Άρδην τ.66

Η γλωσσική Παιδεία στο Σχολείο

Κάποιο… Λιάκο έχει η φάβα 

Του Χρίστου Δάλκου (Άρδην τ. 66)

Ὁ εὐτράπελος τίτλος τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀνα­φέρεται σέ μιά καθόλου εὐτράπελη πραγματικότητα, πού τά κύρια χαρακτηριστικά της παραπέμπουν στίς –πιό εὐδιάκριτες ἀλλά παρόμοιας ἰδεολογικῆς προέλευσης– μεταμοντέρνες πρακτικές πού ἔχουν υἱοθετηθῆ στόν τομέα τῆς μελέτης καί διδασκαλίας τῆς ἱστορίας καί πού τείνουν νά υἱοθετηθοῦν σ’ αὐτόν τῆς γλώσσας.
Ἡ ἐπίθεση π.χ. στήν γεγονοτολογική ἱστορία καί ἡ φιλολογία περί ἄνευ γεγονότων ἱστορίας βρίσκει τό ἀντίστοιχό της στήν διδασκαλία τῆς γραφῆς καί τῆς ἀνάγνωσης μιᾶς λέξης ἐρήμην τῶν συγκεκριμένων ὅρων πού τήν ἀπαρτίζουν, τ.ἔ. τῶν γραμμάτων, ἤ μιᾶς πρότασης ἐρήμην τῶν ὅρων πού τήν ἀπαρτίζουν, ἤτοι τῶν λέξεων. Κάπως ἔτσι καταργεῖται στήν πράξη ἡ διδασκαλία τῆς Γραμματικῆς καί τοῦ Συντακτικοῦ στό ὄνομα μιᾶς ὁλιστικῆς θέασης τῆς γλωσσικῆς πραγματικότητας. Τό ὅλο ἐγχείρημα συνοδεύεται ἀπό ἀκατάσχετες ρητορικές ἐπιθέσεις ἐνάντια στόν «κατακερματισμό» τοῦ λόγου, στίς «μηχανιστικές» πρακτικές τῆς παραδοσιακῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας, χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καθόλου τό γεγονός ὅτι καί ἡ διδασκαλία τῆς ἀνάγνωσης μιᾶς λέξης ὡς ὅλου συνιστᾶ ἐπίσης κατακερματισμό. Μιά πλήρως συνεπής πρός τήν φιλοσοφία της ὁλιστική διδασκαλία τοῦ λόγου θά ’πρεπε νά ξεκινᾶ ὄχι ἀπό τήν λέξη, τήν πρόταση, τήν περίοδο ἤ τήν σελίδα, ἀλλά τό σύνολο τοῦ βιβλίου ἤ τῶν βιβλίων πού ἔχουν γραφτῆ στήν ἀνθρώπινη γλῶσσα. Ἄν δέν τό κάνῃ, εἶναι γιατί ἔχει ἐπίγνωση τῶν περιορισμῶν τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ, πού ἐπιβάλλουν νά ξεκινᾶ κανείς, εἰδικά στό νηπιαγωγεῖο καί στίς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ, ἀπό τά ἐλάχιστα στοιχεῖα τοῦ λόγου καί νά καταλήγῃ ἐπαγωγικά στό ὅλον, κατακερματίζοντας ἀναγκαστικά καί γιά μεθοδολογικούς λόγους τήν γλῶσσα εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη.
Ἡ ἄρνηση, ἐπίσης, τοῦ ρόλου τῶν συγκεκριμένων γεγονότων ἤ προσώπων στήν διαμόρφωση τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι (πού φαίνεται νά διεκδικῆ ἐπάξια τόν καίριο ποιητικό χαρακτηρισμό τοῦ Καρούζου: «ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων») βρίσκει τό ἀντίστοιχό της στήν ἐκμηδένιση τοῦ ρόλου τῶν συγκεκριμένων ὅρων μιᾶς πρότασης στήν οἰκοδόμηση τοῦ συνόλου τῶν συντακτικῶν / νοηματικῶν σχέσεων.
Οἱ ἐραστές τῶν κα­θολικῶν γλωσ­σικῶν δομῶν καί σχέσεων ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τήν ὀ­­μορφιά καί τήν ἀλήθεια τῆς ποιητικῆς διακήρυξης τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ: «Δὲ σ’ ἀγαπῶ. / Σ’ ἀγαπάω!», ὅπως ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τήν διαφορά μεταξύ τῆς ἀγγλικῆς φράσης “the sun sets” καί τῆς ἑλληνικῆς «ὁ ἥλιος βασιλεύει».
Ἡ χρήση τοῦ ρήματος βασιλεύει, πού παραπέμπει προφανῶς σέ ἕναν ἀδιευκρίνιστης προέλευσης καί χρο­νικοῦ βάθους συνειρμό μέ τήν λέξη βασιλιᾶς / βασιλεύς, ὑποδεικνύει πρός τήν κατεύθυνση μιᾶς διαφορετικῆς γλωσσικῆς καί ἐν τέλει ἱστορικῆς ἐξέλιξης, οἱ ἀτραποί τῆς ὁποίας δέν ἔχουν ἀρκούντως διερευνηθῆ. Τό νά ἐξομοιώνῃς ὅμως τίς φράσεις “the sun sets” / «ὁ ἥλιος βασιλεύει», ἐπειδή παραπέμπουν στήν ἴδια, δῆθεν καθολική, δομή, ἰσοδυναμεῖ μέ τό νά ἰσχυρίζεσαι ὅτι δυό γυναῖκες εἶναι τό ἴδιο ὄμορφες ἐπειδή ἔχουν δύο χέρια καί δύο πόδια.
Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι ἡ σάρκα πού κάνει τήν διαφορά, καί ἡ μονομερής ἐνασχόληση μέ τόν σκελετό καί ὄχι καί τήν σάρκα τῆς γλώσσας ἤ τῆς ἱστορίας, πλήν τῶν γνωστικῶν, ἔχει καί ἄλλες παρενέργειες πού θά ἔπρεπε, προκειμένου περί τοῦ σχολείου, νά ληφθοῦν ὁπωσδήποτε ὑπ’ ὄψει: εἶναι ἄχαρη καί βαρετή μέχρι νύστας, ἔτσι πού ἐξορίζει τήν πραγματικότητα καί τόν ἄνθρωπο, πρός ὄφελος προκατασκευασμένων ἀφηρημένων σχημάτων. Τήν παταγώδη ἀποτυχία τῆς ὁλιστικῆς ὀπτικῆς σκιαγράφησε εὔγλωττα ὁ κ. Κόϋνερ τοῦ Μπρέχτ: «Δούλευα κάποτε σ’ ἕναν κηπουρό. Μιά μέρα μοῦ ‘δωσε ἕνα ψαλίδι καί μοῦ ‘πε νά κλαδέψω μιά δάφνη. Τό φυτό ἦταν μέσα σέ μιά γλάστρα καί τό δάνειζαν σέ διάφορες γιορτές. Γι’ αὐτό ἔπρεπε νά ἔχῃ τή μορφή σφαίρας. Ἄρχισα ἀμέσως νά κλαδεύω τ’ ἀγριόκλαδα, ἀλλά ὅσο καί νά πάσχιζα νά πετύχω τή σφαιρική μορφή, δέν τά κατάφερνα. Πότε κλάδευα παραπάνω τή μιά πλευρά, πότε τήν ἄλλη. Ἔτσι, ὅταν πῆρε τή μορφή σφαίρας, ἡ σφαῖρα ἦταν πάρα πολύ μικρή. Τότε ὁ κηπουρός μοῦ εἶπε ἀπογοητευμένος: “Καλά, τή σφαῖρα τή βλέπω, ποῦ εἶναι ὅμως ἡ δάφνη;”» (Μπ. Μπρέχτ, Ἱστορίες τοῦ κυρίου Κόϋνερ, μετάφραση Γ. Βελουδής, ἐκδ. Πατάκη, 1996).
Ἕνα ἄλλο σημεῖο στό ὁποῖο συνα­ντῶνται οἱ κήρυκες τοῦ ἱστοριογραφικοῦ μεταμοντερνισμοῦ μέ αὐτούς τοῦ γλωσσολογικοῦ, εἶναι στήν ἰδιαίτερη βαρύτητα πού ἀποδίδουν στήν ἱστορική ἤ γλωσσική συγχρονία εἰς βάρος τῆς διαχρονίας. Εἴτε πρόκειται γιά διακηρύξεις περί τοῦ «τέλους τῆς ἱστορίας», εἴτε γιά προκρούστεια ἰδεολογήματα πού ἐξαρτοῦν τήν γένεση τῶν ἐθνῶν ἀπό αὐτήν τῶν ἐθνικῶν κρατῶν, εἴτε γιά τήν πολυποίκιλη παραχάραξη τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος πρός ἐξυπηρέτηση δῆθεν οἰκουμενικῶν, ἀλλά στήν οὐσία ἰμπεριαλιστικῶν σκοπιμοτήτων, ὁ κοινός ἰδεολογικός παρονομαστής μεταμοντέρνας ἱστοριογραφίας καί γλωσσολογίας ἐντοπίζεται στήν προτεραιότητα πού δίνεται σέ μιά ἀποκομμένη ἀπό τό παρελθόν συγχρονία ἔναντι τῆς διαχρονίας, ὅπως ἀπροκάλυπτα διακηρύσσει καί ὁ πατέρας τῆς δομικῆς γλωσσολογίας Φ. ντέ Σωσσύρ.
Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στό ζήτημα τῆς καθ’ ἡμᾶς γλωσσικῆς διδασκαλίας, ἡ ἐπιβολή τοῦ μονοτονικοῦ καί ἡ προϊοῦσα λαθραία καθιέρωση τοῦ ἀτονικοῦ ἀπό τά τηλεοπτικά Μ.Μ.Ε., ὡδήγησε σέ βαθμιαία ἀποξένωση τῶν νέων ἀνθρώπων ἀπό τό σύνολο σχεδόν τῆς τρισχιλιετοῦς γραπτῆς πνευματικῆς δημιουργίας τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἡ ἐκθεμελιωτική πρακτική συνωδεύτηκε ἀπό ἐπιθέσεις ἐνάντια στήν διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἤ μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς ἀπό τό πρωτότυπο, στό ὄνομα πάντα τῆς συγχρονίας, κι ὅταν οἱ εὐθεῖες ἐπιθέσεις ἀποκρούσθηκαν, υἱοθετήθηκε τό μοντέλο τῆς «δομολειτουργικῆς» διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων μέ ὅρους οἱονεί συγχρονικῆς διδασκαλίας, δηλ. διδασκαλίας τοῦ κειμένου ὡς ὅλου, τό ὁποῖο οἱ μαθητές ὑποτίθεται εἶναι σέ θέση μέ μιά ματιά νά κατανοήσουν.
Μέ τήν προϊοῦσα ἀποξένωση ἀπό τόν βασικό λεξιλογικό πλοῦτο τῆς ἀρχαίας, μεσαιωνικῆς καί νεώτερης γλώσσας, πολλές λόγιες λέξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς ἔπαψαν γιά ἕνα σημαντικό μέρος τῶν νέων ἰδίως ἀνθρώπων νά εἶναι ἐτυμολογικά διαφανεῖς, καί ἑπομένως κατανοητές, ἔτσι ὥστε νά φθάνουμε στό ἀνησυχητικό σημεῖο πνευματικῆς κατάπτωσης δάσκαλοι ὑποψήφιοι στόν διαγωνισμό τοῦ ΑΣΕΠ νά ἐτυμολογοῦν τό «παγκόσμιος» ἀπό τό «πάγκος» + «ὀσμή».
