Διεθνή

Δημοψήφισμα στην Τουρκία: Ντέρμπι, unfair play και… ισλαμοφασισμός*

Ανάλυση από την συνέλευση του Άρδην Θεσσαλονίκης

«Η δημοκρατία είναι σαν ένα λεωφορείο που το παίρνεις για να πας στον προορισμό σου και όταν φτάσεις, αποβιβάζεσαι». Αυτό είχε δηλώσει ο Ταγίπ Ερντογάν, την περίοδο που θήτευε ως δήμαρχος Κωνσταντινούπολης. Με τις συνταγματικές τροποποιήσεις που υποβάλλονται σε δημοψήφισμα στις 16 Απριλίου 2017, η γειτονική χώρα, υπό την κυριαρχία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ετοιμάζεται να «κατέβει από το λεωφορείο» ενός έστω και στρεβλού δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην περίπτωση όπου αυτές επικυρωθούν, θα ολοκληρωθεί η μετάβαση από το κεμαλικό καθεστώς σε ένα ‘νεοσουλτανάτο’ όπου ο πρόεδρός του θα κατέχει απόλυτες εξουσίες (σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από εκείνες που απολάμβανε ο Κεμάλ Ατατούρκ, κατά την εποχή της απόλυτης παντοδυναμίας του, όπως λένε και οι κεμαλικοί υποστηρικτές του ΟΧΙ και επικριτές των Ερντογανικών μεθοδεύσεων).

Το περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών

Η τροποποίηση του Συντάγματος, εγκρίθηκε κατ αρχάς από το τουρκικό κοινοβούλιο, με απλή πλειοψηφία των ψήφων του κυβερνώντος AKP και των Γκρίζων Λύκων στις 21 Ιανουαρίου 2017.

Προβλέπει σωρεία αλλαγών, μέσα από τις οποίες ο πρόεδρος της χώρας αναλαμβάνει επί της ουσίας τα ηνία της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας αλλά και τίθεται θεσμικά, επικεφαλής του τουρκικού αστυνομικού κράτους.

Σύμφωνα με τις μέριμνες της μεταρρύθμισης, καταργείται η θέση του πρωθυπουργού και οι εξουσίες του μεταβιβάζονται, διευρυμένες, στα χέρια του προέδρου, ο οποίος αποκτάει το δικαίωμα να διορίζει και να παύει υπουργούς δίχως την έγκριση του κοινοβουλίου, να υποβάλει βέτο σε κάθε νόμο που κυρώνει το τελευταίο, να το διαλύει και να κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Επίσης, αναλαμβάνει επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, και αποκτάει το δικαίωμα να διορίζει πάνω από τα μισά μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων, τον επικεφαλής του, και 12 από τα 15 μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου –το οποίο είναι αρμόδιο να αποφανθεί και για την αποπομπή του.

Ακόμα, θα διορίζει τους πρυτάνεις όλων των πανεπιστημίων, τον πρόεδρο του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, όλους τους γενικούς γραμματείς των υπουργείων, τους πρέσβεις της Τουρκίας σε κάθε χώρα, ενώ θα είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού.

Ο απόλυτος κυρίαρχος της χώρας θα έχει το δικαίωμα να εκλέγεται μέχρι και τρεις πενταετείς συνεχόμενες θητείες, αποκτάει ισόβια ασυλία, και θα δικαιούται πλέον να διατηρεί και τα ηνία της ηγεσίας του κόμματός του (καθώς μέχρι το Σύνταγμα απαγόρευε κάτι τέτοιο επιβάλλοντας ότι το αξίωμα θα είναι υπερκομματικό).

Ακόμα και το εκλογικό σύστημα τροποποιείται ώστε να επηρεάζεται από τις βουλές του νέου Σουλτάνου, καθώς το νέο σώμα 600 αντιπροσώπων θα εκλέγεται την ίδια μέρα με τον πρόεδρο, με τους προέδρους να αποφασίζουν τους υποψηφίους μέσω κλειστής λίστας.

