Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 51, Περιοδικό Άρδην

Η Τέταρτη Σταυροφορία και οι επιπτώσεις στα Βαλκάνια

της ΜΑΡΙΑ ΝΥΓΓΑΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΕΛΕΚΙΔΟΥ

Η Τετάρτη Σταυροφορία, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και η Λατινοκρατία, με την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και την αλλαγή του πολιτικού χάρτη που προκάλεσαν, δεν αποτελούν ένα αιφνίδιο γεγονός: είναι η κατάληξη σειράς συγκρούσεων και ανταγωνισμών ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και το Βυζάντιο, που έχουν για αφετηρία από τα τέλη του 11ου αι. την τότε αναπτυσσόμενη Δύση και την οικονομική διείσδυση των Ιταλικών πόλεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι στόχοι και τα συμφέροντα των δυτικών δυνάμεων, σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, θα οδηγήσουν νομοτελειακά στη σύγκρουση με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η διεθνής συγκυρία, που συνέβαλε στην πολιτική και οικονομική κάμψη του Βυζαντίου, επηρέασε καίρια και τις πολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια.

Ήδη οι τρεις πρώτες Σταυροφορίες είχαν αναστατώσει τη χερσόνησο του Αίμου και είχαν προκαλέσει σοβαρά πολιτικά προβλήματα, αίσθημα ανασφάλειας στους κατοίκους και ολοένα μεγαλύτερη οικονομική κάμψη. Τα απείθαρχα στίφη της Α΄ Σταυροφορίας (1096-97) και ο στρατός των πολεμιστών της Β΄ (1147) και της Γ΄ Σταυροφορίας (1189-90), που διέσχισαν τη χερσόνησο,  προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην εγχώρια γεωργική παραγωγή και κτηνοτροφία και κλόνισαν την επιτόπια διοίκηση. Παράλληλα, οι επιθέσεις και κατακτήσεις των Νορμανδών και των Ούγγρων και οι επιδρομές και λεηλασίες των πειρατών στα παράλια είχαν αναστατώσει την περιοχή. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1143-1180), περνούσε βαθιά πολιτική κρίση και δεν διέθετε την οικονομική και στρατιωτική δύναμη ούτε την ικανή και ισχυρή ηγεσία για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα

Στα Βαλκάνια εκδηλώθηκαν μετά το 1180 αποστασίες, που άλλαξαν τον πολιτικό χάρτη της περιοχής. Ο μέγας ζουπάνος της Ράσκιας Στέφανος Νεμάνια (1166-1196) κατόρθωσε να αποτινάξει τη βυζαντινή κηδεμονία και να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της χώρας του θέτοντας τις βάσεις ενός ισχυρού Σερβικού κράτους. Στη Βουλγαρία, μετά το 1185, οι δύο αδελφοί Πέτρος και Ασέν, με μεγάλη συμμετοχή Βλάχων και Κουμάνων, επαναστάτησαν εναντίον της βυζαντινής κυριαρχίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ίδρυση του Β΄ Βουλγαρικού κράτους. Και στις δύο περιπτώσεις οι Σταυροφορίες και η ολοένα μεγαλύτερη οικονομική διείσδυση των ιταλικών εμπορικών πόλεων επηρέασαν ουσιαστικά τις εξελίξεις. Ενδεικτική της γενικής αστάθειας και της αδυναμίας του Βυζαντίου είναι και η ίδρυση της εφήμερης μικρής ηγεμονίας της Κρόιας στην Κεντρική -Αλβανία (1190-1216).

Κατά την Γ΄ Σταυροφορία η διέλευση του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα με τον μεγαλύτερο τότε σταυροφορικό στρατό έδωσε την ευκαιρία στον Στέφανο Νεμάνια και τους Βούλγαρους αρχηγούς να επιδιώξουν την υποστήριξή του στον αγώνα τους εναντίον του Βυζαντίου, προσφέροντας σε αντάλλαγμα την στρατιωτική τους βοήθεια. Τα διαβήματα αυτά δεν κατέληξαν πουθενά, είναι ωστόσο ενδεικτικά του κύρους που αντιπροσώπευαν για τα νεοσύστατα Βαλκανικά κράτη οι δυτικές δυνάμεις.

