Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 51, Περιοδικό Άρδην

Δημήτριος Κυδώνης και Γεώργιος Γεμιστός: Δύο διαφορετικές προτάσεις για την επίτευξη του ίδιου στόχου

του Χρ. Μπαλόγλου

Εισαγωγή

Η θλιβερή πολιτική και η απορρέουσα κοινωνικο-οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζουν το Βυζαντινό Κράτος –αποτέλεσμα του μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο και Ιωάννη Κατακουζηνό (1341-1347 και 1347-1354) με νικητή τον πρώτο 1, σε σημείο η χώρα να «εφθείρετο ανηλεώς και εξερημούτο» κατά την έκφραση του Π. Καλλιγά2– κατά τον 13ο και 14ο αιώνα διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις. Τρεις μεγάλες θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες του βίου της: Το αρσενιανόν σχήμα (13ος αι.) 3, η διαμάχη μεταξύ των Ησυχαστών και του Βαρλαάμ (14ος αι.) 4 και το ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.).

Κορυφαίοι λόγιοι της εποχής αναγνωρίζουν τον κίνδυνο και την επαπειλούμενη τουρκική απειλή, στηλιτεύουν την οικονομική και κοινωνική κρίση και προτείνουν λύσεις για την διόρθωση των «κακώς εχόντων». Στους δύο τελευταίους αιώνες ξεχωρίζουν οι προσωπικότητες του Δημητρίου Κυδώνη (ca. 1324/25-1397/98) και του Γεωργίου Γεμιστού (? 1355-1452). Ο Δημήτριος Κυδώνης υπήρξε μαθητής του Νείλου Καβάσιλα και απόκτησε λαμπρές σπουδές στις ανθρωπιστικές επιστήμες στη Θεσσαλονίκη 5. Ο Γεώργιος Γεμιστός μαθήτευσε στον κορυφαίο λόγιο, από τον οποίο επηρεάσθηκε πολλαπλά. Πλατωνικός ο Κυδώνης, εμφύσησε στον Γεμιστό την αγάπη προς την φιλοσοφία γενικά και προς τον Πλάτωνα ιδιαίτερα 6. Εκτός από αυτό, έλαβε ο Γεμιστός από τον Κυδώνη την πολυμέρεια στη μόρφωση, κάτι που χαρακτήριζε την τάση των λογίων της εποχής.

Οι δύο λόγιοι, παρακολουθούν τα προβλήματα που ταλανίζουν την αυτοκρατορία εκ του σύνεγγυς και προβάλλουν συγκεκριμένες λύσεις. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που χαρακτηρίζει και τους δύο λογίους είναι ότι υπήρξαν στενοί συνεργάτες των αυτοκρατόρων και δεσποτών: Ο Δημήτριος Κυδώνης κατείχε τη θέση του «μεσάζοντος»7 των αυτοκρατόρων Ιωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνού (βασ. 1347-1354) και Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου (βασ. 1354-1391) 8 και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο (βασ. 1391-1425) και τον αδελφό του, Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά (κυβ. 15/06/1383-24/06/1407), με τους οποίους αντήλλαξε πυκνή αλληλογραφία. Ο Γεώργιος Γεμιστός διετέλεσε «οικείος» του Θεοδώρου Β΄ Παλαιολόγου, Δεσπότη του Μυστρά (κυβ. 25/06/1407-1434), καθολικός κριτής του Δεσποτάτου και σύμβουλος του Δημητρίου Παλαιολόγου, τελευταίου Δεσπότη του Μυστρά (κυβ. 1449-1460/61) 9. Υπό την οπτική αυτή γωνία, ενέχει ενδιαφέρον, κατά την άποψή μας, η συγκριτική παρουσίαση των προτάσεων των δύο λογίων και αξιωματούχων για τη σωτηρία του Κράτους κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, μια ανάλυση που θα λάβει υπόψη της τα συγκεκριμένα προβλήματα κάθε αιώνος, και δεν έχει γίνει έως σήμερα, εξ’ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε.

 

  1. Η προσπάθεια του Κυδώνη για Ένωση των Εκκλησιών

Οι λόγιοι του 14ου αιώνα, και κυρίως της Θεσσαλονίκης, όπου παρατηρείται μια αναγέννηση των Κλασσικών Γραμμάτων, αντικρίζουν τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής τους 10. Ενδιαφέρονται για τους φτωχούς, για τη βελτίωση της θέσεως των αγροτών, στιγματίζουν τις αδικίες των δυνατών, την τοκογλυφία, την ακόρεστη απληστία11, συνιστούν δικαιότερη φορολογία και κατανομή των βαρών 12. Εξαίρονται στη γενική θεώρηση του κοινωνικού προβλήματος και διαπιστώνουν ότι η κοινωνική οργάνωση παρουσιάζει νοσηρά συμπτώματα. Με τις ιδέες και προτάσεις τους στρέφονται προς τον αρχαίο κλασσικό κόσμο13. Με θαυμασμό παρακολουθούμε τον Κυδώνη, ο οποίος είχε καταδικάσει το κίνημα των Ζηλωτών, να γράφει το φθινόπωρο του 1371 στον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο: «Δεν είναι δυνατόν να ονομάζονται οι δούλοι στα σωστά άνθρωποι. Γιατί δεν μπορεί κανείς, ενώ ανήκει σε άλλους να ανήκει στον εαυτό του. Και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε χάριν του εαυτού του. Κι αυτό το δείχνει η ελεύθερη βούλησή του, που αν τη χάσει κανείς, καλύτερα να μη διεκδικεί ούτε και το όνομα του ανθρώπου.»14 Ο ίδιος βυζαντινός λόγιος, στον οποίο παρατηρείται ο συγκερασμός της βαθιάς θρησκευτικής του καταρτίσεως με την αρχαιομάθεια, προτρέπει, το φθινόπωρο του 1345 τον Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνό να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο: «Στην Μακεδονία υπάρχουν και πόλεις μεγάλες και στρατός πολύς», επισημαίνει ο Κυδώνης15, «και συνηθισμένος να τρέπει σε φυγή τους βαρβάρους […] και το όνομά της μόνο προξενεί φρίκη σ’ αυτούς, επειδή θυμούνται τον Αλέξανδρο και τους λίγους Μακεδόνες που μαζί του σκέπασαν την Ασία. Δείξε λοιπόν σ’ εκείνους βασιλιά μου, ότι υπάρχουν και οι Μακεδόνες και ο βασιλιάς Αλέξανδρος, μόνο που ζει σε άλλα χρόνια».