Μεγάλη ζημιά στόν τομέα αὐτό, πού σχετίζεται ἐν τέλει μέ τήν εὐρύτερη πνευματική συγκρότηση τῶν αὐριανῶν πολιτῶν, ἔχει κάνει τό ἀπόλυτα σχετικιστικό πνεῦμα, κοινή βάση μεταμοντέρνας ἱστοριογραφίας καί γλωσσολογίας, πού σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν τελευταία ἐκφράζεται εἴτε μέ τήν ὁδηγία «Μή διορθώνετε τά γλωσσικά λάθη», εἴτε μέ τήν ἀκόμα πιό «προωθημένη» σχετικιστική ἄποψη ὅτι δέν ὑπάρχουν γλωσσικά λάθη καί ὅτι γιά τήν ἀποδοχή ἤ μή τῶν ὅποιων γλωσσικῶν ἐκφράσεων ἀποφασίζει ἡ γενικευμένη ἤ μή χρήση.
Ὅμως, ἀκόμα κι ἄν υἱοθετείτο ἀπό τό 99 % τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ λανθασμένη γραφή τοῦ «συνέλαβε» μέ δύο λάμδα (: «συνέλλαβε») τό γεγονός αὐτό μέ τίποτα δέν θά ἀναιροῦσε τήν ὀρθότητα τῆς διαπίστωσης ὅτι πρόκειται γιά ἕνα λάθος πού μαρτυρεῖ τήν «παπαγαλίστικη», ἄσκεφτη, φωτογραφική ἀναπαραγωγή στοιχείων τῆς γλωσσικῆς πραγματικότητας (ἐν προκειμένῳ τήν ἀναλογική ἀναπαραγωγή τῶν δικαιολογημένων δύο λάμδα τοῦ Ἐνεστῶτα «συλλαμβάνω» στόν Ἀόριστο), μέσῳ τῆς ὁποίας ἡ μεταμοντέρνα γλωσσική διδασκαλία προωθεῖ τήν ὑπονόμευση τῶν ἀρχῶν τοῦ ὀρθοῦ λόγου καί τήν γενίκευση τῆς ἠλιθιότητας.
Ἀλλά ἐκεῖ πού ἡ συνάντηση μεταμοντέρνας ἱστοριογραφίας καί γλωσσολογίας εἶναι προφανής καί ἀναμενόμενη, εἶναι στό ζήτημα τῆς ἱστορικῆς ἐξέ­λιξης τῆς γλώσσας καί τοῦ ρόλου της ὡς βασικῆς συνιστώσας τῆς ἐθνικῆς ὕπαρξης. Ἡ ἰσοπεδωτική ἀντίληψη ὅτι ἡ γένεση τῶν ἐθνῶν συμβαδίζει μέ τήν δημιουργία τῶν ἐθνικῶν κρατῶν, καί ὅτι ἑπομένως ἡ διαδικασία τῆς παγκοσμιοποίησης μέλλει νά ἐξαφανίσῃ ὄχι μόνο τά ἐθνικά κράτη ἀλλά καί τά ἔθνη, ἐμπνέει ἤδη τίς ὅλο καί πιό θορυβώδεις φωνασκίες περί ἑλληνοκεντρικῆς / ἐθνοκεντρικῆς ἱστοριογραφίας, πού πρέπει νά ἐγκαταλειφθῆ. Τό ὅτι ἡ δῆθεν «ἀντεθνικιστική» – «πολυπολιτισμική» ρητορεία δέν ἔχει ἐκφρασθῆ μέ τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο στό ζήτημα τῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας, νά ζητηθῆ δηλαδή ρητά νά παύσῃ ἡ κατά προτεραιότητα διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στό ἑλληνικό σχολεῖο, ἔχει νά κάνῃ ἀφ’ ἑνός μέ τόν κεντρικό ρόλο πού ἐξακολουθεῖ οὕτως ἤ ἄλλως νά παίζῃ στήν κοινωνική ζωή ἡ γλῶσσα μας, καί ἀφ’ ἑτέρου μέ τήν ἰδιαίτερη βαρύτητα τοῦ ρόλου τῆς γραπτῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης στήν διαμόρφωση τοῦ ἐθνικοῦ καί παγκόσμιου πολιτισμοῦ.
Ἐν τούτοις, προσπάθειες πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση ἔχουν γίνει καί θά ἐξακολουθήσουν νά γίνωνται: Ἡ ὕπουλη πρόταση γιά καθιέρωση τῆς ἀγγλικῆς ὡς δεύτερης ἐπίσημης γλώσσας, ἡ ἰσοπεδωτική ἀντιμετώπιση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὡς οἱονεί ξένης γλώσσας, ἡ αὔξηση τῶν ὡρῶν διδασκαλίας ξένων γλωσσῶν εἰς βάρος αὐτῶν τῆς ἑλληνικῆς, ἡ ἄκριτη εἰσαγωγή, κυρίως ἀπό τά Μ.Μ.Ε., ξενικῶν ὅρων ἀκόμα καί μέ ἀντικατάσταση τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἑλληνικῶν, ἡ εὐρεῖα χρήση τῶν «γκρήκλις», ἡ υἱοθέτηση τῆς ἀγγλικῆς ὡς γλώσσας τῶν κατ’ ὄνομα ἑλληνικῶν συμμετοχῶν σέ μουσικούς διαγωνισμούς κ.λπ., εἶναι μερικοί ἀπό τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἐπιχειρεῖται ἡ ὑπονόμευση τῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης.
Στόν τομέα τῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας ὁ πιθηκίστικος μιμητισμός ξένων προτύπων περιορίζεται ὡς ἐπί τό πλεῖστον, καί πρός τό παρόν, στήν αὐτούσια καί ἀδέξια «μετακένωση» δυτικοευρωπαϊκῶν καί ἀμερικάνικων θεωριῶν, μιά πρακτική πού χαρακτηρίζει καί τήν κατ’ ὄνομα πνευματική δραστηριότητα τῶν ἐγχωρίων διανοουμένων ὄχι μόνο στόν τομέα τῆς ἱστοριογραφίας, ἀλλά καί σ’ ὅλους τούς ἄλλους τομεῖς τῆς πολιτισμικῆς δημιουργίας. Ὁ πνευματικός μεταπρατισμός, ὁ ἑτεροκαθορισμός, ἡ ἐστερημένη οἱασδήποτε δημιουργικῆς πνοῆς δουλική μίμηση, ἡ παντελής ἔλλειψη πολιτισμικῆς αὐτοπεποίθησης, συνθέτουν τήν εἰκόνα μιᾶς ἀξιοθρήνητης διανόησης πού, ἐνῶ δέν εἶναι σέ θέση νά δημιουργήσῃ σχεδόν τίποτε, θάβει σέ μιά συνωμοσία σιωπῆς ἤ χυμάει νά στραγγαλίσῃ ὁποιαδήποτε ἐγχώρια πνευματική προσπάθεια πού γυρεύει νά δημιουργήσῃ μέ ὅρους τῆς οἰκείας πολιτισμικῆς / ἐθνικῆς παράδοσης.
