Κοινωνία

Η λεηλασία των κοινών, ο κρατισμός και ο νεοφιλελευθερισμός

Του Γιώργου Ρακκά 

Συζητείται συχνά από τον καθημαγμένο και απελπισμένο ελληνικό λαό, για το που θα φτάσει η λεηλασία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας μετά το σαρωτικό κάζο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Είναι επόμενο, μετά από ένα σαρωτικό κρεσέντο του πιο αρτηριοσκληρωτικού κρατισμού, που θυσίασε αποδεδειγμένα το δημόσιο συμφέρον στην προάσπιση οργανωμένων συμφερόντων-καρτέλ που δρουν εντός των θεσμών και των μηχανισμών της ελληνικής κοινωνίας, η πλάστιγγα να γείρει προς το άλλο άκρο: Έτσι εξ αντανακλάσεως, και μόνο επειδή το μπλοκ των κρατιστών αποδείχθηκε τραγικό στο τιμόνι της διαχείρισης, κερδίζουν πλέον το πάνω χέρι και μέσα στην κοινωνία απόψεις και αντιλήψεις που διολισθαίνουν στο άλλο άκρο: Αυτό της εξαφάνισης του δημοσίου, και της ολοκληρωτικής εκποίησης των κοινών στο όνομα της κρατικής αναποτελεσματικότητας.

Χαρακτηριστική ήταν, ως προς αυτό, η πρόσφατη διαμάχη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από την εγκατάσταση (κρατικά επιδοτούμενων, ας μην το ξεχνάμε) Βιομηχανικών Αιολικών Πάρκων σε νησιά του Αιγαίου, και συγκεκριμένα στην Πάρο: Σε αυτό το ζήτημα, θα ξεσπάσει μια ακραία και διόλου παραγωγική διαμάχη, στην οποία όποιοι αντιδρούν καταδικάζονται συλλήβδην ως εχθροί της εξόδου της χώρας από την κρίση, «ψεκασμένοι», οπισθοδρομικοί που «επιθυμούν να κάνουν την Ελλάδα, Βενεζουέλα».

Σε αυτό το κλίμα προφανώς, κανείς δεν μπορεί να διεξάγει μια σοβαρή συζήτηση για το βασικό επίδικο της διαμάχης, δηλαδή γύρω από το περιεχόμενο του μοντέλου ανάπτυξης που είναι σε θέση να βγάλει την χώρα από την κρίση: Άραγε η πριμοδότηση κρατικοδίαιτων ενεργειακών εταιρειών συνιστά όντως «επένδυση» ή μήπως η εγκατάσταση τεράστιας έκτασης ΒΑΠΕ, δεσμεύει χώρο και προκαταλαμβάνει της χρήσεις του απαγορεύοντας στις τοπικές κοινωνίες να αναπτύξει άλλες μορφές επιχειρηματικότητας με απείρως περισσότερες δυνατότητες βιωσιμότητας; Και τι είναι άραγε ποιο συμφέρον, να πριμοδοτήσει κανείς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτικής/κτηνοτροφικής και μεταποιητικής δραστηριότητας που να αναδεικνύει τα συγγνωστά συγκριτικά πλεονεκτήματα ποιότητας της χώρας; Μήπως θα έπρεπε, σε ό,τι αφορά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να πριμοδοτηθεί η παραγωγή νέων μορφών μικρής και μεσαίας παραγωγής, που να ευνοεί στην αξιοποίηση της εγχώριας τεχνογνωσίας (γύρω από ήπιες ανεμογεννήτριες καθέτου περιστροφής, ή πρότυπους ηλιοσυλλέκτες που βρίσκονται σε στάδιο έρευνας και εξέλιξης); Ή μήπως θα πρέπει να επιμείνουμε να πριμοδοτούμε την παραγωγή της γερμανικής υλικοτεχνικής υποδομής των ΑΠΕ βαφτίζοντας ανάπτυξη την «διόγκωση των ελλειμμάτων»;

