Uncategorized, Άρδην τ. 54

Kράτος-Eκκλησία-Παγκοσμιοποίηση*

Του Γιώργου Καραμπελιά (Άρδην τ. 54) 

Η εκκλησία και η ορθόδοξη θρησκεία υπήρξαν φορείς καθολικών αξιών και ταυτότητας του ελληνισμού σε όλη την βυζαντινή περίοδο, αλλά ακόμα περισσότερο στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, όταν αυτή επιφορτίζεται με έναν πολιτικο-κοσμικό ρόλο παράλληλα με τον ιδεολογικό της… Ωστόσο στην κοινωνική αλλαγή που ακολούθησε μετά την επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση, η οποία αρχίζει τον 18ο αιώνα, η εκκλησία έπαψε να είναι το μοναδικό ιδεολογικό κέντρο του χριστιανικού κόσμου ενώ σταδιακώς μεταλλάσσεται και ο ρόλος της …
Τι συνέβη την ίδια περίοδο στη Δύση; Κατασκευάστηκε ένα πολιτικό και κοινωνικό πρότυπο επί τη βάσει της παλιότερης θρησκευτικής ταυτότητας του δυτικού κόσμου. Από τον Αυγουστίνο και τον Ακινάτη η Δύση πέρασε στον Λούθηρο, στον Καρτέσιο, και από εκεί στον Χέγκελ και τον Μαρξ. Στη δυτική παράδοση η νοησιαρχία, η οποία αναζητούσε την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού στην λογικο-αποδεικτική επιδεξιότητα του σχολαστικισμού, μετεξελίχθηκε μέσα από τον Καρτέσιο σε μια ιδεολογία της κυριαρχίας πάνω στη Φύση και τους ανθρώπους («να γίνει ο άνθρωπος κύριος και κάτοχος της Φύσης»). Ένα ιεραρχικό θρησκευτικό μοντέλο, όπως αυτό του καθολικισμού, με τον Πάπα εκπρόσωπο του Θεού επί της γης, μετεξελίχθηκε σε ένα ιεραρχικό ιδεολογικό και κοινωνικό μοντέλο που κυριάρχησε σε όλο τον πλανήτη. Δηλαδή η εκκοσμίκευση του δυτικού χριστιανισμού παρήγαγε το πρότυπο της δυτικής κυριαρχίας.
Στην Ελλάδα λόγω της φραγκοκρατίας και της τουρκοκρατίας, από το 1204 και το 1453, η πορεία συγκρότησης μιας καθολικής και αυτοδύναμης πρότασης πολιτισμού διακόπηκε και ο ελληνικός χώρος δεν παρήγαγε μια αυτόνομη ιδεολογία. Δηλαδή η αντίληψη του Γρηγόριου του Παλαμά και του Νικόλαου Καβάσιλα ότι η ορθόδοξη πίστη είναι μια προσωπική σχέση, μια εμπειρική αμεσότητα με το θείο, δεν μπόρεσε να μετεξελιχθεί σε μια νέα ιδεολογική πρόταση στο κοσμικό πεδίο, διότι ο ελληνικός κόσμος άρχισε να κινείται και πάλι μετά τον 18ο αιώνα όταν είχε ήδη χάσει πέντε αιώνες κατά τους οποίους η Δύση γιγαντώθηκε και επέβαλε σε όλο τον πλανήτη την πολιτική και παραγωγικο-τεχνική της κυριαρχία. Το αποτέλεσμα ήταν πως έτσι δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε μια βαθύτατη ιδεολογική διχοτομία στην ελληνική κοινωνία, όπου το μοντέρνο, το εκκοσμικευμένο είναι δεμένο με το εισαγόμενο από τη Δύση, ενώ μόνο η παράδοση συνδέεται με την εκκλησία, της οποίας αποτελεί τον θεματοφύλακα. [Χαρακτηριστικό στο επίπεδο των κομμάτων είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ αυτό που δοκίμασε ο Ψαρουδάκης, ένα κόμμα εμπνευσμένο από την ορθόδοξη παράδοση.]
