Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 51, Περιοδικό Άρδην

Οι φραγκικές κατακτήσεις στην ελληνόφωνη Ανατολή και οι βυζαντινοί θεσμοί (13ος-14ος αι.)

του Βαγγέλη Καραμπελιά*

Οι κατακτήσεις των δυτικών σταυροφόρων στον χώρο της ελληνόφωνης βυζαντινής ανατολής και η δημιουργία των καινούργιων κέντρων εξουσίας τα οποία θα υποκαταστήσουν μετά το 1204 τη βυζαντινή κυριαρχία, παρουσιάζουν μια νέα όψη της ιστορίας των βυζαντινών θεσμών. Η κατάτμηση του βυζαντινού κράτους, σύμφωνα με το partitio Romaniae, ανάμεσα σε κτήσεις ενετικές, στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης, στη Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή οι πολλαπλές φραγκοκρατίες οι οποίες συνθέτουν διάφορα κρατικά μορφώματα στα ελληνόφωνα εδάφη (κυρίως στη Βαλκανική χερσόνησο) με διαφορετικές χρονικές προεκτάσεις, δημιουργούν μια νέα κατάσταση πραγμάτων, η οποία τελεί υπό τη διαρκή απειλή και επέμβαση του Βουλγαρικού κράτους, του Κράτους (Αυτοκρατορίας) της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι διαφορετικές Φραγκοκρατίες δεν θα επιτύχουν να εμπεδωθούν με προοπτικές διάρκειας στον Ελληνόφωνο χώρο, εκτός από ορισμένες κτήσεις της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας οι οποίες θα απολαύσουν μιας μεγαλύτερης μακροβιότητας. Αλλά θα συμβάλλουν αποφασιστικά στην αποδυνάμωση και στην τελική πτώση του βυζαντινού κράτους.

Οι Σταυροφόροι της Τέταρτης σταυροφορίας, όργανα ενετικής αποικιοκρατικής, αλλά φεουδαρχικής θεσμικά, πολιτικής στη βυζαντινή Ανατολή, ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις ιεραρχίας και κρατικής οργάνωσης σύμφωνα με τις φεουδαρχικές αρχές των διαφόρων τόπων καταγωγής τους. Ευγενείς, υποδεέστερης κατά κανόνα τάξης, στις διάφορες ευρωπαϊκές περιοχές όπου ζούσαν υπό το φεουδαρχικό σύστημα, ιππότες και βοηθητικές στρατιωτικές ομάδες μετέφεραν και εφάρμοζαν στη βυζαντινή Ανατολή τα φεουδαρχικά θεσμικά πλαίσια της Δύσης. Η οργάνωση των Σταυροφόρων σε στρατιωτικούς σχηματισμούς, καθώς και οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων ιπποτών με τη δημιουργία των φέουδων, άλλοτε μεγαλύτερων σε έκταση κατά το πρότυπο της κεντρική Γαλλίας και άλλοτε μικρότερης έκτασης ακολουθώντας την πρακτική της γαλλικής Νορμανδίας.

Με καταγωγή από τις δυτικές ευρωπαϊκές περιοχές (Γάλλοι, Ιταλοί, Φλαμανδοί), άρχοντες φεουδάρχες (μικροί ή μεγάλοι), έμποροι, αστοί ή γεωργοί, οι σταυροφόροι καταλύουν το 1204 τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη διαμοιράζονται μεταξύ τους, εδραιώνοντας κράτη που στις σχέσεις ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης της γης λειτουργούν σύμφωνα με το φεουδαρχικό δίκαιο της δυτικής Ευρώπης και κυρίως της Γαλλίας, η οποία διαμόρφωσε το πρότυπο της φεουδαρχίας. Ένα μεγάλο τμήμα κατοίκων των κατακτημένων βυζαντινών περιοχών, έφυγε από τις κατακτημένες περιοχές για να εγκατασταθεί είτε στη Νίκαια είτε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, βυζαντινά κράτη, μεταξύ τους ανταγωνιστικά και εχθρικά, που θα απορροφήσουν το βασίλειο της Θεσσαλονίκηςκαι θα καταλύσουν εν τέλει και αυτή τη Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης το 1261.

