Uncategorized, Διεθνή, Ρήξη φ. 124

Βραζιλιάνικο πραξικόπημα

Το παρασκήνιο και οι μεθοδεύσεις γύρω από την πολιτική κρίση που ξέσπασε στην Βραζιλία

Ένα άκρως βραζιλιάνικο πραξικόπημααα

Του Κόλιν Χάλιναν από τη Ρήξη φ. 124

Σε πρώτη ανάγνωση, η μομφή κατά της προέδρου της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρούσεφ μοιάζει με φαρσοκωμωδία παλαιάς κοπής.
Για παράδειγμα, ο Εντουάρντο Κούνια, ο πρόεδρος της Κάτω Βουλής που οργάνωσε την πρόταση μομφής έχει εξαναγκαστεί σε παραίτηση για τα 16 εκατ. δολάρια που είχε διοχετεύσει σε μυστικούς λογαριασμούς σε ελβετικές και αμερικανικές τράπεζες. Ο αντικαταστάτης του Κούνια, Βαλντίρ Μαρανιάο, εμπλέκεται στο σκάνδαλο διαφθοράς της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Πέτρομπρας.
Ο πρώην αντιπρόεδρος και νυν υπηρεσιακός πρόεδρος, Μισέλ Τέμερ, έχει καταδικαστεί για εκλογική απάτη και είναι επίσης μπλεγμένος στο σκάνδαλο της Πέτρομπρας. Το ίδιο ισχύει και για τον πρόεδρο της Γερουσίας, Ρενάν Καλιέρος, ο οποίος κατηγορείται επίσης για φοροδιαφυγή.
Στην πραγματικότητα, οι μισοί και πλέον από τους βουλευτές της Βραζιλίας ελέγχονται για κάποιο θέμα διαφθοράς. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει τίποτε αστείο σχετικά με το τι θα σημάνει η υπόθεση της απώλειας της εξουσίας από τη Ρούσεφ και το αριστερό Κόμμα Εργατών για τα 35 εκατ. των Βραζιλιάνων που βγήκαν από το επίπεδο της φτώχειας την τελευταία δεκαετία ή για τα 40 εκατ. της νεοδημιουργηθείσας μεσαίας τάξης (μιλάμε για το ένα πέμπτο του πληθυσμού της Βραζιλίας).
Ενώ ήταν η ύφεση της έβδομης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη που άναψε το φιτίλι της μομφής κατά της κυβέρνησης, η ίδια η κρίση έχει τις ρίζες της στη φύση των βραζιλιάνικων ελίτ, στους σε βάθος διεφθαρμένους πολιτικούς θεσμούς της χώρας και στο ζωντανό ακόμη μακρύ χέρι της στρατιωτικής δικτατορίας, που κυβέρνησε τη χώρα από το 1964 ως το 1985.