 

Η σύνθεση των δύο στρατοπέδων

Οι δυο κύριοι εταίροι του στρατοπέδου του ΝΑΙ είναι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Ντεβλέτ  Μπαχτσελί, που ψήφισε τις προτεινόμενες τροποποιήσεις (με την εξαίρεση 6 βουλευτών που αντιτάχθηκαν στην επίσημη κομματική γραμμή και ψήφισαν όχι, καταγγέλλοντας τον Μπαχτσελί ότι μεταβάλει το κόμμα τους σε ουρά του Ερντογανισμού).

Το κεμαλικό CHP αρχικώς τήρησε επιφυλακτική στάση, και αναμονή, ενώ εν τέλει αντιτάχθηκε στη συνταγματική μεταρρύθμιση οργανώνοντας εκστρατεία υπέρ του ΟΧΙ, η οποία όμως θα κινηθεί σε ήπιους και συναινετικούς τόνους – αν και οι εκπρόσωποί της καταγγέλλουν διαρκώς παρενοχλήσεις από τις αρχές και περιθωριοποίηση από τα ΜΜΕ.

Το κουρδικό HDP, με τους κυριότερους βουλευτές του και τους επικεφαλής να βρίσκονται στην φυλακή, διεξάγει και αυτό μια παράλληλη εκστρατεία υπέρ του ΟΧΙ, ιδίως στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας.

Ισλαμιστές και κεμαλιστές έχουν κινητοποιήσει τα δικά τους σωματεία, τις ενώσεις, και τις κινήσεις πολιτών προς την υποστήριξη των δύο στρατοπέδων. Έτσι, η Ένωση Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (MÜSİAD) –που κατά παράδοση εκπροσωπεί τις ‘τίγρεις της Ανατολίας’, δηλαδή το μουσουλμανικό επιχειρηματικό κεφάλαιο της τουρκικής ενδοχώρας– έχει ταχθεί υπέρ του ΝΑΙ, όπως και η Ένωση των Δημοσίων Υπαλλήλων που πρόσκειται στο κυβερνών κόμμα. Ακόμα, αξίζει να αναφέρουμε ότι μεγάλη συμβολική βαρύτητα έχει η στήριξη του ΝΑΙ από τους απογόνους της τελευταίας δυναστείας του Οθωμανικού Χαλιφάτου, Οσμάνογλου. [πηγή: εδώ]

Το κλίμα της προεκλογικής εκστρατείας

Η προεκλογική εκστρατεία για ένα τόσο κρίσμο δημοψήφισμα, διεξάγεται σε κλίμα ακραίας έντασης, τρομοκρατίας και εκβιαστικών διλημμάτων, το οποίο έχει εγκαθιδρύσει ο Ερντογάν από την επαύριον του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016. Από τότε βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σφοδρό κύμα διώξεων που υποτίθεται γίνονται για την αντιμετώπιση της ‘εσχάτης προδοσίας’ του δικτύου Γκιουλέν, το οποίο έχει οδηγήσει στην σύλληψη 40.000, την απόλυση άλλων 125.000 (μεταξύ των οποίων, 2.500 δημοσιογράφων και 5.000 καθηγητών πανεπιστημίου), το κλείσιμο 170 οργανισμών ΜΜΕ (εφημερίδων, τηλεοπτικών καναλιών και ενημερωτικών ιστοσελίδων). Για να αποκτήσουμε μια εικόνα των διαστάσεων που έχει αποκτήσει το νεο-οθωμανικό πογκρόμ, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτήν την στιγμή στην φυλακή βρίσκονται από τους 11 δημοσιογράφους της εφημερίδας Cumhuriyet, παλαιότερης εφημερίδας της χώρας και προπύργιο του Κεμαλισμού, μέχρι τους επικεφαλής και του βουλευτές του κούρδικου HDP, ενώ δίωξη αντιμετώπισε μέχρι και ο … μεγιστάνας και βαρόνος των κοσμικών ΜΜΕ, Αϊντίν Ντογκάν (επικεφαλής του ομώνυμου ομίλου, που συνεργάζεται με τον όμιλο Τραμπ σε κοινά επενδυτικά προγράμματα που εξελίσσονται στη Τουρκία).

