Άρδην τ. 43

Η Ελληνική και Δυτική Αντίληψη του Κόσμου

Η ι­δέ­α του κό­σμου

του Κώστα Παπαϊωάννου (Άρδην τ. 43) 

Για τη σύγ­χρο­νη α­ντί­λη­ψη, η ει­κό­να του σύ­μπα­ντος και η ά­πο­ψη που πρέ­πει να σχη­μα­τί­σου­με για τον άν­θρω­πο και την υ­πό­στα­σή του εί­ναι αυ­στη­ρά δια­χω­ρι­σμέ­νες, α­φού το κα­θε­στώς του αν­θρώ­που εί­ναι αυ­τό ε­νός υ­πο­κει­μέ­νου ξε­κομ­μέ­νου α­πό το σύ­μπαν, α­ντι­πα­ρα­τι­θέ­με­νου στο α­ντι­κεί­με­νο, κυ­ρί­αρ­χου της φύ­σης. Ό­μως, στην ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον κό­σμο*, αυ­τή η μο­ντέρ­να διεκ­δί­κη­ση μιας αυ­τό­νο­μης σφαί­ρας που θα α­νή­κει α­πο­κλει­στι­κά στον άν­θρω­πο και ο ου­σια­στι­κός δυ­ϊ­σμός α­νά­με­σα στη φυ­σι­κή τά­ξη και τον κό­σμο της ε­λευ­θε­ρί­ας που αυ­τή α­παι­τεί θα φαί­νο­νταν τε­λεί­ως α­δι­καιο­λό­γη­τοι. Η ελ­λη­νι­κή σκέ­ψη, βα­σι­σμέ­νη ο­λο­κλη­ρω­τι­κά στη γε­ω­με­τρι­κή σύλ­λη­ψη της φύ­σης και του κό­σμου, δεν μπό­ρε­σε πο­τέ, ή μάλ­λον δεν θέ­λη­σε πο­τέ, να ε­πε­ξερ­γα­στεί μια φι­λο­σο­φί­α της ι­στο­ρί­ας με τη σύγ­χρο­νη έν­νοια του ό­ρου. Αν και οι Έλ­λη­νες υ­πήρ­ξαν οι πρώ­τοι που έ­δω­σαν στην ι­στο­ρί­α το κύ­ρος της ε­πι­στή­μης, ο α­πό­λυ­τα κο­σμι­κός* (με την ελ­λη­νι­κή ση­μα­σί­α του ό­ρου) αν­θρω­πι­σμός τους τους α­πέ­τρε­πε α­πό το να θε­ω­ρή­σουν αυ­τό το βα­σί­λειο της αν­θρώ­πι­νης αυ­θαι­ρε­σί­ας καθ’ ε­αυ­τό και για τον ε­αυ­τό του έ­ξω α­πό τη φύ­ση, χει­ρα­φε­τη­μέ­νο α­πό τη φύ­ση. Κά­θε αυ­θε­ντι­κή φι­λο­σο­φί­α της ι­στο­ρί­ας εί­ναι πρώ­τα απ’ ό­λα και πά­νω απ’ ό­λα μια “με­τα-φυ­σι­κή” ή μια “υ­περ-φυ­σι­κή”, με την έν­νοια ό­τι α­πο­δί­δει τα πρω­τεί­α στον ι­στο­ρι­κό χρό­νο α­πέ­να­ντι στον φυ­σι­κό χώ­ρο και βλέ­πει στο ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός την υ­λο­ποί­η­ση μιας α­ξί­ας και την ο­λο­κλή­ρω­ση μιας ι­δέ­ας της σω­τη­ρί­ας δια­φο­ρε­τι­κές α­πό αυ­τές που μπο­ρού­με να α­να­ζη­τή­σου­με και να βρού­με στην αιώ­νια τά­ξη της φύ­σης. Ό­μως μια τέ­τοια φι­λο­σο­φί­α, με τις ά­κα­μπτες α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις που συ­νε­πά­γε­ται, α­νά­με­σα στη φύ­ση και το πνεύ­μα, την α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τα και την υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα, την α­να­γκαιό­τη­τα και την ε­λευ­θε­ρί­α, ό­πως και με την α­ξί­α που α­πο­δί­δει στις γε­νε­σιουρ­γές δρα­στη­ριό­τη­τες της ι­στο­ρί­ας, βρί­σκε­ται σε α­ντί­θε­ση με τις βα­θύ­τε­ρες προ­θέ­σεις του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος, έ­τσι ό­πως τις βλέ­που­με να εμ­φα­νί­ζο­νται μέ­σα α­πό τη θε­με­λιώ­δη γι’ αυ­τό έν­νοια του κό­σμου*.