Η ανακατάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, τον Νοέμβριο του 1354 και η είσοδός του στην Κωνσταντινούπολη με τη βοήθεια του Γενουάτη πειρατή Φραντζέσκο Γκαττιλούζιο, στον οποίον έχει ήδη υποσχεθεί το χέρι της αδελφής του και τη Λέσβο, ευρίσκει το Βυζαντινό κράτος σε τέτοιου είδους αποσύνθεση, ώστε το 1355 οι Βενετοί ιθύνοντες αντιμετωπίζουν σοβαρά το ενδεχόμενο ενσωματώσεως στις Βενετικές κτήσεις των υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας, για να αποφευχθούν, όχι μόνο η καταστροφή της, αλλά και η αντικατάστασή της από το ανερχόμενο οθωμανικό κράτος. Ο θάνατος τουΣτεφάνου Δουσάν στις 20 Δεκεμβρίου 1355, απομακρύνει και απαλλάσσει παντελώς τον κίνδυνο καταλήψεως της Κωνσταντινουπόλεως από τη Σερβία, διευκολύνει ταυτόχρονα, την κατακτητική προσπάθεια των Οθωμανών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη 16.

Ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος ζητεί βοήθεια από τη Δύση, κυρίως μέσω της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ο Πάπας Ιννοκέντιος ΣΤ΄ είχε κηρύξει σταυροφορία κατά των Τούρκων το 1359. Νέα σταυροφορία επιχειρεί ο διάδοχός του Ουρβανός Ε’ στις 12 Απριλίου 1363 17. Ο Ιωάννης στρέφεται για βοήθεια και προς την Ουγγαρία, όπου μεταβαίνει ο ίδιος με τους δύο γιους του, Μανουήλ και Μιχαήλ. Ο Βασιλέας της Ουγγαρίας, Λουδοβίκος, μετά από συνεννόηση με τον Πάπα, θέτει ως όρο για την ανάληψη σταυροφορίας, την προσχώρηση του Ιωάννη και του κλήρου στον Καθολικισμό18. Μια παράλληλη κίνηση και πρωτοβουλία για σταυροφορία, αναλαμβάνει ο Αμμαδαίος ΣΤ΄, κόμης της Σαβοΐας, ο οποίος στις 29 Ιουνίου 1366 αναχωρεί από τη Βενετία, στις 21 Αυγούστου διαπλέει τον Βόσπορο και στις 26 Αυγούστου καταλαμβάνει, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία, την Καλλίπολη. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1366 διαπλέει την Κωνσταντινούπολη και συνεχίζει προς τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, όπου καταλαμβάνει παραλιακές πόλεις της Βουλγαρίας, τις οποίες παραδίδει στον Ιωάννη Ε’ έναντι υψηλού τιμήματος.

Στην Κωνσταντινούπολη μαίνεται, την περίοδο αυτή, η διαμάχη ενωτικών-ανθενωτικών με αφορμή τις διαπραγματεύσεις του αυτοκράτορα με τη Δυτική Εκκλησία και τη Σταυροφορία του Αμμαδαίου. Ο Δημήτριος Κυδώνης, «μεσάζων» του αυτοκράτορα, έχει ολοκληρώσει από το 1354 τη μετάφραση του έργου του κορυφαίου σχολαστικού συγγραφέα της Δύσεως Θωμά Ακινάτη (1225-1274)Summa contra Gentiles 19 και θα προβεί στην ανάληψη του «εντυπωσιακού σε έκταση και ποιότητα εγχειρήματος» 20 να μεταφράσει τα δύο πρώτα μέρη τηςSumma Theologiae του Θωμά 21. Με τις μεταφράσεις αυτές των έργων του Θωμά, καθώς και άλλων έργων όπως του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου Κανταβρυγίας, ο Κυδώνης αναδείχτηκε στον σημαντικότερο φορέα μεταφοράς της Δυτικής θεολογικής σκέψεως και Σχολαστικής στο ύστερο Βυζάντιο22. Δεν είναι κατά συνέπεια χωρίς αξία η προσπάθεια που καταβάλλει για τη θρησκευτική και πνευματική προσέγγιση Ανατολής και Δύσεως.

Ο Κυδώνης αναλαμβάνει να πείσει με ένα μακρύ συμβουλευτικό έργο, τους άρχοντες και άλλους κατοίκους της πρωτεύουσας, να δεχτούν τη λατινική βοήθεια του Αμμαδαίου, σε μια εποχή που ο αυτοκράτορας απουσίαζε στη Βούδα. Συγγράφει το θέρος του 1366, πριν την κατάληψη της Καλλιπόλεως 23, το έργοΡωμαίοις συμβουλευτικός24. Μετά από μία αναδρομή στην παλιά δύναμη και δόξα της αυτοκρατορίας, τονίζει τη φοβερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το κράτος και την πλεονεξία των Τούρκων, που δεν σταματούν μπροστά σε κανέναν φραγμό25. Διαπιστώνει ότι υφίσταται άμεση ανάγκη εξωτερικής βοήθειας για τους Βυζαντινούς: «Δει δη πλουσίων ημίν και μεγαλοψύχων συμμάχων, ου τα όπλα μόνον, αλλά και τους οίκοι θησαυρούς υπέρ ημών τιθεμένων»26. Αξιολογώντας τους συμμάχους του Βυζαντίου, αποκλείει τους μακρινούς Σκύθες (Ταρτάρους), αλλά και τους γειτονικούς Τριβαλλούς και Μοισούς (Σέρβους και Βουλγάρους), οι οποίοι χαρακτηρίζονται από αδυναμία, απιστία και ασυνέπεια και προκρίνει τους κατοίκους της Δ. Ευρώπης. Ο Ιωάννης βρίσκεται στους Παίονες (Ούγγρους)27. Περισσότερο σίγουροι είναι οι Ρωμαίοι: «Σύμμαχοι δ’ ημίν εισί και πολλοί και καλοί… Τους νυν ήκοντας Ρωμαίους φημί και τα εκείνων όπλα και την ανδρείαν […]. Τίνες Ρωμαίοις Ρωμαίων οικειότεροι σύμμαχοι»28.

Ο Ιωάννης προστρέχει σε βοήθεια του Αμμαδαίου, ο οποίος διευκολύνει την επιστροφή του πρώτου από την Ουγγαρία, μέσω Βουλγαρίας. Με την επιστροφή του Ιωάννη Ε’ (15 Μαρτίου 1367) και στη συνέχεια του Αμμαδαίου (9 Απριλίου 1367) στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας υπόσχεται στον Κόμη ότι θα προσχωρήσει στην καθολική Εκκλησία. Πράγματι, ο Ιωάννης Ε’ μεταβαίνει το φθινόπωρο του 1369 στην Αβινιόν –την έδρα των Παπών– όπου υπογράφει στις 18 Οκτωβρίου 1369 την Ένωση των δύο Εκκλησιών. Η Ένωση όμως δεν έχει κοινή βάση και το Βυζαντινό Κράτος παραμένει ανυπεράσπιστο. Ο θάνατος του Πάπα Ουρβανού Ε΄ (1370) χαλάρωσε τη σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Η κοινή προσπάθεια των Βαλκανικών κρατών κατέληξε σε τραγική αποτυχία. Οι Σέρβοι του Ιωάννη Ούγγλεση ηττήθησαν από τους Τούρκους στον Έβρο (25-26 Σεπτέμβρη 1371) και οι Τούρκοι κυρίευσαν ολόκληρη τη Μακεδονία 29.