Το κύμα τρομοκρατίας συνοδεύεται από την καθημερινή προπαγάνδιση ενός εμπρηστικού πολιτικού αφηγήματος σύμφωνα με το οποίο το στρατόπεδο του ΟΧΙ συγκροτείται από μια συμμαχία των σκοτεινών δυνάμεων δικτύου Γκιουλέν-PKK και… ISIS, που απεργάζονται την ανατροπή του Ερντογάν και την διάλυση της χώρας.

Η δε πρόσφατη διένεξη της τουρκικής ηγεσίας, με την γερμανική, την ολλανδική και την αυστριακή κυβέρνηση, που προκλήθηκε καθώς οι Ερντογανιστές αποπειράθηκαν να μεταφέρουν την ένταση της προεκλογικής εκστρατείας εντός των τουρκικών κοινοτήτων που διαβιούν στην χώρα [ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε παρακάτω] προσέθεσε σε αυτό το αφήγημα την διάσταση του «εξωτερικού εχθρού» σε εκείνην της «εσωτερικής συνομωσίας».

Έτσι, σύμφωνα με τον πρόεδρο είναι η κακή Δύση που επανέρχεται στην πάγια τακτική της για την διάλυση της χώρας, υποστηρίζοντας το στρατόπεδο του ΟΧΙ με το να δημιουργεί προβλήματα στην προεκλογική εκστρατεία του ΝΑΙ. Έτσι, με αυτά και με κείνα, το νεο-οθωμανικό στρατόπεδο προσπαθεί να ποινικοποιήσει την ελεύθερη έκφραση του «ΟΧΙ» ταυτίζοντας τους υποστηρικτές του με τους ‘τρομοκράτες’ και τους ‘προδότες’

Το επίπεδο της κρατικής προπαγάνδας έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, ώστε οι κρατικές υπηρεσίες να φτάνουν σε σημείο να προσπαθούν να περιορίσουν ακόμα και την δημόσια προβολή της λέξης «ΟΧΙ».

Έτσι, σύμφωνα με το BBC, το υπουργείο υγείας θα ανακαλέσει μια μεγάλη αντικαπνιστική καμπάνια την οποία διεξήγαγε τυπώνοντας χιλιάδες φυλλάδια, μόνο και μόνο επειδή αυτά είχαν τυπωμένη την λέξη «ΟΧΙ» με μεγάλα γράμματα στο εξώφυλλό τους, ενώ θα απαγορευτεί και η προβολή της βραβευμένης με Όσκαρ Χιλιανής ταινίας ΟΧΙ, που αναφέρεται στο δημοψήφισμα που εξανάγκασε τον Πινοσέτ να παραδώσει την εξουσία το 1988.

Ενδεικτικό περιστατικό της μεγάλης νευρικότητας στην οποία βρίσκεται ο Ερντογάν και το κατεστημένο του, είναι πρόσφατο περιστατικό διένεξης με την εφημερίδα Χουριέτ, το οποίο προκάλεσε και την δίωξη του Αϊντίν Ντογάν. Αιτία της αντιπαράθεσης, εξώφυλλο της εφημερίδας, που ανέφερε ότι η άρση της απαγόρευσης της μαντίλας στον τουρκικό στρατό (μια κίνηση με πολύ ισχυρό συμβολισμό που ήθελε να καταδείξει την σαρωτική επικράτηση του μουσουλμανικού μπλοκ στο προπύργιο του κεμαλισμού) έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αναστάτωση στις ηγετικές τάξεις του στρατεύματος, παρά τις ολοκληρωτικές εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του καλοκαιριού. Το δημοσίευμα έκανε τον Ερντογάν έξαλλο, και περιποιήθηκε την εφημερίδα δεόντως με σκληρές δηλώσεις, οι οποίες με την σειρά τους προκάλεσαν αξιοσημείωτη πτώση των μετοχών του ομίλου Ντογάν στο χρηματιστήριο της Πόλης, και ακολούθως, την δίωξη της ιδιοκτησίας, και των εκδοτικών υπευθύνων.

