχή υπέρ σωτηρίας Πελοποννήσου” θα επιτεθείστους “της Άγαρ αιμοβόρους κύνες”[1]˙ αναφερόμενος στην Άλωση, αφού είχεήδη γίνει Πατριάρχης, θα γράψει δια τας “μαχαίρας των ασεβών”, τον σφαγιασμό“των βρεφών”, τον μιασμό των “μοναστριών”[2], ενώ, πριν, απευθυνόταν συχνάστον Ιωάννη και τον Κωνσταντίνο Παλαιόλογο. Πάντως, τα στρατόπεδα θαδιαγραφούν εναργώς. Και έξι αιώνες μετά, όχι μόνο θα εξακολουθούν να είναιενεργά και δραστήρια αλλά και θα χαρακτηρίζουν, ή έστω θα χρωματίζουν, τακύρια ιδεολογικά ρεύματα.

Ο Γεννάδιος θα αναλάβει την πατριαρχική έδρα, ως ο επιφανέστερος των“ανθενωτικών”, δεδομένου ότι η πολιτική συγκυρία επέβαλλε στον Μωάμεθ μιαπολιτική κατευνασμού των κατακτημένων Ορθοδόξων, απέναντι στον κίνδυνοκάποιας πιθανής εξέγερσής τους αν δεν αναγνωριζόταν η θρησκευτική τουςελευθερία και αυτονομία. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι Έλληνες, στη συντριπτικήτους πλειοψηφία “ανθενωτικοί”, ίσως μεταστρέφονταν αποδεχόμενοι τηνένωση των εκκλησιών και τις αποφάσεις της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), γεγονός που θα έκανε σχεδόν βέβαιη την πιθανότητα μιανέας Δυτικής επέμβασης, υπό μορφή Σταυροφορίας. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμεότι, στα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οελληνικός χώρος δεν είχε ακόμα κατακτηθεί. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούνταςθα πέσει το 1461, η Πελοπόννησος μέχρι το 1500, η Μυτιλήνη το 1462, ενώ οΓεώργιος Καστριώτης στην Ήπειρο θα συνεχίσει να αντιστέκεται. Μέσα σε αυτέςτις συνθήκες, ο Μωάμεθ θα προωθεί –ή μάλλον θα “εξαπατά” τους Έλληνες με–τη γραμμή της συνεργασίας Τούρκων και Ελλήνων, στα πλαίσια τηςΑυτοκρατορίας˙ θα συνεχίσει δε, προκειμένου να εδραιώσει την αίσθηση τηςσυνέχειας με το Βυζάντιο, να χρησιμοποιεί τα ελληνικά στις επαφές του με τηΔύση και στα επίσημα έγγραφα. Οι Οθωμανοί, παρά τη γενικευμένη παρακμήτων Ελλήνων και την τεράστια στρατιωτική τους ισχύ, αισθάνονταν ακόμα ωςσφετεριστές ενός πολιτισμού και μιας παράδοσης που τους υπερέβαινε κατάπολύ και επιθυμούσαν κατά κάποιον τρόπο να επιβεβαιώσουν τη νομιμότητα καιτη συνέχεια της εξουσίας τους. Η επιβεβαίωση των προνομίων του Πατριαρχείου,τη στιγμή που οι Έλληνες είχαν απολέσει την πολιτική τους αυτονομία, ήταν ένααπαραίτητο μέτρο στρατηγικής για τη διατήρηση μιας τεράστιας πολυεθνικήςαυτοκρατορίας. [Οι Τούρκοι θα μεταβάλουν ριζικά την τακτική τους μόνο μετά τοκίνημα των Νεοτούρκων και τον Κεμάλ, επιβάλλοντας πλέον τον βίαιο καιγενικευμένο εκτουρκισμό των πληθυσμών.] Στην ίδια κατεύθυνση, τα πρώταχρόνια μετά την Άλωση, οι Τούρκοι θα προσπαθούν να προσεταιριστούν και τουςτοπικούς χριστιανούς τιμαριούχους, αφήνοντάς τους τα προνόμια και τη γητους, ενώ στον βαλκανικό χώρο, σε αντίθεση με τον μικρασιατικό, οιεξισλαμισμοί δεν θα λάβουν γενικευμένο χαρακτήρα.