Δυστυχώς αυτή η κουβέντα αποτρέπεται σήμερα στην Ελλάδα στο όνομα της «αναγωγής στην κεντρική πολιτική αντιπαράθεση» –της αναγκαιότητας, δηλαδή να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία: Η προτεραιότητά της είναι απολύτως σεβαστή, ωστόσο, γιατί άραγε να μην μπορεί να γίνει αντιπολίτευση από την σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος και θα πρέπει να διολισθήσουμε σε μια πολιτική ηγεμονία των δυνάμεων της αγοράς; Και μάλιστα πότε; Σε μια στιγμή που το υπόδειγμα του μηδαμινού κράτους που προώθησε φανατικά η παγκοσμιοποίηση καταρρέει, και όλοι οι δανειστές μας επιστρέφουν στην αναζήτηση υβριδικών μοντέλων, που επιστρέφουν μεγάλα τμήματα της οικονομίας υπό αυστηρή κρατική επίβλεψη και οριοθέτηση, εμείς για να πάει η Ελλάδα μπροστά καλούμαστε να γυρίσουμε πίσω σε λογικές που κυριάρχησαν το… 1990, δηλαδή 20 χρόνια πριν.

Εν τω μεταξύ η ίδια η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση, οι δανειστές, και οι ξένες μεγάλες εταιρείες προετοιμάζονται ήδη για την επόμενη, ‘μετα-μνημονιακή’ Ελλάδα. Προωθούν ένα μοντέλο ανάπτυξη στο οποίο η χώρα έχει καταστεί ‘δαντέλα’, ανίκανη να ανταπεξέλθει στον στοιχειώδη σχεδιασμό, στην ενδυνάμωση των ενδογενών οικονομικών κυκλωμάτων, την πολιτιστική ισχυροποίηση της χώρας.

Στο πλαίσιο τα πάντα γίνονται αντικείμενο-στόχος μιας κερδοσκοπικής λογικής που προωθείται κεκαλυμμένη υπό τον μανδύα της ‘εξόδου από την κρίση’. Βαφτίζουμε δηλαδή την «αρπαχτή», ανάπτυξη –λες και υπάρχει σοβαρή διαφορά μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής αρπαχτής: Προσφάτως στην Θεσσαλονίκη, υπό την αιγίδα και την συμμετοχή ιδρυμάτων όπως του Ροκφέλερ και της Παγκόσμια Τράπεζα, συζητήθηκε το πώς θα ‘αξιοποιηθεί’ το παραλιακό μέτωπο, που προσφάτως αναπλάστηκε, με διεθνή βραβεία για τον νέο αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό, και σήμερα λειτουργεί ως ελεύθερο πάρκο πρασίνου και αναψυχής προσελκύοντας κάθε βδομάδα εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που το χαίρονται ελεύθερα. Κάτι που δεν φτάνει για την οικεία δημοτική αρχή, και τους διεθνείς οργανισμούς με τους οποίους συνεργάζεται και γι’ αυτό προέβησαν σε έναν σχεδιασμό που περιλαμβάνει την κατασκευή υποδομών για κρουαζιερόπλοια και σκάφη αναψυχής, πλωτές πισίνες και τεχνητές παραλίες: Κοινώς ένα τεράστιο, ‘ανοιχτό’ ξενοδοχείο.  Αυτό, σε μια πόλη που η ανεργία της έχει αγγίξει το 60%, ονομάζεται… ανάπτυξη. Όπως ‘αξιοποίηση’ ονομάζεται και μια αντίληψη που επιθυμεί την… ιδιωτικοποίηση του περιαστικού δάσους της Θεσσαλονίκης, ώστε αυτό να πάψει να είναι δάσος και να μεταβληθεί σε πάρκο αναψυχής με ψησταριές, αναψυκτήρια και άλλα πολιτιστικά installation.