Αβέβαιη έκβαση

Παρ’ όλο το εχθρικό ως προς την αντιπολίτευση κλίμα και την κυβερνητική προπαγάνδα, η έκβαση του αποτελέσματος παραμένει αβέβαιη. Από τις τέσσερις δημοσκοπήσεις που διεξήχθησαν μεταξύ 10 Φεβρουαρίου και 2 Μαρτίου 2017, μόνο μια αποτυπώνει προβάδισμα του ΝΑΙ, με ποσοστά 58,9% έναντι 41,1%· οι υπόλοιπες εμφανίζουν το αντίθετο αποτέλεσμα, είτε με εξίσου μεγάλη διαφορά (56,6% έναντι 43,4%), ενώ μια από αυτές προμηνύει ντέρμπι με διαφορά λιγότερη της 1,5 μονάδας (48,9% ΝΑΙ, 51,1% ΟΧΙ).

Τα μηνύματα έχουν προκαλέσει συναγερμό στο στρατόπεδο του Ερντογάν: Την προηγούμενη εβδομάδα κυκλοφόρησαν οι φήμες ότι το επιτελείο του προέδρου σκέφτεται μέχρι και την ματαίωση του δημοψηφίσματος, βλέποντας το ρίσκο μιας αποτυχίας να μεγαλώνει.

Στο πλαίσιο αυτό του σεναρίου, και επειδή ακριβώς γνωρίζουμε την φύση και τον χαρακτήρα του τουρκικού καθεστώτος, δεν θα πρέπει να αποκλείουμε μέχρι και το ενδεχόμενο να επιστρατευτεί κάποια προβοκάτσια –σχετική με το Αιγαίο, την Κύπρο, την εμπλοκή τουρκικών στρατευμάτων στην Συρία, ή ακόμα και στο εσωτερικό της χώρας– σε περίπτωση που όντως  η πλάστιγγα γύρει προς την αναβολή της αναμέτρησης.

Βέβαια, με την άνοδο του ΟΧΙ, το νεο-οθωμανικό κατεστημένο έχει εξαπολύσει μια στρατηγική μετωπικής αντεπίθεσης, που περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα τακτικών και μηχανευμάτων προκειμένου να εκβιάσει την επικράτηση του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα. Οι πρακτικές στις οποίες μετέρχεται, είναι εξόχως χαρακτηριστικές της φυσιογνωμίας που τείνει να  αποκτήσει το καθεστώς στην γειτονική χώρα:


Η τουρκική ομογένεια και ο εξωτερικός εχθρός

Το πρώτο, αφορά στο μέτωπο που ο Ερντογάν και οι υπουργοί του άνοιξαν με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Ολλανδία, Αυστρία, Γερμανία –και ιδίως με την τελευταία). Βλέποντας την αναμέτρηση να εξελίσσεται σε ντέρμπι, το στρατόπεδο του ΝΑΙ θα δώσει ιδιαίτερη σημασία στους ψηφοφόρους της ομογένειας, και ιδιαίτερα σε εκείνους της Γερμανίας: Η τουρκική κοινότητα της Γερμανίας, αριθμεί 2,5 εκατομμύρια μέλη, από τα οποία περίπου 1,5 εκ. διατηρεί δικαίωμα ψήφου. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους εκλογολόγους, για κάθε 300.000 ή 400.000 ψήφους από την ομογένεια προς την μια ή την άλλη πλευρά, το αποτελέσμα μεταβάλλεται κατά μια μονάδα. Επομένως η τουρκική ομογένεια, και ιδιαίτερα η γερμανική, μεταβάλλεται σε αποφασιστικό πυλώνα υποστήριξης του νεο-οθωμανικού κατεστημένου, καθώς είχε υποστηρίξει το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στις προηγούμενες εκλογές με ποσοστά που κυμαίνονταν στο 60% περίπου.