Τα επόμενα χρόνια οι επιθέσεις Σέρβων και Βουλγάρων και οι συγκρούσεις με τα βυζαντινά στρατεύματα συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση και αμφιρέπουσα έκβαση. Τελικά ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) κατόρθωσε να νικήσει τον Νεμάνια και να αποκαταστήσει τη βυζαντινή παρουσία στις απειλούμενες περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας. Ωστόσο, για μην έχει ανοικτά μέτωπα στη χερσόνησο του Αίμου, αναγκάστηκε να συνάψει ευνοϊκή για τους Σέρβους συνθήκη που αναγνώριζε την κυριαρχία τους σε τμήμα των ήδη κατακτημένων βυζαντινών εδαφών, και αυτό σήμαινε έμμεσα την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Σερβίας. Η συνθήκη επισφραγίστηκε με το γάμο της ανηψιάς του αυτοκράτορα Ευδοκίας με ιόν δευτερότοκο γιο του Νεμάνια Στέφανο, ο όποιος τιμήθηκε με τον υψηλό βυζαντινό τίτλο του «σεβαστοκράτορος».

Στη Βουλγαρία μετά τη δολοφονία του Ασέν (1196) και του Πέτρου (1197) ανέλαβε την ηγεσία ο τρίτος ασενίδης αδελφός Καλογιάν (1197-1207), ο Ιωαννίτζης των βυζαντινών. Φιλόδοξος και ικανός ηγέτης, ο Ιωαννίτζης εξελίχθηκε σε επικίνδυνο αντίπαλο του Βυζαντίου. Η βυζαντινή εξουσία βρισκόταν τώρα σε ακόμη μεγαλύτερη αδυναμία να αντιμετωπίσει την κατάσταση, καθώς ο κίνδυνος από τη Δύση πλησίασε απειλητικά και ο νέος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ (1195-1203), που ανέβηκε στο θρόνο εκθρονίζοντας τον αδελφό του Ισαάκιο, ήταν ανίκανος να ασκήσει στα Βαλκάνια επωφελή για την αυτοκρατορία πολιτική.

Έτσι, στην εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή που ξέσπασε στη Σερβία μετά το 1196 ανάμεσα στους γιους του Στέφανου Νεμάνια Vukan, τοπικό ηγεμόνα της Διοκλείας και της Νότιας Δαλματίας, και Στέφανο, τον γαμβρό του Αλεξίου Γ΄, οι δύο αντίπαλοι αδελφοί δεν ζήτησαν την υποστήριξη του Βυζαντίου αλλά των δυτικών δυνάμεων και της Παπικής Εκκλησίας. Στους πολιτικούς χειρισμούς που ακολούθησαν, το Βυζάντιο απουσίαζε. Το 1200 ή 1201 ο Στέφανος απέπεμψε με ατιμωτικό τρόπο τη σύζυγό του Ευδοκία, θυγατέρα του Αλεξίου Γ΄, και το γεγονός είναι ενδεικτικό και της αδυναμίας του βυζαντινού αυτοκράτορα και του μειωμένου κύρους του Βυζαντίου. Το 1202 ο Vukan αναγνώρισε το πρωτείο του Πάπα και με την υποστήριξη των Ούγγρων ανακηρύχθηκε μέγας ζουπάνος της Σερβίας υπό την επικυριαρχία της Ουγγαρίας – ρύθμιση που στην πράξη σήμαινε ουγγρική κηδεμονία και έθιγε την πρόσφατα ανακτημένη ανεξαρτησία της χώρας.

