Άρδην τ. 54

Ο Προμηθέας που έγινε νάρκισσος

Απολογισμός ενός διαλόγου

Το Άρδην, από το τεύχος 46, του Μαρτίου – Απριλίου του 2004, με το αφιέρωμά του «Στην εποχή του τίποτα του ναρκισσισμού, την επιδειξιομανίας, ο πολιτισμός της παρακμής», εγκαινίασε έναν διάλογο για τη σύγχρονη τέχνη που, στην πρώτη του φάση, ολοκληρώνεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού. Το αφιέρωμα είχε ως αφορμή τη συζήτηση που είχε ανοίξει στην Ελλάδα με την ευκαιρία του “Outlook” της σύγχρονης τέχνης, ενταγμένου στα πλαίσια της «Πολιτιστικής Ολυμπιάδας», όπου η εμφάνιση των κατασκευών του Θανάση Τότσικα για τη σχέση ανθρώπου… και φρούτων και του Thierry de Cordier για την εκσπερμάτωση σε χριστιανικά σύμβολα, είχε προκαλέσει μια μεγάλη δημόσια –συχνά σκανδαλοθηρικού χαρακτήρα– αντιπαράθεση. [Και όλως τυχαίως το τρέχον τεύχος κυκλοφορεί όταν έχουμε μια δικαστική συνέχεια της περίπτωσης de Cordier]. Παρ’ όλο που θεωρούσαμε και εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως δεν μπορεί να τίθεται θέμα δικαστικών διώξεων, ωστόσο είμαστε πεπεισμένοι πως τίθεται θέμα σχετικά με τη φύση των συγκεκριμένων «δημιουργιών» και την πραγματική καλλιτεχνική τους υπόσταση.
Γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να αποφύγουμε μια αυτοπαγίδευση στο γνωστό μανιχαϊκό δίπολο της χώρας μας. Από τη μία οι οπαδοί της ηθικολογίας –την ώρα που σημεία και τέρατα προβάλλονται ελεύθερα στις τηλεοράσεις– και από την αντίπερα όχθη εκείνοι που, στο όνομα της καλλιτεχνικής ελευθερίας, αναγορεύουν σε έργο «τέχνης» την οποιαδήποτε ανοησία. Γι’ αυτό θελήσαμε να προχωρήσουμε σε μια συζήτηση επί της ουσίας της σύγχρονης τέχνης στη Δύση, και της πανθομολογούμενης παρακμής και εμπορευματοποίησής της. Σε αυτή τη συζήτηση δημοσιεύτηκαν τα εξής κείμενα: Στο τεύχος 46: Φλάβιο Κόστα, Άννα Μπατιστότσι, «Μα είναι τέχνη αυτό το πράγμα», που αποτελεί μια συναρπαστική περιδιάβαση σε κάποιες εκφράσεις της σύγχρονης δυτικής παραγωγής˙ Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η άνοδος της ασημαντότητας», απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του˙ Μάνου Στεφανίδη, Νεωτερικότητα και παράδοση˙ Κωνσταντίνου Μπλάθρα, «Η παγκοσμιότητα της τέχνης την εποχή της παγκοσμιοποίησης»˙ Κρίστοφερ Λας, «Η κουλτούρα του ναρκισσισμού», απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο˙ και Φρίξου Εξάλλου, «Παρόχθιες αποστάσεις». Στο τεύχος 47, του Ιουνίου 2004, η ιστορικός της τέχνης Βίλμα Λαδοπούλου, με το κείμενό της «Πυρετοί νοσταλγίας, οι επιθέσεις στην τέχνη του καιρού μας», υπερασπίζεται τη λογική της σύγχρονης δυτικής τέχνης, ενώ ο Γιώργος Παλαιολόγος, στο ίδιο τεύχος, με το «Παράδοση και εμπόρευμα στη σύγχρονη Δύση», υποβάλλει σε κριτική τη ναρκισσιστική μετεξέλιξή της. Ο διάλογος