Άρδην τ.64

Κλέφτες και κλεφτόπουλα

Του Σάββα Παύλου Άρδην τ. 64

«Πάψε, Γιάννη μ’, τον πόλεμο, και πάψε το ντουφέκι,
να κατακάτσ’ ο κουρνιαχτός, να μετρηθή τ’ ασκέρι.
Μετρούντ’ οι Τούρκοι τρεις φορές
και λείπουν πεντακόσιοι·
μετρούνται τα κλεφτόπουλα
και λείπουν τρεις λεβέντες.
Του Μπουκουβάλα

Θα μιλήσω εν παραβολαίς, με παράδειγμα από άλλο έθνος: Στην περιοχή Ντιαρμπακίρ, το 1930 μ.Χ., ένας κοντόχοντρος και πανάσχημος Κούρδος, εν ώρα μέθης, ή για άλλους ιδιοτελείς λόγους, σκοτώνει έναν Κούρδο. Προσοχή: όχι Τούρκο ή μέλος των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, έναν άλλο Κούρδο, το θύμα μάλιστα είχε το δίκαιο με το μέρος του. Ο δράστης, για να αποφύγει την τιμωρία του τουρκικού κράτους, που για να γίνει σεβαστό πρέπει να επιβάλει τον νόμο σε όλη την επικράτειά του και επί όλων των υπηκόων του, καταφεύγει στα βουνά. Εκεί ζει νηστικός, βρόμικος και ρακένδυτος, οι τουρκικές δυνάμεις τον κυνηγούν συνεχώς αλλά αποδεικνύεται πολυμήχανος και αποτελεσματικός, δίνει μάχες ηρωικές και πάντα ξεφεύγει,  αφήνοντας κάθε φορά αρκετούς διώκτες του νεκρούς. Ύστερα από δέκα χρόνια στα απόκρημνα βουνά του Κουρδιστάν, πεθαίνει από μια συνηθισμένη ίωση. Όμως, στα κουρδικά τραγούδια και στις λαϊκές αφηγήσεις που δημιουργούνται κατά την περίοδο της δράσης του, ή, ακόμη, μετά τον θάνατό του, η εικόνα του είναι εκείνη ενός πανέμορφου αρχάγγελου εκδικητή, που πάντα ήταν εκφραστής του δικαίου και της αρετής, που για χρόνια χτυπά ανίκητος τους Τούρκους, ήρωας που πεθαίνει μάλιστα σε μάχη με υπέρτερους εχθρούς.
Λοιπόν, θα ήταν πολύ μίζερη η εικόνα ενός απομυθοποιητή ιστορικού, που μόνο θα επέμενε και θα τόνιζε ότι ο περί ου ο λόγος ήταν κοντός, χοντρός και άσχημος, ότι πέθανε από αρρώστια, ότι προηγουμένως συνεργαζόταν με τις τουρκικές αρχές, ότι βγήκε στα βουνά για να γλιτώσει την εκτέλεση, ότι ο πρώτος άνθρωπος που σκότωσε ήταν Κούρδος, ή ότι, ακόμη, πριν βγει στα βουνά, έπαιρνε δανεικά κι αγύριστα από τους συμπατριώτες του κ.λπ. κ.λπ. Θα ήταν πράγματι μίζερος αυτός ο ιστορικός αν δεν κατανοούσε και δεν περιέγραφε το πιο σημαντικό, ότι ο μύθος που φτιάχτηκε γύρω από το άτομο του αντάρτη αυτού εξέφραζε τα βαθύτερα αισθήματα του λαού του, γιατί, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, τα προηγούμενα και τις εξελίξεις, εντέλει, με τη στάση του, αποτελούσε την ένσαρκη αμφισβήτηση και αντίσταση σε ένα καθεστώς που καταπίεζε και εξευτέλιζε τον λαό του.
Στα δικά μας τώρα: Η απομυθοποιητική επέλαση επί της ελληνικής ιστορίας συνεχίζεται. με πολλούς πολιορκητικούς κριούς, διάφοροι ιστορικοί επελαύνουν για να ανοίξουν πύλες κλειστές, ν’ ανοίξουν νέους δρόμους στη σκέψη, εντέλει να μας ανοίξουν τα μάτια, αποκαλύπτοντας δεδομένα νέα, που λειτουργούν απομυθοποιητικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ιστορικός μάς τονίζει ότι οι Κλέφτες δεν ήταν σύμφωνοι με την ωραιοποιημένη εικόνα που διαιωνίζεται από τους παρωχημένους και μυθομανείς. Είχαν λερωμένες φουστανέλες, ήταν άξεστοι,  αγράμματοι και προληπτικοί, μας αποκαλύπτει άλλος μείζων απομυθοποιητής, και είχαν αρπακτικές διαθέσεις, κτυπούσαν και έκλεβαν Έλληνες και Τούρκους, έρχονταν σε επαφή και συναλλαγές με τους Οθωμανούς. Και μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού ως ανεπίδεκτους μαθήσεως, που δεν μπορούμε να μεταλάβουμε την αλήθεια που προσφέρουν και, έτσι, διαιωνίζουμε ιστορικούς μύθους.
