Διεθνή, Λησμονησμένες Ιστορίες, Μόνιμες Στήλες

Η έκπληξη του Οκτωβρίου του 1980 (2ο μέρος)

Όταν οι Αμερικανοί νεοσυντηρητικοί έκαναν μπίζνες με τους Ιρανούς μουλάδες

Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από την Ρήξη φ. 129

Ο Κιμ Φίλμπι, ο διαβόητος διπλός πράκτορας των Σοβιετικών στη Μ. Βρετανία, είχε πει κάποτε, σε μια συνέντευξή του, πως το μυστικό της μη αποκάλυψής του ήταν ότι «αρνιόμουν σθεναρά τα πάντα», προσθέτοντας με νόημα ότι «η αριστοκρατική καταγωγή μου και οι ισχυρές μου διασυνδέσεις ήταν επίσης ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα». Προφανώς, οι Ρόναλντ Ρέιγκαν και Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος ή οι σύμβουλοί τους, πρέπει να είχαν διαβάσει Φίλμπι, διότι η στάση τους καθ’ όλη τη διάρκεια των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο Ιράνγκεϊτ, ακόμη και όταν ο κλοιός είχε σφίξει επικίνδυνα γύρω τους, ήταν ακριβώς αυτή.
Η πλήρης άρνηση ενημέρωσης ή ανάμιξης στο σκάνδαλο, ενώ ένας ένας αποδεικνύονταν εμπλεκόμενοι οι στενότεροί τους συνεργάτες, ήταν η μόνιμη τακτική του προέδρου «Τεφλόν» και του αντιπροέδρου του, και τελικά την έβγαλαν καθαρή. Η διαδικασία προστασίας τους όμως, όπως και το βάθος και η φύση του ιδίου του σκανδάλου, έθεσαν σε λειτουργία μηχανισμούς που θα οχύρωναν τα γραφεία του προέδρου και του αντιπροέδρου από τον δημόσιο έλεγχο και θα άνοιγαν τον δρόμο στις υπερεξουσίες με τις οποίες έχουν επενδυθεί σήμερα. Η παρακαταθήκη του σκανδάλου Ιράν-Κόντρα και της συγκάλυψής του είναι άκρως επονείδιστη και τα στοιχεία που έρχονται στο φως είκοσι χρόνια μετά την αποκάλυψή του στοιχειοθετούν μια αφήγηση ριζικά διαφορετική από εκείνη του «καθεστώτος».
Η βασική υπόθεση του σκανδάλου Ιράν-Κόντρα είναι γνωστή σε όλους: Η κυβέρνηση Ρέιγκαν-Μπους, επιχειρώντας να αποκτήσει εκ νέου ερείσματα στο μετεπαναστατικό Ιράν (υποτίθεται φοβούμενη σοβιετική διείσδυση στη χώρα) και να απελευθερώσει εφτά Αμερικανούς ομήρους που κρατούνταν από τη φιλοϊρανική Χεζμπολάχ στον Λίβανο, πουλούσε υπερτιμολογημένα οπλικά συστήματα (πυραύλους TOW και HAWK) στους Ιρανούς (που τότε πολεμούσαν με το Ιράκ) μέσω των καλών υπηρεσιών του Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί πουλούσαν τα όπλα που αγόραζαν από τους Αμερικανούς στους Ιρανούς, βγάζοντας και κάτι από τη συναλλαγή, και με τα ιρανικά χρήματα αντικαθιστούσαν αυτά που είχαν πουλήσει. Οι πωλήσεις αυτές γίνονταν μυστικά, για τον απλό λόγο ότι, το 1979, το αμερικανικό κογκρέσο είχε επιβάλει εμπάργκο πωλήσεων όπλων στην Τεχεράνη.