Αυτή η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας παρήγαγε αυτό το δίπολο συντήρησης/προόδου, όπου οι εισαγόμενες ιδεολογίες και εμπορεύματα έμοιαζαν να εκπροσωπούν την πρόοδο, ενώ η εκκλησία ταυτιζόταν με τη συντήρηση. Ως προς αυτό αποφασιστικό ρόλο έπαιξε στη σύγχρονη εποχή ο εμφύλιος της δεκαετίας του 1940 και ο ψυχρός πόλεμος, μέχρι το ’60, όταν η εκκλησιαστική ιεραρχία ταυτίστηκε με το ένα στρατόπεδο, γεγονός που έτεινε να προσδώσει στην παράδοση αντιδραστική διάσταση. Ας θυμηθούμε τι σήμαινε τα παλιότερα χρόνια, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η «Ζωή», το κατηχητικό, οι οργανώσεις ως προπύργιο της δεξιάς και του αμερικανικού στρατοπέδου. Και αυτή η λογική θα οδηγηθεί στο απόγειό της με την ταύτιση ιεραρχίας και στρατιωτικής Χούντας. Κατ’ αντιπαράθεση δε, το προοδευτικό θα οριστεί ως αντίθεση όχι μόνο με την εκκλησία αλλά και με την παράδοση γενικότερα.
Αυτό αρχίζει να σπάει στη δεκαετία του ’60. Δεν είναι τυχαίο πως από τότε ξεκινούν και οι πρώτες δειλές προσπάθειες στο πολιτικό και στο πνευματικό πεδίο να επανοριστεί ο πνευματικός και πολιτικός ρόλος της ορθοδοξίας και να αποσυνδεθεί από τη ψυχροπολεμική Δεξιά. Μετά την δεκαετία του 1970 τα πράγματα επιταχύνονται. Η κατάρρευση της Χούντας αποτέλεσε ένα Βατερλό για την Δεξιά και την συνδεδεμένη μαζί της εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ αντίθετα η Αριστερά και το «προοδευτικό στρατόπεδο» κυριαρχούν σε όλα τα μέτωπα, και με το ΠΑΣΟΚ εγκαινιάζουν και μία μακρά περίοδο ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας. Ωστόσο η νίκη μιας μερίδας της Αριστεράς, και ιδιαιτέρως των διανοουμένων της, σήμανε και την ενσωμάτωσή της στο σύστημα και την σταδιακή μετατροπή της σε έναν απόλυτα δυτικοστραφή εκσυγχρονισμό, με αποδοχή της παγκοσμιοποίησης και εγκατάλειψη ακόμα και των κοσμικών λαϊκών παραδόσεων και όχι μόνο της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό και ενώ η εκκλησιαστική ιεραρχία βρίσκεται εκτός παιγνιδιού τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, σε μια εποχή καταναλωτισμού και διάλυσης των ιδεολογικών πεποιθήσεων, τείνει να δημιουργηθεί ένα νέο ιδεολογικό πρόταγμα: αναδεικνύεται ο ανανεωτικός ρόλος του Αγίου Όρους και της «νεορθοδοξίας» ενώ ένα μέρος της Αριστεράς, με διαφορετικές αφετηρίες, επιχειρεί να συνδέσει τα σύγχρονα ρεύματα αμφισβήτησης με την εγχώρια παράδοση. (ΕΧΟΝ, Νεορθοδοξία, Μοσκώφ, Ζουράρις, Ζιάκας).
Ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’90, όταν μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μοιάζει να κυριαρχεί απόλυτα η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, εγκαταλείπονται εντελώς οι προοδευτικές και πατριωτικές αναφορές από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα από το ΠΑΣΟΚ, ενώ επιταχύνεται η διαδικασία διάλυσης του ελληνικού έθνους-κράτους και της ενσωμάτωσής του σε μια παγκοσμιοποιημένη Ευρώπη. Σε αυτές τις συνθήκες η εκκλησία, τόσο με τις νέες ιδεολογικές της συνιστώσες, αλλά συχνά και τις παλιές αντιδραστικές, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο ως ζωτικός φορέας συντήρησης και διαφύλαξης της ιδιοπροσωπίας μας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 αρχές του 2000 η παγκοσμιοποίηση συναντά ως βασικό της αντίπαλο την εκκλησία, και η σύγκρουση παροξύνεται.
