Διεθνή, Ρήξη φ. 128

Συμφωνία CETA-TTIP

Η τρίτη φάση της δυτικής αποικιοκρατίας 

Του Νίκου Ντάσιου από την Ρήξη φ. 128
Από τον 17ο αιώνα η εμποροκρατία εστίαζε στο ότι ένα κράτος θα μπορούσε να γίνει ακμάσει οικονομικά αν εξασφάλιζε πρόσβαση σε ακατέργαστες πρώτες ύλες, τις οποίες θα μεταπουλούσε ως μεταποιημένα προϊόντα. Για τον λόγο αυτό, αποικιοκρατικές χώρες όπως η Αγγλία και η Ολλανδία ίδρυσαν εμπορικές εταιρείες, μέσω των οποίων διασφάλιζαν την πρόσβαση και τον έλεγχο πρώτων υλών στις Ινδίες, στην Αφρική και στη Νότια Αμερική. Οι εταιρείες αυτές είχαν την απόλυτη στήριξη των κρατών και των στρατών τους προκειμένου να διασφαλίσουν την ταυτότητα των ελεγχόμενων εδαφών, μετονομάζοντας τα σε αγγλικά, ολλανδικά, γαλλικά ή ισπανικά. Η φάση αυτή, που στη δική μας –ελληνική ιστορία- ξεκινάει από την 4η Σταυροφορία το 1204 και την κατάκτηση της Κύπρου από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο στα 1191, προσφέρει ευημερία στον δυτικό κόσμο σχεδόν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η διαίρεση του κόσμου που ακολούθησε και η έξαρση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις αποικίες, οδήγησαν σε ολοκλήρωση την 1η φάση αποικιοκρατίας, αφού ήταν αδύνατη η συνέχιση της στρατιωτικά διά της βίας η ανάσχεση της επιθυμίας των λαών της περιφέρειας για ελευθερία.
Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα οι οικονομικές ελίτ των Αγγλοσαξόνων προώθησαν μια νέα ιδέα παγκόσμιας επικυριαρχίας μέσω της ίδρυσης, στα 1913, της FED (Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ). Στη νέα φάση, η λεηλασία των χωρών της περιφέρειας συχνά ή ενίοτε επιτυγχάνεται μέσω του δανεισμού χρήματος. Με τη βοήθεια εκτυπωτικών μηχανών παράγονταν χαρτονομίσματα τα οποία στη συνέχεια διατίθονταν μέσω πιστώσεων σε τράπεζες και κυβερνήσεις του υπόλοιπου κόσμου. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή του χρέους, δηλαδή τη συνέχιση της οιονεί δουλείας μέσω του τραπεζικού συστήματος. Όταν η σταθερή ισοτιμία δολαρίου- χρυσού εγκαταλείφθηκε με την κατάρρευση των συμφωνιών Μπρέτον Γουντς το 1971, το σύστημα του δανεισμού επεκτάθηκε σε πλανητικό επίπεδο με την υποστήριξη διεθνών οργανισμών που δημιουργήθηκαν από την ίδια ελίτ: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Τουλάχιστον 200 χώρες, από τη δεκαετία του ’70, του τότε ονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου, βρέθηκαν στη μέγκενη του χρέους και αποδέχθηκαν το σύνολο των εξευτελιστικών μέτρων, όπως ιδιωτικοποιήσεις δημόσιου πλούτου, περικοπές κοινωνικών παροχών και μεγάλα και καταστροφικά έργα, σε συνδυασμό με την παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων και απόλυτα ελεγχόμενων κυβερνήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα των συνταγών των οργανισμών αυτών είναι πλέον εμφανής δεδομένης της συνεχούς επέκτασης του παγκόσμιου χρέους που αντικειμενικά είναι αδύνατον να αποπληρωθεί. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, το χρέος του κόσμου φτάνει στα 152 τρισ. $, δηλαδή περίπου στο 225% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ μια στις τέσσερις τράπεζες των αναπτυγμένων χωρών είναι υπό κατάρρευση. Μια πρόγευση της σκασίματος της φούσκας αυτής πήραμε το 2008, όταν η κρίση χρέους στη Δύση οδήγησε σε απώλεια 30 εκατ. θέσεων εργασίας, προκάλεσε κλυδωνισμούς στον ευρωπαϊκό Νότο και μετέτρεψε τη χώρα μας σε αποικία χρέους.
Μπροστά στο επικείμενο κραχ που συνοδεύει το τέλος και της δεύτερης φάσης της αποικιοκρατίας, η Δύση ζεσταίνει τις μηχανές ενός νέου πολέμου και μάλιστα με «πυρηνικό καύσιμο». Αυτή τη φορά δεν έχει να αντιμετωπίσει απλώς τον περιορισμό των κερδών ή μια στρατιωτική ήττα, αλλά το οριστικό τέλος της πρωτοκαθεδρίας της επί οχτώ αιώνες και την άνοδο της Ανατολής, όπως πολύ παραστατικά αναφέρει στο νέο του βιβλίο ο Κισόρτ Μαχμπουμπάνι: «Νέο Ασιατικό Ημισφαίριο».
Το οριστικό τέλος αυτής της δεύτερης φάσης πλανητικής αποικιοποίησης από τη Δύση, που προσδιορίστηκε ως «παγκοσμιοποίηση», εξαγγέλλουν με τον πιο επίσημο τρόπο βασικοί αρχιτέκτονες και συντελεστές της, όπως για παράδειγμα ο Τζ. Σόρος και ο Ρότσιλντ. Με τα δισεκατομμύρια των χρημάτων που δεν αντιστοιχούσαν σε καμία πραγματική αξία, οι χώρες της Δύσης εξαγόρασαν –ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’70 και με πρόσχημα την αντιμετώπιση του χρέους– εμπορεύματα και εταιρείες σ’ όλο τον κόσμο δίνοντας έμφαση στην ενέργεια, στα μέταλλα, στο νερό και στους σπόρους, δημιουργώντας παράλληλα αντίστοιχα ολιγοπώλια πολυεθνικών εταιριών. Στην περίπτωση χρηματιστηριακής κατάρρευσης, η οικονομική ολιγαρχία της Δύσης σχεδιάζει την απόσπαση νέας υπεραξίας μέσω των υψηλών τιμών στα εμπορεύματα και στους πόρους που κατέχει. Η πρόσοδος πλέον δεν θα προέρχεται από τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, αλλά κυρίως από τις υψηλές τιμές των απαραίτητων εισροών για τη λειτουργία των οικονομιών του υπόλοιπου κόσμου, τις οποίες κατέχει μονοπωλιακά.
Μεγάλος ανταγωνιστής σ’ αυτήν τη φάση είναι αναμφίβολα το έθνος-κράτος και ειδικότερα οι πολιτικές εθνικοποιήσεων, όπως αυτές των κοιτασμάτων πετρελαίου σε Ρωσία, Ιράκ και Ιράν, ή των ορυχείων στο Περού, ή η απόρριψη των γενετικά τροποποποιημένων σπόρων βαμβακιού από τους Ινδούς αγρότες και η στροφή σε παραδοσιακές μεθόδους καλλιέργειας.
Επιχειρείται λοιπόν, μέσω των μεσαζόντων της οικονομικής ελίτ που ενδημούν στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, η επίτευξη συμφωνιών για την απόλυτη επικυριαρχία των πολυεθνικών του Ατλαντικού, τις οποίες και ονομάζουν «συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου». Δύο είναι οι βασικοί στόχοι: α) η διαμόρφωση ενός συστήματος διαιτησιών από ιδιωτικά δικηγορικά γραφεία, που θα επιτρέπει την αμφισβήτηση κάθε εθνικής προστατευτικής νομοθεσίας που περιορίζει τα κέρδη των πολυεθνικών εταιρειών και θα αφήνει περιθώρια για μεγάλες οικονομικές διεκδικήσεις απ’ αυτές και β) η πρόσδεση της Ευρώπης στο αμερικανικό άρμα σε μια περίοδο όπου εγκαινιάζεται ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος της Δύσης με τη Ρωσία και την Κίνα, σύμφωνα με αυτό που ήδη από το 1977 στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Σκακιέρα», ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Ζμπίγκνιεφ Μπρεζίνσκι.
Παρά την πρόσφατη επικύρωση της Συμφωνίας Ελευθέρου Εμπορίου Ευρωπαϊκής Ένωσης–Καναδά (CETA), η αντίσταση των γαλλόφωνων Βαλλόνων του Βελγίου δυσκολεύει τα σχέδια για την επικύρωση της αντίστοιχης συμφωνίας Ευρώπης –ΗΠΑ (TTIP) που αναμένεται έως τον Ιανουάριο του 2017. Τα αποτελέσματα των επικείμενων προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ και οι στρατιωτικές εξελίξεις στο μέτωπο της Συρίας θα κρίνουν την πορεία των σχέσεων Ανατολής-Δύσης και την λεύση ενός πιθανού κραχ, σε μια περίοδο που βρίσκει τη χώρα μας σε μια από τις πιο παρακμιακές στιγμές της Ιστορίας της…