Ταυτόχρονα, και εξίσου μυστικά, ένα μεγάλο μέρος από τα χρήματα των πωλήσεων προς το Ιράν διοχετεύονταν για τη χρηματοδότηση των Κόντρας, του οργανωμένου από τη ΣIA παραστρατιωτικού σώματος μισθοφόρων που, ορμώμενο από τη γειτονική Ονδούρα, διεξήγε έναν βρώμικο πόλεμο εναντίον της επαναστατικής κυβέρνησης της Νικαράγουας. Τα πράγματα περιπλέκονταν ακόμη περισσότερο, διότι με το νομοσχέδιο Μπόλαντ (1982-1985) το κογκρέσο απαγόρευε ρητά κάθε οικονομική βοήθεια προς τους Κόντρας.
Όταν τελικά το σκάνδαλο ξέσπασε (11/86), ο Ρέιγκαν βγήκε σε εθνικό δίκτυο και ψευδόμενος κατάφωρα δήλωσε, «δεν διαπραγματεύτηκα ποτέ με τρομοκράτες», και έριξε το φταίξιμο για την «παρατυπία» στον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Τζον Ποϊντέξτερ και τον, ως τότε άγνωστο, αντισυνταγματάρχη των πεζοναυτών και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC), Όλιβερ Νορθ. Η αλήθεια είναι ότι ο Ρέιγκαν, με τις ενδείξεις ενοχής να φτάνουν ως στον Λευκό Οίκο, αναγκάστηκε να τα μαζέψει στη συνέχεια και τον Μάρτιο του ’87, σε μία τηλεοπτική εμφάνιση αντάξια του βραβείου Όσκαρ Α΄ ανδρικού ρόλου, έκανε την εξής απίστευτη δήλωση: «Πριν λίγους μήνες σας είπα ότι δεν αντάλλαξα όπλα με ομήρους. Η καρδιά μου και οι καλύτερές μου προθέσεις μου λένε ακόμη πως αυτό είναι αλήθεια, αλλά, τα γεγονότα και οι αποδείξεις μου, λένε πως δεν είναι έτσι».
Παρ’ όλα αυτά, το σκάνδαλο κουκουλώθηκε και ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος Μπους (που δήλωνε συνεχώς ότι ήταν έξω από το παιχνίδι) αφέθηκαν στο απυρόβλητο με μια απλή παρατήρηση μη ικανοποιητικής επίβλεψης των υφισταμένων τους. H επιτροπή Τάουερ (11/86-2/87) και η επιτροπή του Κογκρέσου για την υπόθεση Ιράν-Κόντρα (1/87-11/87) αποφάνθηκαν ότι «ο πρόεδρος δεν γνώριζε, αν και θα έπρεπε να γνωρίζει». Σε όλους όσοι καταδικάστηκαν (σε αστείες για τη σοβαρότητα της υπόθεσης ποινές), όπως οι Κάσπαρ Γουάινμπεργκερ (υπουργός Αμύνης), Ουίλιαμ Μακφάρλεϊν (σύμβουλος εθνικής ασφάλειας), Έλιοτ Άμπραμς (υφυπουργός Εξωτερικών) κ.α. όπως οι Νορθ και Ποϊντέξτερ, δόθηκε χάρη από τον Μπους τον πρεσβύτερο με το που ανέλαβε τα καθήκοντά του ως πρόεδρος το 1989. Προφανώς, ήταν η ανταμοιβή τους για το ότι κράτησαν το στόμα τους κλειστό και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν μαζί με τη δεκαετία του ‘80.
Το ζήτημα όμως ήταν πολυεπίπεδο και άγγιζε πολλούς ανθρώπους σε διάφορες θέσεις και χώρες για να ξεχαστεί τόσο εύκολα. Κατ’ αρχάς, το θέμα της χρηματοδότησης των Κόντρας ήταν από μόνο του μέγα σκάνδαλο. Οι Νορθ και Ποϊντέξτερ μπορεί να κατέστρεφαν έγγραφα και αποδείξεις επί δύο ολόκληρες μέρες, όταν φάνηκε ότι κινδύνευαν με κλήτευση από το κογκρέσο, αλλά δεν γινόταν να τα εξαφανίσουν όλα. Έτσι, από ένα λάθος της γραμματέως του Νορθ, η οποία μπέρδεψε τα ψηφία του λογαριασμού της εταιρείας βιτρίνας χρηματοδότησης των Κόντρας σε κάποια ελβετική τράπεζα με αυτόν ενός Ελβετού επιχειρηματία, αποκαλύφθηκε ότι για χρόνια οι Κόντρας λάμβαναν τακτικά εμβάσματα χιλιάδων δολαρίων από τον σουλτάνο του Μπρουνέι, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία.