Για την ιστορία των βυζαντινών θεσμών οι φραγκοκρατίες στον βυζαντινό χώρο θέτουν προβλήματα σχετικά με τους πέντε κυριότερους τομείς που έχουν σχέση με την οργάνωση της εξουσίας και την απονομή της δικαιοσύνης: 1) την κατάσταση και την ισχύ του ιδιωτικού βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, 2) την κύρωση του κανόνα δικαίου και τη δικαιοσύνη καθώς και τους κανόνες της δικονομίας, 3) το λεγόμενο διοικητικό δίκαιο, 4) την εξωτερική ιστορία του δικαίου, δηλαδή την έκθεση της νομοθετικής δραστηριότητας της οποίας το κύριο μέλημα μετά την κατάλυση (όμως και πριν από το 1204) της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης αφορά κυρίως τη θέσπιση κανόνων σχετικών με την απονομή της δικαιοσύνης και την πάταξη της διαφθοράς των δικαστών και, 5) τη θέση του λεγόμενου εκκλησιαστικού δικαίου, του οποίου το πεδίο εφαρμογής διευρύνεται και υποκαθιστά το κοσμικό, αυτοκρατορικό δίκαιο. Αυτοί οι τομείς, των οποίων η ανάπτυξη θα μπορούσε να καλύψει όλο το φάσμα της θεσμικής ιστορίας θα αναλυθούν σ’ αυτό το σύντομο άρθρο χωρίς βιβλιογραφικές παραπομπές σε κείμενα πηγών και σε αναπτύξεις συγγραφέων παλαιότερων και νεώτερων.

 

 

Η κατάσταση του ρωμαϊκού ιδιωτικού δικαίου

 

Εδώ μπορούμε να διαβεβαιώσουμε, χωρίς τον κίνδυνο σφάλματος και παραποίησης της πραγματικότητας, πως το δίκαιο που ρυθμίζει τις ιδιωτικές σχέσεις δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το Ιουστιάνειο δίκαιο, δηλαδή τοCoprus iuris civilis, που παραμένει πάντα αντικείμενο μελέτης και αναφοράς για τους βυζαντινούς νομικούς στη θεωρία και στη δικαστηριακή πρακτική. Το Ιουστιάνειο δίκαιο, όπως εμπεδώθηκε στα νομοθετικά έργα των μακεδόνων αυτοκρατόρων και στις ιδιωτικές νομικές συλλογές, δεν καταργήθηκε ποτέ στο Βυζάντιο, παρά την περί αντιθέτου γνώμη των νεωτέρων όπως διατυπώθηκε στον τόμο Θ’ της πρόσφατης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (σελ. 339). Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός στη απόφασή του (με τη συμμετοχή της Συγκλήτου) σχετικά με την ισχύ της Νεαράς 123 του Ιουστινιανού, η οποία δεν περιέχεται σταΒασιλικά, δεν επισφραγίζει την κατάργηση του Ιουστιάνειου δικαίου. Άλλωστε για τους βυζαντινούς όπως άλλωστε και πριν για τους Ρωμαίους, δεν υπάρχει καμιά θεωρία σχετική με την ταύτιση της ισχύος ενός κανόνα δικαίου. Το ότι ένας βυζαντινός δικαστής δίνει μια λύση ιδιωτικής διαφοράς μη σύμφωνη με το ρωμαϊκό δίκαιο, η απόφασή του δεν μπορεί να είναι δηλωτική για την τύχη και κατάργηση των ρωμαϊκών θεσμίων. Θα υποστεί (εάν υπάρξει αμφισβήτηση) τον έλεγχο των ανωτέρων δικαστών, των διοικητών και, σε υπέρτατο βαθμό, του αυτοκρατορικού δικαστηρίου. Σχετικά με τον εθιμικό κανόνα δικαίου, δεν υπάρχει καμία απόρριψη αυτού του κανόνα, ο οποίος είναι και υπαρκτός και εφαρμόσιμος στην πράξη, αλλά ουσιαστικά έχει συντριβεί από το γραπτό δίκαιο των ρωμαίων νομικών και από την αυτοκρατορική βυζαντινή νομοθεσία. Το δίκαιο των ρωμαίων νομικών καθηγητών της νομικής έχει τη θέση του φυσικού δικαίου, σεβαστού και αντικειμένου στοχασμού και ανάλυσης.