Βασικοί πυλῶνες τῆς παράδοσης αὐτῆς εἶναι ἡ γλῶσσα καί ἡ θρησκεία, καί στήν περιφέρειά τους, ὅ,τι εἶναι ἀμέσως ἤ ἐμμέσως συνυφασμένο πρός αὐτές. Μόνο πού οἱ ποικίλες ἐκφάνσεις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ὀρθολογισμοῦ –τοῦ μαρξισμοῦ συμπεριλαμβανομένου– εἶδαν τήν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας καί τῆς θρησκείας μόνο ὑπό τό πρῖσμα μιᾶς σχηματικῆς, γραμμικῆς ἀντίληψης πού ἑστιάζει τήν προσοχή της στίς κατ’ εὐθεῖαν ἀνοδική γραμμή συντελούμενες μεταβολές, ἀποφεύγοντας νά ἐξετάσῃ φαινόμενα πού μαρτυροῦν τήν ὕπαρξη μιᾶς μακρᾶς –καί ὡς ἐπί τό πλεῖστον ὑπόγειας καί ἀφανοῦς– διάρκειας.
Συναφής πρός τήν ἀντίληψη αὐτή εἶναι καί ἡ ἀπόλυτη ἀντιδιαστολή συγχρονίας καί διαχρονίας, πού ἀρνεῖται τό ἀδιαμφισβήτητο γεγονός ὅτι στό πλαίσιο τῆς συγχρονίας συνυπάρχουν καί συναιροῦνται ὑπό τύπον ἐπάλληλων στρωμάτων ποικίλα στοιχεῖα ἀπό ὅλες τίς φάσεις τῆς μακρᾶς χρονικῆς ἐξέλιξης καί διάρκειας.
Ἕνα παράδειγμα ἀπό τόν χῶρο τῆς γλώσσας εἶναι ἐνδεικτικό καί διευκρινιστικό τῆς ἄποψης πού ἐκτέθηκε μέ γενικό τρόπο παραπάνω: Τό γεγονός ὅτι τό μόριο «θά» προῆλθε ἀπό τήν φράση «θέλω νά» μέ σταδιακές φωνητικές μεταβολές, δέν ἐπέφερε τήν ἐξαφάνιση τῆς ἀφετηριακῆς φράσης (πού μπορεῖ κάλλιστα νά συνυπάρχῃ μέ τόν μακρινό της ἀπόγονο, π.χ. θά θέλῃ νά κάνῃ) οὔτε τῶν ποικίλων ἐνδιάμεσων γλωσσικῶν ἀναβαθμῶν (θελά, θενά, θανά κ.λπ.).
Ἀπό διαπιστώσεις τέτοιου εἴδους προκύπτει τό αἴτημα τῆς ἐνδοσυγκριτικῆς συσχέτισης γλωσσικῶν στοιχείων τά ὁποῖα ἐνδέχεται νά ἀποτελοῦν ἐναλλακτικούς τύπους ἄλλων λέξεων τῆς ἴδιας γλώσσας, πού προέκυψαν μέσῳ ἰδιότυπων καί ἀρκούντως παλαιῶν ἐνδογλωσσικῶν φωνητικῶν ἐξελίξεων.
Τό ζήτημα τῶν ἐσωτερικῶν φω­νητικῶν ἐξελίξεων ἀποτελεῖ κομβικό σημεῖο, στό ὁποῖο ἡ ἐνδοσυγκριτική ἀντίληψη διαχωρίζεται πλήρως, ὄχι μόνο ἀπό τήν μεταμοντέρνα θεωρία καί πρακτική, ἀλλά καί ἀπό τήν νεωτερικῶν καταβολῶν κλασική νεογραμματική θεωρία, ἡ ὁποία, προκειμένου περί τῆς νεοελληνικῆς φωνητικῆς ποικιλίας καί πολυτυπίας, ὁμολογεῖ τήν πλήρη ἀμηχανία της. Ὁ βασικός της ἐκπρόσωπος, ὁ καί πατέρας τῆς νεοελληνικῆς γλωσσολογίας θεωρούμενος, Γεώργιος Χατζιδάκις, προκειμένου περί τοῦ φαινομένου τῆς φωνητικῆς ποικιλίας στά καππαδοκικά ἑλληνικά, παρατηρεῖ: “… ἀναγράφω παραδείγματά τινα ἐλέγχοντα μὲν τὸ καταπληκτικὸν μέγεθος τῶν γενομένων φθογγικῶν μεταβολῶν, ἐμφαίνοντα δ’ ἅμα ὅτι μέγιστον κίνδυνον διατρέχει ὁ εἰς τὰ ταραχώδη πελάγη ταῦτα τολμῶν νά εἰσέλθῃ· λ.χ. ἀξινάρ καὶ ἀξιμάρ καὶ ἀστιμάρ καὶ ἀστουμάρ καὶ στιμάρ καὶ ἀξιπάρ καὶ τσιμάρ λέγεται ἡ ἀξίνη ἐν τοῖς διαφόροις τόποις τῆς Καππαδοκίας. Τίνες τῶν φοβερῶν τούτων μεταβολῶν εἶναι καὶ ποῦ ἑκάστη φωνητικῶς ὁμαλὴ καὶ τίνες ἑρμηνευτέαι κατὰ παρετυμολογίαν ἢ κατὰ ξένων γλωσσῶν ἐπίδρασιν, ἄδηλον.” (Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ Β΄, σ. 542).
