Άρδην τ. 52, Περιοδικό Άρδην

Τηλεοπτική δυσπεψία

του Γιώργου Τσαγκρινού

Η κρι­τι­κή για άλ­λους συ­ναν­θρώ­πους εί­ναι μια πο­λύ δύ­σκο­λη υ­πό­θε­ση. Η κρι­τι­κή για άλ­λους δη­μο­σιο­γρά­φους εί­ναι α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρη. Δυο σχε­τι­κά βα­σι­κά ε­ρω­τή­μα­τα εί­ναι 1) το ποιος θα κρί­νει τους κρι­τές και α­πό πού αυ­τοί ορ­μώ­με­νοι θε­ω­ρούν ό­τι μπο­ρούν να κρί­νουν άλ­λους και 2) εί­ναι ά­ρα­γε μια ο­ποια­δή­πο­τε κρι­τι­κή για κά­τι που δη­μο­σιο­ποιεί­ται έ­να ψα­λί­δι­σμα της ε­λευ­θε­ρί­ας της έκ­φρα­σης και του λό­γου;

Ε­άν προ­σπα­θή­σου­με να α­πα­ντή­σου­με στα α­νω­τέ­ρω εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι θα πέ­σου­με σε έ­ναν λα­βύ­ριν­θο για το τι πρέ­πει και τι δεν πρέ­πει. Φαί­νε­ται ό­μως να υ­πάρ­χει έ­να κρι­τή­ριο, και αυ­τό εί­ναι «το εύ­λο­γον», ό­πως το ο­νό­μα­ζαν οι Σκε­πτι­κοί Φι­λό­σο­φοι της μέ­σης Πλα­τω­νι­κής Α­κα­δη­μί­ας. Δη­λα­δή, ό­ταν η κοι­νή λο­γι­κή και η α­πλή αν­θρώ­πι­νη αι­σθη­τι­κή μας «ε­πα­να­στα­τούν», τό­τε πρέ­πει να κρί­νου­με και να μι­λή­σου­με. Εί­ναι α­πλά αυ­τό που ο λα­ός λέ­ει: «Έ­χει φτά­σει ο κό­μπος στο χτέ­νι». Ει­δι­κά σε θέ­μα­τα αι­σθη­τι­κής ό­που η κα­κο­γου­στιά σε βομ­βαρ­δί­ζει α­πό πα­ντού, μέ­σα σε έ­να σά­πιο κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα, που στο ό­νο­μα του κέρ­δους δεν α­φή­νει τί­πο­τε όρ­θιο, ε­κεί κά­ποιοι τε­λι­κά πρέ­πει να α­ντι­στα­θούν.