Επίσης, το 1996, ο Γκάρι Γουέμπ, ένας επίμονος δημοσιογράφος της εφημερίδας Ερμής του Σαν Χοσέ από την Καλιφόρνια, αποφάσισε να ερευνήσει τις φήμες για εμπόριο κοκαΐνης στις ΗΠΑ από στελέχη των Κόντρας και έκανε το αυτονόητο: Επισκέφτηκε την κακόφημη περιοχή Σάουθ Σέντραλ του Λος Άντζελες ακολουθώντας αντίστροφα την αλυσίδα διανομής της κόκας και χτύπησε χρυσάφι. Μέσω ενός καταδικασμένου μεγαλεμπόρου ναρκωτικών ονόματι Φρίγουει Ρικ Ρος, ο Γουέμπ ανακάλυψε ότι οι Κόντρας και ειδικά το FDN (Δημοκρατική Δύναμη της Νικαράγουας), με σύνδεσμο στη δυτική ακτή των ΗΠΑ το στέλεχός του Ντανίλο Μπλαντόν, διοχέτευαν κοκαΐνη στην αμερικανική αγορά μέσω μιας σπείρας Λατίνων του Σαν Φρανσίσκο. Αυτοί με τη σειρά τους πουλούσαν την επεξεργασμένη κόκα στις συμμορίες Κριπς και Μπλαντς του Λος Άντζελες, που την πλάσαραν σ’ ολόκληρη τη χώρα ως το φθηνό και τοξικά εξαρτησιογόνο κρακ.
Ο Μπλαντόν είχε συλληφθεί από τη Δίωξη Ναρκωτικών (DEA) και στη δίκη του έκανε εκπληκτικές αποκαλύψεις, όπως ότι η δράση του είχε ξεκινήσει το 1981, χρονιά στην οποία είχαν μεταφέρει στις ΗΠΑ έναν τόνο κόκας, όταν ήρθε στην Καλιφόρνια ως απεσταλμένος του FDN. Κατά τον ίδιο, τα αεροπλάνα που μετέφεραν όπλα και εξοπλισμό στους Κόντρας από τις ΗΠΑ δεν επέστρεφαν άδεια, αλλά με σάκους κόκας αγορασμένους από το καρτέλ του Κάλι της Κολομβίας, με την πώληση της οποίας χρηματοδοτούσαν με εκατομμύρια δολάρια την «επανάσταση» κατά των Σαντινίστας, αλλά και την υπερπολυτελή ζωή τους. Ο Μπλαντόν έμεινε στη φυλακή μόνο δύο χρόνια και μετά έγινε πληροφοριοδότης της DEA και παρά την ξεκάθαρη παραδοχή της ενοχής του (στη δίκη του ανέφερε ότι το 1984 διοχέτευαν στην πιάτσα έναν τόνο κόκας την εβδομάδα), δεν κλήθηκε ποτέ από το κογκρέσο να δώσει εξηγήσεις για τους ισχυρισμούς του, αν και ζει ακόμη στις ΗΠΑ με πράσινη κάρτα κατ’ απονομήν.
Όμως, τα καθεστωτικά ΜΜΕ και η ΣIA έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να θάψουν την ιστορία του Γουέμπ, αλλά και τον ίδιο, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στις 10/12/2004 με δύο σφαίρες στο κεφάλι στο σπίτι του στην Καλιφόρνια. Για κάποιους υψηλά ιστάμενους στο αμερικανικό κατεστημένο το σκάνδαλο Ιράνγκεϊτ έχει επισήμως κλείσει, αλλά μια σειρά από ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και ιστορικά η υπόθεση είναι ακόμη ξεκάθαρα ανοιχτή, αναμένοντας την πένα κάποιου αναμφίβολα γενναίου ερευνητή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*