Ο χρι­στια­νι­σμός ε­σω­τε­ρί­κευ­σε τις α­ξί­ες και ε­πέ­τρε­ψε στο πνεύ­μα να ρι­ζώ­σει στέ­ρε­α στα βά­θη της υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας. Γι’ αυ­τό το λό­γο ο Ντε­κάρ­τ, ο ο­ποί­ος ξε­κί­νη­σε αμ­φι­βάλ­λο­ντας για την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­κεί­νων που πα­ρου­σιά­ζο­νταν ως α­πλώς δυ­νά­με­να να γνω­σθούν, στα­μά­τη­σε στο σκέ­πτο­μαι ά­ρα εί­μαι. Η α­να­κά­λυ­ψη του cogito1 εί­ναι αυ­τή που του ε­πέ­τρε­ψε να συ­γκρί­νει τον ε­αυ­τό του με τον Αρ­χι­μή­δη “ο ο­ποί­ος για να βγά­λει τη γή­ι­νη σφαί­ρα α­πό τη θέ­ση της και να τη με­τα­φέ­ρει σε έ­να άλ­λο μέ­ρος δεν ζη­τού­σε τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά έ­να σί­γου­ρο και στα­θε­ρό ση­μεί­ο”2. Α­ντί­θε­τα, οι Έλ­λη­νες α­να­ζη­τού­σαν το πνεύ­μα στο χώ­ρο του “α­ντι­κει­μέ­νου”, μπο­ρού­σαν να αμ­φι­βάλ­λουν για τα πά­ντα ε­κτός α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και την ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τα του α­ντι­κει­με­νι­κού κό­σμου. Έ­τσι το πνεύ­μα α­να­κα­λύ­φθη­κε “α­ντι­κει­με­νι­κά” στον φυ­σι­κό κό­σμο, ως αρ­χή της τά­ξης του, της ο­μορ­φιάς και της κί­νη­σής του.
Το σύ­μπαν, το ο­ποί­ο δεν εί­χε αρ­χή και δεν θα έ­χει τέ­λος, α­ντι­προ­σώ­πευε για το ελ­λη­νι­κό πνεύ­μα αυ­τό που α­παι­τού­σαν οι βα­θύ­τε­ρες α­νά­γκες του και αυ­τό που έ­δει­χναν ή­δη να συ­νε­πά­γο­νται ως μο­ντέ­λο και α­ντι­κεί­με­νό τους τό­σο η πο­λι­τι­κή α­να­ζή­τη­ση μιας τά­ξης των αν­θρώ­πι­νων “σύμ­φω­νης με τη φύ­ση” ό­σο και η φι­λο­σο­φι­κή α­να­ζή­τη­ση μιας ε­πι­στή­μης η ο­ποί­α να βα­σί­ζε­ται σε αρ­χές. Το σύ­μπαν α­πο­τε­λεί μια τά­ξη, έ­ναν κό­σμο* που δια­τάσ­σει σε μια τέ­λεια, αρ­μο­νι­κή, πε­πε­ρα­σμέ­νη ο­λό­τη­τα την α­πει­ρί­α των δυ­να­το­τή­των, τις ο­ποί­ες υ­λο­ποιεί η φύ­σις, ως αιώ­νια κί­νη­ση γέν­νη­σης. Και αυ­τός ο κό­σμος που “κα­νείς θε­ός δεν δη­μιούρ­γη­σε” εί­ναι “ο ί­διος για ό­λους”3: ε­πι­βάλ­λε­ται με έ­ναν και μο­να­δι­κό τρό­πο, τον ί­διο για ό­λα τα ό­ντα που συ­νυ­πάρ­χουν στους κόλ­πους του σύ­μπα­ντος, εί­τε θεί­α εί­ναι αυ­τά εί­τε αν­θρώ­πι­να: κό­σμος ο αυ­τός α­πά­ντων*.
