Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 125

cineρηξη: Σκοτεινές ψυχές (Anime nere)

http://ir0.mobify.com/1200/http://myfilm.gr/v2/images/stories/2014/anime-nere/Images/anime-nere_0006.png

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 125

Οι Σκοτεινές ψυχές του Φραντζέσκο Μούντζι συγγενεύουν με την τραγωδία. Σε έναν τόπο όπου τα δάκρυα στεγνώνουν σαν τα ξεροπόταμα που τον διασχίζουν, οι άνθρωποι γίνονται σαν αγκάθια ξεραμένα. Η ταινία προέρχεται από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζιοακίνο Κριάκο, γεννημένου στο Άφρικον της Καλαβρίας, στις ανατολικές υπώρειες του Ασπρομόντε, εκεί όπου η Καλαβρία, μια από τις φτωχότερες περιοχές της Ιταλίας, βρέχεται από το Ιόνιο. Η ταινία είναι γυρισμένη επί τόπου, στο παλιό εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό Άφρικον.
Ο Ρόκο και ο αδερφός του Λουίτζι ζουν στο Μιλάνο. Οικοδομικές επιχειρήσεις, νυχτερινά κέντρα, πορνεία και ναρκωτικά είναι οι δουλειές τους. Μαφιόζοι χωρικοί από τον Νότο. Μικρά ψάρια. Πίσω στο χωριό τους, στις πλαγιές του Ασπρομόντε, ζει ο πρεσβύτερος αδερφός τους ο Λουτσιάνο, ο οποίος αρνείται να συμμεριστεί τις μαφιόζικες δουλειές τους. Έχει το κοπάδι του με τα πρόβατα και τα κτήματα, αγρότης και τσοπάνης σαν τον πατέρα τους. Τον πατέρα τους που έπεσε από τις σφαίρες της ισχυρής στην Καλαβρία Ντράγκεντα. Ο Λουτσιάνο –όπως και οι άλλοι δύο που έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους– προσπαθεί να ξεχάσει. Μα το αίμα νερό δεν γίνεται. Κι αν ο ίδιος λουφάζει, ο Λέο, ο άρτι ενηλικιωθείς γιος του, διψάει για εκδίκηση. Δεν θέλει να ζήσει στο χωριό και θαυμάζει τους επιτυχημένους του θείους. Μεσ’ τη νεανική του αστοχασιά, με το αίμα να διψάει εν τέλει για αίμα, προκαλεί την Ντράγκεντα και το σκάει στο Μιλάνο. Ο αρχιμαφιόζος ζητάει από τον πατέρα του παιδιού ικανοποίηση. Καθώς οι ψυχές και ο τόπος σκοτεινιάζουν ολοένα και πιο πολύ, οι δύο αδερφοί, που οι δουλειές τους μεγάλωσαν και φτάσαν στην Αμερική, σπεύδουν από το Μιλάνο στα πάτρια, με σκοπό να ανοίξουν τις δουλειές τους εκεί και να χτυπήσουν-αντικαταστήσουν την Ντράγκεντα, την τοπική Μαφία. Το σκηνικό της τραγωδίας έχει ήδη στηθεί. Ο πόλεμος κηρύχθηκε και όλοι θα ματώσουν. Το τέλος επιφυλάσσει μια ανατροπή, που τρέπει αυτό το «γουέστερν ασπρομοντάνο», όπως το ονομάζει ένας Ιταλός σχολιαστής, σε ατόφια τραγωδία.
Από την εποχή κιόλας του Λάκι Λουτσιάνο (1973) του Φραντζέσκο Ρόζι, ο ιταλικός κινηματογράφος έχει δώσει πολλές ιστορίες της Μαφίας και επιστρέφει σε αυτές –θυμηθείτε το εξαιρετικό φίλμ του Ματέο Γκαρόνε Γόμορρα (2008)– όχι μόνο για να βυθιστεί σε αρχέγονες ιστορίες διαφθοράς, αίματος, εκδίκησης και –γιατί όχι;– ηρωισμού, αλλά και για να επιστρέψει στον Νότο, μια περιοχή όπου εντονότερα συναντά κανείς αρχέγονες συμπεριφορές και αυθεντικότερη την ταυτότητα ενός προβιομηχανικού κόσμου. Αυτού του είδος το «γουέστερν», που εδώ είναι στην κυριολεξία «σάουθερν» (νότιο), δίνει, νομίζω, και τον παλμό της επιστροφής –ή της αναζήτησης– μιας ταυτότητας, μιας ιθαγένειας. Δεν είναι συμπτωματικό ότι σε αυτό το είδος επιστρέφει συχνά τελευταία και ο αμερικανικός κινηματογράφος. Η χολιγουντιανή Επιστροφή (2015) του Ιναρίτου ή οι οι Μισητοί οκτώ (2015) του Ταραντίνο ή το Τσεκούρι από κόκαλο (2015) –δες παρακάτω– ή ακόμα ακόμα στα καθ’ ημάς, η Χειμερία νάρκη (2014) στην Καππαδοκία του Τσεϊλάν ή η Άνδρος, η Μικρά Αγγλία (2013) του Βούλγαρη, καταγράφουν μια τάση ενδοσκόπησης, μέσα στην κρίση, που πρώτα γράφει στον κινηματογράφο για να ακολουθήσει η προφάνεια της πολιτικής. Είναι δε σημασίας άξιον ότι καμμία από αυτές τις ταινίες δεν έχει αίσιον τέλος. Η γενική σφαγή ή η εκπόρθηση και αιματηρή άλωση των αισθημάτων είναι το φινάλε σε όλα αυτά τα έργα. Σαν ο θρήνος να καταπίνει την Ιστορία, να την πνίγει στο αίμα –την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές π.χ., η Νίκαια (νότος κι αυτή!) θρηνεί δεκάδες θύματα τη μέρα της επετείου της Βαστίλης.
Για να μείνουμε όμως στην ταινία του Μούντζι, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να ζωντανέψει έναν κόσμο ζωντανών νεκρών. Άνθρωποι αμίλητοι, ήρεμοι εξωτερικά, μαινόμενοι από μέσα, που εκφράζουν ό,τι αισθάνονται σιωπηλά, χωρίς λόγια, σαν την ταραντέλα που χορεύουν στο τσιμπούσι-αραβώνα-επίδειξη στο έρημο χωριό, οδηγούνται λίγο λίγο στην απόλυτη συντριβή. Το βάρος του αίματος, της ιστορίας, του τόπου του ίδιου, τους συντρίβει. Η ταινία κατάφερε να εντάξει τόσο οργανικά τους πρωταγωνιστές της σ’ αυτό το μουντό τοπίο του Ασπρομόντε, ώστε όλοι τους έγιναν χωρικοί του Άφρικον στο τέλος, πρόσωπα τυλιγμένα σε έναν ανέκφραστο θρήνο. Ο κάπως πιο ντελικάτος και κομψευόμενος Ρόκο, τον παίζει ο Πεπίνο Ματζότα, ο μπρούτος μαφιόζος Λουίτζι, στον ρόλο ο Μάρκο Λεονάρντι, ο αμίλητος Λουτσιάνο, ο μεγαλύτερος, που παίρνει στο τέλος πάνω του όλο το άγος, τον υποδύεται ο Φαμπρίτσιο Φερακάνε, και ο εξίσου αμίλητος νεαρός Λέο, που διψά για τη μεγάλη ζωή της πόλης, ο Τζουζέπε Φούμο εδώ, όλοι τους δένουν σε έναν πειστικό θίασο Καλαβρών. Το ίδιο και οι γυναίκες του θιάσου, η Μπάρμπορα Μπομπούλοβα, που παίζει τη Βαλέρια, τη γυναίκα του Ρόκο, η Άννα Φερούτζο, η Αντόνια, γυναίκα του Λουτσιάνο και η αυθεντική Σισιλιάνα Αουρόρα Κατρότσι, που δίνει με τέλεια εκφραστικότητα τη γριά μάνα, τη χαροκαμένη Ρόζα.
Η ταινία βραβεύτηκε με κάμποσα ιταλικά βραβεία Ντονατέλο, μεταξύ αυτών καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου –το έχει γράψει ο σκηνοθέτης μαζί με τον Κριάκο, συγγραφέα του βιβλίου. Οι μνήμες του Καλαβρού Κριάκο σίγουρα βοήθησαν τον Ρωμαίο Μούντζι να μπει ευκολότερα στο γνοφώδες κλίμα αυτών των αμίλητων και σκοτεινών ψυχών. Και το φινάλε είναι σαν να σου δαγκώνει την καρδιά.
Η ταινία, έτσι για την ιστορία, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας και στη Θεσσαλονίκη, το 2014, και είχε τρεις υποψηφιότητες για χρυσές σφαίρες, το 2015.