Ὅμως τό γεγονός ὅτι παρόμοια φωνητική ποικιλία καί πολυτυπία παρουσιάζει ἐν πολλοῖς, συνολικά ἡ κοινή νεοελληνική καθώς καί ἡ λεγόμενη “προ”ελληνική, δείχνει ὅτι τό φαινόμενο δέν εἶναι ὑστερογενές ἤ ἐπείσακτο, ἀλλά ὅτι ἀνάγεται σέ πρωτογενεῖς φάσεις ἐξέλιξης τῆς κατά τήν γνώμη μας πρωτοελληνικῆς ἤ γραικικῆς γλώσσας.
Ἡ ἐπισήμανση αὐτή ἅπτεται καί τοῦ βασικοῦ ἐρωτήματος πού προκύπτει ἀπό τήν κριτική στόν μεταμοντερνισμό: Τί προτείνεται στήν θέση του, μιά ἐπιστροφή στήν διαμορφωμένη ἤδη ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καί τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20οῦ γλωσσολογική θεωρία καί ἀντίστοιχη διδακτική πρακτική; Ἡ ἄποψή μας εἶναι ὅτι ἡ θεωρία αὐτή, παρά τά ἀναμφισβήτητα ἐπιτεύγματά της, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶδε τήν νεοελληνική γλῶσσα ὡς καρπό μιᾶς ἀπόλυτα ὁμαλῆς, γραμμικῆς ἐξέλιξης ἀπό τήν ἀττική διάλεκτο στήν ἑλληνιστική κοινή, κι ἀπό ’κεῖ στήν μεσαιωνική καί τήν νεώτερη ἑλληνική, ἀπέφυγε νά ρίξῃ φῶς στά χάσματα καί στίς ὀφθαλμοφανεῖς ἀντιφάσεις, στά ὑπόγεια λανθάνοντα γλωσσικά ρεύματα πού ἀναδύονται ἀπρόσμενα στήν γλωσσική ἐπιφάνεια, διαταράσσοντας τήν μακαριότητα τοῦ νευτώνειου ὀρθολογισμοῦ.
Ἀπ’ αὐτήν τήν ἄποψη, ὑπάρχει ἕνα δίκιο στήν κριτική πού ἀσκεῖται σέ ὡρισμένες πλευρές τῆς ἐγχώριας νεωτερικῆς σκέψης, ὅτι δηλ. τό ἰδεολογικό της οἰκοδόμημα παρουσιάζει χαρακτηριστικά βεβιασμένης κατασκευῆς. Ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐφηῦρε δῆθεν τήν ἔννοια τοῦ ἔθνους καί ἑρμήνευσε ὑπό τό πρῖσμα της τήν ἱστορική ἐξέλιξη ἤδη ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια, ἀλλά μᾶλλον ὅτι δέν διέβλεψε πώς βασικώτατα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς μας ὕπαρξης, ἰδίως γλωσσικά καί θρησκευτικά, κοινότατα σήμερα, ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό ἕνα ἀπείρως παλαιότερο παρελθόν, ἀναγόμενο ἐν τέλει σέ αὐτὀ πού συνηθίσαμε νά ἀποκαλοῦμε “προ”ελληνικό πληθυσμό καί πολιτισμό.
Οἱ σχέσεις “νεο”ελληνικῆς καί “προ”ελληνικῆς ὡς παράγοντας οἰ­κοδόμησης μιᾶς νέας ἐθνογλωσσικῆς αὐτοσυνειδησίας
Κατά τήν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνα ἡ γλωσσολογική ἔρευνα ἀνέδειξε καί συγκεκριμενοποίησε τό πρόβλημα τῆς ὕπαρξης στήν ἀρχαία ἑλληνική ἑνός ἐκτεταμένου “προ”ελληνικοῦ γλωσσικοῦ ὑποστρώματος πού (θεωρεῖται ὅτι) τῆς προσέφερε (μετά τήν θρυλούμενη «κάθοδο» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περί τό 2.000 π.Χ. κ.ἑ.) μεταξύ ἄλλων πολυάριθμες λέξεις, ἀντιπροσωπευτικές τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν ἰδιαζουσῶν συνθηκῶν ζωῆς τοῦ “προ”ελληνικοῦ πληθυσμοῦ (π.χ. ἀσφόδελος, ἀσπάλαθος, βασιλεύς, βάτραχος, βουνός, γάλα, γέφυρα, θάλαμος, θάλασσα, κολοκύνθη, κράββατος, μάραθος, μέλι, μύσταξ, πίθος, πόλεμος, σίδηρος, σπάρος, σῦκον, σφόγγος, τερέβινθος, τύραννος, φακῆ, φλόμος, χαλκός, χελώνη, χρυσός κ.λπ.).
Κι ἐνῶ ἡ λεγόμενη “προ”ελληνική ἔχει κατά καιρούς συσχετισθῆ μέ διάφορες πραγματικές ἤ φανταστικές γλῶσσες, δέν δόθηκε καμμιά ἀπολύτως σημασία στό ἀδιαμφισβήτητο γεγονός ὅτι ἡ μόνη σύγχρονη ζωντανή γλῶσσα πού παρουσιάζει ἁπτές, πολυποίκιλες καί ὀργανικές σχέσεις μέ τήν λεγόμενη “προ”ελληνική (σέ λεξιλογικό καί φωνολογικό ἐπίπεδο) εἶναι ἡ νέα ἑλληνική.
Ἡ τεράστια ποικιλία τύπων, φω­νητικῶν μεταβολῶν, πρωτογενῶν σημασιολογικῶν ἀποχρώσεων κ.λπ. τῆς νέας ἑλληνικῆς φαίνεται ὅτι εἶναι τό μόνο διαθέσιμο καί ἀποτελεσματικό ἐργαλεῖο γιά τήν διερεύνηση τῆς φύσης καί τῶν καταβολῶν τῆς “προ”ελληνικῆς, ἀφοῦ μᾶς βοηθάει σέ πλεῖστες ὅσες περιπτώσεις νά ἐτυμολογήσουμε τίς “προ”ελληνικές λέξεις, διαπιστώνοντας ἔκπληκτοι ὅτι ἀνήκουν σ’ ἕνα παλαιότατο πρωτοελληνικό ὑπόστρωμα.