Άραγε γιατί η ανάπτυξη ενός τέτοιου μοντέλου, που θα σημάνει την περαιτέρω πολιτιστική υποβάθμιση της χώρας, να θεωρείται ως ‘ανάταση από την κρίση’ και διέξοδος από το τέλμα του failed state, που ζούμε σήμερα και όχι ως απλώς η επόμενη φάση της αποσύνθεσης;

Τι έχει συμβεί; Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ πήραν την κυβερνητική σκυτάλη από τους ‘μνημονιακούς’, και το δικομματικό πολιτικό κατεστημένο. Το τελευταίο, στις διάφορες κυβερνητικές εκφράσεις που ξέσπασε το 2010 είχε εκχωρήσει ορισμένα τμήματα μόνο της κρατικής κυριαρχίας στους δανειστές: Την κατάρτιση της δημοσιονομικής πολιτικής (σίγουρα), τον περιορισμό της κοινωνικής πολιτικής, μια σειρά επιλεκτικών ιδιωτικοποιήσεων. Ωστόσο, η διακυβέρνηση των δήθεν αντιμνημονιακών, θα κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα, ‘κανονικοποιώντας’ το μνημόνιο σε κάθε πτυχή του οικονομικού βίου της χώρας: Πλέον, υπό λεηλασία τέθηκαν όλες οι δημόσιες υποδομές της χώρας, το τραπεζικό της σύστημα, η ΔΕΗ. Και μαζί με αυτά, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο απειλείται σχεδόν κάθε έκφραση των «κοινών»: Ελεύθεροι χώροι, δημοτικές υποδομές, φυσικοί πόροι, η πρόσβαση σε κλάδους πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής που θεωρούνται ως συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας (βλέπε τσάκισμα της μικρής και μεσαίας αγροτικής ιδιοκτησίας, η προσπάθεια για την συγκεντροποίηση των ελαιοτριβείων, και των αποστακτηρίων κ.ο.κ.) ακόμα και η ιστορία και ο πολιτισμός αν συνυπολογίσουμε και το νέο κύμα εθνομηδενισμού που ενορχηστρώνεται από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, τίθονται προς εκποίηση.

Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να τους σταματήσει. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι το δίπολο κρατισμός-νεοφιλελευθερισμός, σύγχρονο παράγωγο του διπόλου αριστερά-δεξιά, αδυνατεί να δώσει βιώσιμη διέξοδο. Και πώς να δώσει όταν η κυρίαρχη έκφραση τόσο του δημοσίου τομέα, όσο και του ιδιωτικού στην χώρα μας βουλιάζει στην χειρότερη εκδοχή παρασιτισμού;

Ας πάρουμε το ζήτημα των μη-κρατικών πανεπιστημίων, που επανέρχεται διαρκώς στην συζήτηση: Στο μέτρο που μη-κρατικά δεν σημαίνει «ιδιωτικά», αλλά παραπέμπει στην ανάπτυξη μορφών κοινωνικής οικονομίας, και υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αυστηρών κανόνων για το περιεχόμενο και τους προσανατολισμούς της παρεχόμενης εκπαίδευσης, δεν υπάρχει κανένας λογικός άνθρωπος που να μην δεχόταν να συζητήσει αυτήν την προοπτική. Ωστόσο σήμερα τι θα σήμαιναν στην πράξη τα μη-κρατικά πανεπιστήμια; Ότι θα κάνει, για παράδειγμα, το ΕΛΙΑΜΕΠ σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων πανεπιστήμιο για τις διεθνείς σχέσεις; Μήπως Ιδρύματα, όπως αυτό του Σόρος, ή του Φορντ και του Ροκφέλλερ δεν θα αναμειχθούν άραγε σε αυτήν την διαδικασία; Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα διαθέτει μια μη-κρατική μεταναστευτική πολιτική, υλοποιημένη υπό τις διάφορες ΜΚΟ, με τα γνωστά αποτελέσματα για την συνοχή και την βιωσιμότητα της χώρας. Θα θέλαμε, άραγε, να εξαπλωθεί αυτή η κατάσταση και στην εκπαιδευτική πολιτική, που ουσιαστικά θα συνεπάγεται και την απώλεια κρατικής κυριαρχίας και στον χώρο της Παιδείας; Πως άραγε θα λειτουργήσει μια τέτοια επιλογή θετικά ή αρνητικά ως προς τα εθνικά μας συμφέροντα και την έξοδο της χώρας μας από την κρίση; Μήπως το πρόβλημα της Παιδείας δεν είναι κατ αρχάς πρόβλημα οργανωτικής μορφής αλλά πρόβλημα περιεχομένου; Δηλαδή πρόβλημα αξιών, εκπαιδευτικών κατευθύνσεων, καθώς και του γεγονότος ότι όλα τα ενεργά υποκείμενα που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία τείνουν να αντιμετωπίζουν το σχολείο και το πανεπιστήμιο χρησιμοθηρικά; Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε ένα μείζον κατ ουσίαν πολιτιστικό πρόβλημα σε πρόβλημα οργανωτικής διάταξης. Αν αυτό γίνεται μέσα από την διαμάχη κρατιστών-νεοφιλελεύθερων για την Παιδεία, ο μόνος που την πληρώνει είναι η ίδια η Παιδεία.