(Η ταινία έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει τον Αύγουστο).

featured_la-belle-saison-e1436284089374

Η ομορφότερη εποχή

Σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, Η ομορφότερη εποχή (La belle saison) της Κατρίν Κορσινί μας φέρνει για δεύτερη φορά στη φετεινή σεζόν, μετά το Κάρολ (2015) του Τοντ Χέινς, ένα ζευγάρι ερωτευμένων γυναικών στις οθόνες. Μοιάζει η επιτυχία του Ζωή της Αντέλ (2013) να έφερε μια κάποια μόδα. Η παλινδρόμηση του σινεμά προς την ταυτότητα, που λέγαμε πριν, έχει και το αντίρροπό της: την επιμονή στην απελευθέρωση του φύλου, στις ακρώρειες της σεξουαλικής απελευθέρωσης του ‘70. Τα ζευγάρια των ανδρών, άλλωστε, έχουν προ πολλού προηγηθεί στις οθόνες, ακόμα και στο σεμνότυφο Χόλυγουντ. Το Μυστικό του Μπρόουκμπακ Μάουντεν (2005) έχει φωναχτεί εδώ και μια δεκαετία.
Η ομορφότερη εποχή το πάει πιο πολιτικά. Στον απόηχο του Μάη του ‘68, στα 1971, στο Παρίσι, σε μια ομάδα φεμινιστικού ακτιβισμού, η Ντολφίν, εργάτρια από την επαρχία, θα ερωτευτεί την Καρόλ, που είναι η ψυχή της ομάδας. Θα φιληθούν σε μια κινητοποίηση της ομάδας, σε σκηνές νοσταλγίας για τις παλιές καλές μέρες του αγώνα. Όταν η Ντολφίν θα αναγκαστεί να γυρίσει στο χωριό της, κάπου στον βορρά, όπου με σκληρή δουλειά κρατάει ένα αγρόκτημα, η Καρόλ θα την ακολουθήσει. Ο λυρισμός της εξοχής θα δώσει στον έρωτά τους –και στην ταινία– μελοδραματικά φτερά, έως ότου μαθευτεί η σχέση τους. Αν οι σκηνές του Παρισιού αποπνέουν ένα παλιομοδίτικο, εφηβικό στη ρηχότητά του, επαναστατικό φολκλόρ, οι σκηνές με τις τρεις γυναίκες που δουλεύουν στο κτήμα (η Ντολφίν, η Καρόλ και η Μονίκ, η μάνα της Ντολφίν) είναι αλήθεια ότι σε κρατάνε πιο πολύ. Ο συνεταιρισμός των αγροτών, σε μια προ ευρωζώνης, εποχή, αναδίδει κι αυτός μια νοσταλγία, ώστε να ξεφεύγει του στόχου της η ταινία μάλλον. Αν και η πρωταγωνίστρια εξ ανάγκης έρωτος τα βάζει με τα ήθη της συντηρητικής (και αλληλέγγυας, μην το ξεχνάμε) κοινότητας, ταυτόχρονα αγαπά τη ζωή που κάνει, με τον καθημερινό μόχθο στα κτήματα και τον έρωτά της, κυρίως νυχτερινό. Η ταινία μοιάζει να συμμερίζεται την αμφιθυμία της, αν και στο τέλος η Ντολφίν, χωρίς όμως να εμφανιστεί, ολοκληρώνει από μακριά την επανάστασή της.
Σίγουρα το μεγάλο ατού της ταινίας, που αν δεν ήταν καλοκαίρι, η ομορφότερη και ελαφρύτερη εποχή, ίσως δεν της δίναμε καν σημασία, είναι η πρωταγωνίστριά της, όπως άλλωστε και στην Αντέλ. Η όμορφη Ιζιά Ιγκελέν, που παίζει την Ντολφίν, είναι ροκ τραγουδίστρια και γι’ αυτό κινείται άνετα στον ρόλο της, που είναι να αρέσει. Ξέρει τον τρόπο. Μαζί της η Σεσίλ ντε Φρανς (Καρόλ) και η Νοεμί Λβόβσκι (Μονίκ). Μην περιμένετε εσωτερικούς κραδασμούς και τέτοια! Είπαμε, μελό, ελαφρότης και ωραιότης. Κάτι σαν «Καλιφορνικέισον»…
Kωνσταντίνος Mπλάθρας

Ένα Σχόλιο

  1. Διάβασα το δεύτερο μέρος, την κριτική παρουσίαση της ταινίας «Η ομορφότερη εποχή /La belle saison» και αναγουλιάστηκα. Όχι με την ταινία, βέβαια, αλλά με την κριτική.
    Πέτρος Ευδόκας, petros@cyprus-org.net

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*