Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Καλλιτεχνική δημιουργία σε δίσεκτους καιρούς, συνέντευξη με την Σ. Καψούρου

Καλλιτεχνική δημιουργία σε δίσεκτους καιρούς

Μία συζήτηση με την Σοφία Καψούρου, θεατρική συγγραφέα, ηθοποιό, σκηνοθέτη.

Την συνέντευξη πήρε ο Τάσος Χατζηαναστασίου

Αφορμή για τη συζήτηση αυτή αποτέλεσε η τοποθέτησή σου κατά την παρουσίαση του έργου σου στο πλαίσιο του 1ου Συμποσίου Συγγραφέων Αργολίδας. Είχες πει, μεταξύ άλλων: «ένας συγγραφέας πρέπει να έχει πατρίδα». Επειδή με εξέπληξε ευχάριστα αυτή η φράση, θα ήθελα να σε παρακαλέσω να αποσαφηνίσεις περισσότερο τη θέση σου.

Όσο πιο ψηλό ένα δέντρο, τόσο πιο βαθιές ρίζες έχει. Χωρίς ρίζες, χωρίς πατρίδα για τι μπορεί να μιλήσει ένας συγγραφέας; Για ιδέες ίσως. Όμως οι ιδέες είναι καπνός από τσιγάρο, μπορούν να πάρουν διάφορα σχήματα αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα εξατμίζονται. Καπνός…

Χώμα, μυρωδιά, τοπία, χαλάσματα, φωνές και γλώσσα, πρωτίστως γλώσσα, γεννούν το συγγραφέα. Ο συγγραφέας παίζει τη γλώσσα στα δάχτυλα -αφού με τα δάχτυλά του γράφει- και τα δάχτυλά του αυτά πρέπει να έχουν αποτύπωμα, μοναδικό δακτυλικό αποτύπωμα. Δε χρειάζεται μόνο ο συγγραφέας την πατρίδα, χρειάζεται και η πατρίδα το συγγραφέα. Οι συγγραφείς μιας χώρας είναι ο στρατός της. Αυτοί την προστατεύουν από την εξαφάνισή της. Αυτοί μάχονται για τη μνήμη της χώρας. Για το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία πρόνοια για τους συγγραφείς. Καμιά ευαισθησία. Και αν για κάτι είναι γνωστή η Ελλάδα είναι για τους φιλοσόφους και τους λογοτέχνες της. Αντί η Ελλάδα να επενδύει στους συγγραφείς της, επενδύει στη Μύκονο. Ίσως από την άλλη, να είναι αυτή η νοσηρή πατρίδα που καταφέρνει και βγάζει μεγάλους συγγραφείς. Έχεις πιο έντονη την ανάγκη να μιλήσεις για μια μάνα που δε σε αγαπάει από μια μάνα που σε αγαπάει. Ή που νομίζεις ότι δε σε αγαπάει.

Στη συνέχεια της ίδιας πρότασης ανέφερες πως ένας συγγραφέας «πρέπει να έχει οικογένεια». Προφανώς αναφέρεσαι στους καλλιτεχνικούς δημιουργούς γενικά μια και το έργο σου αφορά το θέατρο. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να φτάσει το έργο κάποιου στο κοινό; Μίλησέ μου για την δική σου εμπειρία αλλά και αυτήν άλλων δημιουργικών ανθρώπων της γενιάς σου.