Οι διάδοχοι του Μωάμεθ, προπαντός κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα,όταν πλέον η κατάκτηση θα έχει εδραιωθεί, θα αφαιρέσουν αρκετά από ταπρονόμια που είχαν παραχωρήσει στο Πατριαρχείο, θα επαναφέρουν τη χρήσητης τουρκικής στις επαφές τους και θα εξαλείψουν τους χριστιανούς σπαχήδεςαπό τη Βαλκανική, ενώ θα γενικεύσουν τους εξισλαμισμούς, το παιδομάζωμα καιτον εποικισμό των κατακτημένων χωρών από Τουρκομάνους καιμουσουλμανικά φύλα. Οι τιμαριούχοι θα είναι στο εξής σχεδόν αποκλειστικάμουσουλμάνοι και μόνον οι Πελοποννήσιοι πρόκριτοι, μετά την οριστικήκατάληψη της Πελοποννήσου, το 1715, έπειτα από συγκρούσεις που κράτησαντρεις ολόκληρους αιώνες, θα διατηρήσουν ορισμένα από τα προνόμιά τους μέσαστα πλαίσια της κόπωσης και της αρχόμενης παρακμής των Οθωμανών.

Έτσι η εκκλησία, με πρώτο Πατριάρχη έναν διακεκριμένο λόγιο καιδοκιμιογράφο, θα μεταβληθεί σε επίσημο εκπρόσωπο των Ελλήνων και σεσχεδόν αποκλειστικό φορέα της παιδείας του μέχρι τον 18ο αιώνα.

Ο Νικόλαος Σβορώνος, επιχειρώντας μια συνολική αποτίμηση της πορείας τουνεώτερου ελληνισμού, θα καταδείξει πως η λειτουργία της εκκλησίας ως“οργάνου εθνικής συντήρησης” αποτελεί μία από τις όψεις μιας ενιαίαςδιαδικασίας, δίπλα στους υπόλοιπους θεσμούς του υποδούλου γένους.

Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία (…) παίρνει διάφορες μορφές: από την απλήπροσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη διείσδυση στουςπολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σεόργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία-Φαναριώτες-κοινότητες-αρματολοί,στην Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στουςοικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικώνδυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως τοτέλος του ιθ΄ αι. τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχήπαθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά –αλλεπάλληλα, έστω και ξενοκίνητα,κινήματα) που κατέληξαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21 [3].

Ο Γεννάδιος θα διορίσει τον παλαιό του δάσκαλο Ματθαίο Καμαριώτη (1400-1489) πρώτο υπεύθυνο της Πατριαρχικής Σχολής, για να διδάξει φιλοσοφία και“γραμματικά”. Ωστόσο η δραστηριότητα της πρώτης αυτής σχολής υπήρξε γιααρκετά χρόνια υποτυπώδης. Ο Γεννάδιος, στον “Θρήνο” του για την 7η επέτειοτης Αλώσεως, διεκτραγωδεί την κατάσταση της παιδείας και την έλλειψησυγγραμμάτων, υπό τον τουρκικό ζυγό, και ταυτόχρονα μας δίνει μια εικόνα γιατον έσχατο (ύστερο) βυζαντινό ανθρωπισμό που είχε προηγηθεί:

Πού βιβλία συνειληγμένα παρ’ ημών τη κοινή των πεπαιδευμένων χρεία; Πού ταμακρά εκείνα συγγράμματα, τα μεν εις θεολογίαν, τα δ’ εις διαλεκτικήν ημίνειργασμένα, ταδ’ εις την άλλην φιλοσοφίαν, τα δε ρήτορι πρέποντα και κατάπάσαν λόγον ύλην τε και ιδέαν, τα δε εκ της ετέρας μετηνεγμένα φωνής δι’ ωνμακρά τις των ημετέρων αγώνων μνήμη συνεσκευάζετο; Τα μεν αυτώνκαταπεπάτηται τότε, τα δ’ εις υπερορίαν ήχθησαν ου παντάπασιν ατυχώς˙ όπουδε τι της ενταύθα γης υπολέλειπαι, άχθος μάταιον κείται.[4]