Αναμφίβολα ο εμπνευστής της Ενώσεως των Εκκλησιών με τη συμφωνία Ιωάννη Ε’–Πάπα Ουρβανού Ε’, υπήρξε ο Δ. Κυδώνης. Η προσέγγιση αυτή, εγκαινιάζει μια σειρά επαφών μεταξύ Ανατολής-Δύσεως με αίτημα της Δύσεως την Ένωση, όταν πρόκειται να της ζητηθεί βοήθεια. Παράλληλα, οι απόψεις του Κυδώνη και ο θαυμασμός του από τους συγχρόνους, φέρει στο προσκήνιο το μεγάλο θέμα του θωμισμού στο Βυζάντιο. Σήμερα, μετά από ενδελεχή και σχεδόν εξαντλητική συγκέντρωση και μελέτη του σχετικού υλικού30, συμπεραίνουμε ότια) οι αντι-θωμιστές στο Βυζάντιο ήσαν πολλοί περισσότεροι από τους φιλο-θωμιστές θεολόγους και φιλοσόφους, όπως ήταν και η επιρροή των πρώτων πολύ μεγαλύτερη και διαρκέστερη και β) η προσέγγιση Ανατολής-Δύσεως είχε κίνητρα σαφώς πολιτικά και στρατηγικά, παρά πνευματικά και καθαρά θεολογικά31.

Τον δρόμο που χάραξε ο Κυδώνης, ακολούθησαν και άλλοι σημαίνοντες λόγιοι. ΟΜανουήλ Καλέκας (+1410) που ήταν στενά συνδεδεμένος με τον Κυδώνη, προσεχώρησε το 1396 στην Καθολική Εκκλησία και από το 1403 έζησε ως Δομινικανός μοναχός στη Μυτιλήνη, όπου μελέτησε και μετέφρασε αποσπασματικά έργα του Ανσέλμου Κανταβρυγίας και του Βοηθίου. Ο Μάξιμος Χρυσοβέργης επηρεάστηκε από την προσωπικότητα και τη διδασκαλία του Κυδώνη και με τους δύο αδελφούς του, Θεόδωρο και Ανδρέα ασπάσθηκαν τον καθολικισμό και έγιναν δομινικανοί μοναχοί. Ο Θεόδωρος και ο Ανδρέας εκλέγονται αργότερα επίσκοποι και αναπτύσσουν δραστηριότητα στην παπική διπλωματία 32.

 

  1. Η στηλίτευση της άδικης διανομής του πλούτου από τον Κυδώνη

Η κατάληψη των Σερρών το 1383 από τους Τούρκους, η υπαγωγή της Θεσσαλονίκης σε καθεστώς φόρου υποτέλειας και οι επιδρομές των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1388, καταλαμβάνουν από απαισιοδοξία τον Κυδώνη, ο οποίος μετέχει διπλωματικών αποστολών προς τη Βενετία. Έκδηλη είναι η απαισιοδοξία του Βυζαντινού ουμανιστή ως προς το μέλλον του βυζαντινού κράτους, σε επιστολή του, στα 1387, στον Θεσσαλονικέα μαθητή και φίλο τουΡαδηνό, που τον παρακινεί να φύγει από την πατρίδα του: «[…] Μια και βρεθείς κάτω από την ωμή εξουσία αυτών των βαρβάρων δεν υπάρχει κακό, όπως είναι φυσικό, που να μην το περιμένεις. και αυτά μας τα μαρτυρούν όχι μόνον όσα αξιόπιστα λέγονται, αλλά και όσα κάθε μέρα γίνονται. γιατί από τις πόλεις που σκλαβώθηκαν σ’ αυτούς τους βαρβάρους, άλλες καταστράφηκαν ολότελα, σε οποιοδήποτε μέρος της γης κι αν βρίσκονταν, και οι κάτοικοί τους πουλήθηκαν ως δούλοι ή μετοικίστηκαν όσο το δυνατόν πιο μακριά, όσοι βέβαια μπόρεσαν να ξεφύγουν απ’ την σφαγή, την φυλακή και τον θάνατο, που προέρχεται και από τις άλλες ταλαιπωρίες, ενώ άλλες πόλεις, που φαίνονται ότι υπάρχουν ακόμη, μακαρίζουν αυτές που καταστράφηκαν από τα θεμέλια και οι κάτοικοί τους θα επιθυμούσαν ν’ ανοίξει η γη να τους καταπιεί. τέτοιες είναι οι συνθήκες της ζωής τους, ώστε δεν υπάρχει κακό που να μην το δοκιμάζουν»33. Ο Κυδώνης είναι αδιάλλακτος απέναντι των «βαρβάρων», γιατί έχει καταλάβει πολύ καλά τον Τουρκικό κίνδυνο. Στον ίδιο τον Ραδηνό γράφει ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να ξεγελιούνται από τις κατά καιρούς διαλλακτικές τάσεις των εχθρών 34.

Την ελεεινή κατάσταση του Βυζαντίου επιδεινώνουν οι συνεχιζόμενες διενέξεις μέσα στην οικογένεια των Παλαιολόγων, του Ιωάννη Ε΄ με τον γυιό τουΑνδρόνικο Δ΄, και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του Ιωάννη (16 Φεβρουαρίου 1291), το δυναστικό πρόβλημα ανάμεσα στον γυιό του Ιωάννη, Μανουήλ Β΄ και τον ανιψιό του, Ιωάννη Ζ΄. Οι ηγεμόνες εξακολουθούν τις διαμάχες τους με διακοπές, ως την τελευταία δεκαετία του 14ου αιώνα 35 και επικαλούνται συχνά τη μεσολάβηση του σουλτάνου, τον οποίον ορίζουν διαιτητή τους και αποδέχονται καθεστώς φόρου υποτελείας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι ιδιοτελείς και καιροσκόποι να κατορθώνουν να ανέρχονται στα ανώτατα αξιώματα και με αδικίες να συγκεντρώνουν απροσδόκητα πλούτη 36. Ο πλουτισμός τους, σε φανερή αντίθεση με τη γενική φτώχεια που επικρατεί, προκαλεί την αγανάκτηση του κόσμου και εγκυμονεί κινδύνους κοινωνικών ταραχών 37.

Ο Κυδώνης, μάρτυς και συνοδός του Μανουήλ Β΄ στις εκστρατείες του δευτέρου στη Μικρά Ασία 38, αποτυπώνει τη γενική κατάπτωση: «Πού δίκαιο; Πού νόμος; Πού δικαστής; Πού φροντίδα για τα γράμματα; Πού μελέτη της θεολογίας; Πού τουλάχιστο πρόσχημα αρετής; Η πόλη μας», γράφει με παραστατικό τρόπο ο Βυζαντινός ουμανιστής, «για την οποία είμασταν τόσο περήφανοι, δεν είναι καθόλου καλύτερα από εκείνες που έχουν αναστατωθεί, αφού έχει στερηθεί από όλα εκείνα, για τα οποία θα ευχόταν κανείς να ζει, και είναι μητρόπολη κάθε συμφοράς και αηδίας, αντί να είναι μητρόπολη των πόλεων, που διοικούσε άλλοτε. Μήπως οι βασιλείς μας δεν συμπεριφέρονται προς τους βαρβάρους σαν σκλάβοι και δεν αναγκάζουνται να ζουν με το νεύμα εκείνων; Για τα συμφέροντα εκείνων δεν παίρνουν μέρος σε μακροχρόνιες εκστρατείες πέρα από τα σύνορα του κράτους, ταλαιπωρημένοι και κοπιάζοντας; Και κοντά στους κινδύνους δεν προσθέτουν και τους φόρους, εξ αιτίας των οποίων έχει αδειάσει το δημόσιο ταμείο, ενώ εξαφανίσθηκαν οι ιδιωτικές περιουσίες των πολιτών; Και δεν ζητιανεύουν οι άλλοτε πλούσιοι, ενώ οι άλλοι αποφεύγοντας την πόλη ως φυλακή αναζητούν τον τόπο εκείνον των ανθρώπων, κοντά στους οποίους δεν θα ζήσουν πια ως σκλάβοι» 39.