Η στήριξη αυτής της μερίδας, ίσως αποβεί αποφασιστική για το αποτέλεσμα, και αυτός είναι ο λόγος που η τουρκική κυβέρνηση σχεδίαζε μπαραζ προεκλογικών συγκεντρώσεων σε πόλεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας, προτού οι απαγορεύσεις από την ευρωπαϊκή πλευρά να μπλοκάρουν αυτά τα σχέδια προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του Τούρκου προέδρου με αναφορές σε «ναζί» και καταγγελίες ότι οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών στηρίζουν την συνομωσία των εχθρών της Τουρκίας για την διάλυσή της. Έτσι ο σύμβουλος εξωτερικών υποθέσεων του Ερντογάν, Ilnur Cevik, θα δηλώσει: «Η συμμορία του Φετουλάχ Γκιουλέν και οι τρομοκράτες του PKK έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους για να επηρεάσουν τους γερμανούς πολιτικούς, χρησιμοποιούν ακόμα διάφορους από αυτούς που βρίσκονται κοντά τους για να υπονομεύσουν το δημοψήφισμα».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόκληση έντασης με ξένες κυβερνήσεις, ενεργοποίησε τους μηχανισμούς κατασκευής ‘εξωτερικού εχθρού’ και συνέβαλε στην συσπείρωση του ΝΑΙ: Ακόμα και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλισντάρογλου, θα καταγγείλει τις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις, ευθυγραμμιζόμενος με την ρητορική του αντιπάλου του: «Διδάσκετε στον πλανήτη δημοκρατία, αλλά απαγορεύετε με το ένα ή το άλλο πρόσχημα δύο από τους Υπουργούς μας να μιλήσουν στην χώρα σας», θα πει, προσθέτοντας ότι… αντίστοιχα προβλήματα έχει το δικό του στρατόπεδο στην Τουρκία «επαναλαμβάνουμε το ίδιο πράγμα 100 φορές, αλλά τα ΜΜΕ δεν μεταδίδουν το μήνυμά μας στις μάζες». Όπως καταλαβαίνει κανείς, η αμφίσημη στάση του Κιλινστάρογλου, που αυτήν την φορά επέλεξε την οδό της ήπιας αντιπολίτευσης, αυξάνει την αποσυσπείρωση των ψηφοφόρων του.

 

Το παιχνίδι με τους Κούρδους

Η δεύτερη κίνηση του Ερντογανικού στρατοπέδου έχει να κάνει με τους Κούρδους και την εξελισσόμενη επαναπροσέγγιση της τουρκικής ηγεσίας με τον πρωθυπουργό της περιφερειακής κυβέρνησης του Ιρακινού Κουρδιστάν, Μασούντ Μπαρζανί.

Όπως έγινε γνωστό από τα ΜΜΕ, και προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Τουρκία, ο ηγέτης του ομόσπονδου κρατιδίου του ιρακινού κουρδιστάν, επισκέφθηκε για πρώτη φορά επίσημα την Άγκυρα με την σημαία του κουρδικού κράτους να ανεμίζει δίπλα στην Τουρκική – γεγονός που θα προκαλέσει την μήνιν εθνικιστών και κεμαλιστών. Ακόμα και ο ηγέτης του κόμματος της Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος έχει συμπράξει με τον Ερντογάν στο στρατόπεδο του ΝΑΙ, επέκρινε σφοδρά την επιλογή του προέδρου της Τουρκίας.

Ωστόσο αυτή φαίνεται πως διατηρεί ποικίλες στοχεύσεις για το νέο-οθωμανικό μπλοκ, τόσο για το μέτωπο του δημοψηφίσματος όσο και για το μέτωπο της Συρίας. Σε ό,τι αφορά στο πρώτο, σκοπός της ήταν φυσικά να ανατρέψει τους δυσμενέστατους συσχετισμούς του ΝΑΙ στο εσωτερικό της κουρδικής κοινότητας, και ιδίως, να επηρεάσει τους αναποφάσιστους που φαίνεται ότι είναι αρκετοί: Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που διεξήχθησαν στις αρχές Φεβρουαρίου στις νοτιοανατολικές επαρχίες της χώρας που κυριαρχεί το κουρδικό στοιχείο, τα ποσοστά υπέρ του ΟΧΙ έφταναν το 58%, με το ΝΑΙ να συγκεντρώνει μόνο 25,1%. Μετά την επίσκεψη Μπαρζανί, ωστόσο, και την σφοδρή αντίδραση των εκπροσώπων του στρατοπέδου του ΟΧΙ στην ανύψωση της κουρδικής σημαίας στην Άγκυρα, οι αναλυτές θεωρούν ότι οι τάσεις θα εξισορροπήσουν στο εσωτερικό της κουρδικής κοινότητας, και η δυναμική του φιλοκουρδικού HDP, που έχοντας την ηγεσία του στην φυλακή διεξάγει τον δικό του, ανεξάρτητο αγώνα υπέρ του ΟΧΙ, θα καμφθεί. Σε ό,τι αφορά στο μέτωπο της Συρίας, η επίσκεψη του Μπαρζανί, μάλλον οδήγησε σε μια σιωπηρή σύμπραξη εναντίον των δυνάμεων που πρόσκεινται στο PKK.