Κό­σμος*, τά­ξη. τά­ξη ορ­θο­λο­γι­κή, αρ­μο­νι­κή, γε­νε­σιουρ­γός δί­καιων σχέ­σε­ων για τις κι­νή­σεις των α­στρι­κών σω­μά­των ή τις δο­νή­σεις των με­ταλ­λι­κών χορ­δών: αυ­τός ο ό­ρος, το γνω­ρί­ζου­με, ή­ταν ε­πεν­δυ­μέ­νος με πο­λυ­ποί­κι­λες ση­μα­το­δο­τή­σεις των ο­ποί­ων και μό­νη η α­πα­ρίθ­μη­ση θα αρ­κού­σε για να δεί­ξει τη θέ­λη­ση των Ελ­λή­νων να α­φή­σουν τον κό­σμο να ε­πι­βλη­θεί ως ό­ριο της γνώ­σης και ως ε­σω­τε­ρι­κός νό­μος. Έ­τσι κό­σμος* ση­μαί­νει ταυ­τό­χρο­να “στο­λί­δι”4 και γε­νι­κά κά­θε “λα­μπρό­τη­τα”5. το σύ­μπαν ή το σύ­νο­λο των ό­ντων και την πο­λι­τι­κή συ­γκρό­τη­ση που εί­ναι βα­σι­σμέ­νη στο νό­μο6. την αρ­χή της τά­ξης και της αρ­μο­νί­ας που ρυθ­μί­ζει τό­σο τις σχέ­σεις α­νά­με­σα στα με­μο­νω­μέ­να ό­ντα ό­σο και α­νά­με­σα στα συ­στα­τι­κά κά­θε ό­ντος7. “α­ρε­τή”8 ή “κα­λό”, εγ­γε­νές σε κά­θε ον, που του ε­πι­τρέ­πει να γί­νει αυ­τό που εί­ναι και να πα­ρα­μεί­νει τέ­τοιο που εί­ναι.
Κα­τα­λα­βαί­νου­με λοι­πόν τον κα­θο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα αυ­τής της α­να­ζή­τη­σης για γνώ­ση και α­να­γνώ­ρι­ση του κό­σμου ως μορ­φο­ποι­η­τι­κής και κα­νο­νι­στι­κής ο­λό­τη­τας, η ο­ποί­α συ­γκρο­τεί την ψυ­χή του αρ­χαί­ου αν­θρω­πι­σμού. Αυ­τός ο κό­σμος, του ο­ποί­ου η κυ­ριαρ­χί­α δεν μπο­ρεί να με­τρη­θεί πα­ρά μό­νο με τις ά­με­τρες δυ­νά­μεις που ε­λέγ­χει, εί­ναι για τους Έλ­λη­νες το μέ­σο με το ο­ποί­ο γί­νε­ται δυ­να­τή ο­ποια­δή­πο­τε ύ­παρ­ξη. Αυ­τό που δη­λώ­νει ο αν­θρω­πι­σμός τους δεν εί­ναι η νί­κη του γή­ι­νου στοι­χεί­ου πά­νω σε κα­θε­τί που το ξε­περ­νά, αλ­λά η κο­σμιό­της* της νο­ή­μο­νος ψυ­χής που έ­χει α­να­γνω­ρί­σει το νό­μο του σύ­μπα­ντος ως δι­κό της νό­μο και της ο­ποί­ας η ε­σω­τε­ρι­κή πει­θαρ­χί­α βρί­σκε­ται σε α­πό­λυ­τη συμ­φω­νί­α με την τά­ξη ό­λων αυ­τών που υ­πάρ­χουν. Η πα­θη­τι­κό­τη­τά τους, ως αν­θρώ­πων που υ­πό­κει­νται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά στο νό­μο, έ­χει ως α­πο­τέ­λε­σμα την πλέ­ον υ­ψη­λή δρα­στη­ριό­τη­τα, α­φού η κα­τα­νό­η­ση της τά­ξης και της ο­μορ­φιάς του σύ­μπα­ντος συ­νε­πά­γε­ται τη δη­μιουρ­γί­α έρ­γων αρ­μο­νι­κών σε ό­λους τους το­μείς του γή­ι­νου κό­σμου ό­που οι αν­θρώ­πι­νες ι­κα­νό­τη­τες κα­λού­νται να α­σκη­θούν και προ­ϋ­πο­θέ­τει τη συ­γκρό­τη­ση αυ­τής της ε­σω­τε­ρι­κής αρ­μο­νί­ας (κο­σμιό­τη­τας*) που μοιά­ζει με α­ντα­νά­κλα­ση αυ­τής που βα­σι­λεύ­ει στον ου­ρα­νό. (σελ. 31-34)