Μια αχτίδα αισιοδοξίας διαβλέπει ο Κυδώνης στον Μυστρά, όπου μετά το 1348, με την άφιξη του Μανουήλ Καντακουζηνού, συντελείται μια πολιτιστική και οικιστική ανάπτυξη40. Στον Μυστρά, γύρω από την αυλή του Μανουήλ Καντακουζηνού που κυβερνά από το 1348 ως το 1380, αλλά και του αδελφού του Ματθαίου, που τον διαδέχτηκε μέχρι τον θάνατό του, το 1383, συσπειρώνεται ένας κύκλος λογίων 41, οι οποίοι είτε για λόγους πολιτικούς είτε για λόγους φιλοσοφικούς, θεολογικούς, αδυνατούν να παραμείνουν στη Βασιλεύουσα και βρίσκουν καταφύγιο στον Μυστρά. Με τους λογίους αυτούς αλληλογραφεί ο Κυδώνης, ο οποίος αναμιμνήσκει το μεγαλείο της Σπάρτης και τους επαινεί για τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων 42. Επαινεί και τον Δεσπότη Θεόδωρο Α΄, δευτερότοκο γυιό του Ιωάννη Ε’ και της Ελένης Καντακουζηνής, αδελφό του Μανουήλ Β’, ο οποίος θα κυβερνήσει στο Δεσποτάτο από τα 1383 έως το 1407. Στο πρόσωπό του επαινεί τον ρήτορα που κρύβεται πίσω από τον στρατιώτη43, τον συγχαίρει γιατί κατάφερε να μιμείται με επιτυχία τη γλώσσα και το ύφος του Δημοσθένους44 και τον προτρέπει να μιμηθεί τον αδελφό του Μανουήλ, ο οποίος παρόλα τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει, δεν χάνει την ευκαιρία να ασχολείται με τα Γράμματα45. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Κυδώνης θα χαρακτηρίσει τον Μανουήλ «φιλόσοφον βασιλέα»46, ανώνυμος θα αναφερθεί ότι κατόρθωσε ο Μανουήλ «και συνέζευξε και συνήρμοσε και φιλοσοφίαν και βασιλείαν».47

Η καθολική και καταστροφική ήττα των Δυτικών σταυροφόρων υπό τον βασιλέαΣιγισμούνδο στη Νικόπολη (25 Σεπτεμβρίου 1396), η εισβολή των Τούρκων το 1397 στην Πελοπόννησο και η ερήμωση των πόλεών της και ο πολυετής αποκλεισμός της Κωνσταντινουπόλεως και η πολιορκία της από τους Τούρκους (1394-1402) θα επιτείνουν τα προβλήματα, τα οποία προοιωνίζουν το σύντομο τέλος. Ο Κυδώνης θα εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, για να μην επιστρέψει ξανά, προς το τέλος Σεπτεμβρίου 1396.48 Ο θάνατός του επήλθε κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1397-1398.49

Τα προβλήματα και ο κίνδυνος απαιτούν επιτακτικές και ριζοσπαστικές λύσεις. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται ο Γεώργιος Γεμιστός.

 

  1. Η επιστροφή στην Κλασσική παράδοση

Ο 15ος αιώνας εγκαινιάζεται από μια ανέλπιστη, αλλά ευτυχή εξέλιξη για τα βυζαντινά πράγματα. Οι Μογγόλοι υπό τον Τιμούρ ή Ταμερλάνο συντρίβουν τους Τούρκους στη φονική μάχη της Άγκυρας (20 Ιουλίου 1402). Ο Μανουήλ προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την αδράνεια του οθωμανικού κόσμου, ο οποίος σπαράσσεται από τον αδελφοκτόνο πόλεμο των διαδόχων του Βαγιαζήτ (+ 8 Μαρτίου 1403) για δέκα συνεχή χρόνια και να ανασυντάξει τις δυνάμεις του κράτους. Στον Μυστρά κυβερνά ο δευτερότοκος γυιός του, Θεόδωρος Β΄ από τις αρχές του 1407 και ως σύμβουλός του έχει μεταβεί ο Γεμιστός.

Η διαίρεση των Βυζαντινών σε ενωτικούς και ανθενωτικούς είναι μόνιμο πρόβλημα. Με ποιόν τρόπο θα αναχαιτισθεί και θα διακοπεί η ανησυχητική προέλαση  και βαθμιαία επέκταση των Τούρκων; Η μία μερίδα, των Ενωτικών, πρεσβεύει την Ένωση των δύο Εκκλησιών και την υποστήριξη από τη Δύση σταυροφορίας. Είναι η πολιτική γραμμή που χάραξε ο Κυδώνης και θα τον ακολουθήσουν κατά τον 15ο αιώνα ο Βησσαρίων και ο Ισίδωρος Κιέβου. Η άλλη μερίδα, των Ανθενωτικών, απέκρουε την Ένωση γιατί πρέσβευε ότι θα διακυβευόταν η ορθόδοξη πίστη. Διακρίνονται βέβαια οι φανατικοί, οι οποίοι με ιδιαίτερο ζήλο φρονούν ότι «κρειττότερον έστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν»50 και συλλαμβάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο το όραμα του «εκκλησιαστικού κράτους της ορθοδοξίας υπό την προστασίαν αλλοδόξου δυνάστου».51 Δεν θα πρέπει να μην αναγνωρίσουμε και την ύπαρξη εκείνων, οι οποίοι προσπαθούν να οργανώσουν και να συγκροτήσουν τις ορθόδοξες Εκκλησίες της Βαλκανικής και την αντιμετώπιση του Τουρκικού κινδύνου. Μια τέτοια προσπάθεια δεν ήταν δυνατόν να τελεσφορήσει αν αναλογισθούμε ότι οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι εποφθαλμιούσαν τη Βασιλεύουσα.52

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι ποια θέση λαμβάνει ο Γεμιστός στις δύο αυτές αντιτιθέμενες τάσεις. Ο ίδιος παρακολούθησε και έζησε εκ του σύνεγγυς τα προβλήματα και την αγωνία των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον αποκλεισμό και την πολιορκία της από τον Βαγιαζήτ (1396-1402).53 Κατά τρόπο φορτικό θα ομιλήσει για τον κίνδυνο που απειλεί το κράτος.54

Η άποψη που είχε διατυπωθεί παλαιότερα55 ότι ο Γεμιστός αποτελεί συνέχεια σχεδόν οργανική και ολοκλήρωση του κινήματος του Βαρλαάμ είτε επέκταση της ουμανιστικής του περί ζωής αντιλήψεως, δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τον Θ. Νικολάου56 «απολύτως ούτε προς την τελικήν θρησκευτικήν και φιλοσοφικήν τοποθέτησιν των δύο μεγεθών, ούτε προς την θέσιν την οποίαν έλαβον προς καταπολέμησιν της επερχομένης τουρκικής απειλής». Ο Βαρλαάμ όχι μόνον δεν εγκατέλειψε τον Χριστιανισμό αλλά έγινε και επίσκοπος της πόλεως Ιέρακος στην Καλαβρία (1348) ήταν και υπέρμαχος της λατινικής συμμαχίας.

