Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 128

cineΡήξη: Τόνι Έρντμαν

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από την Ρήξη φ. 128

Ανήκεις ακόμα στο ανθρώπινο είδος; Την ερώτηση την απευθύνει ο (Γερμανός) πατέρας στην κόρη του, μια γιάπισσα του τύπου των τροϊκανών, κι ίσως είναι η πιο εύστοχη κριτική στον μετάνθρωπο που πασχίζουν να πλάσουν τα τελευταία χρόνια οι πολυεθνικές. Σίγουρα η πιο καίρια στιγμή της ταινίας. Ένας κόσμος που δεν πατάει στη γη και κινείται μέσα στο εικονικό περιβάλλον των μεγάλων εταιρειών, χρειάζεται ένα νέο είδος αφωσιομένων εργατών, οι οποίοι θα ζουν και θα κινούνται αποκλειστικά μέσα στον χώρο της εργασίας, απεμπολώντας κάθε είδους σχέση, οικογενειακή ή άλλη, και ξεχνώντας διά παντός αυτό που λέμε ελεύθερο χρόνο. Μαζί με την ελευθερία τους, εν τέλει;
Ευτυχώς, δηλαδή, που ο άνθρωπος εξακολουθεί να μη γεννιέται από μονάχος του, αλλά έχει γονείς. Κι όταν ένας πατέρας πεθυμήσει την κόρη του ή ανησυχεί γι’ αυτήν ή τη χρειάζεται, θα βρει χίλιους δυο τρόπους να την πλησιάσει. Ο Τόνι Έρντμαν δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι πλάσμα της φαντασίας του πατέρα Γουίνφρεντ Κονράντι, όταν κινδυνεύει να χάσει κάθε επαφή με την κόρη του Ινές. Ο Γουίνφρεντ είναι ένας χωρισμένος μεσήλικας καθηγητής της μουσικής, ο οποίος φροντίζει την ανάπηρη μάνα του και τον γέρο σκύλο του. Την κόρη του τη βλέπει στη χάση και στη φέξη, όταν αυτή επιστρέφει για λίγες μέρες από την εργασία της στο εξωτερικό. Τη βλέπει, τρόπος του λέγειν. Γιατί, ακόμα και όταν η Ινές βρίσκεται με την οικογένειά της, είναι μονίμως με το τηλέφωνο στο χέρι, για τη δουλειά της. Τις μέρες εκείνες προεορτάζει τα γενέθλιά της, αφού θα πρέπει να φύγει στη δουλειά (υπεύθυνη μάνατζμεντ σε μια πολυεθνική πετρελαίου), πίσω στο Βουκουρέστι. Ο πατέρας της θα την ακολουθήσει λίγες μέρες μετά, θέλοντας να περάσει μαζί της τα γενέθλιά της. Αλλά ο χρόνος που μπορεί να τη δει είναι ανύπαρκτος και τότε φεύγει και ξαναγυρίζει, υποδυόμενος κάποιον της δουλειάς. Συστήνεται σαν Τόνι Έρντμαν και την ακολουθεί κατά πόδας όλη την ημέρα, στις χωρίς τέλος ασχολίες της. Εκείνη μπαίνει σιγά σιγά στο παιχνίδι, προσπαθώντας να απαντήσει στην ερώτηση που της έχει κάνει: Είσαι ευτυχισμένη; Έχει τη σημασία του οπωσδήποτε το ότι η σκηνοθέτις Μάρεν Άντε έχει χρησιμοποιήσει υλικό για τον Γουίνφρεντ από τον δικό της πατέρα, ομοίως αρεσκόμενο στις μεταμφιέσεις.
Ο κοινωνικός-ψυχολογικός ρεαλισμός είναι ένα είδος που εσχάτως δουλεύει πολύ στο ευρωπαϊκό σινεμά. Από τους αδερφούς Νταρντέν ή ίσως πιο μπροστά, από την εγγλέζικη σχολή (Λόουτς κ.λπ.), έχουμε δει πολλές καλές ταινίες του είδους. Η Άντε, χωρίς να έχει το νεύρο ή την κινηματογραφική πρωτοτυπία των Νταρντέν, καταφέρνει να βυθιστεί στην πραγματικότητα των ηρώων της, να τους γνωρίσει και να μας τους γνωρίσει, με αρκετό χιούμορ είναι αλήθεια, που συνήθως απουσιάζει από αυτού του είδους τα έργα. Η κριτική της σε όλη αυτή την κατάσταση είναι έμμεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι εύστοχη και αιχμηρή. Η θέα μπροστά από τα χλιδάτα γραφεία της εταιρείας όπου δουλεύει η Ινές είναι η πίσω αυλή μιας παράγκας, όπου εξακολουθεί να ζει τη φτώχεια της μια ρουμάνικη οικογένεια. Και το εμπορικό κέντρο που πάει για ψώνια, μαζί με τη γυναίκα του αφεντικού, «είναι το μεγαλύτερο στα Βαλκάνια, μόνο