Υ­πο­κεί­με­νο και α­ντι­κεί­με­νο

“Θα κλεί­σω τώ­ρα τα μά­τια, θα βου­λώ­σω τ’ αυ­τιά μου, θα α­πο­στρέ­ψω ό­λες μου τις αι­σθή­σεις… κι έ­τσι, συν­διαλε­γό­με­νος μό­νο με τον ε­αυ­τό μου, θα ερ­γα­στώ”9. Βρί­σκου­με στον Πλά­τω­να την ί­δια πε­ρι­γρα­φή του πρω­ταρ­χι­κού δια­βή­μα­τος της καρ­τε­σια­νής φι­λο­σο­φί­ας. Αλ­λά ού­τε ο Πλά­των ού­τε κα­νείς άλ­λος αρ­χαί­ος φι­λό­σο­φος δεν σκέ­φθη­καν πο­τέ να α­να­γνω­ρί­σουν το υ­πο­κεί­με­νο ως το κέ­ντρο μιας δρα­στη­ριό­τη­τας αυ­τό­νο­μης, βλέ­πε συ­στα­τι­κής του α­ντι­κει­μέ­νου. Α­ντί­θε­τα, θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ό­τι ό­λη η ελ­λη­νι­κή θε­ω­ρί­α του Λό­γου δεν υ­πήρ­ξε πα­ρά μια ε­πί­μο­νη ά­μυ­να α­πέ­να­ντι στις α­πό­πει­ρες του σο­λι­ψι­σμού και μια πα­θια­σμέ­νη υ­πε­ρά­σπι­ση της σκο­πι­μό­τη­τας της σκέ­ψης.
Για την κλα­σι­κή φι­λο­σο­φί­α η προ­τε­ραιό­τη­τα δεν α­νή­κει στη σκέ­ψη. Το εί­ναι κα­τέ­χει την πρω­το­κα­θε­δρί­α, η σκέ­ψη α­κο­λου­θεί. Ό­πως λε­ει ο Α­ρι­στο­τέ­λης, “η αρ­χή του Λό­γου δεν εί­ναι ο Λό­γος, αλ­λά κά­τι που εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το Λό­γο”10. Αλ­λά κα­νείς δεν εί­χε ε­πι­μεί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον Πλά­τω­να στην ου­σια­στι­κή κα­τω­τε­ρό­τη­τα του αν­θρώ­που σε σχέ­ση με το εί­ναι που βρί­σκε­ται έ­ξω α­πό αυ­τόν. Ό­λα τα στοι­χεί­α και ό­λες οι αρ­χές που α­πο­τε­λούν το εί­ναι και τη σκέ­ψη μας, λέει ο Πλά­των στον Φί­λη­βο (29 b -30 c), εί­ναι πα­ρό­ντα στον κό­σμο σε πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό και σε κα­τά­στα­ση τέ­λειας ο­μορ­φιάς και α­γνό­τη­τας, ε­νώ ο άν­θρω­πος “δεν κα­τέ­χει πα­ρά έ­να μι­κρό μέ­ρος, με­τρί­ας ποιό­τη­τας, πά­ντα α­κά­θαρ­το, ποτέ προι­κι­σμέ­νο με ό­λη τη δύ­να­μη που πε­ρι­κλεί­ει η φύ­ση του”: ό,τι βρί­σκε­ται μέ­σα μας “εί­ναι σε μι­κρή ποιό­τη­τα και α­δύ­να­μο και πτω­χό, ε­νώ στο σύ­μπαν εί­ναι θαυ­μα­στό και για την πο­σό­τη­τα και για την ο­μορ­φιά του”. Το βλέ­που­με, ο Πλά­των δεν α­πο­σκο­πεί στην α­πό­σπα­ση του υ­πο­κει­μέ­νου α­πό τον κό­σμο αλ­λά, α­ντί­θε­τα, στο να το υ­πο­χρε­ώ­σει να εμ­βα­θύ­νει και να τε­λειο­ποι­ή­σει την πά­ντα α­στα­θή συμ­με­το­χή του στον υ­πέ­ρο­χο λό­γο ο ο­ποί­ος πλημ­μυ­ρί­ζει το σύ­μπαν.
