Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 51

Το βασίλειο της Νικαίας και η αφύπνιση της Νέας Ελληνικής συνειδήσεως

του Απ. Βακαλόπουλου

Τα παραπάνω παραδείγματα των Λασκαριδών  (ιδίως του Θεοδώρου Β’ και των λογίων τους μαρτυρούν σαφέστατα για την γρήγορη και ζωηρή άνοδο της ιστορικής και εθνικής τους συνειδήσεως με ανάλογη απήχηση ασφαλώς και στις λαϊκές μάζες. ‘ Η ένταση αυτή φαίνεται ότι χαλαρώνεται με την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως, της έδρας των παλαιών ρωμαϊκών παραδόσεων.

Ό Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την Ίδρυση μιας ελληνικής αυτοκρατορίας επάνω σε στερεές βάσεις, επάνω σε μια καλή εσωτερική και στρατιωτική οργάνωση 1, αλλά ο πρόωρος θάνατος του ματαίωσε τα σχέδια του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι τους συνεργάτες του δεν τους αναζητεί στους ευγενείς του περιβάλλοντος του, αλλά στους Ικανούς, έστω και αν αυτοί προέρχονται από κατώτερη κοινωνική τάξη. Ό φιλόσοφος αυτός βασιλιάς ήθελε, ελεύθερος από επιρροές, να περιορίσει την δύναμη των δυνατών, να δημιουργήσει κράτος συγκεντρωτικό και ν’ αφοσιωθεί απερίσπαστος στην εξυπηρέτηση του λαού. Γι’ αυτό προκάλεσε τις δυσαρέσκειες και τις αντιδράσεις των δυνατών. Αξιοπρόσεκτες είναι οι σχετικές πληροφορίες του Παχυμέρη. Τον πλήρη όμως κόσμο των Ιδεών του εκπληκτικού εκείνου βασιλιά, που έκρυβε μέσα του τόση ψυχική δύναμη και βαθιά σκέψη, θα τον αποκάλυψη μια νέα βιογραφία του, βασισμένη στην έρευνα και των ανέκδοτων έργων του.

Η ελληνολατρεία και η ελληνική συνείδηση του Θεοδώρου Β’, καθώς και των προκατόχων του, οφείλεται στην άριστη γνώση του Ιστορικού παρελθόντος, στην σταθερή πίστη τους στην εθνική τους οντότητα, καθώς και στις ευρύτερες απόψεις τους για τις μελλοντικές πολιτικές επιδιώξεις τους, δηλαδή στις φιλοδοξίες τους ν’ ανακτήσουν την Κωνσταντινούπολη και να ενώσουν υπό το σκήπτρο τους όλες τις ελληνικές χώρες. Αυτές οι Ιστορικές αναμνήσεις και οι πολιτικές ιδέες, που αναπτύσσονται μέσα στο περιβάλλον των βασιλέων της Νίκαιας, συνθέτουν βαθμιαία το ιδανικό της Μεγάλης Ιδέας.

Στις πολιτικές ίσως ιδέες του Θεοδώρου Β’ οφείλεται το ότι πρώτος ο βασιλιάς εκείνος εικονίζεται πατώντας επάνω σε υποπόδιο με παράσταση του δικέφαλου αετού, αν βέβαια δεχθούμε ότι το έμβλημα αυτό συμβολίζει την προβολή των διεκδικήσεων του στην Ευρώπη και στην Ασία, όπως υποθέτει ο καθηγητής Ι.Κ. Βογιατζίδης. Πάντως γεγονός είναι ότι από τότε ο δικέφαλος αετός γίνεται το σύμβολο του βυζαντινού κράτους και αργότερα, επί τουρκοκρατίας, αγαπητό καλλιτεχνικό μοτίβο των ραγιάδων, το όποιο δηλώνει τους εθνικούς πόθους του νέου ελληνισμού, δηλαδή την απελευθέρωση των σκλαβωμένων ελληνικών χοίρων. Έτσι ο δικέφαλος γίνεται σύμβολο της Μεγάλης Ιδέας .