Ο δε Μπαχτσελί, έτερος υποστηρικτής του ΝΑΙ, βρήκε την ευκαιρία που επιθυμούσε στην περίπτωση της επίσκεψης Μπαρζανί, να διαχωριστεί από τον Ερντογάν, και να αντιπαρατεθεί με το κόμμα του –δίχως βέβαια να αλλάζει την άποψή του για το δημοψήφισμα– γεγονός που θα του επιτρέψει να περιορίσει την ισχυρή εσωκομματική αντιπολίτευση/αμφισβήτηση που δέχεται από πλειάδα ηγετικών στελεχών του κόμματος του, ότι έχει καταντήσει το κόμμα παραπληρωματική δύναμη του νέο-οθωμανισμού.

Σε ό,τι αφορά στην Συρία, οι δυνάμεις που πρόσκεινται στο PKK, θα καταγγείλουν ότι με την επίσκεψη συμφωνήθηκε άτυπη σύμπραξη μεταξύ του τουρκικού στρατού και των πεσμεργκά που πρόκειται στο Μπαρζανί, προκειμένου να ανακόψουν τον διάδρομο Συρίας-Ιράκ που ελέγχουν τα στρατεύματα του YPG. Όντως, μερικές μέρες αργότερα, οι ιρακινοί Πεσμεργκά, θα συγκρουστούν στην επαρχία Σιντζάρ με στρατιωτικές δυνάμεις Γεζίντι που πρόσκεινται στο PKK, ενώ οι πολιτικές πτέρυγες του τελευταίου θα καταγγείλουν ότι στις μονάδες του Μπαρζανί που ενεπλάκησαν στις συγκρούσεις συμμετείχαν και Τούρκοι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών. [πηγή: εδώ]

Τα μπαχτσίσια του Σουλτάνου

Τέλος, καθώς τα προβλήματα στην οικονομία αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ενίσχυση του ΟΧΙ ως επιλογή διαμαρτυρίας έναντι των κυβερνητικών επιλογών, το υπουργείο οικονομικών έχει ανακοινώσει σειρά μέτρων, προκειμένου να διασκεδάσει τις έντονες ανησυχίες που προκαλεί η πτώση της τουρκικής λίρας, η υποχώρηση των ξένων, άμεσων επενδύσεων, η υποβάθμιση της αξιοπιστίας της τουρκικής οικονομίας από διεθνείς οίκους, και οι δυσμενέστατες εκτιμήσεις για την πορεία του χρέους της.

Τα μέτρα βέβαια, δεν αποσκοπούν στην αποκατάσταση της οικονομικής βιωσιμότητας, αλλά έχουν ανοιχτά ψηφοθηρικό χαρακτήρα, καθώς προβλέπουν παροχές, φορολογικές, και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις, κούρεμα χρεών των μεγάλων επιχειρήσεων, προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης κ.ο.κ. Πρόκειται δηλαδή για μια πολιτική που σκοπεύει βραχυπρόθεσμα μόνο να κάμψει την δυσαρέσκεια και να ενισχύσει το στρατόπεδο του ΝΑΙ, αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο που θα έχουν οι δαπάνες της στην γενικότερη δημοσιονομική εικόνα της χώρας. [πηγή: εδώ]