Σύμ­φω­να με την ο­ξυ­δερ­κή πα­ρα­τή­ρη­ση του Χέ­γκελ, “τα γή­ι­να πράγ­μα­τα δεν εί­χαν για τους Έλ­λη­νες την α­φη­ρη­μέ­νη μορ­φή των α­ντι­κει­μέ­νων: δεν πα­ρου­σιάζονταν συ­νο­λι­κά ως γή­ι­να πράγ­μα­τα, πε­ριο­ρι­σμέ­να και τε­λειω­μέ­να, αλ­λά με την ε­μπει­ρι­κο-συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή τους”11. Εξ ου και η τό­σο βα­θιά ρι­ζω­μέ­νη ι­δέ­α μιας συ­μπα­ντι­κής Ψυ­χής που δί­νει ζω­ή στο σώ­μα του κό­σμου και η ο­ποί­α γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή ως “ευ­τυ­χής θε­ό­τη­τα”. Την α­κρι­βώς α­ντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση πή­ρε το σύγ­χρο­νο πνεύ­μα. Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι ο Τζορ­ντά­νο Μπρού­νο εί­δε τη γη και τα ά­στρα να ζουν μια δι­κή τους ζω­ή, προι­κι­σμέ­να με μια ψυ­χή που αι­σθά­νε­ται και δια­νο­εί­ται “ό­σο και η δι­κή μας, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τη δι­κή μας ί­σως”. Αλ­λά αυ­τές οι θε­μα­τι­κές ή­ταν α­συμ­βί­βα­στες με τις βα­θύ­τε­ρες βλέ­ψεις του νέ­ου αν­θρώ­που. Πί­σω α­πό κά­θε σύγ­χρο­νο να­του­ρα­λι­σμό ακού­με πά­ντα τους σαρ­κα­σμούς του συ­νο­μι­λη­τή του Cena delle Ceneri12: “Αν η γη έ­χει ψυ­χή, τό­τε δεν πρέ­πει, μου φαί­νε­ται, να της α­ρέ­σει ό­ταν σκά­βου­με τρύ­πες και σπη­λιές στην πλά­τη της!…”. Αυ­τή ή­ταν η α­πά­ντη­ση –α­πά­ντη­ση α­κτι­βι­στή και τε­χνο­κρά­τη– που δι­νό­ταν κά­θε φο­ρά που κά­ποιος ή­θε­λε να α­να­γνω­ρί­σει μια ε­σω­τε­ρι­κή ζω­ή, μια πνευ­μα­τι­κή πλευ­ρά στη φύ­ση. Έ­πρε­πε να την πε­ριο­ρί­σουν σε μια ε­ξω­τε­ρι­κό­τη­τα στε­ρη­μέ­νη κά­θε ε­σω­τε­ρι­κό­τη­τας, μια α­πλή πα­ρά­θε­ση πραγ­μά­των, και α­πέ­να­ντι σε αυ­τή την πραγ­μο­ποι­η­μέ­νη φύ­ση έ­πρε­πε να το­πο­θε­τη­θεί ο άν­θρω­πος, βα­σι­λεύς της δη­μιουρ­γί­ας και μό­νος πλέ­ον και α­πο­κλει­στι­κός κά­το­χος του πνεύ­μα­τος. Αυ­τός που έ­δω­σε την πλέ­ον α­κραί­α δια­τύ­πω­ση ε­τού­της της και­νούρ­γιας και ε­πα­να­στα­τι­κής πό­λω­σης α­νά­με­σα στο α­ντι­κεί­με­νο και το υ­πο­κεί­με­νο εί­ναι ο εκ­πλη­κτι­κός Σαρ­λ ντε Μπουέλ (Μπό­βιλ­λους)13: “mundus vero rerum plenus, inanis rationum”14.