Ο Γεμιστός προσπαθεί να βρει τις ρίζες του Χριστιανισμού και του Ισλάμ και τις ανακαλύπτει στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία. Διαφοροποιείται τόσο από την ιδέα της συμμαχίας προς τη Δύση, όσο και από τη σύμπηξη ορθοδόξου κράτους κάτω από ξενική κατοχή είτε τον συναγερμό όλων των Ορθοδόξων λαών της Ανατολής.57 Ενάντιος στην Ένωση των Εκκλησιών από το 1428, θα μετάσχει στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορος Ιωάννη Η΄ και θα υποστηρίξει τα δίκαια του Ελληνισμού. Η λατινομάθεια και ελληνομάθειά του τον κατέστησαν απαραίτητο στη διαδικασία των συνοδικών συζητήσεων και τη διατύπωση των αποφάσεων.

Χαράσσοντας μια δική του γραμμή μεταβαίνει στις αρχές του 15ου αιώνα –πότε ακριβώς δεν έχει εξακριβωθεί– στο Δεσποτάτο, γνώστης της φιλολογικής και πολιτιστικής αναγεννήσεως και των εκεί προβλημάτων. Με συγκεκριμένες προτάσεις που διατυπώνονται στα δύο γνωστά υπομνήματά του, τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ και τον Δεσπότη Θεόδωρο Β΄58, αλλά και σε επικηδείους59 και επιστολές60, προβάλλει μέτρα κοινωνικής, οικονομικής και αμυντικής πολιτικής που θα οδηγήσουν σε ανασύνταξη της «κακοπολιτείας» και τη συγκρότηση μιας «σπουδαίας» και «σπουδαιοτάτης» πολιτείας61: Η ύπαρξη δικαιοσύνης, στρατιωτική οργάνωση και οικονομική εξυγίανση, υψηλή κλασσική παιδεία και δίκαιη κατανομή των οικονομικών αγαθών πρέπει να αποτελούν τα θεμέλια μιας σπουδαίας πολιτείας. Απομονώνει το ρωμαϊκό παρελθόν και τη ρωμαϊκή κληρονομιά του Βυζαντίου62 και κάνοντας άλματα στον Χρόνο, προβαίνει σε μια αναδρομή στο ελληνικό παρελθόν: η Μακεδονία του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, αποτελούν δείγματα μιας «σπουδαίας» πολιτείας.63 Η πλέον ριζοσπαστική πρόταση διατυπωμένη με περισσή προσοχή, απευθυνόμενη προς τον βασιλέα Μανουήλ64, σχετική με την αναδιάρθρωση του καθεστώτος της εγγείου ιδιοκτησίας, προβάλλει ανάμεσα στα δύο συστήματα, την κοινοκτημοσύνη της γης και την κοινοχρησία των αγαθών, μια μέση οδό: χωρίς να καταργεί τον θεσμό της ιδιοκτησίας, αναγνωρίζει ότι ιδιοκτήτης γης είναι ο εκάστοτε «προειληφών», ο οποιοσδήποτε ο οποίος επιθυμεί να την εκμεταλλεύεται και μάλιστα να κατέχει τόση έκταση όση μπορεί να καλλιεργεί 65. Μετά την παύση της καλλιέργειας απ’ αυτόν, οποιοσδήποτε συνεχίζει να την καλλιεργεί και την κατέχει όσον χρόνο την καλλιεργεί. Η άποψη αυτή, πρωτότυπη για την εποχή της, όσο και σήμερα, αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγής και στην αυτάρκεια του Κράτους, φέρνει τον Πολυΐστορα του Μυστρά κοντά στον αρχέγονο Χριστιανισμό, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Μέγας Φαράντος66.

Οι προτάσεις του Γεμιστού δεν εισακούσθηκαν από τους Παλαιολόγους, οι οποίοι, με εξαίρεση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ο οποίος ως Δεσπότης67 και με τη συνδρομή του Βησσαρίωνος68 κατέβαλε μια φιλότιμη προσπάθεια, περίμεναν το μοιραίο το οποίο επήλθε στις 29 Μαΐου 1453.

 

  1. Τελικές παρατηρήσεις

Ο 14ος και ο 15ος αιώνας που χαρακτηρίζονται από μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση και μια παράλληλη πολιτιστική και λογοτεχνική ανάπτυξη, εμφανίζουν μια σειρά σημαντικών λογίων, κληρικών και μη. Όλοι αναζητούν τον προσφορότερο τρόπο για την εκδίωξη των «βαρβάρων».

Ο ουμανιστής Δημήτριος Κυδώνης προκρίνει τη συνδιαλλαγή με τη Δύση και θεωρεί ότι η σωτηρία θα προέλθει μόνον απ’ εκεί. Στηλιτεύει την κακή δημοσιονομική κατάσταση, την ανέχεια και την φτώχεια.

Ο μαθητής του, Γεμιστός, κατά τον 15ο αιώνα, προτείνει μια ανασύνταξη των δυνάμεων του κράτους και τη λήψη ριζοσπαστικών μέτρων για την ανάσχεση του κινδύνου.

Κοινό τους γνώρισμα η αρχαιομάθεια και ευρυμάθειά τους αλλά και το γεγονός ότι κανείς τους δεν θα εισακουσθεί. Το κλίμα στο Βυζάντιο δεν είναι πρόσφορο για μια Ένωση των Εκκλησιών, δεν θα καταστεί ούτε το 1438-1439. Οι προτάσεις του Γεμιστού, ενώ φαίνονται κοντά στην πραγματικότητα, δεν θα εφαρμοσθούν από τους Παλαιολόγους, ούτε καν θα γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια. Η αντίδραση από την τοπική αριστοκρατία είναι ισχυρή.

 

 

 

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ

Γρηγορά: Νικηφόρου Γρηγορά, Ρωμαϊκή Ιστορία. N. Gregoras, Romaïsche Geschichte. Übersetzt und erläutert von J.-L. van Dieten. Stuttgart: A. Hiersemann, 1973, 1979, 1988.