όμως συνεχίζεται. Στο τεύχος 53 του Απριλίου-Μαΐου, δημοσιεύεται μια νέα οιονεί απάντηση στον Γ. Παλαιολόγο της Βίλμας Λαδοπούλου με τον τίτλο «Ορλάν», κείμενο που περιγράφει και υπερασπίζεται την αντίληψη και το έργο της Ορλάν, που έγινε γνωστή με τις αυτοχειρουργικές της επεμβάσεις. Τέλος, στο παρόν τεύχος, δημοσιεύουμε τρία νέα κείμενα, συμβολή στον διάλογο: μία συνέντευξη στο Άρδην του γνωστού Έλληνα καλλιτέχνη Σωτήρη Σόρογκα, μία οιονεί υπεράσπιση του ναρκισ­σισμού στη­ριγμένη στο έργο του Μαρκούζε από τους καλλιτέχνες Πέτρο Πέτρου και Στέλλα Χατζηπαναγιώτου, και ένα ενδιαφέρον και εικονοκλαστικό κείμενο του καταστασιακού, μαθητή του Ντεμπόρ, Άνσελμ Γιάππε, «Ντεμπόρ και πρωτοπορία».
Το κύριο ερώτημα που ετέθη σε αυτόν τον διάλογο είναι το εάν η σύγχρονη τέχνη στη Δύση μπορεί να συνεχίσει στον δρόμο των «πρωτοποριών» του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α., όπως ισχυρίζεται το μεγαλύτερο μέρος των περί τα καλλιτεχνικά ασχολουμένων στην Ελλάδα αλλά και τη Δύση, επικεντρώνοντας πλέον στις performances και τις αισθητικο-χειρουργικές επεμβάσεις σε ζώα και ανθρώπους, ή είναι καιρός η σύγχρονη τέχνη να υποβληθεί σε μια βαθύτατη αυτοκριτική και να ξαναμπολιαστεί με την αρχή της πραγματικότητας.
Έχουμε την εντύπωση πως, μετά τον Μάη του ’68 και την οριστική υποχώρηση στη Δύση της προτεσταντικής ηθικής, της συσσώρευσης και της «καταστολής των ενστίκτων», την οποία καταγγέλλει ο Μαρκούζε και η Σχολή της Φραγκφούρτης –και ενάντια στην οποία εξεγέρθηκαν οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα–, περάσαμε σε μία νέα περίοδο που δεν χαρακτηρίζεται από την «καταστολή της επιθυμίας» αλλά από την «απελευθέρωση-εμπορευματοποίησή» της. Ο καταναλωτικός καπιταλισμός ενσωματώνει στους μηχανισμούς του την επιθυμία, διαστρέφοντας την και εμπορευματοποιώντας την. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αναγνώριση του σώματος έγινε body building, ο ερωτισμός γενικευμένη και ανικανοποίητη πορνοποίηση της επιθυμίας, και οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις της πρωτοπορίας καλοπληρωμένες αποδόσεις του τίποτε σε μετα-μοντέρνες γκαλερί. Όπως γράφει ο Jappe στο εξαίρετο κείμενό του για τον Ντεμπόρ, «Aν ο Nτεµπόρ, ο τελευταίος πρωτοπόρος, έγινε τελικά ένας κλασικός στυλίστας, τότε ο κύκλος έχει κλείσει. Το 1955, διακήρυττε την καταστροφή όλων των εκκλησιών, αδιάφορος προς οποιαδήποτε καλλιτεχνική αξία μπορεί να είχαν. Τριανταπέντε χρόνια αργότερα, αναγκάστηκε να συμπεράνει ότι η επέκταση της κυριαρχίας του κεφαλαίου είχε ολοκληρώσει το σχέδιο αυτό της καταστροφής». Γι’ αυτό και ο εκθειασμός του Νάρκισσου από τον Μαρκούζε παραπέμπει στην πριν το ’68 εποχή του καπιταλισμού, όταν ο Προμηθέας κυριαρχούσε ως το πρότυπο της