Αυτή η τελευταία παρατήρηση μας επιτρέπει να αναλογισθούμε την πιθανή θέση των εθιμικών δικαίων της φεουδαρχικής Χριστιανικής Δύσης, τα οποία θα μπορούσαν να έβρισκαν πεδίο εφαρμογής στους κατακτημένους από τους σταυροφόρους πληθυσμούς της ελληνικής ανατολής. Η μελέτη και λεπτομερής ανάλυση των κανόνων των Ασσιζών της Ρωμανίας (Assises de Romanie) καταδεικνύει ότι αυτοί οι κανόνες δεν μπόρεσαν να βρουν πεδίο εφαρμογής στις έννομες σχέσεις των κατακτημένων βυζαντινών ελληνόφωνων πληθυσμών του Μωρέως, των νησιών του Αιγαίου (εκτός από τη Λέσβο, Σάμο, Κω και Χίο), της Εύβοιας. Δεν εφαρμόστηκε το δίκαιο των Φράγκων, παρά μόνο στις μεταξύ κατακτητών σχέσεις. Αντίθετα, μερικά σημαντικά παραδείγματα θα μας δείξουν την επίδραση του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου στο ιδιωτικό δίκαιο των υπηκόων των φράγκων δυναστών: η παραγραφή των δικαιωμάτων είναι η ρωμαϊκή τριακονταετής παραγραφή (ο αγρότης προσαρτάται στο φέουδο όπου ζει και εργάζεται μετά την πάροδο των τριάντα χρόνων παραμονής σε αυτό) · δεν υπάρχει κανένα δίκαιο αρρενογονίας ή πρωτοτοκίας στα φέουδα των Ελλήνων: όλοι οι κατιόντες κληρονομούν εξίσου · οι κτήσεις των ελλήνων βιλάνωνκληρονομούνται από τους αναγκαίους κληρονόμους τους · η προίκα παραμένει όπως στην προηγούμενη βυζαντινή έννομη τάξη · οι μορφές εκμετάλλευσης της γης είναι  όπως και στο βυζαντινό δίκαιο: ημισεία, ημισοφυτευσία, μισακάρικα · ο θεσμός του προστίμου, δηλαδή η μη εκτέλεση της συμφωνίας πωλήσεως με ποινή την πληρωμή 25 υπερπύρων, είναι όπως στο βυζαντινό δίκαιο.