Μετατόπιση προς τα δεξιά

Με δεδομένο το γεγονός ότι οι κατηγορίες κατά της Ρούσεφ δεν περιλαμβάνουν εμπλοκή της σε διαφθορά ή δεν στοιχειοθετούν καν έγκλημα (αν το μαγείρεμα των βιβλίων πριν κάθε εκλογική αναμέτρηση ήταν παράνομο, τότε κάθε πολιτικός στον πλανήτη θα έπρεπε να βρίσκεται στο εδώλιο), είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την μομφή εναντίον της ως οτιδήποτε άλλο πέρα από πολιτικό πραξικόπημα. Ακόμη και ο κεντροδεξιός Εκόνομιστ, από τους μόνιμους επικριτές της Ρούσεφ, γράφει πως, με την πλήρη απουσία αποδείξεων τελέσεως εγκληματικής ενέργειας, η μομφή είναι άνευ λόγου και δείχνει πως πρόκειται για μια πρόφαση απομάκρυνσης μίας μη δημοφιλούς προέδρου.
Οι υποψίες ενισχύονται τα μέγιστα από τις πράξεις του νέου προέδρου. Ο Τέμερ εκπροσωπεί το κεντροδεξιό Κόμμα του Δημοκρατικού Κινήματος της Βραζιλίας (PMDB), το οποίο μέχρι πρόσφατα βρισκόταν σε μια ιδιότυπη συμμαχία με το Κόμμα Εργατών της Ρούσεφ. Με το που ασκήθηκε μομφή στη Ρούσεφ από τη Γερουσία και βρέθηκε εκτός εξουσίας για 180 μέρες, ο Τέμερ έκανε μια απότομη στροφή προς τα δεξιά, διορίζοντας μια σειρά από υπουργούς που προέρχονται από τα σκοτεινά χρόνια της βραζιλιάνικης δικτατορίας. Είναι όλοι λευκοί, άνδρες, με στενές σχέσεις με τις ιστορικές ελίτ της χώρας. Όλα αυτά σε μια Βραζιλία που το 51% των κατοίκων δηλώνουν νέγροι ή μιγάδες.
Το καλύτερο είναι ότι τουλάχιστον έξι από αυτούς τους υπουργούς εμπλέκονται στο σκάνδαλο της Πέτρομπρας. Ο Τέμερ ανακοίνωσε αμέσως την ύπαρξη ενός προγράμματος που θα «αναμορφώσει» τους εργασιακούς νόμους και τις συντάξεις, εννοώντας ότι θα περάσει νομοσχέδια περιορισμού της δύναμης των σωματείων και μείωσης των συντάξεων. Ο νέος υπουργός οικονομικών, Ενρίκε Μεϊρέλες, που έχει χρηματίσει διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας της Βραζιλίας και πρόεδρος της Τράπεζας της Βοστώνης στις ΗΠΑ, ανήγγειλε πως ενώ προγράμματα υπέρ των φτωχών «τα οποία δεν επιβαρύνουν και πολύ τον προϋπολογισμό, θα διατηρηθούν –όπως το δημοφιλές και άκρως επιτυχημένο πρόγραμμα «πορτοφόλι της οικογένειας» που έβγαλε δεκάδες εκατομμύρια πολιτών από το επίπεδο της φτώχειας– κάποια άλλα προγράμματα του Κόμματος Εργατών θα εγκαταλειφθούν.
Η νέα κυβέρνηση προωθεί ήδη νομοσχέδια που σκοπό έχουν τον περιορισμό κανονισμών που προστατεύουν το περιβάλλον και τους ιθαγενείς και έχει διορίσει υπουργούς με κατάπτυστο παρελθόν και στους δύο τομείς. Για παράδειγμα, ο νέος υπουργός Γεωργίας, Μπλέρο Μάτζι, είναι ένας μεγαλοκτηματίας που καλλιεργεί σόγια και έχει συμβάλει προσωπικά στην καταστροφή τεραστίων εκτάσεων τροπικού δάσους στον Αμαζόνιο για την επέκταση των καλλιεργειών του. Η αρχική επιλογή του Τέμερ για υπουργό Επιστημών ήταν ένας ευαγγελιστής πάστορας που δεν πιστεύει στη θεωρία της εξέλιξης. Ο Τέμερ συγχώνευσε επίσης τα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού, προκαλώντας τις αντιδράσεις καλλιτεχνών, κινηματογραφιστών και μουσικών.