Δεν είμαι εγώ αρμόδια να σου απαντήσω πόσο δύσκολο είναι να φτάσει το έργο κάποιου στο κοινό. Αρμόδια είναι η εφορία, το ΙΚΑ, -γιατί οι ίδιοι νόμοι ισχύουν για το μεγαλύτερο θεατρικό παραγωγό της Ελλάδας, οι ίδιοι και για τη μικρότερη νεανική θεατρική ομάδα- οι παραδόπιστοι θεατρώνηδες, η θεσμική κριτική που προωθεί μόνο ό,τι τη συμφέρει. Υπάρχουν μηχανισμοί με πολύ γράσο στις αλυσίδες τους, λαδωμένοι, με τόσο λίπος που να κολλάει και να εμποδίζεται η κίνηση, υπάρχουν τροχοπέδες για να φτάσει ένα έργο στον αναγνώστη, στον ακροατή, στο θεατή. Ο δρόμος είναι δύσβατος, πολλές φορές οδηγεί σε αδιέξοδα. Ένας δημιουργός περνά τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη για να φτάσει το έργο του στο κοινό. Σ’ αυτό το υπέροχο, αθώο κοινό που για χάρη του συνεχίζω να αγωνίζομαι. Κι ας μην το ξέρει. Μόνο όμορφα μπορώ να σου μιλήσω για το κοινό που εγώ έχω γνωρίσει. Το κοινό ξέρει. Το κοινό είναι ανοιχτό να χορέψει μαζί με τον καλλιτέχνη ακόμα και πάνω σε ξυράφια. Το κοινό είναι παιδί και θέλει μαγεία. Στο τέλος μιας παράστασης, το κοινό δεν το νοιάζει αν δεν του έχει συστήσει την παράσταση ο χ κριτικός ή το ψ έντυπο. Στο τέλος της παράστασης, το κοινό μόνο την ψυχή του ζυγίζει. Εγώ μπορώ να σου μιλήσω μόνο για τα ξωκλήσια. Ό,τι έχω κάνει στο θέατρο, το έχω κάνει με πολύ κόπο, απόκρημνα και κλειστά, απόμερα από μεγάλες σκηνές και χιλιάδες κιλοβατώρες, ένα ξωκλήσι ήμουν που όμως το κοινό με βρήκε. Κι αυτό το κοινό είναι η οικογένειά μου. Έχω μια οικογένεια απ’ όταν γεννήθηκα. Συνοδοιπόροι στα όνειρα. Χωρίς οικογένεια δε θα μπορούσα να γράψω. Γιατί γραφή σημαίνει παρατήρηση. Κι εγώ παρατήρησα πολύ στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια. Σε όλες τις δραματικές σχολές οι δάσκαλοι λένε στα παιδιά «βγείτε στο μετρό και παρατηρήστε». «Μπείτε στο σπίτι σας και παρατηρήστε», λέω εγώ. Τη μάνα, τον πατέρα σας, τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους με ριγέ γιλέκο-γιατί κάθε καλός συγγραφέας είχε κάποτε ένα θείο με ριγέ γιλέκο- παρατηρήστε την οικογένειά σας με τα μάτια, με τ’ αυτιά, με τον ουρανίσκο, με τα δάχτυλα, με τα ρουθούνια. Εγώ είχα το προνόμιο ότι παρατηρούσα με αγάπη και επανάσταση. Μέσα μου ποτέ δε δηλητηριάστηκα από μίσος και απέχθεια για την οικογένειά μου. Όταν παρατηρείς με αγάπη, παρατηρείς καλύτερα, πιο αντικειμενικά, με περισσότερο χιούμορ, με περισσότερη υγρασία στα μάτια, στο δέρμα, στη φαντασία. Για να είσαι συγγραφέας πρέπει να έχεις οικογένεια. Να πεινάτε μαζί, να θυμάστε μαζί, να χάνετε μαζί. Οικογένεια είναι η μνήμη και πώς να γράψεις αν ξεχάσεις.

Πώς βλέπεις να εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα μας στον δημιουργικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό τομέα. Πιστεύεις πω υπάρχει ελπίδα; Και πού μπορούμε να την ανιχνεύσουμε;

Η ελπίδα ανιχνεύεται στην απελπισία. «Οι συγγραφείς είναι απελπισμένοι άνθρωποι. Και όταν σταματήσουν να είναι απελπισμένοι παύουν να είναι και συγγραφείς», θα πει ο Μπουκόφσκι. Η ελπίδα γεννιέται από απελπισμένους ανθρώπους, οργισμένους ανθρώπους, πληγωμένους ανθρώπους. Αυτοί τη φέρουν και σε αυτούς στηρίζει η Τέχνη την ελπίδα της. Για καλή μας τύχη, η χώρα μας και οι πολιτικοί μας καλλιεργούν με υπερβάλλοντα ζήλο την αδικία, το αντικίνητρο, τη χειρουργική του ακρωτηριασμού. Κανένας μεγάλος βιολιστής δεν ήταν μονόχειρας, αλλά η μουσική έχει άλλη αξία όταν «με το ένα χέρι πρέπει να παίξεις βιολί και με το άλλο να κρατήσεις τη ζωή σου». Στην εποχή μας δεν είναι η δεξιοτεχνία που θα πάει την Τέχνη μπροστά, αλλά η πρόταση. Τολμώ να πω ότι στην εποχή μας ένα καθηλωτικό φάλτσο, ένα πρωτότυπο φάλτσο μπορεί να γεννήσει την ελπίδα της δημιουργίας. Δεν είδα ποτέ καμιά ελπίδα να ανθίζει στα πλούσια διαμερίσματα του Κολωνακίου ή της Φιλοθέης, Εκεί είδα ν’ ανθίζει η ευκαιρία. Αλλά η ευκαιρία με την ελπίδα δε μονοιάζουν. Η ευκαιρία αφορά εκείνους που θα προχωρήσουν στην Τέχνη, η ελπίδα αφορά εκείνους που θα προχωρήσουν την Τέχνη. Θέλει φουσκί για να φυτρώσει η ελπίδα. Θέλει κοπριά και ούρα ζυμωμένα. Αλλά προσοχή. Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή. Μια τρίχα χωρίζει την ανθοφορία από τη δηλητηρίαση.