παραγωγικότητας. Σήμερα, η υπεράσπιση του Ναρκίσσου δεν έχει πλέον νόημα γιατί και αυτός έχει εγκαθιδρυθεί στην καρδιά ενός συστήματος το οποίο είναι καταναλωτικό, ναρκισσιστικό και αυτοαναφορικό. Ο Προμηθέας είναι πλέον unisex, είναι ένας Προμηθέας–Νάρκισσος. Έτσι ήρθη η παλιά αντίθεση στην οποία αναφερόταν ο Μαρκούζε. Όσο για την απελευθέρωση της λίμπιντο για την οποία μιλάει, τι πιο λιβιδικό από μια διαφήμιση της Μαζεράτι στην τηλεόραση. Η απελευθέρωση διοχετεύτηκε στα αντικείμενα, έγινε επιθυμία των αντικειμένων και μετέβαλε τον ίδιο τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις σε αντικείμενο. Περάσαμε δηλαδή, όπως το δείχνουν ο Γιάππε και ο Ντεμπόρ, από την τυπική υπαγωγή της ζωής του ανθρώπου στο κεφάλαιο, όπως συνέβαινε μέχρι το «’68», στην ουσιαστική υπαγωγή, όπου οι ίδιες οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται καπιταλιστικές. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι επιθυμίες δεν καταστέλλονται πλέον αλλά «απελευθερώνονται» ως επιθυμίες του ανθρώπου-εμπορεύματος. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο σημαιοφόρος και πρόδρομος της αντικειμενοποίησης του σώματος και της επιθυμίας, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, μεταβλήθηκε από τον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό σε εμβληματικό πατριάρχη της «απελευθέρωσης».
Κατά συνέπεια, εάν το αίτημα των αυθεντικών πρωτοποριών υπήρξε στις αρχές του 20ού αιώνα η ρήξη με την αρχή της καπιταλιστικής αποδοτικότητας, στις αρχές του 21ου το μόνο αυθεντικό αίτημα είναι η επανανθρωποποίηση ενός υποκειμένου που βαδίζει προς τη μετατροπή του σε μετάνθρωπο και η απο-εμπορευματοποίηση της Φύσης και των αντικειμένων. Τι άλλο παρά μορφές της «τέχνης του μετανθρώπου» είναι οι χειρουργικές performances της Ορλάν;
Πάντως η συζήτηση παραμένει ανοικτή, ή μάλλον μόλις ανοίγει, σε μια χώρα που παραμένει εκστασιασμένη μπροστά σε όλα τα σύγχρονα καθρεφτάκια που εισάγονται εξ Εσπερίας. Και όμως, οι Έλληνες καλλιτέχνες έχουν διερευνήσει νέους δρόμους, με τις καλλιτεχνικές απόπειρες της γενιάς του ’30, όπως και της γενιάς του ‘60, από σημαντικούς καλλιτέχνες που προσπάθησαν(ούν) να υπερβούν θετικά και «μεταμοντέρνα» –υπό μία αυθεντική έννοια– το αδιέξοδο και το κενό του «υπερ-μοντερνισμού».
Με τη δημοσίευση δώδεκα κειμένων, από το τεύχος 46 έως το τεύχος 54 του Άρδην, πιστεύουμε πως κλείσαμε έναν πρώτο κύκλο της συζήτησης που αφορά κυρίως στην κριτική –θετική ή αρνητική– των κυρίαρχων μορφών τέχνης στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Στη συνέχεια θα θέλαμε να ανοίξουμε έναν νέο κύκλο που να αφορά στις θετικές απόπειρες ή προτάσεις για την τέχνη της εποχής μας, και αυτό είναι το πιο δύσκολο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*