Διαφθορά και ασυναρτησία

Η Βραζιλία υπήρξε ανέκαθεν μια χώρα με ακραίες αντιθέσεις μεταξύ πλουσίων και φτωχών και οι εντόπιες ελίτ έχουν αμαρτωλό παρελθόν σε σχέση με τη χρήση βίας και εκφοβισμού κατά του πληθυσμού. Οι βορειοανατολικές επαρχίες της παραδοσιακά κυριαρχούνται από τους ολιγάρχες που στήριξαν το πραξικόπημα του 1964 και επέβαλαν το μεταδικτατορικό σύνταγμα.
Η πολιτική δύναμη κατανέμεται ανισόρροπα στις αγροτικές περιοχές, όπου κάνει κουμάντο το πανίσχυρο καρτέλ των μεγαλοκτηματιών. Έτσι, οι τρεις φτωχότερες επαρχίες της χώρας, οι οποίες κυριαρχούνται καθ’ ολοκληρία από τους κτηματίες, ενώ κατοικούνται από τα 2/5 του πληθυσμού, εκλέγουν αντιπροσώπους για τα 2/3 των εδρών της Γερουσίας.
Κατά τον ιστορικό Πέρυ Άντερσον, το πολιτικό σύστημα της Βραζιλίας σχεδιάστηκε «για να εξουδετερώσει κάθε δημοκρατική πιθανότητα διαμόρφωσης λαϊκής βούλησης που θα απειλήσει τις τεράστιες ανισότητες της βραζιλιάνικης κοινωνίας».
Η βουλή της Βραζιλίας είναι διαιρεμένη σε 35 διαφορετικά κόμματα, πολλά από αυτά χωρίς καμία συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία. Η βουλή εκλέγεται στη βάση της αναλογικής εκπροσώπησης αλλά με μια ιδιαιτερότητα: Υπάρχει και ένα σύστημα ανοιχτής λίστας, σύστημα με το οποίο οι εκλογείς μπορούν να επιλέξουν οποιονδήποτε υποψήφιο. Άρα το κλειδί στην εκλογή κάποιου υποψηφίου στη Βραζιλία είναι η αναγνωρισιμότητα και για να επιτευχθεί αυτό απαιτούνται πάρα πολλά χρήματα. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από τις εντόπιες ελίτ, όπως είναι οι ολιγάρχες στα ΒΑ της χώρας.
Λόγω της πληθώρας κομμάτων, ο σχηματισμός κυβέρνησης είναι πολύ δύσκολος. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι το εξής: Ένα μεγάλο κόμμα σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού προσφέροντας υπουργεία σε μικρότερα κόμματα. Η διαδικασία αυτή όχι μόνο ενισχύει τη διαφθορά –διότι το κάθε κόμμα γνωρίζει ότι πρέπει να συγκεντρώσει πολλά χρήματα για την εκλογική διαδικασία–, αλλά έχει ως αποτέλεσμα και την πολιτική ασυναρτησία στις κυβερνήσεις συνεργασίας.
Το 2002, με την εκλογική νίκη του Κόμματος Εργατών, ο πρόεδρός του, Λούλα ντα Σίλβα, δεν ήταν διατεθειμένος να βάλει νερό στο κρασί του προγράμματος του κόμματός του, σχηματίζοντας κυβέρνηση συνεργασίας με ιδεολογικούς του αντιπάλους – παρ’ όλα αυτά, το κόμμα του χρειαζόταν συνεργασία για να κυβερνήσει. Η λύση που βρέθηκε ήταν ο ουσιαστικός χρηματισμός βουλευτών με ένα σχέδιο που ονομάστηκε mensalao (μηνιαίες πληρωμές) και αποκαλύφθηκε το 2005. Με την αποκάλυψη των πληρωμών αυτών, το Κόμμα Εργατών δεν είχε άλλη επιλογή από την υιοθέτηση του παλιού συστήματος της παραχώρησης υπουργείων, σε αντάλλαγμα της ψήφου εμπιστοσύνης. Κάπως έτσι εισήλθε στο πολιτικό σκηνικό ο Τέμερ και το PMBD.
Ορμώμενη από τη ζημιά που είχαν κάνει οι αποκαλύψεις για τις πληρωμές βουλευτών στη φήμη του προέδρου Ντα Σίλβα και του κόμματός του, η Δεξιά άδραξε την ευκαιρία να ανατρέψει την Αριστερά. Παραδόξως, η δημοτικότητα του Ντα Σίλβα και η επιτυχία των προγραμμάτων του για την καταπολέμηση της φτώχειας κράτησαν το Κόμμα Εργατών στην εξουσία. Ο Ντα Σίλβα κέρδισε με μεγάλη διαφορά και τις επόμενες εκλογές το 2006 και η διάδοχός του, Ρούσεφ, επανεξελέγη άνετα τόσο το 2010 όσο και το 2014.