Τα φεουδαρχικά θέσμια ίσχυσαν σε μεγαλύτερη έκταση , χωρίς όμως και να παραμείνουν σταθερά, στις περιοχές που υποτάχθηκαν στη Βενετία, κυρίως στα νησιά του Αρχιπελάγους. Οι φεουδαρχικοί κανόνες εθιμικού δικαίου δεν εδραιώθηκαν στην Πελοπόννησο (Μωρέα), όπου οι Φράγκοι κατακτητές, σχετικά ολιγάριθμοι, απορροφήθηκαν από τους γηγενείς, μετά τη δημιουργία του Δεσποτάτου του Μωρέως, από το 1261 μέχρι το 1358. Το βασίλειο των Φράγκων στη Θεσσαλονίκη εξαφανίζεται γρήγορα χωρίς επιδράσεις θεσμικές στους κατοίκους των περιοχών του. Το ίδιο ισχύει και για τους Φράγκους κατακτητές της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι καταρρέουν το 1261. Για τις περιοχές που αποτελούν την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, το δίκαιο παραμένει όπως προηγούμενα βυζαντινό. Τα δυτικά θέσμια δεν επιδρούν στη νομική ζωή της ελληνόφωνης βυζαντινής Ανατολής, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε άνετα από τη σχεδόν παντελή έλλειψη σχετικών πηγών και μαρτυριών. Η βυζαντινή Ανατολή παραμένει σταθερά στη ρωμαϊκή νομική παράδοση, σε αντίθεση με τη Δύση, όπου μόλις οι νομοδιδάσκαλοι (οι λεγόμενοι glossators, από τα γλωσσήματα που διετύπωναν στα χειρόγραφα των πηγών του ρωμαϊκού δικαίου) αρχίζουν να ανακαλύπτουν το ρωμαϊκό δίκαιο στις νεοϊδρυθείσες νομικές σχολές της Δύσης. Η παράδοση των εθιμικών δικαίων φεουδαλικής υφής δεν μπορεί να συνταιριαστεί καθόλου με τη βυζαντινή παράδοση του γραπτού βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, η οποία εδράζεται στερφώς στο Ιουστιάνειο δίκαιο.

 

Η κύρωση του κανόνα δικαίου και η οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης

Το μείζον νομοθετικό πρόβλημα του 12ου αιώνα αποτελεί η απονομή της δικαιοσύνης για την οποία ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός επελήφθηκε με τρόπο ριζικό από το 1166 όταν «προσπαθεί η βασιλεία (μου) αιτιασαμένη την των δικαστών ραθυμίαν» να βρει θεραπεία του κακού με τη δημιουργία τεσσάρων δικαστηρίων: του Μεγάλου Δρουγκαρίου της Βίγλης, του προκαθημένου των δημοσιακών δικαστηρίων (ανώτερο ποινικό δικαστήριο), του πρωτασηκρήτου (γραμματεία του αυτοκρατορικού βήματος), και του δικαιοδότου (ανώτερο πολιτικό δικαστήριο). Με έναν άλλον νόμο του 1166, ο Μανουήλ Α’ καθόρισε ακριβώς τις ημέρες λειτουργίας των δικαστηρίων. Οι διάδικοι οφείλουν να παραμένουν κατά τη διάρκεια της δίκης τους στην αίθουσα του δικαστηρίου, το οποίο όφειλε να αποδίδει τη δικαιοσύνη με σύντομες διαδικασίες, οι αστικές υποθέσεις θα τελείωναν σε χρονικό διάστημα τριών ετών και οι ποινικές μέσα σε διάστημα δύο χρόνων. Βέβαια εξυπακούεται ότι αυτά τα δικαιοδοτικά όργανα παρέμειναν ανενεργά κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης (1204-1261) από τους Σταυροφόρους. Τι θα γινόταν με την επίλυση των διαφορών ων βυζαντινών υπηκόων του λατινικού κράτους; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, εμπρός στην παντελή έλλειψη πηγών, ότι τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των ορθοδόξων, παρά την υπαγωγή της ορθόδοξης εκκλησίας στον νεοεγκατασταθέντα από τους κατακτητές λατίνο πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, να επιφορτίζονται με τη λύση των ιδιωτικών διαφορών των πρώην βυζαντινών υπηκόων. Και το δίκαιο γνώριζαν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και είχαν ένα μέσο εξαιρετικής εμβέλειας για την εκτέλεση αποφάσεων: τις πνευματικές ποινές και τον πνευματικό καταναγκασμό.