Βρι­σκό­μα­στε στους α­ντί­πο­δες του αρ­χαί­ου κό­σμου*: για τον Μπό­βιλ­λο, το εί­ναι της φύ­σης εί­ναι έ­να εί­ναι ε­ξω­τε­ρι­κό ως προς τον ε­αυ­τό του, α­νί­κα­νο να εκ­φρά­σει τη θεί­α σκέ­ψη της ο­ποί­ας εί­ναι η α­συ­νεί­δη­τη ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση. η λο­γι­κή εί­ναι α­πο­κλει­στι­κή ι­διο­κτη­σί­α του αν­θρώ­που. χω­ρίς τον άν­θρω­πο ο κό­σμος δεν θα μπο­ρού­σε καν να υ­πάρ­χει. Ο “κο­σμι­κός” άν­θρω­πος της αρ­χαιό­τη­τας ή­θε­λε “να έ­χει πά­ντα το βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στο Ό­λον”15: ε­πει­δή α­πο­τε­λεί το “πλέ­ον ε­λά­χι­στο” μέ­ρος του, ο άν­θρω­πος πρέ­πει να τεί­νει προς το σύ­μπαν, ό­χι για να α­πο­κτή­σει σε αυ­τό έ­ναν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο αλ­λά για να ο­χυ­ρώ­σει το εί­ναι του συν­δέ­ο­ντάς το με μί­α σω­τή­ρια τά­ξη. Αλ­λά ο χρι­στια­νι­σμός έ­κα­νε τον άν­θρω­πο ση­μεί­ο σύ­γκλι­σης ό­λου του υ­πο­σε­λή­νιου σύ­μπα­ντος: έ­τσι μπό­ρε­σε ο Ά­γιος Αυ­γου­στί­νος να α­πο­δώ­σει στα φυ­τά την ε­πι­θυ­μί­α να ι­δω­θούν α­πό τον άν­θρω­πο και το γε­γο­νός ό­τι έ­χουν ι­δω­θεί να ι­σο­δυ­να­μεί με το γε­γο­νός της α­πε­λευ­θέ­ρω­σής τους α­πό την υ­λι­κό­τη­τά τους, σαν η έ­ντα­ξή τους στο ο­πτι­κό και το γνω­στι­κό πε­δί­ο του αν­θρώ­που να ή­ταν α­νά­λο­γη με τη λύ­τρω­ση των αν­θρώ­πων α­πό τον Χρι­στό. Αλ­λά στον Μπό­βιλ­λο η α­να­τρο­πή των προ­ο­πτι­κών γί­νε­ται πλή­ρης: το σύ­μπαν ο­λό­κλη­ρο στρέ­φε­ται προς τον άν­θρω­πο, ο ο­ποί­ος προ­ά­γε­ται στο ε­πί­πε­δο του συ­μπα­ντι­κού κέ­ντρου, omnium centrum16, και α­πο­ζη­τά τη σω­τη­ρί­α του α­πό αυ­τόν. Τα νε­κρά και θαμ­μέ­να κά­τω α­πό τη φαι­νο­με­νι­κό­τη­τα πράγ­μα­τα που βρί­σκο­νται στη φύ­ση δεν μπο­ρούν να υ­πάρ­ξουν καθ’ ε­αυ­τά, αλ­λά πρέ­πει να γί­νουν “για τον ε­αυ­τό τους”, δη­λα­δή να τα δια­νο­η­θεί ο άν­θρω­πος: αν ο άν­θρω­πος δεν τον δια­λο­γι­ζό­ταν, ο κό­σμος δεν θα υ­πήρ­χε πλέ­ον, θα ή­ταν χω­ρίς ζω­ή, ό­πως έ­να σώ­μα που έ­χει ε­γκα­τα­λει­φθεί α­πό την ψυ­χή17.