Ένα Σχόλιο

  1. Μετά τη νίκη Τραμπ που προσωπικά πιστεύω θα σημάνει την επιστροφή των ΗΠΑ σε έναν παραδοσιακό απομονωτισμό η κατάρρευση του συστήματος των εμπορικών συμφωνιών θα επιταχυνθεί δραματικά. Όσον αφορά το προστατευτικό δίχτυ των ΗΠΑ πάνω από τη Δ. Ευρώπη κι αυτό μάλλον θα αρχίσει να αποσύρεται σταδιακά με αποτέλεσμα οι προϋποθέσεις για την ευημερία της Δ. Ευρώπης να περιορίζονται σημαντικά. Η Γερμανία ειδικά κι οι δορυφόροι της θα αναγκασθούν και τις στρατιωτικές τους δαπάνες να ενισχύσουν, αν θέλουν να εξασφαλίσουν πηγές τροφίμων, καυσίμων κλπ. και να δημιουργήσουν δική τους σφαίρα επιρροής κυρίως προς την περιοχή μας και την Αν. Ευρώπη. Μοιραία θα έλθουν σε σύγκρουση με τη Ρωσσία, όπως και στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά ίσως να μη σωθούν από τους Αγγλοσάξονες και δη την Αμερική. Ειδικά η Αμερική δεν έχει πλέον ανάγκη να ξοδεύει δυναμικό για να ελέγχει μεγάλες περιοχές πέραν των ακτών της παριστάνοντας τον παγκόσμιο αστυφύλακα. Αντίθετα μία αναδίπλωση θα επιτρέψει την αναζωογόνηση της βιομηχανίας και της παραγωγής και την πλήρη εκμετάλλευση του πλεονεκτήματος που προσφέρουν οι πόροι και η αφθονία των πρώτων υλών σε συνδυασμό με την προστασία των δύο ωκεανών που την περικλείουν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*