Αντί επιλόγου

Είναι πολύ νωρίς, ώστε να ρισκάρουμε κάποια πρόβλεψη για την έκβαση του δημοψηφίσματος, που θα κρίνει πραγματικά τις τύχες και την πορεία της Τουρκίας για τα επόμενα χρόνια. Ο ίδιος ο Ερντογάν, πάντως, θεωρεί την διενέργειά του ως μια από τις κρισιμότερες καμπές της κυριαρχίας του, καθώς ενδεχόμενη επικράτησή του θα δώσει θεσμικά χαρακτηριστικά στο κατεστημένο που έχει εγκαθιδρύσει, χαρίζοντάς του μια στρατηγική νίκη έναντι των εχθρών του. Η περαιτέρω ισχυροποίησή του, θα σημάνει την ενίσχυση της επεκτατικής, επιθετικής πολιτικής προς κάθε αζιμούθιο –ιδίως προς την χώρα μας [Αιγαίο και Κύπρος], καθώς και προς την ευρύτερη Βαλκανική, αλλά και την Συρία. Επιπρόσθετα, το νεο-οθωμανικό κατεστημένο θεωρεί καμπή την έκβαση του δημοψηφίσματος και ως προς την στάση της Δύσης απέναντί του, καθώς ξεμπερδεύοντας με οποιαδήποτε αμφισβήτηση στο εσωτερικό, πιστεύει πως θα εξαναγκάσει Αμερικάνους, Ευρωπαίους (αλλά και Ρώσους) να αποδεχθούν εν τέλει ότι αυτός είναι ο ολοκληρωτικός κυρίαρχος του παιχνιδιού και να συμβιβαστούν με τον ρόλο και τις πάγιες διεκδικήσεις που έχει για την ευρύτερη περιοχή.

Την ίδια στιγμή, όμως, η προσπάθειά του να επιβάλει το ΝΑΙ, αλλά και το περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών, που ολοκληρώνει την μετάβαση της Τουρκίας προς έναν ιδιότυπο ισλαμοφασισμό, απομακρύνει εκ των πραγμάτων την χώρα από την Δύση, και τροφοδοτεί περαιτέρω το αίσθημα αποστροφής που κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη απέναντι στην Τουρκία.

Από την άλλη, ενδεχόμενη επικράτηση του ΟΧΙ θα σηματοδοτούσε την πρώτη μεγάλη ήττα του Ερντογάν και του νέο-οθωμανικού κατεστημένου στο εσωτερικό έπειτα από πάρα πολλά χρόνια. Σε αυτήν την περίπτωση, αναμένεται να παγώσει η διαδικασία περαιτέρω αυταρχικοποίησης, και να αναβαθμιστούν όλες οι εσωτερικές αντιπολιτευόμενες φωνές: Τούτο, σημαίνει πως η ένταση στο εσωτερικό θα κλιμακωθεί, και μια πόλωση παρόμοια με εκείνην που είχε επικρατήσει κατά την εποχή της εξέγερσης της πλατείας Ταξίμ, ανάμεσα στους πραιτοριανούς του καθεστώτος και την αντιπολίτευση, θα επανέλθει. Σε αυτήν την προοπτική, άγνωστο παραμένει το τι θα συμβεί με τα εξωτερικά μέτωπα της Τουρκίας, ιδιαίτερα εκείνα που διατηρεί απέναντι στον κυπριακό και τον ελλαδικό ελληνισμό. Η πιθανότητα να υιοθετήσει μια στρατηγική της έντασης σε αυτά τα πεδία (καθώς και στα Βαλκάνια, όπου εντείνει την χρηματοδότηση του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, με προφανή στόχευση την πρόκληση μιας διαδικασίας-χιονοστιβάδας για την αλλαγή των συνόρων στην ευρύτερη περιοχή) ώστε να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς μιας ενδεχόμενης ήττας παραμένει μεγάλη. Πόσω μάλλον στον βαθμό που η κεμαλική αντιπολίτευση προσπαθεί να πλειοδοτήσει στην κλιμάκωση της έντασης, κατηγορώντας την κυβερνώσα δύναμη ότι θέτει… χαμηλά τον πήχη των διεκδικήσεων.

*Το παρόν αποτελεί κείμενο εισήγησης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ανοιχτής συνάντησης ενημέρωσης του Κινήματος Άρδην Θεσσαλονίκης [στις 09/03/2017], με θέμα το δημοψήφισμα στην Τουρκία

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*