Για να κα­τα­λά­βε­τε σε τι α­σχή­μια μπο­ρεί να φέ­ρει η κα­πι­τα­λι­στι­κή αι­σχρο­κέρ­δεια τους αν­θρώ­πους πα­ρα­θέ­του­με πιο κά­τω μέ­ρος μι­κρού άρ­θρου α­πό την «Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α» της 10-1-2005 με τί­τλο «Μή­νυ­σε κα­νά­λι για­τί α­η­δί­α­σε». Δια­βά­ζου­με: «Μή­νυ­ση στο α­με­ρι­κα­νι­κό τη­λε­ο­πτι­κό δί­κτυο ΝΒC λό­γω …α­η­δί­ας έ­κα­νε τη­λε­θε­α­τής που ζη­τεί 2,5 ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια ε­πει­δή αρ­ρώ­στη­σε πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τους παί­κτες του ριά­λι­τι «Fear Factor» να τρώ­νε πο­ντί­κια. Στην τε­τρα­σέ­λι­δη χει­ρό­γρα­φη μή­νυ­σή του ο Ό­στιν Άτ­κεν, α­πό το Κλή­βε­λα­ντ, α­να­φέ­ρει ό­τι κα­θώς έ­βλε­πε το ριά­λι­τι παι­χνί­δι «Πα­ρά­γο­ντας φό­βου», που κα­λεί τους δια­γω­νι­ζό­με­νους να πε­ρά­σουν α­πό διά­φο­ρες εξ­τρίμ δο­κι­μα­σί­ες για να κερ­δί­σουν κά­ποιο χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, έ­νιω­σε να του α­νε­βαί­νει η πί­ε­ση σε ση­μεί­ο που ζα­λί­στη­κε τό­σο ώ­στε χτύ­πη­σε το κε­φά­λι του στην πόρ­τα. «Το να βλέ­πεις αν­θρώ­πους στην τη­λε­ό­ρα­ση να τρώ­νε νε­κρά πο­ντί­κια εί­ναι τρε­λό. Έ­κα­να ε­με­τό ό­πως και άλ­λο έ­να ά­το­μο μέ­σα στο σπί­τι». Φαί­νε­ται ό­τι ο Άτ­κεν δεν εί­χε ξα­να­πα­ρα­κο­λου­θή­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­γραμ­μα το ο­ποί­ο προ­βάλ­λε­ται αρ­κε­τά χρό­νια με με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α στην αμε­ρι­κά­νι­κη μι­κρή ο­θό­νη. Σε άλ­λα ε­πει­σό­δια οι συμ­με­τέ­χο­ντες έ­χουν φά­ει α­ρά­χνες, κα­τσα­ρί­δες, σκου­λή­κια, έ­χουν μπει σε φέ­ρε­τρα ή γυά­λι­να κου­τιά γε­μά­τα φί­δια και άλ­λα ερ­πε­τά. Ο δι­κη­γό­ρος πά­ντως του κ. Άτ­κεν σε δη­λώ­σεις του που δη­μο­σιεύ­ει η ι­στο­σε­λί­δα του ΒΒC α­να­φέ­ρει με­τα­ξύ άλ­λων ό­τι το κα­νά­λι στέλ­νει λά­θος μη­νύ­μα­τα στους τη­λε­θε­α­τές του ό­ταν πα­ρου­σιά­ζει αν­θρώ­πους να κά­νουν στην τη­λε­όρα­ση τα πά­ντα για το χρή­μα».

Αυ­τά έ­χει να μας πει η «Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α» σχε­τι­κά με το ξε­πού­λη­μα της αν­θρώ­πι­νης α­ξιο­πρέ­πειας για μια χού­φτα λε­φτά. Η α­να­φο­ρά μας σ’ αυ­τό το άρ­θρο της «Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­ας» εί­ναι α­πλώς εν­δει­κτι­κή, θα μπο­ρού­σα­με να α­να­φέ­ρου­με δε­κά­δες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ό­που τα λε­φτά ξε­φτι­λί­ζουν κά­θε έν­νοια αν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης, θα ή­θε­λα ό­μως ε­δώ να το­νί­σω ό­τι το προ­α­να­φερ­θέν α­η­δια­στι­κό τη­λε­ο­πτι­κό α­με­ρι­κα­νι­κό παι­χνί­δι το α­να­με­τα­δί­δει, έ­χο­ντας προ­φα­νώς ε­ξα­σφα­λί­σει τα δι­καιώ­μα­τα, και κά­ποιο δι­κό μας ελ­λη­νι­κό κα­νά­λι. Έ­χου­με δει ό­μως και άλ­λα «ό­μορ­φα» στα δι­κά μας ελ­λη­νι­κά κα­νά­λια, ό­πως αν­θρώ­πους να δη­λώ­νουν ό­τι θα «κάρ­φω­ναν» χω­ρίς α­να­στο­λές συ­να­δέλ­φους τους, προ­κει­μέ­νου να πά­ρουν μια κα­λή θέ­ση σε κά­ποια δου­λειά. Κι αυ­τό ε­πί­σης το α­να­φέ­ρου­με εν­δει­κτι­κά για να κα­τα­δεί­ξου­με το «υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο» των ελ­λη­νι­κών ριά­λι­τις.