Ο κό­σμος πα­ρου­σιά­ζει μια σει­ρά δια­βαθ­μί­σε­ων, με τις ο­ποί­ες αυ­τό που υ­πάρ­χει α­κα­θό­ρι­στα ως κα­θα­ρό ον φτά­νει τε­λι­κά στην αυ­το­συ­νεί­δη­ση, στην “έν­νοια”. Esse, vivere, senti­re, intelli­ge­re18, εί­ναι οι τέσ­σε­ρις βαθ­μοί της κο­σμι­κής δια­δι­κα­σί­ας μέ­σω της ο­ποί­ας, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την ε­γε­λια­νή ο­ρο­λο­γί­α, η “ου­σί­α” γί­νε­ται “υ­πο­κεί­με­νο”. Ο ύ­ψι­στος στό­χος της φύ­σης εί­ναι να πά­ψει να εί­ναι φαι­νό­με­νο και κα­τα­κερ­μα­τι­σμός και να ξα­να­βρεί την α­λή­θεια και την ε­νό­τη­τά της. Ό­μως αυ­τόν τον στό­χο η φύ­ση δεν τον πραγ­μα­το­ποιεί πα­ρά μέ­σω της ε­πε­ξερ­γα­σί­ας της α­πό τον αν­θρώ­πι­νο λό­γο, για­τί ο λό­γος, λε­ει ο Μπό­βιλ­λος, προ­η­γού­με­νος τό­σο του Σέλ­λιν­γκ ό­σο και του Χέ­γκελ, εί­ναι η δύ­να­μη με την ο­ποί­α η “μη­τέ­ρα φύ­ση” ε­πι­στρέ­φει ο­ρι­στι­κά στον ε­αυ­τό της, ο­λο­κλη­ρώ­νει την ε­ξέ­λι­ξή της και α­πο­δί­δε­ται στον ε­αυ­τό της: “rationem quoque eam vim diffinimus, qua mater natura in seipsam redit, qua totius naturae circulus absolvitur quave na­tura sibi ipsi restituitur”19.
Το κα­θή­κον του αν­θρώ­που εί­ναι να ε­πα­να­λά­βει με α­ντί­στρο­φη φο­ρά την πρά­ξη της δη­μιουρ­γί­ας και να ε­πα­να­φέ­ρει τον κό­σμο στην κρυ­στάλ­λι­νη δια­φά­νεια των αρ­χών του. Ο κό­σμος πρέ­πει να γί­νει το ε­σω­τε­ρι­κό το­πί­ο της ψυ­χής. Αυ­τός ο κό­σμος των πραγ­μά­των, του ο­ποί­ου ο άν­θρω­πος δο­κί­μα­ζε για πρώ­τη φο­ρά ό­λη την ά­κα­μπτη σκλη­ρό­τη­τα, πρέ­πει να πε­ρά­σει μέ­σα μας, να α­να­στη­θεί μέ­σα μας: ξε­κι­νώ­ντας α­πό αυ­τή την α­παί­τη­ση οι­κο­δο­μή­θη­κε αυ­τός ο “υ­πο­κει­με­νι­κός ι­δε­α­λι­σμός”, του ο­ποί­ου η με­γα­λύ­τε­ρη α­ρε­τή ή­ταν, σύμ­φω­να με τον Μαρ­ξ, τον πιο α­κραί­ο α­ντι­πρό­σω­πό του, ό­τι α­πο­τέ­λε­σε το α­ντί­βα­ρο του πα­θη­τι­κού και μοι­ρο­λα­τρι­κού “αρ­χαί­ου υ­λι­σμού” και α­νέ­πτυ­ξε την “ε­νερ­γό πλευ­ρά” του εί­ναι20 (σσ. 121-125).

1. Σκέ­πτο­μαι, δια­νο­ού­μαι (σ.τ.μ.)
2. Descartes, IIe Médita­tion (Δεύ­τε­ρος Δια­λο­γι­σμός).
3. Η­ρά­κλει­τος, Α­πό­σπα­σμα 30 (Diels).
4. Πλά­των, Με­νέ­ξε­νος, 236 d-e. Σο­φο­κλής, Αί­ας, V. 293. κλ.π.
5. Βλ. Αι­σχύ­λος, Α­γα­μέ­μνων, 536: “Νυξ φι­λί­α, με­γά­λων κό­σμων κτε­ά­τει­ρα”. (Κ.Π.)