Καντακουζηνός: Ιωάννου Καντακουζηνού, Ιστοριών, Βιβλία Α’-Δ’, εις J. – P. Migne,Patrologia Graeca, τόμ. 153 (1866) [άνατ. 2001], cols. 60-1300 (βιβλία Α’-Γ’) και τόμ. 154 (1866) [2001], cols. 9-370.

Loenertz, Cydonès: Demetrius Cydonès, Correspondance, Publiée par R.-J. Loenertz. Cità del Vaticano: Biblioteca Apostolica Vaticana, 1956, 1960 [Studi e Testi 186, 208].

Tinnefeld: Demetrios Kydones, Briefe, Erster Jeil, 1. Halbband. Stuttgart: Hiersemann, 1981. Erster Teil, 2. Halbband. Stuttgart: Hiersemann, 1982. Eingeleitet, ūbersetat und erläutert von Franz Tinnefeld.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η εμφύλια αυτή διαμάχη θα λήξει το 1347 (Καντακουζηνού Β’, σ. 610-615, Γρηγορά Β’, σ. 776-780), θα συνεχίσει να υφίσταται η έριδα μεταξύ των δύο ανδρών έως το 1354. Με την παραίτηση του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού από τον θρόνο, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος έμεινε μονοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη και θα κυβερνήσει για μισόν περίπου αιώνα, έως τον θάνατό του, την 16η Φεβρουαρίου 1391. Γρηγορά ΙΙΙ 241,17-244,3. Καντακουζηνού Γ’, 306,12-308,7. Βασιλικής Νεράτζη-Βαρμάζη, Το Βυζάντιο και η Δύση (1354-1369). Συμβολή στην ιστορία των πρώτων χρόνων της μονοκρατορίας του Ιωάννου Ε’ Παλαιολόγου. Θεσσαλονίκη, 1993, σ. 22.
  2. Π. Καλλιγά, Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας από της πρώτης (1204) μέχρι της τελευταίας Αλώσεως (1453), Αθήναι, 1894 [άνατ. Μετά Προλογικών Α. Γ. Σαββίδη, Αθήνα, Δημιουργία, 1997, σσ. 525-526.
  3. Το σχίσμα δίχασε τη Βυζαντινή Εκκλησία και κοινωνία για μισόν σχεδόν αιώνα (1265-1310). Ι. Συκουτρή «Περί το σχίσμα των Αρσενιατών», Ελληνικά 2 (1929) 267-332, 3 (1930) 15-44, 5 (1932) 107-126. Α. Κοντογιαννοπούλου «Το σχίσμα των Αρσενιατών (1265-1310). Συμβολή στη μελέτη της πορείας και της φύσης του κινήματος», Βυζαντιακά 18 (1998) 177-235. Της ιδίας «Το πορτραίτο του Πατριάρχη Αρσενίου Αυτωρειανού στην Παναγία Χρυσαφίτισσα της Λακωνίας (1289-1290)», Βυζαντιακά 19 (1999) 224-237, εδώ σσ. 227-229.
  4. Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού «Ησυχαστές και Ζηλωτές. Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα», Τιμητικόν Αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού, Γεώργιου επί τη 50ετηρίδι της ιερωσύνης του. Αθήναι, 1996, σσ. 281-307 και την επί των σσ. 306-307 αναφερομένη βιβλιογραφία.
  5. Λίνου Μπενάκη «Μακεδονία: Η Φιλοσοφία στη Βυζαντινή Περίοδο», Μακεδονία, τομ. Β’: Αρχαιολογία – Πολιτισμός. Αθήνα: Ελληνική Εθνική Γραμμή, 1993, σσ. 275-283, εδώ σ. 282 [άνατ. Λ. Μπενάκη, Βυζαντινή Φιλοσοφία. Κείμενα και Μελέτες. Αθήνα, Παρουσία, 2002, σσ. 523-531, εδώ σ. 530].
  6. L. Mohler, Kardinal Bessarion als Theologe, Humanist und Staatsmann, τόμ. Γ’,Paderborn 1942, σ. 467: Με τη βοήθεια ενός σχεδιαγράμματος επιλύει ο Κυδώνης για χάρη του Γεμιστού το πρόβλημα του πλατωνικού χωρίου της Πολιτείας Η 546b-c.
  7. Για τον ρόλο του «μεσάζοντος», πρβ. H-G Beck «Der byzantinische Ministerpräsident», Byzantinische Zeitschrift 48 (1955) 309-338.
  8. Κυδώνης προς Αλέξιον Κασσανδρηνό Τ42 = Tinnefeld, σσ. 263-264. Πρβ. D. M. Nicol, The last centuries of Byzantium 1261-1453, Cambridge, At the University Press, 19932, ελλ. μτφ. Στ. Κομνηνού. Αθήνα, Παπαδήμας, 1996, σ. 404, 413. Δ. Καλαμάκη, Ανθολόγιον εκ των έργων Αυγουστίνου Ιππώνος εξελληνισθέν υπό Δημητρίου Κυδώνη, Αθήναι, 1996, σσ. 13-14, 27.
  9. Αναλυτική παρουσίαση στο έργο μας, Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος Περί Πελοποννησιακών Πραγμάτων, Αθήνα, Ελεύθερη Σκέψις, 2002, σσ. 23-44, 74-94, με παράθεση των πηγών.
  10. Ι. Ševčenko «The Decline of Byzantium seen through the eyes of its Intellectuals», Dumbarton Oaks Papers 15 (1961) 169-186.
  11. Χ. Μπαλόγλου «Η οικονομική σκέψη του Νικολάου Καβάσιλα», Βυζαντιακά 16 (1996) με αναφορά στις πηγές.
  12. C. Baloglou «Thomas Magistros’ Vorschläge zur Wirtschaftsund Socialpolitik»,Byzantinoslavica LX (1) (1999) 60-70. Του ιδίου «Post-Byzantine Economic Thought», S. Todd Lowry and B. Gordon, επιμ. Ancient and Medieval Economic Ideas and Concepts of Social Justice, Leiden-New York-Köln: Brill, 1998, σσ. 405-438.
  13. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Α’, Θεσσαλονίκη, 19742, σ. 100.
  14. Loenertz, Cydonès, Correspondance, 1, σ. 23, πρβ. Και σσ. 14-20, όπου είναι καταφανής η επίδραση των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.
  15. Loenertz, Cydonès, Correspondance, 1, σ. 85.
  16. Διονυσίου Χατζοπούλου, Η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς (1394-1402), Αθήνα, Ελεύθερη Σκέψις, 2004, σσ. 21-22.
  17. Π. Καλλιγά, Μελέται…, ένθ’ αν., σ. 546.