Ένα άκρως βραζιλιάνικο πραξικόπημα

Με λίγα λόγια, οι βραζιλιάνικες ελίτ δεν μπόρεσαν να κερδίσουν στις εκλογές. Έτσι, αυτό που δεν κατάφεραν να αποσπάσουν εκλογικά, θα επιχειρούσαν να αρπάξουν πραξικοπηματικά. Αρχικά, τα ελεγχόμενα από τις ελίτ ΜΜΕ και οι κομματικοί τους μηχανισμοί ξεκίνησαν μια εκστρατεία προπαγάνδισης του γεγονότος ότι κάποια στελέχη του Κόμματος Εργατών εμπλέκονταν σε σκάνδαλα διαφθοράς και ειδικότερα στην υπόθεση δωροδοκίας της Πέτρομπρας. Η ίδια η Ρούσεφ ήταν πρόεδρος της Πέτρομπρας πριν εκλεγεί πρόεδρος. Έτσι, ενώ δεν φαίνεται να έχει εμπλακεί στην υπόθεση της δωροδοκίας, το όλο σκάνδαλο συνέβη κατά τη διάρκεια της θητείας της.
Η Πέτρομπρας δεν είναι μια τυχαία εταιρεία. Μιλάμε για την τέταρτη μεγαλύτερη εταιρεία παγκοσμίως. Κατασκευάζει πετρελαιοφόρα πλοία, πλωτές εξέδρες άντλησης πετρελαίου και διυλιστήρια. Η απίστευτη επέκτασή της δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για ένα όργιο δωροδοκιών, που υπολογίζεται πως αγγίζουν τα τρία δισ. δολάρια. Εννέα κατασκευαστικές εταιρείες ενέχονται στο σκάνδαλο μαζί με περίπου πενήντα πολιτικούς, νομοθέτες και κυβερνήτες επαρχιών που ανήκουν τόσο στο PMDB όσο και στο Κόμμα Εργατών.
Μάλλον, το μεγαλύτερο λάθος της Ρούσεφ ήταν το ότι κατέβηκε στις εκλογές του ’14 με μια ξεκάθαρη πλατφόρμα αντι-λιτότητας, για να αλλάξει κατεύθυνση και να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες αμέσως μετά την εξασφάλιση της εκλογής της. Η οικονομία της Βραζιλίας βρισκόταν ήδη σε ύφεση και η λιτότητα έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Το σκάνδαλο του 2005 είχε ήδη κοστίσει στο Κόμμα Εργατών ένα μεγάλο ποσοστό των ψήφων της μεσαίας τάξης και η λιτότητα του ‘14 αποξένωσε και χιλιάδες ψηφοφόρους του κόμματος που προέρχονταν από την εργατική τάξη.
Φαίνεται πως πιθανότατα ήταν η απόφαση της Ρούσεφ να δώσει το πράσινο φως στην εισαγγελική έρευνα για το σκάνδαλο Πέτρομπρας, που έδωσε το έναυσμα στους εχθρούς της να χτυπήσουν πρώτοι, πριν η ανάκριση αποκαλύψει την εμπλοκή πολιτικών ηγετών και πλουσίων ιδιοκτητών κατασκευαστικών εταιρειών. Ο ίδιος ο υπουργός Θεμάτων Διαφθοράς του Τέμερ πιάστηκε από κάμερα να σκευωρεί προτείνοντας τη χρησιμοποίηση της πρότασης μομφής κατά της προέδρου για να εκτρέψει τις ανακρίσεις μακριά από χρηματοδότες του PMDB και έχει παραιτηθεί.
Σίγουρα η εκστρατεία κατά της Ρούσεφ ήταν καλά μελετημένη. Τα ελεγχόμενα από κάποιες πλούσιες οικογένειες βραζιλιάνικα ΜΜΕ πρωτοστάτησαν στις επιθέσεις. Σύμφωνα με την οργάνωση Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα, ο ρόλος των ΜΜΕ ήταν ξεκάθαρα προκατειλημμένος και η ατζέντα κατά της Ρούσεφ ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ο δικαστής Σέρζιο Μόρο, πρόσωπο-κλειδί στην έρευνα Πέτρομπρας, διέρρευσε τεχνηέντως στον Τύπο μαγνητοφωνημένες συνομιλίες που υποτίθεται έκαιγαν τους Ντα Σίλβα και Ρούσεφ.
Αν λάβει κανείς υπόψη του τη σύνθεση της βραζιλιάνικης Γερουσίας, είναι πολύ πιθανό η Ρούσεφ να καταδικαστεί και να παυθεί από πρόεδρος. Φαίνεται επίσης πως ο Τέμερ, ο οποίος δεν έχει καμία λαϊκή υποστήριξη, θα επιχειρήσει την περικοπή πολλών από τα προγράμματα που μείωσαν δραστικά το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών στη χώρα.