Και αυτό ισχύει σε ευρύτερο επίπεδο:  Τα πράγματα, πλέον, είναι αρκετά ξεκάθαρα: Η χώρα απειλείται από παντού, κινδυνεύει να καταρρεύσει σε κάθε της επίπεδο. Όλα τα επίπεδα, κατά συνέπεια, συνδέονται, και άρα δεν νοείται πατριωτισμός δίχως την ανασυγκρότηση όλων των «κοινών»· δεν νοείται παραγωγική αναγέννηση δίχως την στοιχειώδη αποκατάσταση των κρατικών λειτουργιών· και δεν νοείται επιχειρηματικότητα δίχως να δοθεί έμφαση στην παιδεία και τον πολιτισμό –όχι με τον τρόπο που το λένε οι πολιτικοί στις σχολικές γιορτές ή κατά τις ομιλίες τους σε πολιτιστικά γεγονότα– αλλά επειδή διαθέτουμε συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτούς τους τομείς και θα πρέπει να το αξιοποιήσουμε αποφασιστικά.

Ούτε ο κρατισμός, ούτε ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι τα οργανωτικά σχήματα εκείνα που μπορούν σήμερα να απαντήσουν σε αυτά τα ζωτικά ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο ελληνισμός. Είναι σαφές αυτό σε όσους έχουν μια εμπειρική σχέση τόσο με τον δημόσιο όσο και με τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα σήμερα. Ωστόσο, και αυτή η εκδοχή εμφυλίου είναι απαραίτητη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, και την υπάρχουσα κομματική διάταξη προκειμένου να επιβιώσει.

 

4 Σχόλια

  1. Εξαιρετικά εύστοχα όσα ανέπτυξε ο Γ. Ρακκάς, επιμένω ότι αυτός ο λόγος απουσιάζει.
    Φρέσκος λόγος, χωρίς κομματικά στεγανά και συγκροτημένος.
    Δίχως απολυτότητες.
    Η πολιτική επιστήμη είναι (ευτυχώς) σχεσιακή, πλουραλιστική, για να μπορεί να αναχαιτίζει δόγματα και αυθεντίες που στην πράξη είναι συγκοινωνούντα δοχεία και στηρίζονται στα αδιέξοδα που καλλιεργούν οι παραθεσμικοί κυρίαρχοι δρώντες.
    Στο δίπολο μεταξύ αποχής και ψήφου καθοριστικό ρόλο για εμένα θα παίξουν κείμενα σαν αυτά του κυρίου Ρακκά, που έχουν συλλάβει το νόημα του αδιεξόδου, ώστε όταν οι κοινωνικές υπηρεσίες λχ υπολειτουργούν, αντί να αναταχθούν προς όφελος της κοινωνίας αποδίδονται βορά στο κραιπαλώδες cost-benefit analysis, με λίγα λόγια, η ανθρώπινη ζωή αποτιμάται σε χρήματα και δεν κρίνεται η ζωή από το ίδιο το υπαρξιακό γεγονός, αλλά από το αν έχει κάποιος χρήματα.
    Έτσι και η μη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος επιχειρείται να διερμηνευτεί στρεβλά με το πρόσχημα της «αξιοποίησης».
    Στο οικονομικό επίπεδο, αντί της ενίσχυσης της μικρής και μεσαίας επιχείρησης, των νέων επιστημόνων, των 25ρηδων, 30ρηδων, 35ρηδων, 40ρηδων, που έφυγαν στο εξωτερικό, με τη συνδρομή ενός κράτους με πραγματικά δημόσιο ρόλο και κοινωνική παρουσία επιτελικού κράτους, έχουμε την αναγωγή του κράτους στον κομματικό δεσποτισμό ή στον «αντίποδα» ένα …ελάχιστο κράτος (έτσι, για να μην αποτελεί εμπόδιο στις υποτιθέμενες …επενδύσεις).
    Και ο μονεταρισμός πάντοτε κυρίαρχος.
    Ευρώ ή δραχμή;
    Το να κατακτήσουμε θέση εταίρου στην Ευρώπη και ένα σύμπλεγμα επωφελούς εθνικής πολιτικής για το καλό του τόπου, ούτε περνάει από το μυαλό των αναλύσεων του συρμού.