Κλέφτες ήταν οι άνθρωποι και οι κλέφτες κλέβουν από όπου μπορούν και από Έλληνες και από Τούρκους. Και, φυσικά, στα όρη και στα φαράγγια, δεν μπορούσαν να έχουν ολοκάθαρη και σιδερωμένη φουστανέλα, σαν τους τσολιάδες στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Ούτε και οίκοι μόδας υπήρχαν τότε για να δώσουν έναν αέρα εκσυγχρονισμού στο κλέφτικο λουκ, στο πώς θα έραβαν τις φουστανέλες τους, πώς θα τακτοποιούσαν τα φέσια και τα τσαπράζια τους. Όσον αφορά το άξεστο και την πίστη των Κλεφτών σε προλήψεις: μπορεί μερικοί ιστορικοί να προσπαθήσουν έντεχνα να μας πείσουν ότι οι δικοί τους πρόγονοι, την ίδια εποχή,  το 1750 μ. Χ. παραδείγματος χάρη ήταν εκλεπτυσμένοι, με κλειδοκύμβαλο στο σαλόνι τους, και οι προγιαγιάδες τους μυλαίδες με έξωμες τουαλέτες  και οι προπάπποι τους με μεταπτυχιακά στο  London School of Economics, όμως δεν μας το έχουν αποδείξει ακόμη και οι ιστορικές μελέτες τεκμηριώνουν ότι η κοινωνία από την οποία προέρχονταν οι Κλέφτες στο ίδιο περίπου επίπεδο προλήψεων και αναλφαβητισμού βρισκόταν.
Οι Κλέφτες, ταλαιπωρημένοι και βρόμικοι, με ξεσχισμένα ρούχα, έδιναν τον αγώνα της επιβίωσης, κυνηγημένοι, ενίοτε νηστικοί, άλλοτε σε λημέρια και άλλοτε εν διαρκεί κινήσει για να αποφύγουν τον θάνατο που κουβαλούσαν οι διώκτες τους. Το πιο σημαντικό όμως με τους Κλέφτες ο ιστορικός δεν  το αναδεικνύει: Όποιους και να χτυπούσαν, η ύπαρξή τους αποτελούσε πρωτίστως την ένσαρκη αμφισβήτηση της οθωμανικής εξουσίας και δεσποτείας. Ακόμη, όσον αφορά τις διακυμάνσεις της κλέφτικης συνείδησης και τις σχέσεις της με τον πέραν του χώρου της ευρύτερο ιδεολογικό αγώνα, που συσσωμάτωνε ποικίλα δεδομένα (από τις ανατρεπτικές ιδέες που κυκλοφορούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο μέχρι την άνοδο νέων στρωμάτων και τις οικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία της οθωμανικής επικράτειας): όταν οι συγκυρίες επέτρεψαν να εκδηλωθεί η Επανάσταση του 1821, αυτοί υπήρξαν ένα από τα βασικά ένοπλα σώματά της. Με όρους της κυβερνητικής, το μικροσύστημα των Κλεφτών, που κυρίως έβλεπε, και προσαρμοζόταν με τα δεδομένα της τοπικής μικροκοινωνίας την οποία γνώριζαν και στην οποία ζούσαν (κλοπές, διαφυγή, ανταγωνισμοί και αντιπαλότητες με τοπικές οθωμανικές αρχές, παράγοντες της περιοχής τους, αρματωλούς  και άλλους κλέφτες) εντάχθηκε αβίαστα στο μεγασύστημα της Επανάστασης, που ανέτρεπε μείζονα και εισήγαγε μείζονα. Την ώρα την πρέπουσα, οι Κλέφτες έπαιξαν τον επαναστατικό τους ρόλο εναντίον της οθωμανικής αυθαιρεσίας και καταπίεσης, έδωσαν τον αγώνα τον καλόν. Ένας λοιπόν ιστορικός που σέβεται τον εαυτό του δεν πρέπει μόνο να αποκαλύπτει  διάφορα επιμέρους,  της ιστορικής αλήθειας και να απομυθοποιεί (και στο σημείο αυτό θα λέγαμε απλώς: πολύ καλά κάνει), αλλά και να επεξηγεί το πρωταρχικό: γιατί δημιουργείται ο μύθος και γιατί διαιωνίζεται. Η ερμηνεία του μύθου μπορεί να αποτελέσει το σημαντικότερο στοιχείο  της ιστορικής αυτογνωσίας μας.
Με βάση όλα αυτά για τα κύρια σημεία του θέματος (συνεχής αμφισβήτηση του νόμου και της τάξης της υπέρτατης οθωμανικής εξουσίας, καίρια συμβολή στην Επανάσταση του 1821), δεν με εκπλήττει που ωραιοποιείται η εμφάνιση των Κλεφτών στα δημοτικά τραγούδια και την επώνυμη λογοτεχνία που ακολουθεί. Ούτε γιατί, στο λαϊκό αίσθημα και τη λαϊκή αντίληψη,  διαιωνίζεται η εικόνα που μερικοί προσπαθούν να καταρρίψουν. Ούτε γιατί όλοι οι μεγάλοι ποιητές μας επιμένουν στην αγγελική ιδιοσυστασία των Κλεφτών, την αναδεικνύουν συνεχώς, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα με τις επελάσεις των απομυθοποιητών.
Ναι σαν αρχαγγέλους, πανέμορφους και με φωτοστέφανο, πρέπει να εικονοποιούμε τους Κλέφτες, γιατί και με τη δική τους συμβολή δημιουργήθηκε η νεότερη Ελλάδα, που η κοινωνία της δίνει το βάθρο ακόμη και σε διάφορους ιστορικίσκους για να κάνουν θεαματικές απομυθοποιητικές πιρουέτες και, ενώ αγνοούν το δάσος, να γράφουν συνεχώς για το ένα και μοναδικό δέντρο που τους «δένει» τα μάτια.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*