που είναι άδειο γιατί κανένας δεν έχει χρήματα για να ψωνίσει», όπως λέει στον πατέρα της, που έχει φάει τη μέρα του σε αυτό πλήττοντας και περιμένοντάς την. Η Ινές, όπως και όλοι οι τράνζιτ εργαζόμενοι της πολυεθνικής, ζουν μεν στο Βουκουρέστι, χωρίς όμως ποτέ να έχουν πατήσει το πόδι τους στη γη του. Ζουν σε ένα φανταστικό κόσμο αναμεταξύ τους, σαν μέσα σε μια ντίσνεϊλαντ, μακριά από την καθημερινότητα και την πραγματική ζωή. Η Ινές μόνο όταν θα χρειαστεί να περιμαζέψει τον πατέρα της, που καμώνεται πως είναι ο Γερμανός πρέσβυς, θα μπει σε ένα ρουμάνικο σπίτι. Δεν είναι τυχαίο ότι άκρον άωτον επαγγελματισμού για αυτά τα ανύστακτα –και αδηφάγα– στελέχη θεωρείται η ανάπτυξη μεταξύ τους «οικογενειακών» δεσμών, που η Άντε τους διακωμωδεί λίγο καρικατουρίστικα, για να μπορούν, λέει, να δουλεύουν ομαδικά και πιο επαγγελματικά. Και ποια είναι η δουλειά της Ινές και της ομάδας της; Να πείσει την τοπική εταιρεία που «συμβουλεύει» να μπει σε πρόγραμμα μείωσης προσωπικού.
Η Ινές ξαναβρίσκει, κατά κάποιον τρόπο, την επαφή με τον εαυτό της, τον πατέρα της και την οικογένειά της. Και η ζωή συνεχίζεται…
Σε αυτό το «συνεχίζεται» κρίνεται και η αντοχή της Άντε, η οποία, μη θέλοντας να τραβήξει την αλήθεια που μας αποκαλύπτει στις συνέπειές της, ρηχαίνει το έργο της. Ο μπαμπάς, που γίνεται το όχημα για να συνειδητοποιήσει η κόρη του τα «άλαλα και τα μπάλαλα» που έχει μπλέξει, ζει ως συνέπεια της αλήθειας του λιγάκι σαν τσιγγάνος, σαν παρίας. Η κόρη του δεν θα πρέπει κάπως να συγκοινωνήσει την αληθινή ζωή του; Η λύση εδώ δεν μπορεί να είναι απλώς μια τρυφερή αγκαλιά με τον πατέρα-ξόρκι –όσοι δουν την ταινία θα καταλάβουν. Εντάξει, επιστρέφει. Για να ξεχάσει όμως στο «συνεχίζεται» και πάλι τη ζωή της, φεύγοντας ακόμα μακρύτερα. Για να μην παρεξηγηθώ, να πω ότι μου έμειναν μια δυο σκηνές, όπως η επίσκεψη της Ινές με τον πατέρα της στην πετρελαιοπηγή, με την κατά λάθος απόλυση ενός εργάτη, και η επίσκεψη με τον πατέρα, δήθεν πρέσβυ, σε μια ρουμάνικη οικογένεια. Είναι οι μόνες στιγμές που όχι μόνο η Ινές, αλλά και η ταινία πατάει επί ρουμανικού εδάφους. Εύστοχη επίσης, η αποτυχημένη ερωτική σκηνή. Όταν το σεξ από ηφαίστειο πόθου γίνεται τσιχλόφουσκα εκσπερμάτωσης, ξεγυμνώνεται η ιλαροτραγωδία του μετανθρώπου.
Οφείλω να ομολογήσω ότι η δουλειά της Άντε στους χαρακτήρες έχει δώσει καρπούς. Γνωρίζεσαι με τον Γουίνφρεντ και την Ινές αρκετά καλά. Καρπός και οι πολύ καλές ερμηνείες. Ο Πέτερ Σιμόνισεκ, ως Γουίνφρεντ-Τόνι και η Σάντρα Χίλερ ως Ινές, κυρίως. Δίπλα της πιο πολύ ξεχωρίζει η νέα Ρουμάνα ηθοποιός Ίνγκριντ Μπιζού, που παίζει την αφοσιωμένη βοηθό της Άνκα –το τι τη βάζει να κάνει είναι απίστευτο και αποκαλυπτικό του εξανδραποδισμού που εκλαμβάνεται ως επαγγελματισμός. Επίσης παίζουν: Μίκαελ Γουίντενμπορν (Χένεμπεργκ), Λούσι Ράσελ (Στεφ), Τρίσταν Πούτερ (Τιμ), Τόμας Λόιμπλ (Γκέραρντ), Χάντεβιτς Μίνις (Τατιάνα), Βλαντ Ιβανόφ (Ιλιέσκου) και Βικτόρια Κόσιας (Φλάβια).
Χαρακτήρες, ερμηνεία και μια καλή ιστορία δοσμένη με χιούμορ είναι οι αρετές της ταινίας, που πήρε το βραβείο της χρονιάς από την Ομοσπονδία Κριτικών (FIPRESCI). Μέχρις εκεί. Η Άντε δεν ξανοίχτηκε σε βαθύτερα κινηματογραφικά νερά και η διεξαγωγή της ταινίας παραμένει τυπική. Κι αν δεν ήταν ο πληθωρικός Γουίνφρεντ, θα ’ταν και άνοστη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*