Οι αντιλήψεις μου για την βαθμιαία μετά το 1204 αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνειδήσεις και για την σημασία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας ως κύριου κέντρου του σχηματιζόμενου νεοελληνικού έθνους, οι οποίες έγιναν γνωστές μετά την δημοσίευση του πρώτου τόμου της  “Ιστορίας” μου και με την μετάφραση του στην αγγλική, προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Ξεκινώντας ακριβώς από τις θέσεις μου αυτές για την εθνογένεση του νέου ελληνισμού ορισμένοι επιστήμονες επιχείρησαν να τις υποβάλουν σε εξονυχιστική βάσανο, όπως ο μεταφραστής του έργου μου στα αγγλικά καθηγητής Ian Moles, o οποίος, αφού αναλύει το έργο μου στην μελέτη του “Nationalism and Byzantine Greece” με κριτήρια τα 4 βασικά σημεία, πού αναπτύσσει o Fredrick Hertz στο έργο του “Nationality in History and Politics” (σ. 21) για την γένεση και ανάπτυξη των εθνικών αισθημάτων, δέχεται τις απόψεις μου. Επίσης ο καθηγητής Stephen G. Xydis σε ευρύτερη μελέτη προσπαθεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο της εθνικής αφύπνισεως των Ελλήνων – πέρ’ από τα δικά μου καθαρά Ιστορικά δεδομένα – και να το εξέταση μέσα στα πλαίσια των θεωριών των πολιτικών επιστημών˙ και υστερ’ από επιμελή έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πράγματι κατά την περίοδο 1204 – 1453 έχουμε ενδείξεις ενός Protonationalism, ενός πρώιμου εθνικισμού, όπως τον ονομάζει.

Τις απόψεις μου ακόμη ως προς το θέμα αυτό όχι μόνο δέχεται, αλλά και ενισχύει, ξεκινώντας από την μαρξιστική – υλιστική αντίληψη, και ο Ανατολικογερμανός γνωστός ερευνητής Johanes Irmscher, o όποιος προσάγει μάλιστα την έξης ενδιαφέρουσα μαρτυρία: ότι o Marx κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταγίνει πολύ με την βυζαντινή ιστορία, ότι είχε αναλάβει να γράψη το μέρος το σχετικό με την αυτοκρατορία της Νίκαιας στην “Weltgeschichte” και ότι είχε σημειώσει τα έξης: “Υπό τον Βατατζή η Νίκαια εκπροσωπεί το κέντρο του ελληνικού πατριωτισμού”  —έκφραση πού πέρασε και στο σχετικό με την βυζαντινή Ιστορία άρθρο της Μεγάλης Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας. Και ο Irmscher προσπαθώντας να προσδιορίσει ό ίδιος σε τι απέβλεπε ο ελληνικός αυτός πατριωτισμός τελειώνει με τα έξης: “»Ότι το ξαναγεννημένο στην Κωνσταντινούπολη μικρό βυζαντινό κράτος (1261) διαφέρει από την μεσαιωνική παγκόσμια δύναμη όχι μόνον ως προς τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές του δυνάμεις, δεν χρειάζεται απόδειξη. Ή αυτοκρατορία όμως της Νίκαιας έβαλε τα θεμέλια, από τα όποια ξεπετάχθηκε ο υστεροβυζαντινός χουμανισμός πού παρασκεύασε την Αναγέννηση, καθώς και την κατά την διάρκεια των αιώνων νεοελληνική λαότητα, την αναπτυσσόμενη σε νέο έθνος”.

Είναι πραγματικά ν’ άπορη κανείς πως, ενώ ο Marx, οξύς βέβαια παρατηρητής των πολιτικοκοινωνικών φαινομένων, με κριτήρια μόνο τίς δογματικές κυρίως διαφορές του Βατατζή – πάπα χαρακτήριζε την Νίκαια “κέντρο του ελληνικού πατριωτισμού”, πώς, λέγω, ορισμένοι Ιστορικοί, μολονότι έχουν στην διάθεση τους τα νέα και σαφή τεκμήρια της εθνικής αφυπνίσεως των Ελλήνων μετά το 1204, δεν αντελήφθηκαν ποιες πνευματικές και πολιτικές ζυμώσεις κρύβονταν πίσω από την ελληνολατρεία των Λασκαριδών, αλλά την θεώρησαν απλή φιλολογική κίνηση και μόδα, επειδή ή αρχαιογνωσία περιοριζόταν κυρίως στους ηγέτες. Άλλα και αυτό αν συνέβαινε, σε ποια γλώσσα μιλούσαν αυτοί, όταν έρχονταν σε επαφή με τον λαό, με τους στρατιώτες; στην αρχαία ή στην ομιλούμενη; Δεν μας εξηγούν ακόμη, πώς επιδρούσαν οι ηγέτες εκείνοι στα λαϊκά στρώματα και—το σπουδαιότερο—πώς γεννήθηκε τέλος πάντων το νεοελληνικό έθνος;

 

 

Απόσπασμα από τo πολύτομο έργο του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου: «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Α΄, εκδόσεις Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 81-82.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*