Την ίδια εποχή ο Ιωαννίτζης, που συνήθιζε να αυτοαποκαλείται «Ρωμαιοκτόνος», εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά του ελληνικού στοιχείου και κυρίως κατά των ελληνικών πόλεων του Πόντου. Το Βυζάντιο αναγκάστηκε να συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Βουλγάρους (τέλη 1202). Οι όροι της συνθήκης δεν παραδίδονται, φαίνεται όμως ότι σήμανε, σιωπηλά ή ρητά, την αναγνώριση του νέου βουλγαρικού κράτους. Σε επιστολή του προς τον Πάπα (καλοκαίρι 1203) ο Ιωαννίτζης ισχυριζόταν ότι προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να στεφθή αυτοκράτορας και να λάβει πατριάρχη για το λαό του. Καθώς το γεγονός δεν μαρτυρείται από άλλη πηγή, δεν γνωρίζουμε αν ο ισχυρισμός του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν δεν πρόκειται για έναν επιδέξιο χειρισμό με σκοπό να επισπεύσει την αναγνώριση της βασιλικής του υπόστασης από τον Πάπα.

Γιατί ο Ιωαννίτζης, αφότου ανέλαβε την εξουσία, επιδίωξε συστηματικά να προσεγγίσει την Αγία Έδρα και με αντάλλαγμα την υπαγωγή της Βουλγαρικής Εκκλησίας στη Ρώμη να στεφθή βασιλιάς από την Παπική Εκκλησία. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216), ισχυρή προσωπικότητα, που το κύρος του είχε διεθνώς ενισχυθεί από την πολιτική και οικονομική δραστηριότητα των δυνάμεων της Δύσης, επωφελήθηκε για να επεκτείνει τη δικαιοδοσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στις ορθόδοξες χώρες των Βαλκανίων. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις υπήρξαν μακρές και χαρακτηρίζονται από «αμοιβαία καχυποψία». Τελικά ο Πάπας αποδέχθηκε το αίτημα του Ιωαννίτζη και στις 8 Σεπτεμβρίου 1203, έχρισε με παπικό απεσταλμένο τον επίσκοπο Ζαγοράς, δηλ. Τιρνόβου, «πριμάτον πάσης Βουλγαρίας και Βλαχίας». Η στέ-ψη όμως του ίδιου του Ιωαννίτζη ως «βασιλέα Βουλγάρων και Βλάχων» πραγματοποιήθηκε μετά την Άλωση της Πόλης, στις 8 Νοεμβρίου 1204.

Επομένως, ήδη πριν από το 1204 στη χερσόνησο του Αίμου υπήρχε μια γενικότερη αναστάτωση και είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται πολιτικοί μετασχηματισμοί. Σ’ αυτή την έκρυθμη κατάσταση η Τετάρτη Σταυροφορία και η Λατινοκρατία λειτούργησαν σαν καταλύτης και επέσπευσαν τις εξελίξεις. Ο διαμελισμός εξάλλου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προ-κάλεσε ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και γενικότερη πολιτική κατάτμηση. Οι δια-σπασμένες ελληνικές δυνάμεις που ανασυγκροτήθηκαν κυρίως στο κράτος της Ηπείρου και την αυτοκρατορία της Νικαίας, παράλληλα με τον αγώνα για την εδραίωση της κυριαρχίας τους, θα διεκδικήσουν, κάθε μια για λογαριασμό της, τη βυζαντινή κληρονομιά με βασικό στόχο την ανάκτηση της Βασιλεύουσας, και θα επιδιώξουν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στα βαλκανικά πράγματα.