Για τον Γεννάδιο, τα φιλοσοφικά βιβλία ήταν υψίστης σημασίας. Και όμως, μόνοεκείνα που ταξίδεψαν έξω από την πατρίδα, “εις υπερορίαν”, συνέχισαν να έχουνκάποια θετική λειτουργία, “ου παντάπασιν ατυχώς”, ενώ όσα διεσώθησαν στονελληνικό χώρο, μετά τις καταστροφές, μεταβλήθηκαν σε “άχθος μάταιο” εξαιτίας της απαιδευσίας της χώρας. Μια τόσο ισορροπημένη και αμερόληπτη κρίσηγια τη σημασία της εξαγωγής της ελληνικής παιδείας στη Δύση και για τησημασία των μεταφρασμένων από άλλες γλώσσες κειμένων μας εκπλήσσει ίσωςδιότι έχομε ανατραφεί με την εικόνα του “αντιδραστικού”, ανθενωτικού και ίσωςκαι τουρκόφρονος Γενναδίου. Και όμως, τονίζει σαφώς τη διαφορά μεταξύ τηςτύχης των συγγραμμάτων και της παιδείας στη Δύση και στον μόλιςυποδουλωθέντα ελληνισμό.

Σε ό,τι αφορά στις φιλοσοφικές και θεολογικές κατευθύνσεις του Γενναδίου, καιεδώ κυριαρχεί ένας ιδιόμορφος συγκρητισμός. Ως ανθενωτικός, θεωρείταιπαλαμιστής, αντιδυτικός, διάδοχος του Μάρκου Ευγενικού. Ωστόσο σε ό,τι αφοράστο ζήτημα του προορισμού, ο Σχολάριος θα αντιταχθεί στις απόψεις τουΕυγενικού, για τον οποίο δεν ισχύει η αιτιοκρατία και οι φυσικοί νόμοι δρουνανεξάρτητα από τον θεϊκό προορισμό[5]. Για τον Σχολάριο, ο προορισμός δενεπιδέχεται καμία εξαίρεση. Παράλληλα, είναι θαυμαστής του Θωμά του Ακινάτη, τονοποίον και μετέφρασε και, στη διαμάχη με τον πλατωνισμό του Πλήθωνα, θαπριμοδοτεί μάλλον τον σχολαστικό αριστοτελισμό της Δύσης. Ο Σχολάριος δεν θαφτάσει στη σχολαστική υπερβολή ενός Τραπεζούντιου[6], αλλά θα καταπολεμήσειμε το τεράστιο έργο του τον πλατωνισμό. Στον υπομνηματισμό του στονΑριστοτέλη χρησιμοποιεί σε μεγάλη έκταση τον Ακινάτη και τον Αλβέρτο το Μεγάλοκαθώς και τους Αβερρόη και Αβικέννα.[7] Ο Γεννάδιος θα εγκαινιάσει την επιλογήτης ελληνικής εκκλησίας υπέρ της “περιπατητικής φιλοσοφίας” και της νοησιαρχίας,σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση, και αυτό εντείνεται τόσο περισσότερο όσο οιπλατωνικοί και νεοπλατωνικοί οπαδοί του Πλήθωνα (ο Βησσαρίων, οΑργυρόπουλος, ο Αποστόλης, κ.λπ.), υπήρξαν οπαδοί της ενώσεως των εκκλησιών,και ορισμένοι εξ αυτών, υποστηρικτές των αρχαίων θεών. Έτσι η εκκλησία θααποδεχθεί την “έξω γνώσιν” και θα μετριάσει τις μυστικές ή ησυχαστικές τάσεις που,σε συνθήκες πνευματικού σκότους, μπορούσαν να εκληφθούν ως παντελήςαπόρριψή της. Ο αριστοτελισμός και ο κορυδαλλικός νεο-αριστοτελισμός θαενδυναμώσουν, για τρεις αιώνες τουλάχιστον, τη θύραθεν παιδεία και θαδημιουργήσουν ένα ενισχυτικό της εκπαίδευσης κλίμα, αλλά ταυτόχρονα θαεπιβάλουν και έναν στείρο ακαδημαϊσμό που θα αποκόψει για πολλά χρόνια τηφιλοσοφική μας παράδοση από τη φιλοσοφική σύνθεση της όψιμης βυζαντινήςπεριόδου και της εποχής της Αλώσεως.