6. Βλ. Η­ρό­δο­τος, Ι, 65. Ευ­ρυ­πί­δης, Ι­κέ­τι­δαι, 245. Πλά­των, Νό­μοι, 846 d.
7. Εί­τε πρό­κει­ται για σπί­τι εί­τε για έ­να σώ­μα (Πλά­των, Γορ­γί­ας, 504α) εί­τε για μια πο­λι­τεί­α (Νό­μοι, 734α, 741α). ( Κ.Π.)
8. Βλ. τις βα­σι­κές α­να­λύ­σεις του Πλά­τω­να, Γορ­γί­ας, 504 d.

9. Descartes, IIIe Médita­tion, (Τρί­τος Στο­χα­σμός).
10. Α­ρι­στο­τέ­λης, Η­θι­κά Ευ­δή­μεια, VII, 14.
11. Hegel, Philosophie der Religion, (Φι­λο­σο­φί­α της Θρη­­σκεί­ας) Ι­Ι, SW Jubi­laeu­mausgabe (έκ­δο­ση για το ιω­­βη­λαί­ο) 16, Frommann, Στουτ­­γάρ­δη, 1925, σ. 429.
12. Το δεί­πνο της Τεσ­σα­ρα­κο­στής (σ.τ.μ.)
13. Charles de Bouelles (Carolus Bovillus) (1470-1553). Γάλ­λος θε­ο­λό­γος και φι­λό­σο­φος, ο­ξυ­δερ­κής και α­κού­ρα­στος ε­ρευ­νη­τής. Εί­κο­σι χρο­νών ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το εγ­χει­ρί­διο γε­ω­με­τρί­ας που βγή­κε πο­τέ στη Γαλ­λί­α. Geometricum Introdu­cto­ri­um. Έ­γρα­ψε το Liber de Intellectu, Liber de Sensu, Li­ber de Nihilo, Ars Oppo­sito­rum, Questiones Theolo­gi­ca­e, και Liber de Sapiente (Πε­ρί σο­φί­ας), ό­που εκ­θέ­τει τη φω­τι­σμέ­νη και δια­νο­ού­με­νη φι­λο­σο­φί­α του, η ο­ποί­α συν­­δέ­ε­ται, με τον με­τα­φυ­σι­κό και μυ­στι­κι­στι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, με τον Νι­κό­λα Κου­ζά­νο και τους φλω­ρε­ντι­νούς νε­ο­πλα­τω­νι­κούς (σ.τ.ε).
14. “Ο κό­σμος α­λη­θώς εί­ναι γε­μά­τος α­πό πράγ­μα­τα, αλ­λά κε­νός α­πό λό­γο”, α­πό το De Sapiente (Πε­ρί σο­φί­ας), του C. Bovillus, 1509, κεφ. XIX (σ.τ.μ.).
15. Βλ. Πλά­των, Νό­μοι, 903 b-d. Mάρ­κος Αυ­ρή­λιος, Σκέ­ψεις, XII, 8,10. Πλω­τί­νος, Εν­νε­ά­δες, Ι­Ι, 9,9.

16. Κέ­ντρο των πά­ντων (σ.τ.μ.), βλ. Bovillus, ό.π. κεφ. XXVI.
17. Bovillus, De Sensu (Πε­ρί αι­σθή­σε­ως), Fol. 22.
18. Εί­ναι, ζειν, αι­σθά­νε­σθαι, δια­νο­εί­σθαι (σ.τ.μ.).
19. “Λοι­πόν, ο­νο­μά­ζου­με λό­γο αυ­τή τη δύ­να­μη δια της ο­ποί­ας η μη­τέ­ρα φύ­ση στον ε­αυ­τό της ε­πι­στρέ­φει, με βά­ση την ο­ποί­α ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ο κύ­κλος της ό­λης φύ­σης, και η φύ­ση στον ε­αυ­τό της α­πο­δί­δε­ται”, Bovillus, De Sapiente, κεφ. V (σ.τ.μ.).
20. Marx, Thesen ueber Feuerbach (Θέ­σεις για τον Φό­υερ­μπαχ), Ι, Die deutsche Ideologie (Η γερ­μα­νι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α), Dietz, Βε­ρο­λί­νο, 1953, σ. 593.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*