Οι νέοι όμως μετασχηματισμοί είχαν ανατρέψει τα ως τώρα δεδομένα. Οι δυτικές δυνάμεις, πολιτικές, θρησκευτικές και οικονομικές, αποτέλεσαν τους ισχυρούς παράγοντες που κυριαρχούσαν στο χώρο της ΝΑ. Ευρώπης. Οι ηγεμόνες της Σερβίας και της Βουλγαρίας, στο ξεκίνημα της πολιτικής συγκρότησης των δύο κρατών, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη νέα πραγματικότητα, που επέβαλε ανάλογη προσαρμογή της πολιτικής τους. Έτσι, όταν το 1205 ο Στέφανος Νεμάνιτς ανέκτησε την ηγεσία της χώρας επιχείρησε με πολιτικό ρεαλισμό να ενισχύσει τις σχέσεις του με τις δυτικές δυνάμεις και την Παπική Εκκλησία. Ο γάμος του, γύρω στο 1207, με την Άννα εγγονή του νεκρού πια δόγη της Βενετίας Ερρίκου Δάνδολου, είναι ενδεικτικός των νέων πολιτικών προσανατολισμών. Προσαρμογή της πολιτικής στις νέες συνθήκες υπαγόρευε και η γεωπολιτική θέση της Σερβίας, που βρισκόταν ανάμεσα στις ορθόδοξες και τις καθολικές δυνάμεις, όπως και ή παρουσία ισχυρών πολιτικών και οικονομικών δυτικών παραγόντων και εμπόρων.

Στη Βουλγαρία ο Ιωαννίτζης επιχείρησε να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους σταυροφόρους, επιδιώκοντας να συμμετάσχει στη διανομή των βυζαντινών εδαφών. Οι σταυροφόροι, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους διαδόχους του Βυζαντίου, όχι μόνον απέρριψαν τις προ-τάσεις του αλλά απείλησαν να καταδύσουν την ανεξαρτησία του βουλγαρικού κράτους. Αυτήν ακριβώς την κρίσιμη για τις σχέσεις του με τους Λατίνους στιγμή, ο Ιωαννίτζης δέχθηκε προτάσεις συμμαχίας από τους Έλληνες της Νότιας Θράκης, που αποφάσισαν να εξεγερθούν εναντίον της σκληρής λατινικής καταπίεσης και, καθώς δεν είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν μόνοι τους κατακτητές, ζήτησαν τη συνδρομή του μόνου ισχυρού γείτονα. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας δέχθηκε ευχαρίστως τις ελληνικές προτάσεις, που θα απομάκρυναν την εναντίον του λατινική απειλή και θα του επέτρεπαν να αναμιχθή προς όφελος του στα πράγματα της Θράκης. Η σύμπραξη μεταξύ των θρακικών πόλεων και του Ιωαννίτζη εναντίον των Λατίνων, η οποία είχε τοπικό και ανεπίσημο χαρακτήρα, υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 1205 και τον επόμενο μήνα άρχισε γενική εξέγερση των θρακικών πόλεων με άμεσα θεαματικά αποτελέσματα Οι Λατίνοι, παρά τις ισχυρές στρατιωτικές ενισχύσεις που μετακάλεσαν από την Μ. Ασία, υπέστησαν μεγάλη ήττα στην Αδριανούπολη και ο συσχετισμός των δυνάμεων ανετράπη.

Από αυτή την ανατροπή θέλησε να επωφεληθή ο Ιωαννίτζης και στράφηκε ταυτόχρονα εναντίον Λατίνων και Ελλήνων. Επί μία σχεδόν διετία με στρατό Βουλγάρων και Βλάχων και με τη σύμπραξη των Κουμάνων επιδόθηκε συστηματικά σε εξόντωση του ελληνικού πληθυσμού της Θράκης και της Μακεδονίας˙ η ύπαιθρος χώρα ερημώθηκε και τα χωριά υπέστησαν μεγάλες καταστροφές, ο πληθυσμός αιχμαλωτίστηκε, εξορίστηκε ή σφαγιάστηκε. Για να αντιμετωπίσουν τον βουλγαρικό κίνδυνο, οι Έλληνες του Διδυμότειχου και της Αδριανούπολης, όπου είχαν καταφύγει πρόσφυγες από όλες τις κατεστραμμένες ελληνικές περιοχές, ζήτησαν τη βοήθεια των Λατίνων της Πόλης. Μετά τη σύναψη στις 26 Ιουνίου 1206 ελληνο-λατινικής συμφωνίας, σταυροφορικός στρατός με την ουσιαστική συμμετοχή των Ελλήνων συγκρούστηκε με τους Βουλγάρους και εκκαθάρισε τη Θράκη. Ο αιφνίδιος θάνατος του Ιωαννίτζη το 1207 κατά την πολιορκία της λατινοκρατούμενης Θεσσαλονίκης και οι εσωτερικές έριδες για τη διαδοχή απομάκρυναν τον βουλγαρικό κίνδυνο.