  18. Για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πάπα και τον Λουδοβίκο της Ουγγαρίας, πρβ. Βασιλικής Νεράντζη-Βαρμάζη, Το Βυζάντιο και η Δύση (1357-1369). Συμβολή…, ένθ’ αν., μέρος ΙΙ.
  19. Η μετάφραση ολοκληρώνεται στις 14 Δεκεμβρίου 1354 και φέρει τον τίτλοΤου σοφού Θωμά… περί της εν τη καθολική πίστει αληθείας και κατά των αιρέσεων των εναντιουμένων αυτή, Tinnefeld, I, 1, σ. 12, σημ. 60, σ. 70.
  20. Λαμβάνεται από Λ. Μπενάκη «Η λατινική γραμματεία στο βυζάντιο. Οι μεταφράσεις φιλοσοφικών κειμένων», Βυζάντιο: ο κόσμος του και η Ευρώπη. Πρακτικά Α’ Επιστημονικής Συνάντησης της «Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας Πληθωνικών και Βυζαντινών Μελετών» (Μυστράς, 26-28 Μαΐου 2000). Αθήνα-Μυστράς 2001, σσ. 69-79, εδώ σ. 76 [άνατ. Λ. Μπενάκη, Βυζαντινή Φιλοσοφία. Κείμενα…, ένθ’ αν., σσ. 187-197. εδώ σ. 194]. Λίνου Μπενάκη «Η παρουσία του Θωμά Ακινάτη στο Βυζάντιο. Η νεώτερη έρευνα για τους οπαδούς και τους αντιπάλους της Σχολαστικής στην Ελληνική Ανατολή», Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός. Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο., Αθήνα: Α. Ν. Σάκκουλας –Eunomia, 2002, σσ. 627-640, εδώ σ. 628 [ανατ. Λ. Μπενάκη, Βυζαντινή Φιλοσοφία…, ένθ’ αν., σσ. 633-646, εδώ σ. 634].
  21. Η σύγχρονη έκδοση του μεταφραστικού αυτού άθλου του 14ου αιώνα άρχισε μόλις το 1976 με τον Α’ τόμο στη σειρά του Corpus Philosophorum GraecorumRecentiorum, που ίδρυσε και διευθύνει έκτοτε ο Ακαδημαϊκός Ευ. Μουτσόπουλος. Ο Α’ τόμος περιλαμβάνει τα άρθρα 1-16 (De fide) του μέρους 2a-2ae της Summaαπό τον Γ. και την Α. Λεοντσίνη (1976). Ο Β’ τόμος (1979) καλύπτει τα άρθρα 17-22 (De spe) με εκδότη τον Φ. Δημητρακόπουλο, ο Γ’ (1980) τα άρθρα 23-33 από τους Φ. Δημητρακόπουλο και Μ. Μπρεντάνου, ο Δ’ τόμος (1982) καλύπτει τα άρθρα 34-56 από τις Σ. Σιδέρη και Π. Φωτοπούλου, ο Ε’ τόμος (2002) καλύπτει τα άρθρα 57-62 και 63-79 από την Ελένη Καλοκαιρινού.
  22. E. Moutsopoulos «Thomisme et aristotélisme à Byzance: Démétrius Cydonès», Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik32/4 (1982) 307-310. Fr. Kianka «D. Cydones and Thomas Aquinas», Byzantion 52 (1982) 264-286 και τουιδίου «A Late Byzantine Defence of the Latin Church Fathers», Orientalia Christiana Periodica 49 (1983) 419-425.
  23. Βασιλικής Νεράντζη-Βαρμάζη, Το Βυζάντιο και η Δύση…, ένθ.αν.,σ. 119.
  24. Δημητρίου Κυδώνη «Ρωμαίοις Συμβουλευτικός (Oratio pro subsidioLatinorum)», Patrologia Graeca 154 (1866) [2001] 961-1008.
  25. Δημητρίου Κυδώνη «Ρωμαίοις…», ένθ’ αν., στ. 961-972.
  26. Δ. Κυδώνη, ένθ’ αν, στ. 969 D.
  27. Δ. Κυδώνη, ένθ’ αν, στ. 972-1000.
  28. Δ. Κυδώνη, ένθ’ αν, στ. 977C-D.
  29. G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, μτφ. Ιω. Παναγοπούλου, επιστημονική επιμέλεια Ευ. Χρυσού, τόμ. Γ’, Αθήνα, Bασιλόπουλος, 19935, σ. 241.D. Nicol, Οι τελευταίοι αγώνες του βυζαντίου 1261-1453, Αθήνα, Παπαδήμας, 1996, σσ. 431-432. Β. Νεράντζη-Βαρμάζη, ένθ’αν., σσ. 111-130.
  30. Στ. Παπαδοπούλου, Ελληνικαί μεταφράσεις θωμιστικών έργων. Φιλοθωμισταί και αντιθωμισταί εν Βυζαντίω, Αθήναι, 1967, 200 σσ. Του ιδίου, Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας εν τω προσώπω Καλλίστου Αγγελικούδη και Θωμά Ακινάτου, Θεσσαλονίκη, 1970, 198 σσ. G Podskalsky, Theologie und Philosophie in Byzanz, Mūnchen, C. H. Beck, 1977.
  31. Λίνου Μπενάκη, βυζαντινή…, ένθ’ αν., σ. 635.
  32. Δ. Χατζόπουλου, Η πρώτη πολιορκία…, ένθ’ αν., σ. 79, σημ. 123.
  33. Loenertz, Cydonès, Correspondance, 2, σσ. 264-265.
  34. Loenertz, Cydonès, Correspondance, 2, σ. 294.
  35. P Charanis «The strife among the Palaeologi and the Ottoman Turks, 1370-1402», Byzantion 16 (1942-1943) 286-314.
  36. Σπ. Λάμπρου «Θεόδωρος ο Ποτάμιος και η εις Ιωάννην τον Παλαιολόγον μονωδία αυτού», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 2 (1885-1886) 48-62, εδώ σ. 58.
  37. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του…, ένθ’ αν., σσ. 146-147.
  38. Πρόκειται για τις Τουρκικές εκστρατείες στη Μ. Ασία, στις οποίες ήταν υποχρεωμένος να λάβει μέρος ο Μανουήλ. Loenertz, Cydonès, Correspondence 2,σ. 407-408.
  39. Loenertz, Cydonès, Correspondence 2, σ. 390.
  40. Αναστασίας Κοντογιαννοπούλου «Το πορτραίτο του Πατριάρχη Αρσενίου…», ένθ’ αν., σ. 225.
  41. Σοφίας Μεργιαλή-Φάλαγκα «Γύρω από την πνευματική ζωή στο Δεσποτάτο του Μυστρά κατά τον 14ο αιώνα», Βυζαντιναί Μελέται 3 (1991) 241-259, εδώ σ. 242.
  42. Χ. Μπαλόγλου, Γεωργίου Γεμιστού…, ένθ’ αν., σσ. 37-38, 87 με αναφορά στις πηγές.
  43. Loenertz, Cydonès, Correspondence τόμ. 2, No 322, σ. 250, 4-5
  44. Loenertz, Cydonès, Correspondence τόμ. 2, No 293, σ. 211, 7-9
  45. Loenertz, Cydonès, Correspondence τόμ. 2, No 414, σ. 371, 25-30. Δ. Κυδώνη «Τω δεσπότη Θεοδώρω», Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Γ’, Αθήναι, 1926 [ανατ. Αθήναι, Γρηγοριάδης, 1972] σσ. 12-13, εδώ σ. 13, 8-13.