Ωστόσο αυτή η σύγκρουση, ενώ εμφανίζεται απαραίτητη, είναι και εξ αντικειμένου στρεβλή. Διότι ο εκκλησιαστικός φορέας αναλαμβάνει οιονεί πολιτικό ρόλο με ένα αδιευκρίνιστο ιδεολογικό στίγμα και με βαρίδια που κουβαλάει από παλιότερες εποχές. με το μεγάλο βάρος της αντιδημοκρατικής παράδοσης που οικοδόμησε ιδιαίτερα μέσα από τη σχέση του με κράτος (παλιότερα το τουρκικό ή το μεταγενέστερα το ελληνικό). με την διαφθορά από το χρήμα και την εκκοσμίκευση.
Πάντως, μετά τα τελευταία φαινόμενα της κρίσης που πέρασε σαν θύελλα πάνω από την εκκλησία μοιάζει να υποχωρεί η δυνατότητα της ηγεσίας της να παρεμβαίνει στα τρέχοντα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα, γεγονός που οφείλεται και σε πολύ κακές της επιλογές, όπως οι συμμαχίες με τμήματα των διαπλεκομένων και η χρησιμοποίηση διεφθαρμένων συνεργατών. Επίσης, ενώ η εκκλησία έπρεπε να έχει έναν υπερκομματικό και πνευματικό ρόλο, εντούτοις επέλεξε να αντιπαρατεθεί με την Αριστερά και τους διανοουμένους της. [Ας θυμηθούμε τις αναφορές του Αρχιεπισκόπου στην «δεξιά του Κυρίου», ή στην «μελέτη» του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, που έτειναν να τον ταυτίσουν με ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο]. Τέλος, σημαντικότατη είναι η απουσία του λαϊκού παράγοντα από την διοίκηση της εκκλησίας, που θα αποτελούσε και δικλείδα ασφαλείας ενάντια σε φαινόμενα αυταρχισμού και διαφθοράς.
Εκφράσεις αυτής της κρίσης αποτελούν και τα δύο μεγάλα ζητήματα που διαπερνούν σήμερα τον ορθόδοξο και γενικότερα τον ελληνικό χώρο:
Το πρώτο είναι μία βαθύτατη σύγχυση γύρω από το ζήτημα της οικουμενικότητας της ορθοδοξίας και της σχέσης της με την ελληνικότητα. Σύγχυση η οποία, με την ειλικρινή επιδίωξη ή το πρόσχημα της οικουμενικότητας, κινδυνεύει να την μεταβάλει στο ορθόδοξο ψευδώνυμο της παγκοσμιοποίησης. Πράγματι, αν μιλούσαμε σε ένα αφηρημένο επίπεδο θρησκευτικών ταυτοτήτων τότε ίσως ορθά θα μπορούσε κανείς να στραφεί ενάντια στον λεγόμενο «εθνοφυλετισμό» και την πιθανή ταύτιση ορθοδοξίας και ελληνικότητας. Ωστόσο, επειδή ζούμε σε έναν συγκεκριμένο κόσμο όπου για την πλειοψηφία των Ελλήνων η ορθοδοξία δεν είναι απλά μια ιδεολογική πεποίθηση ούτε μόνο ένα πρότυπο βίου αλλά διαπλέκεται άμεσα με μια πολιτική πραγματικότητα, ως ανάχωμα της αποδυνάμωσης της εθνικής ταυτότητας, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να κάνουμε έναν τέτοιο διαχωρισμό. Σε συνθήκες κρίσης των πολιτικών ιδεολογιών η εκκλησία ανεδείχθη σε φορέα της εθνικής ενότητας και ταυτότητας.