Αυ­τά ως προς τα ριά­λι­τις. Δυ­στυ­χώς ό­μως, ε­δώ και κά­ποια χρό­νια, έ­χει πα­ρου­σια­στεί και έ­να νέ­ο «φρού­το» στην ελ­λη­νι­κή τη­λε­ό­ρα­ση, ι­διαί­τε­ρα στα μι­κρά κα­νά­λια. Εί­ναι το «τη­λε­μάρ­κε­τιν­γκ», τύ­που «ελ­λα­δε­μπο­ρι­κού». Δεν τολ­μώ σ’ αυ­τήν τη σύν­θε­τη λέ­ξη να βάλ­λω στην Ελ­λά­δα «Ε» κε­φα­λαί­ο.

Κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι οι και­ροί εί­ναι δύ­σκο­λοι και κά­ποιοι άν­θρω­ποι πρέ­πει να ζή­σουν, αυ­τοί και οι οι­κο­γέ­νειές τους, ι­διαί­τε­ρα αν εί­ναι πο­λύ­τε­κνοι. Ό­μως το να προ­ω­θείς ι­δέ­ες και σκέ­ψεις και να λες πράγ­μα­τα που δεν πι­στεύ­εις, προ­κει­μέ­νου να «που­λή­σεις», δεν εί­ναι δε­ο­ντο­λο­γι­κό, ού­τε καν με κρι­τή­ρια ε­μπο­ρί­ου. Κά­θε πω­λη­τής στο ε­μπό­ριο πι­στεύ­ει ό­τι το προ­ϊ­όν του σε σχέ­ση τι­μής και α­πό­δο­σης εί­ναι κα­λό. Σπά­νια βρί­σκεις πω­λη­τές να πω­λούν κά­τι το ο­ποί­ο πι­στεύ­ουν ό­τι εί­ναι ε­ντε­λώς σκάρ­το. Κά­τι τέ­τοιο θα τους δη­μιουρ­γού­σε την αί­σθη­ση του «α­πα­τε­ώ­να» και ό­χι του πω­λη­τή.

Δυ­στυ­χώς ό­μως αυ­τή εί­ναι η κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τεί σή­με­ρα. Α­κό­μη και αυ­τοί οι «τη­λέ­μπο­ροι» που έ­χουν κα­λές προ­θέ­σεις, φτά­νουν στο ση­μεί­ο, εξ αι­τί­ας των υ­περ­βο­λών τους, να κά­νουν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κό α­ντί για κα­λό, παρ ό­λο που κά­τι τέ­τοιο δεν θα το ή­θε­λαν. Συγ­χέ­ουν την αύ­ξη­ση της α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τάς τους μέ­σα στο κοι­νό, ό­ταν περ­πα­τούν π.χ. στον δρό­μο, με κά­ποια υ­πο­τι­θέ­με­νη ε­πι­τυ­χί­α τους. Ε­κεί αρ­χί­ζουν τα σύν­δρο­μα του ναρ­κισ­σι­σμού και της «μα­γκιάς», θε­ω­ρούν «μα­γκιά» να που­λούν φύ­κια για με­τα­ξω­τές κορ­δέ­λες, θε­ω­ρούν «ε­ξυ­πνά­δα» να εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νται τα αι­σθή­μα­τα πα­τριω­τι­σμού των α­πλών συ­μπο­λι­τών μας για να τους που­λούν τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές αμ­φι­βό­λου ποιό­τη­τας βι­βλί­α, γραμ­μέ­να στο πό­δι, που εκ­δί­δο­νται με το κι­λό α­πό οί­κους που να μην τους χα­ρα­κτη­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα. Με φρά­σεις-ε­τι­κέ­τες του τύ­που «οι κουλ­του­ριά­ρη­δες που δεν κα­τα­λα­βαί­νουν α­πό συ­νω­μο­σί­ες», «οι λε­λέ­δες δια­νο­ού­με­νοι που δεν εί­ναι ελ­λη­νό­ψυ­χοι» και άλ­λα τέ­τοιου εί­δους «ω­ραί­α» ε­πι­νο­ή­μα­τα νο­μί­ζουν ό­τι με τσα­μπου­κά και μα­γκιά ε­κτο­πί­ζουν α­πό το ελ­λη­νι­κό το­πί­ο κά­θε Έλ­λη­να σκε­πτό­με­νο πο­λί­τη. Κού­νια που τους κού­να­γε. Α­πλώς τό­σο και­ρό υ­πάρ­χουν και δεν έ­χουν φά­ει τα ι­δε­ο­λο­γι­κά «για­ούρ­τια» που τους α­ξί­ζουν ε­πει­δή σε κά­θε άν­θρω­πο που σέ­βε­ται τον ε­αυ­τό του, του εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να α­σκεί κρι­τι­κή σε άλ­λους συ­ναν­θρώ­πους του, α­κό­μη και ό­ταν εί­ναι εμ­φα­νής η «κα­φρί­λα» που α­να­δύ­ουν. Ας μου συγ­χω­ρέ­σε­τε για λί­γο την χρη­σι­μο­ποί­η­ση και εκ μέ­ρους μου φρά­σε­ων-ε­τι­κε­τών, αλ­λά νιώ­θω ει­λι­κρι­νά αυ­τήν την κα­τά­στα­ση του «τη­λε­μπο­ρί­ου» να μην μπο­ρώ να την α­ντέ­ξω άλ­λο και α­γα­να­κτώ.