Δεν έχουμε καμιά μαρτυρία ή νύξη τουλάχιστον σχετικά με την υποτιθέμενη σύγκρουση δικαιοδοσιών εκκλησιαστικών και κοσμικών δικαστηρίων κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή. Η εκλογή του δικαστηρίου για τη λύση μιας ιδιωτικής διαφοράς θα επαφίονταν στην επιλογή των διαδίκων, χωρίς την εφαρμογή ενός αυστηρού κανόνα αναφορικά με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Το 1296 ένας τρομερός σεισμός πλήττει τη Βασιλεύουσα. Ο δεισιδαίμων βασιλεύς Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος (1282-1328) εξέλαβε αυτόν τον σεισμό ως αποτέλεσμα της θείας οργής για την αδικία και τη διαφθορά των δικαστών. Ένας νέος νόμος εκδίδεται οργανώνοντας ένα νέο δωδεκαμελές δικαστήριο αποτελούμενο από κληρικούς και λαϊκούς της ανώτερης συγκλητικής τάξης. Αλλά και αυτό το δωδεκαμελές δικαστήριο δεν κατέστη δυνατό να επιλύσει το μέγα πρόβλημα της απονομής της δικαιοσύνης χωρίς εξωτερικές επεμβάσεις και χωρίς διαφθορά των δικαστών. Λίγα χρόνια αργότερα, κατά το έτος 1329, ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341) ιδρύει το δικαστήριο των τεσσάρων καθολικών κριτών των Ρωμαίων, το οποίο θα καταρρεύσει με πάταγο οκτώ χρόνια μετά την ίδρυσή του, λόγω της δωροδοκίας των τριών από τα μέλη του. Οι κληρικοί δικαστές που δωροδοκήθηκαν θα τιμωρηθούν παραδειγματικά από τον βυζαντινό βασιλέα, αλλά ο θεσμός τωνκαθολικών κριτών των Ρωμαίων θα παραμείνει μέχρι την τελική πτώση της αυτοκρατορίας κατά το 1453.

Η λειτουργία του τετραμελούς δικαιοδοτικού οργάνου των καθολικών κριτών δεν φαίνεται να απαιτεί λήψη απόφασης κατά πλειοψηφία των μελών του δικαιοδοτικού οργάνου, γιατί υπάρχουν μαρτυρίες οι οποίες καταδείχνουν πως και ένας μόνος δικαστής δίκαζε τις ιδιωτικές διαφορές εκτός της έδρας του δικαστηρίου. Αυτή η απονομή από έναν περιοδεύοντα δικαστή μας υπενθυμίζει ανάλογη  πρακτική της απονομής δικαιοσύνης κατά την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο από τις ανώτατες αρχές οι οποίες περιόδευαν τη χώρα (conventus). Η Κύρια δέσμευση του δικαστή για την απονομή δικαιοσύνης είναι ο όρκος που δίνεται ενώπιον του βασιλέως. Οι υποθέσεις που κρίνονται από τους καθολικούς κριτές των Ρωμαίων αφορούν όλους τους κλάδους του δικαίου.

Στην ίδια εποχή μετά την επανίδρυση της αυτοκρατορίας το 1261 και εφεξής, υπάρχει και το αυτοκρατορικό ανώτατο δικαστήριο (σέκρετον) του οποίου η λειτουργία είναι εξακριβωμένη. Όμως στην Κωνσταντινούπολη το κυριότερο δικαιοδοτικό όργανο είναι το πατριαρχικό δικαστήριο (ιερόν συνοδικόν δικαστήριον) που κρίνει τις υποθέσεις του οικογενειακού, κληρονομικού και περιουσιακού δικαίου των ιδιωτών, καθώς και τις υποθέσεις των ασθενέστερων οικονομικών χριστιανών υπηκόων της περιορισμένης εδαφικά αυτοκρατορίας πριν το τέλος της. Η σπουδαιότητα του πατριαρχικού δικαστηρίου θα διαφανεί από τη διαρκή λειτουργία του και από τον συμβιβαστικό χαρακτήρα των αποφάσεων καθώς και από την απειλή αφορισμού κατά εκείνων που δεν εκτελούσαν τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστών. Μπορεί να ανακύψει το πρόβλημα: ποιο είναι το κριτήριο της προσφυγής στην κοσμική ή εκκλησιαστική δικαιοσύνη; Για ό,τι αναφέρεται στην ποινική καταστολή αποκλειστικά αρμόδια είναι τα κρατικά κοσμικά δικαστήρια, ενώ για τις υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου είναι αρμόδια και τα κοσμικά και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, χωρίς την ύπαρξη αυστηρών δικονομικών ρυθμιστικών κανόνων, όπως στα νεότερα και σύγχρονά μας δίκαια. Δεν φαίνεται να υπάρχει ειδικά καθορισμένο κριτήριο επιλογής για την προσφυγή για την αυτή ιδιωτική υπόθεση στην κοσμική ή εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Η επιλογή επαφίεται στην κρίση των διαδίκων. Σε μιαν εποχή όπου το κενό της κρατικής εξουσίας είναι σύνηθες φαινόμενο εξαιτίας των διαρκών πολέμων, των εμφυλίων σπαραγμών, των ανυπότακτων πολεμάρχων (seigneursde guerre), η λειτουργία της κοσμικής δικαιοσύνης δεν είναι και τόσο εξασφαλισμένη και απρόσκοπτη, ενώ αντίθετα οι εκκλησιαστικές αρχές έχουν ύπαρξη σταθερότερη από τις κρατικές αρχές, το δίκαιο (πρακτική και θεωρία) εναποτίθεται όσο περισσότερο αποδιοργανώνεται η κρατική δικαιοδοτική εξουσία στα χέρια των εκκλησιαστικών λειτουργών. Αυτή η κατάσταση θα διερευνηθεί και σταθεροποιηθεί κατά τους μακρούς αιώνες της Τουρκοκρατίας.