Το ίδιο ισχύει και με το δεύτερο μεγάλο ζήτημα το χωρισμό εκκλησίας- κράτους. Στη Γαλλία έγινε ο χωρισμός γιατί ο εκκλησιαστικός θεσμός ήταν συνδεδεμένος με μια υπερεθνική και ενάντια στα γαλλικά εθνικά συμφέροντα δομή, την παπική καθολική εκκλησία. Σε μας δεν έγινε ακριβώς για τους ανάλογους λόγους, γιατί η ορθόδοξη εκκλησία υπήρξε φορέας της εθνικής ταυτότητας. Δεν θα έπρεπε, λένε πολλοί, –και καλοπροαίρετα– να διαχωριστούν αυτοί οι διαφορετικοί θεσμοί, για το καλό και των δύο και την ανάπτυξη της πνευματικότητας της εκκλησίας; Δεν θα είχαμε αντίρρηση αν αυτό διατυπωνόταν ως διεκδίκηση της κοινωνίας και όχι των διαπλεκομένων και κυρίως εάν είχε καλυφθεί το έλλειμμα που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία: Μόνο η διαμόρφωση μιας εκκοσμικευμένης ελληνικής ιδεολογίας που να έχει ενσωματώσει την θρησκευτική και γενικότερη πολιτισμική ιδιοπροσωπία μας, που θα έχει μεταβάλει την παράδοση σε σύγχρονη πρόταση ζωής, θα επέτρεπε και στην εκκλησία να αποκτήσει μια διαφορετική σχέση με το κράτος. Τότε και μόνο θα μπορούσε να προταχθεί και η οικουμενική διάσταση έναντι της εθνικής. Όσο οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και οι δημοσιογράφοι μας θα είναι ο κ. Σημίτης, ο κ. Λιάκος, ο κ. Δήμου, ο κ. Σωμερίτης, ο κ. Πρετεντέρης, κ.ά. τότε και από την άλλη πλευρά θα διαιωνίζεται και μια εκκλησιαστική ηγεσία, η οποία μπορεί ίσως να υποβαθμίζει την πνευματική διάσταση της ορθοδοξίας, αλλά διασώζει τη σχέση με την παράδοση του ελληνισμού.
Προϋπόθεση λοιπόν για την προβολή της οικουμενικής διάστασης ή ακόμα και για τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους είναι η δημιουργία μας αξιόπιστης πνευματικής ιδεολογικής και πολιτικής πρότασης που θα υπερβαίνει τον διαχωρισμό σύγχρονο-παραδοσιακό, η οποία επιτέλους θα στηρίζεται στο έδαφος της δικής μας παράδοσης και ιδιοπρoσωπίας.
Μόνο όταν θα δημιουργήσουμε, για παράδειγμα, μια σύγχρονη κοινοτιστική πρόταση που θα κατανοεί πως οι σύγχρονες κοινότητες δεν θα είναι κυρίως μοναστικές, ούτε θα έχουν ως αποκλειστικό κέντρο βάρος τους την ενορία, αλλά θα έχουν ενσωματώσει στο σύγχρονο κοινοτισμό τη δική μας θρησκευτική και λαϊκή παράδοση, τότε θα μπορούμε να πούμε πως μπορούμε να πάμε πιο πέρα από την παραδοσιακή ορθόδοξη κοινότητα, για νέες κοινότητες. Γι’ αυτό λοιπόν όταν σήμερα καραδοκούν οι ιέρακες της παγκοσμιοποίησης δεν προηγείται σε καμία περίπτωση η αποδόμηση των κεκτημένων και των αναχωμάτων που διαθέτουμε, αλλά η οικοδόμηση μιας νέας πρότασης. Και αυτό εναπόκειται σε μας.

* Ομιλία σε ομώνυμη εκδήλωση που οργάνωσε η «Χριστιανική» και το «Άρδην» στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης την Κυριακή 29 Μαϊου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*