    Στον ίδιο αδιέξοδο ορίζοντα έχουμε μείωση του πραγματικού μισθού μέσω της αύξησης εισφορών, αντί του θεμελιώδους, δηλαδή την διεύρυνση της βάσης των εισφορών, δηλαδή της αύξησης των εργαζομένων (ραγδαίας μείωσης της ανεργίας) προκειμένου να τροφοδοτηθούν τα ασφαλιστικά ταμεία.
    Αυτό κανένας κρατιστής φωστήρας δεν το έχει σχολιάσει.
    Οι μεν κρατιστές προκρίνουν την θεσμική «διαταγή» αύξησης του κατώτατου μισθού (επιχείρημα κραυγαλέα ηλίθιο) ως να προέρχονται οι μισθοί από το κάθε ΦΕΚ, ενώ οι δε νεοφιλελεύθεροι (συναγωνίζονται σε ηλιθιότητα), προκρίνουν την διαχείριση της μιζέριας με το περαιτέρω «άνοιγμα/απελευθέρωση» των αγορών, ως πανάκεια για τα πάντα.
    Είναι το περίφημο δόγμα περί «ελευθερίας» του Φρίντμαν (κακοποίηση της λέξης ‘ελευθερία’).
    Έτσι, αν υπάρχει ανεργία σε μια χώρα, οι νεοφιλελεύθεροι προκρίνουν οι αγορές υπηρεσιών να ανοίξουν χωρίς καν κρατικό έλεγχο και εποπτεία και να πεινάσουν όλοι μαζί οι μέχρι πρότινος μικροί και μεσαίοι, αντί να ευημερήσουν και να διεισδύσουν και άλλα μέλη της κοινωνίας στην οικονομία.
    Φυσικά, οι τιμές στις αγορές προϊόντων παραμένουν στα ύψη γιατί το «ελάχιστο κράτος» που να βρει καιρό να ασχοληθεί με τους πάσης φύσεως μεσάζοντες και τρωκτικά.
    Το κράτος είναι κάτι (έστω αναγκαίο) «κακό» για την σχολή του Σικάγο.

    Έτσι, το νήπιο για να πάει στον παιδικό σταθμό, ο άρρωστος για να έχει προοπτική περίθαλψης και θεραπείας, πρέπει να έχει χρήματα.
    Αλλιώς …δεν δικαούται!
    Καμία δε πολιτική τάξη δε, δεν ενδιαφέρεται για το πρόβλημα της ανεργίας στον τομέα της εταιρικής οικονομίας (όπως με πολύ ενδιαφέροντα εθνοκεντρικό τρόπο προσεγγίζει ο αρθρογράφος αυτής της ανάρτησης) και της αποκομματικοποίησης (όχι αποπολιτικοποίησης) του κράτους.

    Είναι πολλά αλλά θα κουραστούμε.
    Φωνές (όπως βλέπω) που υπερβαίνουν διλήμματα υπάρχουν.
    Το άλλο βήμα για να αξίζει αυτή έστω η υποτυπώδης προ-αντιπροσωπευτική (κατά την γνωσιολογία που βρίσκω εξαιρετικά ουσιαστική στον κύριο Κοντογιώργη) πολιτική συμμετοχή που επιφυλάσσεται σε εμάς τους πολίτες, δηλ. η ψήφος, για να έχει ένα κάποιο νόημα οφείλει να ολοκληρωθεί το εγχείρημα της «απο-εμφυλιοποίησης» της πατρίδας μας.
    Αρκετή σπέκουλα έγινε σε αυτά τα ζητήματα.
    Έχω θέση, ίσως να μην συμφωνώ μάλιστα με τις ιστορικές προσεγγίσεις του κ.Καραμπελιά, αλλά σε κάθε περίπτωση εκεί που έχει δίκιο είναι στο να τελειώνει αυτή η ιστορία.
    Και εκεί κάθε φόρτιση, υπόμνηση στο παρελθόν θεωρώ δεν βοηθάει.