 

Το δημόσιο δίκαιο

Η αυτοκρατορία, παρά τη διαρκή της κατάπτωση, παραμένει στο σταθερό πλαίσιο των αρχών οι οποίες διείπαν την οργάνωση της διακυβέρνησης του κράτους: πηγή της αυτοκρατορικής εξουσίας, άσκηση της εξουσίας, ρόλος (καθότι ελαχιστοποιημένος) της Συγκλήτου και του «λαού». Το ίδιο ισχύει για την κεντρική διοίκηση: κρατικοί υπάλληλοι και οι κατάλογοι ιεραρχίας, πρόσληψη και τοποθέτηση της κρατικής υπαλληλίας, διπλωματική υπηρεσία (στη μεγάλη παράδοση της βυζαντινής διπλωματίας).

Κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή παρατηρείται, σε αντίθεση με την προηγούμενη κατάσταση, μια αποδιοργάνωση μερικών τομέων της κρατικής μηχανής, δηλαδή της κεντρικής αυτοκρατορικής διοίκησης, των οικονομικών υπηρεσιών, του στρατού. Μερικές προσπάθειες αναδιοργάνωσης αφορούν το ναυτικό και την απονομή δικαιοσύνης, όπως είδαμε. Αλλά δεν αρμόζει, συμπερασματικά, να κρίνουμε πως το δημόσιο δίκαιο στους τρεις τελευταίους αιώνες απομακρύνεται από τη θεσμική συγκρότηση των βυζαντινορρωμαϊκών κανόνων, παρά την εξασθένηση της κρατικής εξουσίας και τη διαρκή συρρίκνωση της έκτασης του βυζαντινού κράτους.

 

Εξωτερική ιστορία του δικαίου

Η νομοθετική δραστηριότητα του βυζαντινού βασιλέως μετά το 1204 είναι εξαιρετικά ισχνή και περιορισμένη: η ρύθμιση της τριμοιρίας (1306), ορισμένοι νόμοι που αφορούν την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης καθώς και χρυσόβουλλα που παραχωρούν ή επιβεβαιώνουν φορολογικές απαλλαγές σε μοναστηριακές κτήσεις. Η θεωρητική επεξεργασία όμως του δικαίου δεν παύει και δεν είναι κατώτερης σημασίας από τις ιδιωτικές συλλογές της προηγούμενης περιόδου. Πρέπει εδώ να αναφερθούμε στην σύνταξη περί τα τέλη του 13ουαιώνα της Μικράς Συνόψεως (Synopsis Minor) των Βασιλικών, η οποία στηρίχθηκε στην Μεγάλην Σύνοψιν (Synopsis Major) και διαπραγματεύεται το υλικό με αλφαβητική κατάταξη. Επίσης τονίζουμε την επεξεργασία περί το 1300 τουΗυξημένου Προχείρου (Prochiron Auctum) συμπληρωματικού εκτεταμένου έργου και κυρίως τη σύνταξη περί το 1345 από τον Μέγα Κριτή Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, της Εξαβίβλου, ιδιωτικής συλλογής που θα σημαδέψει την εποχή και θα καταστεί η κύρια πηγή πρόσβασης στο βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο κατά την Τουρκοκρατία.