Ἔτσι, ὁ φλόμος, μέ τόν ὁποῖο «φλομώνουν» τά ψάρια, συσχετιζόμενος μέ τό πάγκοινο φλομώνω (πού χρησιμοποιεῖται ἐπί δύσπνοιας, ἀσφυξίας, δυσοσμίας κ.λπ.), ἀποδεικνύει τήν ἀπώτερη σχέση του μέ τό ν.ἑ. πλεμόνι, φλεμόνι, φλόμος (= ὁ πνεύμονας στήν Σύμη), ἀ.ἑ. πλεύμων, πνεύμων. Ὁ χρυσός, παραβαλλόμενος πρός τήν κ.ν.ἑ. χρυσή (= ἴκτερο), πού δείχνει νά εἶναι ἐναλλακτικός τύπος τοῦ τσακωνικοῦ γρουσσί (= γλωσσίδι, πρβλ. τσακων. γροῦσσα = γλῶσσα, καθώς καί τήν μαγική ἀντίληψη ὅτι ἡ χρυσή εἶναι γρουσσί, δηλ. μιά γλῶσσα κάτω ἀπό τήν γλῶσσα), φαίνεται νά προέκυψε ἐκ τοῦ *γρυσός < *γρουσσός (= ὁ ἔχων τό χρῶμα τοῦ πάσχοντος ἀπό γρουσσί, ἴκτερο) κ.ἄ.π.
Τό γεγονός ὅτι ἡ ἐνδοσυγκριτική μελέτη τῆς “νεο”ελληνικῆς (τῆς κατά Κοραῆ γραικικῆς) μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀσφαλεῖς ἐτυμολογήσεις “προ”ελληνικῶν λέξεων, μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ἀφ’ ἑνός ἡ λεγόμενη “προ”ελληνική εἶναι κατά μέγα μέρος πρωτοελληνική, καί ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ γραικική δέν ἀποτελεῖ καρπό ἐξέλιξης τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀλλά μιά πρωτογενῆ της ἐκδοχή ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔζησε ἕναν κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον ὑπόγειο βίο, ἄρχισε, ἰδιαίτερα μετά τήν ἐπικράτηση καί τίς ἐκστρατεῖες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, νά ἔρχεται σταδιακά στήν ἐπιφάνεια τῆς γραπτῆς ἔκφρασης, ὑφιστάμενη βέβαια τίς πολυποίκιλες ἐπιδράσεις τῆς ἀττικιστικῆς παράδοσης. Οἱ προσμείξεις τῆς γραικικῆς μέ τό λόγιο ἐπίστρωμα τῆς ἀττικῆς διαλέκτου δέν μποροῦν νά ἀναιρέσουν τήν ἀντικειμενική πραγματικότητα ὅτι εἶναι ἐγκαθιδρυμένη στό ὑποσυνείδητο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, καί ἑπομένως ἱκανή νά τήν ἑρμηνεύσῃ σέ πάμπολλες περιπτώσεις.
Στήν περίπτωση π.χ. τῆς λέξης παχνί, πού τήν παράγουν ἀπό τό ἀ.ἑ. φάτνη, πάθνη, ἡ ὕπαρξη στήν κοινή νέα ἑλληνική τῆς λέξης φάγνα (καί φάκνα, φάχνα) μέ τήν σημασία φαγητό, παχνί, ζωοτροφή, φαγούρα κ.τ.τ. ἀποδεικνύει ὅτι τόσο τά παχνί, πάχνα, πάχνη ὅσο καί ἡ φάγνα προέρχονται ἀπό τό θέμα φαγ- τοῦ ἀ.ἑ. ἔφαγον, ν.ἑ. ἔφαγα, φαγίζω, φαΐζω κ.λπ. Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι δέν προέρχεται ἡ φάγνα καί τό παχνί ἀπό τήν φάτνη, ἀλλά ἀντιθέτως _ἄν θέλουμε νά πιστέψουμε στήν ἐσωτερική λογική τῶν πραγμάτων_, ἡ φάτνη ἀπό τήν φάγνα, πάχνα, πάχνη, κατά τό σχῆμα *φάγνη > *φάχνη > *φάθνη > φάτνη.
Αὐτό συμβαίνει γιατί τά νεοελληνικά φάγνα, πάχνα, πάχνη, παγνί, παχνί παραπέμπουν κατ’ εὐθεῖαν στήν σημασία “φαγητό”, “μέρος ὅπου τοποθετεῖται τό φαγητό”, ἐνῶ ἡ φάτνη ὄχι. Ἐνδεικτική τῆς σημασιολογικῆς ἐξέλιξης εἶναι ἡ σημασία τῆς λέξης πάχνη στούς Στρόπονες τῆς Εὐβοίας: “πάχνη: ποσότης πού βάνουν μιά φορά στό παχνί καί περαιτέρω ποσότης ἐπαρκής γιά μιά φορά”, οἱονεί “μερίδα φαγητοῦ”, π.χ. ρίξ’ τ’ς νά φᾶνι τά βόϊα μιά πάχνη ἄχυρου…
Σέ κάποιον πού ἔρχεται σέ ἐπαφή ἀπό πρῶτο χέρι μέ τίς ἐσωτερικές διεργασίες οἱ ὁποῖες λαμβάνουν χώραν στό ἐσωτερικό τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς, οἱ ἄγονες προσπάθειες τῆς ἱστορικοσυγκριτικῆς γλωσσολογίας νά ἐτυμολογήσῃ τά ἀ.ἑ. πάθνη, φάτνη βάσει τῶν ἀρχ. ἰνδ. badhnᾱti (= δένει, δεσμεύει), νεογερμ. binden (= δένειν) κ.τ.τ., δέν μπορεῖ παρά νά προκαλοῦν, ἄν ὄχι θυμηδία, τοὐλάχιστον ἔκπληξη γιά τήν κραυγαλέα ἀστοχία τους. Τό ἴδιο καί ἡ ἀναγωγή τοῦ παχύς στό ὁπωσδήποτε συγγενές bahúh (= πυκνός, δαψιλής, ἄφθονος, πολύς), τήν στιγμή πού τύποι ὅπως πάχη (= πάχνη) ἀπ’ τήν Βιθυνία ἤ παχενί (= παχνί) ἀπό τήν Καππαδοκία δείχνουν καθαρά ὅτι παχύς εἶναι κατ’ οὐσίαν ὁ φαγανός ἤ φαγάνας, αὐτός πού τρώει πολύ [πρβλ. φάγνα (= ζωοτροφή / ὁ ἀδηφάγος) Πελοπν. (Δάρα Ἀρκαδίας), φακνίζου (= τρώγω καρπόν τινα διά πρώτην φοράν: Ἰμεῖς ἀκόμα φέτου δέ φακνίσαμ’ σταφύλια) Σαμοθράκη)].