    Ξέροντας όμως, ότι αριστεροί όπως ο κύριος Καραμπελιάς ή δεξιοί όπως ο κύριος Χολέβας, θα ήταν αρκετά συνετοί, πάντα σκεπτόμενοι το συλλογικό θα απέφευγαν την μπανανόφλουδα του διχασμού.
    Μια μπανανόφλουδα που απέτυχαν οι παλιοί να προσπεράσουν.

    Εκσυγχρονισμό της παράδοσης λοιπόν, πλήρης απόσταση από ιδεολογικές φορτίσεις, εθνικό ως δημόσιο συμφέρον έναντι του τάχα «γενικού συμφέροντος» (μια και αναλύει έξυπνα ο αρθρογράφος Γιώργος ‘Τετράδης’ ζητήματα πολιτικής λειτουργίας με αφορμή την κραιπάλη των κοινοβουλευτικών κομμάτων) και λογικές αναλύσεις όπως αυτές του κύριου Ρακκά.

    Αυτός ο συνδυασμός αξίζει να κινητοποιήσει κάποιον που θέλει να έχει μέλλον στην πατρίδα του αλλά έχει βαρεθεί την κομματική εναλλαγή στην εξουσία και το διακομματικό consesus που στο προσκήνιο αντιπαρατίθεται με πρόσχημα την χειρότερη δυνατή λύση εξαιτίας του αδιεξόδου το οποίο διαμόρφωσαν αμφότεροι.

  2. Επεξηγηματικά και συμπληρωματικά για την αγορά εργασίας οι δε κρατιστές φροντίζουν να την κλείσουν προς τους outsiders με αύξηση εισφορών και μείωση του πραγματικού μισθού, οι δε νεοφιλελεύθεροι να την «ανοίξουν» ασύδοτα παρακάμποντας το κράτος (στο όνομα της απελεθέρωσης) οδηγοώντας και τους insiders εκτός των τειχών, στον τομέα των υπηρεσίων.
    Καθαρά λογικές διαχειριστικής μιζέριας που επιμηκύνουν τα αδιέξοδα.

    Έτσι, αν μπορεί πανεύκολα, χωρίς κριτήρια κανείς να ανοίξει ταβέρνα, λογιστήριο, κομμωτήριο, να πάρει άδεια ταξί, θα λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας.
    Το αντίθετο θα συμβεί, οι ήδη επαγγελματίες που αγωνίζονται για τον βιοπορισμό θα τελειώσουν στο όνομα του νεοφιλελεύθερου εξισωτισμού.

    Το σχέδιο για ενθάρρυνση της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας, με εθνοκεντρικό ορίζοντα ανάδειξης των δυνατοτήτων της χώρας, η κοινωνία, το φυσικό περιβάλλον, απουσιάζουν στα σχέδια των «ειδικών».

    Το ίδιο και στην δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, όπου αποδεδειγμένα κάθε προοπτική ανεξαρτησίας της δημιουργεί πανικό στην κομματική ιδιοποίηση.

  3. Εν τέλει προκρίνεται η υγιής διείσδυση (και όχι η νοσηρή νεοφιλελεύθερη) στην αγορά εργασίας, με επιτελικό σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης και διασφάλισης του δημόσιου χώρου που είναι από μόνος του στρατηγικό πλεονέκτημα κάθε χώρας τόσο ως φυσικό, όσο και ως πολιτιστικό περιβάλλον μεταξύ πολλών άλλων.

    Το ξεπούλημα και η εκποίηση του δημόσιου χώρου είναι τόσο «μεταρρυθμίσεις» όσο «ελευθερίες» ήταν αυτά που πρεσβεύει η σχολή του Σικάγο.

  4. Pingback: Η λεηλασία των κοινών, ο κρατισμός και ο νεοφιλελευθερισμός - Ερανιστής

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*