Ό­μως α­κό­μη και ε­κεί­νο το εί­δος των «τη­λε­μπό­ρων» που δεν χρη­σι­μο­ποιούν την Ελ­λά­δα για κρά­χτη, αλ­λά έ­χουν άλ­λα δο­λώ­μα­τα, ό­πως «ε­ξω­γή­ι­νους, φα­ντά­σμα­τα, στοι­χειά, προ­φη­τεί­ες, σει­σμούς, λι­μούς και κα­τα­πο­ντι­σμούς», και αυ­τοί, έ­στω και αν δε­χτώ τις κα­λές τους προ­θέ­σεις, κά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κό απ’ ό­τι κα­λό. Πά­ντα φυ­σι­κά κα­τά την γνώ­μη μου.

Σί­γου­ρα υ­πάρ­χει μιας μορ­φής γνώ­ση που θα μπο­ρού­σα­με να τη χα­ρα­κτη­ρί­σου­με ε­σω­τε­ρι­κή γνώ­ση, ό­μως α­κό­μα και σε αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση ε­πι­βάλ­λε­ται να εί­μα­στε πο­λύ προ­σε­κτι­κοί, ώ­στε να δια­φυ­λά­ξου­με αυ­τή τη γνώ­ση, για να μην φτά­σει ε­κεί που δεν πρέ­πει. Ό­ταν την ε­σω­τε­ρι­κή γνώ­ση την δη­μο­σιο­ποιείς και την κά­νεις ε­ξω­τε­ρι­κή γνώ­ση, εί­ναι βέ­βαιο ό­τι το τί­μη­μα που θα πλη­ρώ­σεις εί­ναι η γε­λοιο­ποί­η­ση. Αν κά­τι εί­ναι για ε­ντός του οί­κου, δεν το κά­νεις βού­κι­νο σε ό­λο τον κό­σμο. «Τα εν οί­κω μη εν δή­μω» των αρ­χαί­ων προ­γό­νων εί­ναι μια σο­φή φρά­ση που έ­χει δια­χρο­νι­κή α­ξί­α και ι­σχύ­ει φυ­σι­κά και σή­με­ρα. Υ­πάρ­χουν πράγ­μα­τα που πρέ­πει να συ­ζη­τού­νται μό­νο με­τα­ξύ φί­λων, κά­ποια άλ­λα πράγ­μα­τα που μπο­ρεί να γρα­φούν και σε πε­ριο­δι­κά και κά­ποια άλ­λα που μπο­ρούν να ει­πω­θούν μέ­σα α­πό τα ΜΜΕ, τη­λε­ό­ρα­ση, ρα­διό­φω­νο, ε­φη­με­ρί­δα.

Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό την στιγ­μή που δεν υ­πάρ­χουν ε­πί­ση­μες δια­βε­βαιώ­σεις α­πό κυ­βερ­νή­σεις δια­φό­ρων χω­ρών της γης ή α­πό τα Υ­πουρ­γεί­α Ε­θνι­κής Ά­μυ­νάς τους για την ύ­παρ­ξη, ας πού­με, ε­ξω­γή­ι­νων, που ε­πι­σκέ­πτο­νται τον πλα­νή­τη μας, κά­θε ε­να­σχό­λη­ση με έ­να τέ­τοιο θέ­μα εί­ναι λο­γι­κό να περ­νά στον χώ­ρο της «γρα­φι­κό­τη­τας». Συ­νε­πώς, ό­ταν κά­ποιος προ­σπα­θή­σει να κα­τα­πια­στεί με έ­να τέ­τοιο ή πα­ρό­μοιο θέ­μα, εύ­κο­λα μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί «γρα­φι­κός». Θα ρω­τή­σει κά­ποιος «δη­λα­δή θα λέ­με και θα δη­μο­σιο­ποιού­με ό­,τι εί­ναι ε­γκε­κρι­μέ­νο α­πό την ε­ξου­σί­α;» Ό­χι και πά­λι ό­χι. Ό­μως προ­η­γού­νται πο­λύ πιο ση­μα­ντι­κά προ­βλή­μα­τα κοι­νω­νι­κής και αν­θρω­πι­στι­κής μορ­φής, που δεν μας α­φή­νουν την πο­λυ­τέ­λεια να α­σχο­λη­θού­με με θέ­μα­τα γύ­ρω α­πό τους ε­ξω­γή­ι­νους και μέ­σω αυ­τών να ε­να­ντιω­θού­με στην ε­ξου­σί­α, ε­πει­δή τέ­τοιου εί­δους θέ­μα­τα μας εκ­θέ­τουν και μας κα­θι­στούν ευά­λω­τους, εξ αι­τί­ας ελ­λεί­ψε­ως τεκ­μη­ρί­ων και α­πο­δεί­ξε­ων. Συ­νή­θως, σε αυ­τές τις πε­ρι­πτώ­σεις, αυ­τό που πε­τυ­χαί­νου­με εί­ναι το α­ντί­θε­το α­πό αυ­τό που ε­πι­διώ­κου­με. Η ε­ξου­σί­α βρί­σκει ευ­και­ρί­α να μας «γρα­φι­κο­ποι­ή­σει» και, ό­ταν το κά­νει αυ­τό, α­πο­δυ­να­μώ­νει βά­ναυ­σα τις πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές, οι­κο­λο­γι­κές και αν­θρω­πι­στι­κές α­παι­τή­σεις μας. Συ­νε­πώς χρειά­ζε­ται ιε­ράρ­χη­ση και α­ξιο­λό­γη­ση των στό­χων σε έ­ναν κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κό α­γώ­να. Αν κά­ποιοι έ­χουν λύ­σει ό­λα τα άλ­λα και τους μέ­νει να λύ­σουν μό­νο το πρό­βλη­μα των «ε­ξω­γή­ι­νων και των στοι­χειών», τό­τε κα­λά κά­νουν και α­σχο­λού­νται. Η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ό­μως της ζω­ής α­πο­δει­κνύ­ει ό­τι, και στον δι­κό μας κό­σμο που μα­στί­ζε­ται α­πό την α­νερ­γί­α και την α­να­δου­λειά, αλ­λά ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στον τρί­το κό­σμο ό­που έ­να τσου­νά­μι μπο­ρεί να ε­ξο­ντώ­σει ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες αν­θρώ­πους, α­φή­νο­ντας και υ­πο­ψή­φιους για τον θά­να­το πολ­λές ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες α­κό­μη λό­γω ε­πι­δη­μιών, σε έ­ναν κό­σμο ό­που έ­νας «μπα­μπού­λας» πλα­νη­τάρ­χης ι­σο­πε­δώ­νει ό­ποιο κρά­τος α­ντι­στέ­κε­ται στα σχέ­δια των ι­μπε­ρια­λι­στών του πε­τρε­λαί­ου και των τρα­πε­ζών, αυ­τή η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα λοι­πόν δεν μας α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια για έ­ρευ­νες πο­λυ­τε­λεί­ας γύ­ρω α­πό «ε­ξω­γή­ι­νους ή εν­δο­γή­ι­νους ή υ­περ­γή­ι­νους».