Είναι φανερό ότι σ’ αυτή την αναμέτρηση Λατίνων και Βουλγάρων η σύμπραξη των Ελλήνων με τον ένα ή τον άλλο αντίπαλο επηρέασε σοβαρά την έκβαση των επιχειρήσεων. Αλλά η εξέγερση των ελληνικών πόλεων είχε ευρύτερες επιπτώσεις στις πολιτικές εξελίξεις: οι επιχειρήσεις στη Θράκη ανάγκασαν τους Λατίνους να αποσύρουν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις από τη Μ. Ασία, και αυτό επέτρεψε στην εξόριστη στη Νίκαια Βυζαντινή αυτοκρατορία, που διένυε τότε το κρίσιμο στάδιο της κρατικής ανασυγκρότησης, να εδραιώσει την κυριαρχία της, χωρίς την άμεση απειλή σκληρών στρατιωτικών συγκρούσεων με τις δυνάμεις των σταυροφόρων. Ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης (1204/7-1222) και κυρίως ο Ιωάννης Γ΄ Βατατζής (1222-1254), με επιτυχή εξωτερική πολιτική και συνετή διοίκηση, κατόρθωσαν σταδιακά να κυριαρχήσουν σε όλη σχεδόν τη Μ. Ασία και να καταστήσουν το εξόριστο κράτος υπολογίσιμη δύναμη στη διεθνή σκηνή, ενώ η Λατινική αυτοκρατορία δεν διέθετε τις δυνάμεις για να επιβάλει την κυριαρχία της στα Βαλκάνια. Ο Ιωάννης Βατάτζης, παράλληλα με τον κύριο στόχο που ήταν βέβαια η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, θα επιδιώξει να ανακτήσει την επιρροή της αυτοκρατορίας στη χερσόνησο του Αίμου, κυρίως μέσα από το πνευματικό κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Γιατί η Ορθοδοξία ήταν η μόνη δύναμη που, παρά την πολιτική διάσπαση, μπορούσε να αποκαταστήσει την πνευματική ενότητα των ορθόδοξων λαών της Βαλκανικής, την οποία είχε κλονίσει η διείσδυση της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Κι αυτό επιδίωξε ο οικουμενικός πατριάρχης, με την πολιτική στήριξη του κράτους της Νικαίας. Παρά τις έντονες αντιδράσεις της αρχιεπισκοπής Αχρίδος που διεκδικούσε σθεναρά την πνευματική δικαιοδοσία της Βαλκανικής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με πολιτικό ρεαλισμό αναγνώρισε το αυτοκέφαλο των ορθόδοξων Εκκλησιών της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Άλλωστε για τα νεοσύστατα Βαλκανικά κράτη, πέρα από τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες που οδήγησαν στην προσέγγιση της Ρώμης, η Ορθοδοξία αποτελούσε βασικό στοιχείο της εθνικής τους ταυτότητας. Η περίπτωση της Σερβίας είναι χαρακτηριστική για την προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην οικονομική και πολιτική παρουσία των δυτικών δυνάμεων και στην ανάγκη ενίσχυσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ανταποκρινόταν και στο θρησκευτικό συναίσθημα του Σερβικού λαού. Έτσι, ενώ το 1217 ή 1218 ο ηγεμόνας της Σερβίας Στέφανος στέφθηκε βασιλεύς από παπικό λεγάτο –είναι ο Στέφανος Α΄ ο Πρωτόστεπτος (Prvovencani)–, το 1219 ο τριτότοκος γιος του Νεμάνια Σάββας, πού είχε μονάσει στο Άγιο Όρος, μεγάλη πολιτική και εκκλησιαστική μορφή, ταξίδεψε στη Νίκαια και χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος από τον οικουμενικό πατριάρχη Μανουήλ, ο όποιος με συνοδική πράξη αναγνώρισε τη σερβική Εκκλησία ως αυτοκέφαλη – πράξη υψίστης σημασίας που ενίσχυσε διεθνώς όχι μόνο το κύρος του Σερβικού κράτους, αλλά και του εξόριστου Οικουμενικού Πατριαρχείου και του κράτους της Νικαίας.

Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση και στην περίπτωση της Βουλγαρίας, όπου, υστέρα από μια περίοδο εσωτερικών ταραχών, ανέλαβε την εξουσία ο Ιβάν-Ασέν Β΄ (1218-1241). Δυναμικός ηγέτης και πολύ ικανός πολιτικός, αποκατέστησε την νομιμότητα στο εσωτερικό, ενίσχυσε το κύρος του στο εξωτερικό και οδήγησε τη χώρα του στη μεγαλύτερη ακμή της. Στο πλαίσιο της επεκτατικής του πολιτικής συγκρούστηκε με τους Λατίνους και με τον Θεόδωρο Δούκα της Ηπείρου, τον όποιο νίκησε κατά κράτος στη μάχη της Κλοκοτινίτσας (1230). Έτσι επεξέτεινε την κυριαρχία του σε περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και σε τμήμα της Αλβανίας και έγινε σημαντικότατος παράγοντας στη χερσόνησο του Αίμου. Τα νέα όμως δεδομένα κατέστησαν σαφέστερη την αντιλατινική στροφή του και επιτακτική την ανάγκη αναθεώρησης των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η ένωση με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία που έγινε επί Ιωαννίτζη δεν εξυπηρετούσε τώρα την πολιτική του. Έτσι ο Ιβάν Ασέν Β΄ επιδίωξε την αποκατάσταση της ορθόδοξης Εκκλησίας στη χώρα του και την ανύψωσή της σε πατριαρχείο, πράξη που άνηκε βέβαια στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ένα πρώτο βήμα είχε ήδη γίνει μεταξύ των ετών 1224 – 1227, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναγνώρισε τον πριμάτο Βουλγαρίας ως αρχιεπίσκοπο Τιρνόβου, δηλ. ως ορθόδοξο ιεράρχη υπαγόμενον στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε λίγο ο κοινός αντιλατινικός αγώνας έφερε την ουσιαστική προσέγγιση του Ιβάν Ασέν με τον Ιωάννη Βατάτζη, επωφελή και για τα δύο μέρη. Την άνοιξη του 1235 υπογράφηκε συνθήκη συμμαχίας μεταξύ των δύο κρατών που σφραγίστηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Ιωάννη Βατάτζη Θεόδωρου [Β’] Λάσκαρη με τη θυγατέρα του Ιβάν Ασέν Ελένη. Με την ευκαιρία αύτη και «κατά συγκατάβασιν» αναγορεύτηκε πατριάρχης και ο αρχιεπίσκοπος Τιρνόβου.