Έτσι, όταν θα έλθει η στιγμή της νεοελληνικής Αναγέννησης, στον 18ο αιώνα, τοανανεωτικό πνεύμα θα φαίνεται να έρχεται μάλλον από τη Δύση και να έχειεισαγόμενο χαρακτήρα, ενώ η ελληνική ιδιοπροσωπία θα εκφράζεται κατ’ εξοχήνμέσα από συνθετικές απόπειρες εκλεκτικιστικού χαρακτήρα, ανάμεσα σε δυτικήκαι ελληνική παράδοση, και όχι από τις υψηλές και πρωτότυπες συνθέσεις τηςΠαλαιολόγειας Αναγέννησης. Μια τέτοια εξέλιξη καθορίστηκε αποφασιστικά από τογεγονός της εκθεμελιωτικής τουρκικής κατοχής.

Η ελληνική ιδιοπροσωπία στην ακεραιότητά της θα διασώζεται, καταδιωκόμενη, σεάλλα “γεωλογικά υποστρώματα” του υπόδουλου έθνους, εκεί όπου δεν θα έχουντόση σημασία οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, οιυλικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, θα διασώζεται εν τέλει στον τρόπο και το ήθοςτου βίου του υπόδουλου έθνους (κοινοτική παράδοση, κατώτερος κλήρος καισχέση του με τη λαϊκή θρησκευτικότητα, μοναχισμός, δημοτική ποίηση καιμουσική, παράδοση ανυπακοής και αντίστασης). Το ότι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες,επετεύχθη η διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας ενώ, σταδιακώς, ενισχύθηκανοι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί και η πνευματική κίνηση, αποτελεί ήδη ένα θαύμα.

 

 

 

[1] Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Β΄, Αθήνα 1924, 1. 158.

[2] Κρούσιος, Turcograecia, βλ. Περάνθης, ό. π., σσ.93-100.

[3] Νίκος Σβορώνος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σελ 12-13.

[4] “Θρήνος του Γενναδίου για την 7η επέτειο της Αλώσεως, γραμμένος “εν τω όρει του Μενοικέως, εν τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου”,Βλέπε Μ. Περάνθη, ό. π., σ. 100.

[5] Τατάκης, ό. π., σσ. 275-276.

[6] Ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, εις το Περί αληθείας της των Χριστιανών πίστεως, το πρώτο φιλοσοφικό κείμενο που γράφτηκε μετά την Άλωση, θα παραλληλίσει τη Θεϊκή Τριάδα με το υλικό σώμα ως εξής: “Παν σώμα, μήκος και πλάτος και βάθος έχει και τούτοις τοις τρισί συνίσταται.(…) Το μεν ούν σώμα εν εστί, ει δε των τριών τούτω εν μόνον λείψει, ουδέν εστί˙ ούτε γαρ σώμα δύναται είναι ει μη και τα τρία ταύτα εστίν…Αλλά το μεν μήκος εξ ουδενός εστίν, το δε πλάτος, (…) εκ του μήκους απογεννάται, πολλαπλασιασθέντος εις άλλο μήκος, (…) εκ δε των δύο ομού, μήκους λέγω και πλάτους, εις άλληλα πολλαπλασιασθέντων, (…) το βάθος και ούτως αποτελείται το σώμα, εν ον και απλώς εν. Τι της εικόνας ταύτης σαφέστερον; Το μήκος εικόνα φέρει του πατρός, η επιφάνεια του λόγου αυτού, το βάθος του αγίου πνεύματος”. [Βλέπε Γεωργίου Ζώρα, Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και αι προς ελληνοτουρκικήν συνεννόησιν προσπάθειαι αυτού. (Η “Περί της των Χριστιανών Πίστεως” ανέκδοτος πραγματεία). Σπουδαστήριον βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1954, σσ 122-123. Βλ και Ν. Ψημμένου, ό.π., σσ 82-83.] Έτσι από την ενότητα των τριών διαστάσεων ενός υλικού σώματος περνάμε άμεσα στην Ενότητα της Αγίας Τριάδος. Ο αριστοτελικός σχολαστικισμός δεν χρειάζεται την πίστη σε κάποια Αποκάλυψη αλλά τη λογική ακολουθία των επιχειρημάτων.

[7] Τατάκης, ό. π., σσ.277-278.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*