Στον πνευματικό χώρο διαπιστώνουμε τελευταία πως παράγεται έργο χωρίς… ταυτότητα. Δηλαδή έργο που θα μπορούσε να έχει παραχθεί στη Νέα Υόρκη ή στις Βρυξέλλες. Η συνήθης δικαιολογία είναι ότι έτσι μπορεί αυτό το έργο να «εξαχθεί» και να αναγνωριστεί καλύτερα στο εξωτερικό. Θα ήθελα την άποψή σου πάνω σε αυτό. Η ελληνική καλλιτεχνική και γενικότερα η πνευματική δημιουργία δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον κόσμο αντλώντας από την ελληνική παράδοση με έναν σύγχρονο τρόπο, όπως έκανε για παράδειγμα η Γενιά του ’30;

Θα αντιστρέψω την ερώτηση και θα σε ρωτήσω γιατί όταν γράφεται κάτι ελληνοκεντρικό δεν μπορεί να περάσει τα σύνορα; Για να γίνεις ποιητής του κόσμου, γίνε πρώτα ποιητής της Ασίνης. Αλλά δεν είναι εύκολο. Θέλει ικανότητα, αυθεντικότητα, τρέλα. Θέλει πίστη. Ειδικά σε μια κοινωνία ξενολαγνείας όπως είναι η ελληνική. Όταν κάτι το γράφει ή το σκηνοθετεί ξένος, οι Έλληνες χάσκουν. Έχω δει πολλές μύγες να μπαίνουν σε ανοιχτά στόματα. Να τις μασάνε, να τις καταπίνουν και μετά να λένε τι νόστιμες που ήταν. Μπορείς να γράφεις για ένα δυάρι στο Παγκράτι και να αφορά όλον τον κόσμο και μπορείς να γράφεις για έναν ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη και να μην αφορά κανέναν. Δεν είναι μόνο το θέμα που σε κάνει οικουμενικό. Είναι η γλώσσα η προσωπική σου, το ύφος σου, η υπογραφή σου, η ματιά σου. Υπογραφή που να μην πλαστογραφείται. Αυτό είναι τέχνη οικουμενική. Πόσα έργα, πόσα βιβλία έχουν γραφτεί για την κρίση; Άπειρα. Πόσα από αυτά θυμάστε; Κανένα. «Βρίσκω το καλό κι ωραίο/σε μια σπορ Άλφα Ρομέο» θα γράψει ο Ελύτης κλείνοντάς μας το μάτι και θα έχει μιλήσει για όλες τις κρίσεις που θα ’ρθουν. Η γενιά του 30 είχε μια Ευρώπη πίσω της που κόχλαζε, έναν πόλεμο κι ένα Μεσοπόλεμο που έφεραν στην Τέχνη τα πάνω κάτω. Γεννιούνται πρωτοποριακά ρεύματα και φτάνουν μέχρι την Ελλάδα. Είναι τα μελτέμια του Αιγαίου. Είναι το φως. Και ως γνωστόν, στο σκοτάδι βλέπεις καλύτερα. Κι έχει πολλή σκοτεινιά η Ευρώπη του 30 αλλά και η Ελλάδα του 30. Σήμερα από το πολύ φθόριο και το πολύ «νέον» γίναμε μύωπες. Δεν μπορούμε να δούμε μακριά. Και δε θέλουμε. Μιμούμαστε τεχνικές και συνταγές. Επίσης, είναι και το σύστημα εξαγωγής μας. Το ανύπαρκτο σύστημα εξαγωγής μας. Δεκάρα δε δίνει ο ξένος τι έργο παράγουμε εμείς στην Ελλάδα, αν όμως κάποιος του το συστήσει, τότε είναι πρόθυμος και ανοιχτός να το αγκαλιάσει. Εμείς όμως στην Ελλάδα δεν είμαστε ενωμένοι. Να εξάγουμε το καλύτερο. Τα χτυπημένα και τα άρρωστα πορτοκάλια δίνουμε στους ξένους, τα καλά τα θάβουμε. Επίτηδες. Για να μη φανεί η διαφορά και χάσουν τη δουλειά τους οι μέτριοι των μετρίων. Ε, κι ο ξένος δεν είναι κουτόφραγκος. Αν εμείς του δίνουμε στυφά πορτοκάλια πουλώντας του ως τα καλύτερα, υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές…