Προ­σω­πι­κά πι­στεύ­ω ό­τι αν έ­νας ε­ρευ­νη­τής δεν λαμ­βά­νει υ­πό­ψη του τα πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα που τον πε­ρι­βάλ­λουν, τό­τε α­κό­μη και αν ο χώ­ρος έρευ­νάς του έ­χει κά­ποια α­ξί­α, τό­τε το α­πο­τέ­λε­σμά της, του­λά­χι­στον στα μά­τια των αν­θρώ­πων που α­γω­νιούν για τα προς το ζην της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, θα μοιά­ζει με έ­ρευ­να του τύ­που «πε­ρί ό­νου σκιάς». Α­πό­δει­ξη ό­τι τα πε­ριο­δι­κά με με­τα­φυ­σι­κά, πα­ρα­ψυ­χο­λο­γι­κά και ε­ξω­πραγ­μα­τι­κά θέ­μα­τα α­γο­ρά­ζο­νται κυ­ρί­ως α­πό νε­α­ρούς που ξο­δεύ­ουν, ως ε­πί το πλεί­στον, τα λε­φτά του μπα­μπά. Ευ­τυ­χώς, σ’ αυ­τόν τον χώ­ρο των με­τα­φυ­σι­κών ε­ρευ­νών υ­πάρ­χουν και κά­ποιες ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις αν­θρώ­πων, που λει­τουρ­γούν πραγ­μα­τι­κά με έ­ναν α­να­τρε­πτι­κό και ε­πα­να­στα­τι­κό τρό­πο και έ­τσι δια­σώ­ζε­ται, έ­ως έ­να βαθ­μό, η κα­τά­στα­ση, εξ αι­τί­ας του η­ρω­ι­κού τρό­που ζω­ής αυ­τών των ε­λά­χι­στων δη­μο­σιο­γρά­φων του χώ­ρου του «πα­ρά­ξε­νου». Παρ’ ό­λο που λο­γι­κά θα έ­πρε­πε να α­σχο­λού­νται οι άν­θρω­ποι του «πα­ρά­ξε­νου χώ­ρου» με τη­λε­μάρ­κε­τιν­γκ και προ­ώ­θη­ση των βι­βλί­ων τους με θέ­μα­τα ε­ξω­γή­ι­νους κλπ, δεν το κά­νουν.

Το κά­νουν ό­μως άλ­λοι, χω­ρίς μά­λι­στα να πι­στεύ­ουν σε ύ­παρ­ξη ε­ξω­γή­ι­νων ο­ντο­τή­των, θα α­να­φερ­θώ στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός αν­θρώ­που που που­λά α­πό την τη­λε­ό­ρα­ση βι­βλί­α για UFΟ1, ο ο­ποί­ος με δια­βε­βαί­ω­νε ό­τι κα­θό­λου δεν πι­στεύ­ει στην ύ­παρ­ξή τους. Το τι κά­νει αυ­τόν τον άν­θρω­πο να ε­μπο­ρεύ­ε­ται τέ­τοιου εί­δους βι­βλί­α δεν μπο­ρώ να κα­τα­λά­βω. Διό­τι γνω­ρί­ζω κα­λά ό­τι και κα­λός άν­θρω­πος εί­ναι και σω­στός οι­κο­γε­νειάρ­χης και σω­στός στις συ­ναλ­λα­γές του και έ­νας πραγ­μα­τι­κά Έλ­λη­νας πα­τριώ­της. Εί­ναι οι πε­ρι­πτώ­σεις που κα­τα­λή­γεις να πεις «ά­βυσ­σος η ψυ­χή του αν­θρώ­που». Εί­ναι τό­σο με­γά­λο το τα­λέ­ντο του συ­γκε­κρι­μέ­νου αν­θρώ­που στο «τη­λε­μάρ­κε­τιν­γκ» που πι­στεύ­ω ό­τι θα μπο­ρού­σε να που­λά ά­νε­τα βι­βλί­α με ποί­η­ση ε­νός Πα­λα­μά, ε­νός Σι­κε­λια­νού, ε­νός Βάρ­να­λη, αλ­λά και άλ­λα υ­ψη­λής ποιό­τη­τας βι­βλί­α. Ει­λι­κρι­νά δεν ξέ­ρω τι να πω, γι αυ­τό άλ­λω­στε θε­ω­ρώ την κρι­τι­κή πο­λύ δύ­σκο­λο πράγ­μα, ε­πει­δή μπο­ρεί να κα­κο­λο­γή­σεις αν­θρώ­πους που δεν το α­ξί­ζουν.