Οι εκκλησιαστικές πηγές του δικαίου αποτελούνται από έναν σημαντικό αριθμό πατριαρχικών πράξεων σχετικών με τη διοίκηση της Εκκλησίας. Η κυριότερη ιδιωτική συλλογή εκκλησιαστικού δικαίου είναι το από 1335 καταρτισμένο από τον μοναχό Θεσσαλονίκης Ματθαίο Βλαστάρη Σύνταγμα κατά στοιχείον, αλφαβητική εγκυκλοπαίδεια του εκκλησιαστικού δικαίου η οποία θα γίνει ευρύτατα γνωστή στον ορθόδοξο κόσμο της Ανατολής. Υπάρχουν βέβαια και άλλες ιδιωτικές συλλογές ελάσσονος σημασίας (το Σύνταγμα του μακαρίου, ηΣύνοψις του Αρσενίου, η Επιτομή των θείων και ιερών κανόνων του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου) καθώς και οι κανονικές αποκρίσεις και μονογραφίες διαφόρων εκκλησιαστικών συγγραφέων σε διάφορα θέματα εκκλησιαστικού δικαίου.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιωάννη Απόκαυκο (1153/60-1233/4) του οποίου σώζονται 30 αποφάσεις σε υποθέσεις κυρίως οικογενειακού δικαίου, και κυρίως για τον αρχιεπίσκοπο, από το 1217, Αχρίδας Δημήτριο Χωματιανό (ή Χωματηνό), με το επιβλητικό έργο 150 αποφάσεων και κειμένων, τα οποία καταδεικνύουν βαθύτατη γνώση του ρωμαϊκού δικαίου. Για την ίδια Κωνσταντινούπολη έχουν διασωθεί οι πράξεις των ετών 1315-1402 των πατριαρχικών δικαστηρίων σε θέματα ιδιωτικού δικαίου.

 

Το εκκλησιαστικό και ρωμαϊκό δίκαιο

Όσο η αυτοκρατορία συρρικνώνεται, τόσο επαυξάνεται εκ των πραγμάτων η ανάθεση της απονομής δικαιοσύνης στα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Ταυτόχρονα το ρωμαϊκό δίκαιο και οι εκκλησιαστικοί κανόνες αποτελούν ένα σύνολο, του οποίου η μελέτη και ανάλυση εναποτίθενται στα χέρια των εκκλησιαστικών νομικών, ορισμένοι δε από αυτούς αποδεικνύονται, όπως ο Απόκαυκος, ο Χωματιανός, ο Αρμενόπουλος (που θα γίνει μοναχός περί τα τέλη του βίου του), ο Βλαστάρης εγκρατέστατοι γνώστες του δικαίου, στη θεωρία και την εφαρμογή του. Συμπερασματικά μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η επίδραση των δυτικών σταυροφόρων δεν αποδεικνύεται, εκτός από ορισμένα κατάλοιπα στις γαιοκτητικές σχέσεις στα νησιά υπό λατινική κυριαρχία, να έχει παίξει έστω και έναν ελάχιστο ρόλο στους θεσμούς της βυζαντινής ανατολής η οποία παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη ρωμαϊκή νομική παράδοση.

 

*ο Βαγγέλης Καραμπελιάς είναι Διευθυντής Έρευνας στο CNRS της Γαλλίας και Διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεοελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών. 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*