Για να μιλήσεις τις γλώσσες των ανθρώπων, πρέπει πρώτα να μιλήσεις τη γλώσσα σου. Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά με ορμή πολέμου.

kamba1001

*Το έργο της Σοφίας Καψούρου: «Ερωμένες στον Καμβά» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Παναγόπουλου με τη Σοφία Καψούρου, την Ασπασία Κοκόση και την εικαστικό Δέσποινα Βιλλιώτη, ανεβαίνει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στον Πολυχώρο Vault (Μελενίκου στον Βοτανικό) κάθε Σάββατο στις 7.00 μμ και Κυριακή στις 9.00μμ. Τιμές εισιτηρίων: 8.00€ (προπώληση) και 10€ (στο ταμείο).

Εμφάνιση sketch-1467751823070-2.jpg

Λίγα λόγια για την Σοφία Καψούρου

Μεγάλωσε στο Άργος. Είναι θεατρική συγγραφέας και ηθοποιός. Απόφοιτος της Σχολής Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Ανώτερης Δραματικής Σχολής Ίασμος. Ως ηθοποιός έχει συμμετάσχει στις  παραστάσεις Άνθρωποι και Ποντίκια του Τζον Στάινμπεκ (σκην. Τάκη Τσαρσιταλίδη, Μπουσουλοπούλειο Θέατρο Άργους – Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας), Ερωμένες στον καμβά της Σοφίας Καψούρου, Πικ νικ (οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, σκην. Στάθη Λιβαθινού, μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), Δραματικό και Μουσικό Πρελούδιο για τον Κωνσταντίνο  Καβάφη  του  Ηλία Λιαμή,  (σκην.  Βασίλη Αναστασίου,  Μικρή  Όπερα του Κόσμου – 1ο  Φεστιβάλ Καλλιτεχνικών Σταθμών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών), Η μικρή μας πόλη του Θόρντον Ουάιλντερ (σκην. Τάκη Τζαμαργιά, Θεατρικός Οργανισμός Ακροπόλ – Νεανική Σκηνή), Άδειο Δωμάτιο της Υβόννης Μεταξάκη (σκην. Αναστασίας Κουμίδου, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας ), Βάκχες του Ευριπίδη (σκην. Μάνου Βακούση, Θέατρο Άλεκτον). Έχει συνεργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη με το Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας στην παράσταση Ο Βυσσινόκηπος του Άντον Τσέχοφ (σκην. Στάθη Λιβαθινού). Το πρώτο της θεατρικό έργο με τίτλο «Ερωμένες στον Καμβά» έχει ανέβει δύο φορές. Την πρώτη φορά (2012) ανέβηκε στο Θέατρο Διά Δύο σε σκηνοθεσία Σοφίας Καψούρου και Όλγας Μωραΐτη, ενώ τη δεύτερη φορά (2015 -2016) ανέβηκε στην Αμαξοστοιχία – Θέατρο Το Τρένο στο Ρουφ σε σκηνοθεσία Παναγιωτη Παναγόπουλου. Και τις δύο φορές η Σοφία Καψούρου ερμήνευσε το ρόλο της Ζαν Εμπιτέρν. Η παράσταση Ερωμένες στον Καμβά στο Τρένο στο Ρουφ έλαβε τιμητική διάκριση του Ομίλου για την UNESCO Πειραιώς & Νήσων και εντάχθηκε στο 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών ‘Grito de Mujer‘ – «ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ». Το θεατρικό έργο Ερωμένες στον Καμβά κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Αιγόκερως» το 2012 και από το Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφορεί σε καινούρια έκδοση από τις εκδόσεις «Sestina».

Το δεύτερο θεατρικό της έργο με τίτλο «Σούμαν» θα ανέβει από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» το 2017 στα πλαίσια του θεματικού κύκλου «Συγγραφέας του μήνα».

 

Ένα Σχόλιο

  1. Αναστασία Νικολοπούλου

    »Για καλή μας τύχη,η χώρα μας και οι πολιτικοί μας καλλιεργούν με υπερβάλλοντα ζήλο την αδικία,το αντικίνητρο,τη χειρουργική του ακρωτηριασμού.»…»Εχεις πιο έντονη την ανάγκη να μιλήσεις για μια μάνα που δε σε αγαπάει από μι μάνα που σε αγαπάει.»ΥΠΕΡΟΧΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟ ΝΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*