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ ἀναγωγή στίς διαδικασίες ἐσωτερικῶν ἐξελίξεων στό πλαίσιο τῆς γραικικῆς ρίχνει ἕνα νέο φῶς στίς σχέσεις τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς πρός τίς ὑπόλοιπες ἰνδοευρωπαϊκές γλῶσσες, καθώς ἐπίσης καί στίς ἀπαρχές τοῦ γλωσσικοῦ φαινομένου. Παρ’ ὅλο πού οἱ ποικίλες ἐνδείξεις προσανατολίζουν ἐπίμονα στήν κατεύθυνση συσχέτισης τῶν πρωτοελληνικῶν / γραικικῶν στοιχείων ὄχι μόνο πρός τήν ἀρχαιοελληνική –πρᾶγμα ἀναμενόμενο– ἀλλά καί πρός τήν ἰταλική / λατινική καί εὐρύτερα τίς διάφορες ρωμανικές γλῶσσες (π.χ. βουνός, γουνός, μουνιάς, μουνιαδικόν – λατ. mons), ἐν τούτοις ἄς μᾶς ἐπιτραπῆ νά ἀφιερώσουμε μιά τελική σύντομη ἀναφορά στά ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Φαλμεράϋερ σλαβικά θεωρούμενα στοιχεῖα τῆς νέας ἑλληνικῆς.
Χωρίς νά προβαίνουμε σέ ἀπόλυτες γενικεύσεις, θεωροῦμε ὅτι ὡρισμένα τοὐλάχιστον ἀπό αὐτά, πού κάνουν τήν ἐμφάνισή τους σέ πολλές περιοχές τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας, καί μάλιστα μέ πληθώρα ἐναλλακτικῶν τύπων μή συσχετιζομένων ἐνίοτε μεταξύ τους, ἀνάγονται, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἐνδοσυγκριτικῆς μεθοδολογίας, σ’ ἕνα παλαιότατο πρωτοελληνικό / γραικικό ὑπόστρωμα.
Ἡ λέξη π.χ. κόρα ἔχει θεωρηθῆ σλαβικῆς προέλευσης [πρβλ. Ν. Ἀν­δριώτη, Ἐτυμολογικό Λεξικό τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς: «κόρα ἡ, φλούδα ψωμιοῦ· σλαβ. korá (G. Meyer N.S. 2, 33). Ὁ τόνος κατά τό ψίχα».
Ἐν τούτοις, ἡ ὕπαρξη τύπων κουράδι, κουράδα κ.λπ. μέ τήν σημασία «ψωμί», πού φανερά σχετίζονται μέ τήν κόρα, κορά, κοριά, καί ἀνευρίσκονται στίς πιό ἀπομεμακρυσμένες γωνιές τοῦ ἑλληνικοῦ γλωσσικοῦ κόσμου [πρβλ. κουράδι, κουράδα (= τεμάχιον ψωμιοῦ) Ἰθάκη- Κεφαλληνία, κούραδος (= μέγα τεμάχιον ἄρτου) Κεφαλληνία, κουράδια (= τά ἡμίση τοῦ ἄρτου κατά τό μέσον κοπτομένου) Κύπρος, κουράδι (= ψωμί μαῦρο, χονδραλεσμένο) Καλαβρία (Μπόβα, Ροχούδι), κουράδ’ (= τεμάχιον ἄρτου) Πόντος (Σούρμενα)], ἐμβάλλουν σέ ἀμφιβολία γιά τό κατά πόσον ἡ λέξη κόρα, κοριά, κουριά κ.λπ. προέρχεται ἀπό τήν σλαβική.
Οἱ ἀμφιβολίες μάλιστα γίνονται πιό ἔντονες, ὅταν συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ ὁμοιότητα τῶν τύπων κουράδι, κουράδα (= κομμάτι ψωμί) καί κουράδι, κουράδα (= σκληρό περίττωμα) δέν εἶναι συμπτωματική, ἀλλά βασίζεται στήν πρωτογενῆ σημασία τῆς λέξης κόρα, κοριά, πού δηλοῖ στήν νέα ἑλληνική ὄχι μόνο τήν σκληρή ἐπιφάνεια τοῦ ψωμιοῦ, ἀλλά καί τόν φλοιό δένδρων ἤ καρπῶν, τήν τσίπα τοῦ γάλακτος ἤ τήν ἐσχάρα τῆς πληγῆς, καί τέλος τήν βρόμα, κυρίως τῆς ἀνθρώπινης ἐπιδερμίδας, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς λεπτό σκληρό ἐπίστρωμα προσομοιάζον πρός τήν κόρα τοῦ ψωμιοῦ [πρβλ. κόρα (= λέρα, λίγδα) Εὔβ. (Στρόπον.) κόρα (= ἡ πολλή βρόμα στό σῶμα) Στερελλ. (Ἄμφισσ.) κόρα (= ὁ πολύς ρύπος ἐπάνω εἰς τά φορέματα) Μακεδ. (Δρυμ.) κοριά (= ἡ κρούστα τοῦ ψωμιοῦ ἀλλά καί ἡ λέρα) Πελοπν. (Γορτυν.), κ.ἄ. βλ. Ἀρχεῖο τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς].
Ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς σχέσης τῶν κουράδι (= περίττωμα) καί κοριά (= βρόμα) ἔρχεται ἀπό τύπους ὁμόρριζους πρός τό κόρα, κοριά, πού παρουσιάζουν ἕνα «προθετικό» σίγμα, τοῦ ὁποίου τήν ὕπαρξη προϋποθέτει καί ἡ ἐτυμολόγηση τοῦ κουράδι ἐκ τοῦ *σκωράδιον, ὑποκορ. τοῦ ἀ.ἑ. σκῶρ, γεν. σκατός [πρβλ. σκόρα (= τό παξιμάδι) Πελοπν. (Μάν.) σκορά (= ἡ κόρα τοῦ ψωμιοῦ) Πελοπν. (Λάγ. Λακων.) σκορίνα (= ἡ κόρα τοῦ ψωμιοῦ) Κορσ. Πελοπν. (Ἀργολ. Ἀρεόπ. Γέρμ. Καρδαμ. Λάγ. Λεῦκτρ. Νιοχώρ. Ξεχώρ. Οἴτυλ. Πάνιτσ. Πλάτσ. Τσέρ. Χωσιάρ.) σκορίνα (ἡ νηνίδα πού βγάζουν τά μωρά στό κεφάλι τους, τ.ἔ. ἐπίστρωμα βρόμας) Πελοπν. (Πραστ.) σκουρούνα (= ἡ κόρα τοῦ ψωμιοῦ) Πελοπν. (Λακων.) κορίνα (= ἡ κόρα τοῦ ψωμιοῦ) Πελοπν. (Ἄρν. Ζελίν. Καστάν. Κρήν. Ξηροκ. Παλαιοχ. Πετρίν.) κουρίνα (= κοριά: Οὑ γέρους δέ μασάει τ’ gουρίνα) Μακεδ. (Λαγκαδ.)].
Μιά ἐπί πλέον ἐπιβεβαίωση τῆς σχέσης τῆς ρίζας πού ὑπόκειται τοῦ κόρα, κοριά, μέ αὐτήν πού ὑπόκειται τοῦ ἀ.ἑ. σκῶρ, μᾶς παρέχουν οἱ τύποι κουριά, κουργιά (= ἡ κόρα) Ἤπ. Θεσσ. Μακεδ., οἱ ὁποῖοι μέ προσθήκη τοῦ σιγηθέντος κατά τά φαινόμενα σίγμα ὁδηγοῦν στόν τύπο σκουριά / σκουργιά, τοῦ ὁποίου ἡ πρωτογενής σημασία, κατά λογική συνεπαγωγή, θά ἦταν «βρόμα πού ἀναπτύσσεται στήν ἐπιφάνεια τῆς ἀνθρώπινης ἐπιδερμίδας», καί κατ’ ἐπέκτασιν «βρόμα πού ἐμφανίζεται στήν ἐπιφάνεια τῶν μετάλλων», ν.ἑ. σκουριά, ἀ.ἑ. σκωρία.
Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ σύλληψη τῆς σκουριᾶς ὡς βρόμας, λίγδας, προηγεῖται λογικά τῆς συλλήψεώς της ὡς ὀξείδωσης τῶν μετάλλων (πού προϋποθέτει τήν ἀνάπτυξη τῆς μεταλλουργίας), ἑπόμενο εἶναι νά εἰκάσουμε ὅτι οἱ λέξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς πού παραπέμπουν σέ τέτοιες πρωτογενεῖς σημασίες ἀνάγονται στό ἀπώτατο παρελθόν τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς: σκουριά (= ἡ νηνίδα πού πιάνει τό κεφάλι τοῦ μωροῦ, πρβλ. σκορίνα) Πελοπν. (Ἀλαγον.) σκουριά (= λέρα, βρόμα τοῦ σώματος, τῶν ποδιῶν, τῶν ρούχων κ.τ.τ.) Βιθυν. (Κίος) Καρ. (Ἁλικαρνασσ.) Πελοπν. (Λάλ.) Στερελλ. (Ἀσπρόπυργ.) σκουρǵιά (= λερωματιά τῶν ρούχων) Κῶς (Καρδάμ.) ζgουριά (= λέρα / σκουριά) Πελοπν. (Βλαχοκερ.) ζγκούρα, ζ-γκουριά (= λέρα, ἀκαθαρσία) Μακεδ. (Δεσκάτ.) ζgούρ’ ἡ (= βρομιά, λέρα) Ἤπ. (Ἑλλην.) Μακεδ. (Γήλοφ. Γρεβεν.) σκουριά (= ἡ κυψελίδα τοῦ αὐτιοῦ) Ἀμοργ. Ἰκαρ. Στερελλ. (Σπάρτ.) σκουρζά τ’ ἀφτσοῦ Ἀστυπάλ. σκουριά (= ἡ μούργα τοῦ λαδιοῦ, πρβλ. σκουρόλαδο) Καστ. Κεφαλλ. σκουριά (= ἡ ἀκαθαρσία ἡ ὁποία μένει ἐκ τοῦ βραζομένου μέλιτος) Κύθν. κ.λπ.
Πάντως, καί μόνο ἡ παράλληλη ὕπαρξη τῶν τύπων κορίνα, σκορίνα, κουριά, σκουριά, πού σημαίνουν τόσο τήν κόρα τοῦ ψωμιοῦ ὅσο καί τήν νηνίδα τοῦ μωροῦ, εἶναι ἱκανή νά θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τήν ἀναγωγή τῆς κόρας ἤ κοριᾶς στό σλαβικό korá, ἀπό τήν στιγμή πού ἡ σχέση πρός τό ἀ.ἑ. σκωρία, ν.ἑ. σκουριά εἶναι προφανής. Πρᾶγμα πού ἐμβάλλει σέ εὐρύτερους προβληματισμούς γιά τό κατά πόσο, ὑπό τό κράτος τῆς σλαβοφοβικῆς ψύχωσης πού μᾶς ἐνέπνευσε ἡ θεωρία τοῦ Φαλμεράϋερ, θυσιάσαμε στόν βωμό της ἕνα ἀπό τά πιό αὐθεντικά κομμάτια τοῦ ἐθνικοῦ μας ἑαυτοῦ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*