  46. Loenertz, Cydonès, Correspondence 1, σ. 259, 23-26. σ. 164. σ. 438, 6-7. σ. 398.
  47. Julian Chrysostomides, Manuel II Palaeologus Funeral Oration on his brother Theodore, Introduction, Text, Translation and Notes. Thessalonike 1985, σ. 13,σημ. 36 [CFHB, vol. XXVI, Series Thessalonicensis].
  48. Διον. Χατζοπούλου, Η πρώτη πολιορκία…, ένθ’ αν., σ. 77, σημ. 120.
  49. G. T. Dennis «Official Documents of Manuel II Palaeologus», Byzantion 41 (1971) 45-48, εδώ σ. 46. Διον. Χατζοπούλου, ένθ’ αν., σ. 43, σημ. 47.
  50. Μ. Δούκα, Ιστορία Βυζαντινή, 37.
  51. Διον. Α. Ζακυνθηνού «Ιδεολογικαί Συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», Νέα Εστία, 47, τχ. 551 (15/06/51), 794-799, εδώ σ. 797.
  52. Γ. Ζώρα, Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και αι προς την ελληνοτουρκικήν συνεννόησιν προσπάθιαί του, Αθήναι, 1954, σ. 23.
  53. Τούτο εξάγεται από τη Μονωδία εις Ελένην (Υπομονήν) Παλαιολογίναν εις Σπυρ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Γ΄, Αθήναι, 1926 [1972], σσ. 266-280, εδώ σ. 272, 9-12.
  54. Χ. Μπαλόγλου, Γεωργίου Γεμιστού…, ένθ’ αν., σ. 81, σημ. 71.
  55. Δ. Δανιηλίδη, Νεοελληνική Κοινωνία και Οικονομία, Αθήνα, 1934 [ανατ. Μετά προλόγου Βασ. Φίλια. Αθήνα, Λιβάνης, 1985] σ. 75.
  56. Θ. Νικολάου, Αι περί πολιτείας και δικαίου του Γ. Γεμιστού-Πλήθωνος, Βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, Θεσσαλονίκη, 1974 [1989] σ. 42.
  57. Fr. Dölger «Politische und geistige Strömungen im sterbenden Byzanz»,Jahrbuch der Österreichischen Byzantinischen Gesellschaft 3 (1954) σ. 13.
  58. Σε ανάλυση σχολιασμό και απόδοση στη Νεοελληνική των δύο αυτών σημαντικών έργων του Γεμιστού έχουμε προβεί πρόσφατα, στο έργο μας Χ. Μπαλόγλου, Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος…, ένθ’ αν., σσ. 99-112, 139-254.
  59. Γ. Γεμιστού «Επιτάφιος επί τη θειοτάτου ημών ηγεμόνος κυρίου Θεοδώρου γυναικί κυρία Κλεόπη», Σπυρ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια…, ένθ’ αν., τόμ. Δ’, Αθήναι, 1930 [1972], σσ. 161-175. Επί του έργου αυτού πρβ. Χ. Μπαλόγλου, ένθ’ αν., σσ. 112-115.
  60. Γ. Γεμιστού «Προς τον Βασιλέα [Ιωάννην Παλαιολόγον]», Σπυρ. Λάμπρου, ένθ’ αν., σσ. 309-312. Για μια ανάλυση, σχολιασμό και απόδοση στη Νεοελληνική στο έργο μας Γεωργίου Γεμιστού…, ένθ’ αν., σσ. 97-99, 130-138.
  61. Οι προτάσεις οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής έχουν μελετηθεί κατά τα παρελθόν από πλείστους συγγραφείς. Πρβ. Κατ’ εκλογήν Σ. Σπέντζα, Αι οικονομικαί και δημοσιονομικαί απόψεις του Πλήθωνος, διδ. Διατριβή, 1964 και με επανέκδοση και προσαρμογή στη Νεοελληνική με νέον τίτλο, Γ. Γεμιστός-Πλήθων. Ο Φιλόσοφος του Μυστρά. Οι κοινωνικές, οικονομικές και δημοσιονομικές του απόψεις, πρόλογος C. M. Woodhouse, Αθήνα, Καρδαμίτσα, 19964 (μετά βιβλιογραφικού επιμέτρου υπό Χ. Μπαλόγλου). Θ. Γιαννακόπουλου «Αι δημοσιονομικαί θεωρίαι του Γεμιστού-Πλήθωνος, Πελοποννησιακά 16 (1990) 273-359. C. Baloglou, Georgios Gemistos-Plethon: ökonomisches Denken in der spätbyzantinischen Geisteswelt, Vorwort B. Schefold. Athen, Basilopoulos, 1998. Χ. Μπαλόγλου, Πληθώνεια Οικονομικά Μελετήματα, Αθήνα, Ελεύθερη Σκέψις, 2001. Α. Καραγιάννη «Οι απόψεις του Πλήθωνος περί παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής», Βυζαντιακά 22 (2002) 247-259.
  62. Τούτο εύστοχα μας το υπενθυμίζει ο Βασ. Α. Κύρκος «Διάγραμμα των ανθρωπολογικών και παιδευτικών απόψεων του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος», Λ. Μπενάκη-Χ. Μπαλόγλου, επιμ., Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στον Πλήθωνα και την εποχή του (Μυστράς 26-29 Ιουνίου 2002), Αθήνα-Μυστράς, 2003, σσ. 112-126.
  63. Για τα δάνεια του Γεμιστού, όπως αυτά αποκαλύπτονται σε όλα του τα έργα, από τη νομοθεσία και οικονομία της Σπάρτης, βλ. Χ. Μπαλόγλου «Οι θεσμοί της Αρχαίας Σπάρτης στο έργο του Πλήθωνος», Νέα Κοινωνιολογία, τ.χ. 35, Φθινόπωρο 2002, σσ. 63-72.
  64. Σπυρ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Γ’, Αθήναι, 1926 [1972], σ. 260, 1-4.
  65. Χ. Μπαλόγλου «Αι περί ιδιοκτησίας απόψεις του Γεωργίου Γεμιστού-Πλήθωνος και η θέσις των εις την ιστορίαν των οικονομικών ιδεών», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών Ν’ (1999-2000) 17-38.
  66. Απ. Βακαλοπούλου, Ιιστορία του Νέου…, ένθ’ αν., τόμ. Α’, σσ. 286-298, και την βιβλιοκρισία επί του έργου υπό Ελευθ. Πρεβελάκη, Ελληνικά ΙΘ (1) (1966) 142-149, εδώ σσ. 145-146.
  67. ένθ’ αν.
  68. Χ. Μπαλόγλου «Προτάσεις οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τον Βησαρίωνα», Βυζαντινός Δόμος 5/6 (1991-1992) 47-68. Λ. Μαυρομμάτη «Ο Καρδινάλιος Βησσαρίων και ο εκσυγχρονισμός της Παλοποννήσου», Ν. Μοσχονά, επιμ., Σύμμεικτα 92. Μνήμη Διον. Α. Ζακυνθηνού, τόμ. Β’, Αθήναι, 1994, σσ. 41-50.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*