Με την αναγνώριση των δύο Βαλκανικών Εκκλησιών αποκαταστάθηκε η πνευματική ενότητα στη χερσόνησο του Αίμου. Όπως επισημαίνει ο D. Obolensky οι αυτοκράτορες της Νίκαιας «εδραίωσαν τους δεσμούς και τη νομιμοφροσύνη αυτών των λαών προς το Πατριαρχείο σε μια εποχή που η Παπική Εκκλησία και οι σταυροφόροι απειλούσαν ολόκληρο το οικοδόμημα της ορθόδοξης χριστιανοσύνης˙ και ταυτόχρονα εμφανίστηκαν στους Σλάβους ηγεμόνες των Βαλκανίων ως οι νόμιμοι ηγέτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας» και «αληθινοί θεματοφύλακες της βυζαντινής κληρονομιάς». Αυτοί οι πνευματικοί και πολιτιστικοί δεσμοί ανάμεσα στο Βυζάντιο και τα νέα Βαλκανικά κράτη, παρά τις συνεχείς συγκρούσεις και την πολιτική αντιπαλότητα, θα διατηρηθούν ενισχυμένοι τους επόμενους αιώνες.

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ακροπολίτης, Γεώργιος, Χρονική Συγγραφή, εκδ. Α. Heisenberg, Λιψία 1903, ανατ. Στουτγάρδη 1978, κυρίως § 13 κ.ά.

Χωματιανός, Δημήτριος, εκδ. J. Pitra, Analecta Sacra et classica. Spicilegio Solesmensi parata juris ecclesiastici Graecorum selecta paralipomena, τ. 6,Παρίσι-Ρώμη 1891, ανατ. Farnborough 1967.

Χωνιάτης, Νικήτας, Χρονική Διήγησις, εκδ. J.-L. Dieten (CFHB), Βερολίνο 1975.

Clari, Robert de, La cônquête de Constantinople, εκδ. Ph. Lauer, Παρίσι 1924.

Villehardouin, Geoffroi de, La conquête de Constantinople, εκδ. Edm. Faral, Παρίσι 1938, 2η έκδ. Παρίσι 1961, στη σειρά  Les Classiques de l’ histoire de France, τ. 18.

Migne, Patrologia Latina, τ. 214, στ. 825, 1112-1118, τ. 215, στ. 155-158, 277-288, 290-296, 551-553, 705-706, 1162): αλληλογραφία του Ιννοκέντιου Γ΄ με τον Βούλγαρο ηγε-μόνα και τον αρχιεπίσκοπο Τιρνόβου.

Vetera Monumenta Slavorum Meridionalium, εκδ. Α. Theiner, τόμ. Α΄, Ρώμη1863.

Angold, M., A Byzantine Government in Exile. Government and Society under the Las-carids of Nicaea 1204-1261, Οξφόρδη 1975.

Dölger F.- Wirth P. Regesten den Kaiserurkunden des oströmischen Reiches. T. 3., München 1977.

Κραντονέλλη Αλεξάνδρα, Η κατά των Λατίνων ελληνο-βουλγαρική σύμπραξις εν Θρά-κη 1204-1206, Αθήνα 1964.

Nicol, D. M., The Despotate of Epiros, Οξφόρδη 1957.

Obolensky, Dimitri, Six Byzantine Portraits, Οξφόρδη 1988. Ελλην. Μεταφρ. Έξι Βυ-ζαντινές Προσωπογραφίες, Αθήνα 1988, κυρίως σελ. 185-280 (Ο Άγιος Σάββας).

Σταυρίδου – Ζαφράκα Αλκμήνη, Νίκαια και Ήπειρος τον 13ο αιώνa. Ιδεολογική αντιπα-ράθεση στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν την αυτοκρατορία, Θεσσαλονίκη 1990, με τη βιβλιογραφία.

 

Για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο παραπέμπω στα βασικά εγχειρίδια Βυζαντινής Ιστορίας. Βλ. μεταξύ άλλων:

Ostrogorsky Georg, Geschichte des byzantinischen Staates, 3η έκδ. Μόναχο1963. History of the Byzantine State, Rutgers Univ. Press, New Brunswick-NewJersey 1969. Ελλην, εκδ. Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τομ. Γ΄, Αθήνα 1981.

Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη, Βυζαντινή Ιστορία, Γ΄1, 1081-1204, Αθήνα 2001.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*