Ο με­γά­λος φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κός, ο Α­ϊν­στά­ιν, έ­λε­γε ό­τι μια α­πό τις ι­σχυ­ρό­τε­ρες ε­πι­θυ­μί­ες του αν­θρώ­που εί­ναι η ε­πα­φή του με το μυ­στή­ριο. Φαί­νε­ται ό­τι και αυ­τήν την αν­θρώ­πι­νη α­νά­γκη την εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νται σε ε­ξορ­γι­στι­κό βαθ­μό αυ­τοί οι ο­ποί­οι ε­μπο­ρεύ­ο­νται βι­βλί­α πα­ρά -ή με­τα- φυ­σι­κού τύ­που, α­δια­φο­ρώ­ντας για το πώς μπο­ρεί αυ­τός ο φτη­νός ε­ντυ­πω­σια­σμός να γί­νει μια πά­ρα πο­λύ ε­πι­κίν­δυ­νη τρο­φή για την ψυ­χή του πε­λά­τη τους.

Γνω­στή εί­ναι ε­πί­σης σε αρ­κε­τούς Έλ­λη­νες μια υ­πο­τι­θέ­με­νη υ­περ-μυ­στι­κή ορ­γά­νω­ση «Ε». Η υ­περ-ορ­γά­νω­ση αυ­τή βρί­σκε­ται ξαφ­νι­κά να εκ­προ­σω­πεί­ται σε τη­λε­ο­πτι­κό κα­νά­λι α­πό συ­γκε­κρι­μέ­να ά­το­μα, που α­να­φέ­ρο­νται συ­νε­χώς σε υ­πο­τι­θέ­με­να μέ­λη που ό­λα τους έ­χουν α­πο­βιώ­σει και πο­τέ σε μέ­λη που βρί­σκο­νται στην ζω­ή, με α­πο­τέ­λε­σμα να δη­μιουρ­γού­νται πο­λύ σο­βα­ρά ε­ρω­τη­μα­τι­κά για τη σο­βα­ρό­τη­τα ό­λων αυ­τών των κυ­ρί­ων κα­θώς και για την σο­βα­ρό­τη­τα της υ­περ­μυ­στι­κής υ­πε­ρορ­γά­νω­σης. Ό­μως α­πό ό­σα ο πτω­χός μου ε­γκέ­φα­λος γνω­ρί­ζει, λο­γι­κά θα πρέ­πει, αν κά­τι εί­ναι μυ­στι­κό, να πα­ρα­μέ­νει μυ­στι­κό.

Αυ­τή η κα­τά­στα­ση μου θυ­μί­ζει έ­να α­νέκ­δο­το α­πό τα πα­λιά ό­που πε­ρί­που έ­λε­γε ό­τι στρα­τιω­τι­κοί ε­γκέ­φα­λοι στην Τουρ­κί­α εί­χαν α­πο­φα­σί­σει να δη­μιουρ­γή­σουν έ­να α­πο­λύ­τως μυ­στι­κό α­ε­ρο­δρό­μιο, α­πό­λυ­τα κα­μου­φλα­ρι­σμέ­νο, για να ξε­κι­νούν α­πό ε­κεί σφο­δρές ε­πι­θέ­σεις ε­να­ντί­ον των Κούρ­δων. Προ­σπά­θη­σαν και ό­ντως κα­τά­φε­ραν να πε­τύ­χουν το τέ­λειο κα­μου­φλάζ. Ό­λα εί­χαν γί­νει με τον κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό τρό­πο. Ό­λα τα στε­γα­νά γύ­ρω α­πό τις πλη­ρο­φο­ρί­ες λει­τουρ­γού­σαν τέ­λεια, ό­λα πή­γαι­ναν κα­λά, έ­ως ό­του άρ­χι­σαν να α­κού­νε οι ε­πι­βά­τες του λε­ω­φο­ρεί­ου της γραμ­μής τον ει­σπρά­κτο­ρα να α­ναγ­γέλ­λει με ε­παγ­γελ­μα­τι­κό ύ­φος «Στά­σις Μυ­στι­κό Α­ε­ρο­δρό­μιο»!