Στα σχοινιά

Το στοίχημα στη Βραζιλία είναι μεγάλο και δεν αφορά μόνο τη δημοκρατία. Η οικονομία της χώρας παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα και έχει συρρικνωθεί κατά 3,7% σε σχέση με πέρυσι. Οι τιμές των αγαθών έχουν πέσει διεθνώς λόγω της ύφεσης που αντιμετωπίζει η κινέζικη οικονομία. Το εξωτερικό χρέος της Βραζιλίας αυξάνεται συνεχώς, αν και αυτήν τη στιγμή αγγίζει το ήμισυ αυτού της Ιταλίας και η ανεργία στη χώρα είναι σχετικά χαμηλή συγκρινόμενη με τις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης.
Μια επιστροφή στις πολιτικές λιτότητας που κατέστρεψαν τις οικονομίες σ’ ολόκληρο το Νότο στα ’80 και ’90 –και οι οποίες καταστρέφουν τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου σήμερα– θα ήταν ολέθρια. Η χειρότερη πολιτική που μπορεί να ακολουθήσει κανείς εν μέσω οικονομικής ύφεσης είναι να περιορίσει τις δαπάνες, διότι ακινητοποιεί την οικονομία και τη σπρώχνει σε μία σπείρα ολοένα μεγαλύτερου χρέους.
Προς στιγμήν, το Κόμμα Εργατών βρίσκεται στα σχοινιά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει ξοφλήσει. Ας μην ξεχνάμε ότι διαθέτει 500 χιλιάδες μέλη και η νέα κυβέρνηση θα τα βρει δύσκολα στην προσπάθειά της να πάρει πίσω πράγματα από ανθρώπους που τα έχουν πλέον συνηθίσει. Κάπως δύσκολα 35 εκατομμύρια άνθρωποι θα επιστρέψουν στην προγενέστερη κατάσταση πλήρους ένδειας χωρίς μάχη.
Μια από τις πρώτες κινήσεις του Τέμερ ήταν να γεμίσει τη χώρα με 100 χιλιάδες γιγαντοαφίσες με το σύνθημα: «Μη μιλάς για την κρίση. Δούλευε!». Το παραπάνω ακούγεται κάπως σαν «Βούλωσέ το!» και οι Βραζιλιάνοι μάλλον δεν είναι και οι πλέον σιωπηλοί τύποι, ειδικά όταν η κυβέρνηση που προσπαθεί να επιβάλει αιματηρές περικοπές δεν έχει καν εκλεγεί. Η απαίτηση για νέες εκλογές είναι βέβαιο ότι θα ενισχυθεί, αν και η κυβέρνηση Τέμερ θα κάνει τα πάντα για να τις αποφύγει. Το σίγουρο είναι ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει αναμέτρηση.

Ένα Σχόλιο

  1. Χάριν πληρότητας, θα έπρεπε να αναφερθεί στο άρθρο ότι μία από τις πρώτες πράξεις της Ρούσσεφ αμά τη ανόδω της στην εξουσία ήταν να διορίσει τον τέως πρόεδρο Λούλα υπουργό ώστε να απολαμβάνει ασυλίας σε ενδεχόμενη δικαστική διαμάχη ή ποινική δίωξη. Νομίζω είναι σχετικό με το θέμα. Ευχαριστώ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*