Κά­πως έ­τσι μοιά­ζουν τα πράγ­μα­τα να εί­ναι με την υ­περ­μυ­στι­κή υ­πε­ρορ­γά­νω­ση «Ε».

Ό­πως και νά­χει, κα­τα­λή­γου­με πε­ρί­που ε­κεί που ξε­κι­νή­σα­με. Ό­τι η τη­λε­ό­ρα­ση εί­ναι έ­να πιά­το που μπο­ρεί να σου προ­σφέ­ρει για να φας την χει­ρό­τε­ρη σα­βού­ρα, μό­νο και μό­νο ε­πει­δή κα­τα­φέρ­νει αυ­τήν την σα­βού­ρα να στην σερ­βί­ρει με μο­σχο­μυ­ρι­στή πλα­στι­κή α­με­ρι­κά­νι­κη κέ­τσαπ.

Δυ­στυ­χώς εί­ναι έ­να μέ­σον που μας βο­η­θά να έ­χου­με ά­με­ση πρό­σβα­ση στις ει­κό­νες α­νά τον κό­σμο με έ­να «κλικ» του τη­λε­κο­ντρόλ. Η α­νά­γκη μας για οι­κο­νο­μί­α λοι­πόν σε ε­νέρ­γεια και η κό­πω­ση της η­μέ­ρας μάς α­να­γκά­ζει στην εύ­κο­λη λύ­ση. Αυ­τό το γνω­ρί­ζουν τα αρ­πα­κτι­κά της ΤV και γι’ αυ­τό φρο­ντί­ζουν τον α­νί­κα­νο για α­ντί­στα­ση ε­αυ­τό μας να τον φορ­τώ­σουν με κά­θε εί­δους δια­φη­μι­στι­κή κα­τα­να­λω­τι­κή σα­βού­ρα κα­θώς και με κά­θε εί­δους ψευ­δο­πλη­ρο­φό­ρη­ση. Η «πλη­ρο­φό­ρη­ση» αυ­τή τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, βλά­πτει σο­βα­ρά την υ­γεί­α και την ι­σορ­ρο­πί­α της νό­η­σής μας. Εί­δα­με στην αρ­χή την πε­ρί­πτω­ση του αν­θρώ­που, ό­που η τη­λε­ό­ρα­ση του προ­κά­λε­σε, ό­χι α­πλώς νο­η­τι­κές αλ­λά και ορ­γα­νι­κές δια­τα­ρα­χές.

Δυ­στυ­χώς ό­μως έ­τσι εί­ναι τα πράγ­μα­τα. Ε­άν έ­νας άν­θρω­πος τραυ­μα­τι­στεί α­πό κά­ποιον άλ­λον στο πό­δι ή στο χέ­ρι του, μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει δι­κα­στι­κά α­πο­ζη­μί­ω­ση. Οι ψυ­χι­κές ό­μως και νο­η­τι­κές βλά­βες που δη­μιουρ­γεί έ­να κα­κό μέ­σο ε­νη­μέ­ρω­σης δεν α­πο­ζη­μιώ­νο­νται και δεν υ­πάρ­χει νό­μος που να σε κα­λύ­πτει για να βρεις το δί­κιο σου.

Α­κό­μη και σ’ αυ­τούς που θέ­λουν να βρί­σκουν η­θι­κές δι­καιο­λο­γί­ες κα­λό θα εί­ναι να τους θυ­μί­σου­με ό­τι «ο δρό­μος προς την κό­λα­ση εί­ναι στρω­μέ­νος με κα­λές προ­θέ­σεις».

1 Ε­δώ ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρε­ται προ­φα­νώς στον γνω­στό πρω­τα­θλη­τή του ου­φο­λο­γι­κού τη­λε­μάρ­κε­τιν­γκ Λια­κό­που­λο (Σ.τ. Άρ­δην)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*