Άρδην τ. 43

Πλάτων

του Κώστα Παπαϊωάννου (Άρδην τ. 43) 

6. Αν κα­τορ­θώ­σου­με να α­ντι­κρού­σου­με το «κλασ­σι­κό ή­θος», ό­χι σαν α­φη­ρη­μέ­νο ι­δε­α­το­τυ­πι­κό σχή­μα, αλ­λά σαν μια ζω­ντα­νή ι­στο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­τε θά­χου­με και το κλει­δί για την κα­τα­νό­η­ση αυ­τής της ει­δι­κής μορ­φής συ­νέ­χειας, που πα­ρου­σιά­ζει η ι­στο­ρί­α του 5ου αιώ­να.
Κι ε­δώ χρειά­ζε­ται να ε­φο­δια­στού­με με ο­ρι­σμέ­νες βα­σι­κές Ελ­λη­νι­κές α­πό­ψεις και ι­δέ­ες. Συ­νέ­χεια για τους Έλ­λη­νες δεν ση­μαί­νει τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά δια­τή­ρη­ση μιας α­διά­λει­πτα δια­φο­ρο­ποιού­με­νης Ε­νό­τη­τας. Αυ­τός ο ο­ρι­σμός εκ­φρά­ζει την α­πό­λυ­τα κα­τα­φα­τι­κή και ε­νερ­γη­τι­κή στά­ση του Έλ­λη­να α­πέ­να­ντι στην Ι­στο­ρί­α. Ας προ­σπα­θή­σου­με ν’ α­να­πλά­σου­με αυ­τή την πρω­ταρ­χι­κή εκ­δή­λω­ση κά­θε γεν­νώμενου πο­λι­τι­σμού, αυ­τή τη μυ­στι­κή ι­δέ­α τη γε­μά­τη α­πό τα βά­θη της λα­ϊ­κής ψυ­χής και που μ’ αυ­τήν κά­θε πο­λι­τι­σμός στα πρώ­τα του σκιρ­τή­μα­τα εκ­φρά­ζει το πε­πρω­μέ­νο του, τη μυ­στι­κή ει­κό­να του ε­αυ­τού του.
Στις Ιν­δί­ες, η θλί­ψη, η ο­δύ­νη και η α­η­δί­α που γεν­νά­ει το θέ­α­μα της αιώ­νιας και μά­ται­ης πά­λης, που γί­νε­ται α­νά­με­σα στις α­το­μι­κό­τη­τες και που κα­τα­λή­γει στο Μη­δέν, στο θά­να­το, με λί­γα λό­για, το θέ­α­μα του «ι­στο­ρι­κού γί­γνε­σθαι», γέν­νη­σε μια κα­θα­ρά αρ­νη­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στο γί­γνε­σθαι και την αλ­λα­γή. Η ε­πί χι­λιά­δες χρό­νια α­ναλ­λοί­ω­τη δια­τή­ρη­ση του συ­στή­μα­τος των κα­στών, ό­που μέ­σα του α­πο­στε­ώ­θη­κε ό­λο το «ι­στο­ρι­κό γί­γνε­σθαι» και η ιν­δι­κή Φι­λο­σο­φί­α της Φυ­γής, της Ε­πι­στρο­φής πί­σω σε κά­ποια αιώ­νια α­δια­φο­ρο­ποί­η­τη Πα­γκό­σμια Ε­νό­τη­τα μέ­σα στην ο­ποί­α ε­ξα­φα­νί­ζε­ται η α­το­μι­κή ψυ­χή…εί­ναι οι δυο πιο τυ­πι­κές εκ­δη­λώ­σεις της αρ­νη­τι­κής αυ­τής στά­σης.
Α­ντί­θε­τα οι Έλ­λη­νες, α­πό τα πρώ­τα τους βή­μα­τα, εί­δαν σαν κά­τι ο­λό­τε­λα θε­τι­κό το γε­γο­νός της δια­φο­ρο­ποί­η­σης, του κα­τα­τε­μα­χι­σμού σε α­το­μι­κό­τη­τες, του γί­γνε­σθαι και της φθο­ράς. Ο άν­θρω­πος σαν α­το­μι­κό­τη­τα δεν εί­ναι κλει­στή μο­νά­δα δί­χως πα­ρά­θυ­ρα, χα­μέ­νη μες την πα­γε­ρή της α­πο­μό­νω­ση, έρ­μαιο του χρό­νου και της φθο­ράς, που η μό­νη της ελ­πί­δα είναι να σβυ­στή, να α­φα­νι­στή μέ­σα σε μια πα­γκό­σμια ύ­παρ­ξη, που θα’ ναι η δι­κή της α­νυ­παρ­ξί­α.
Βέ­βαια, οι Έλ­λη­νες πο­τέ δεν α­πο­τρά­βη­ξαν το βλέμ­μα τους α­πό το ζο­φε­ρό θέ­α­μα των «ε­φή­με­ρων» ό­ντων που στρο­βι­λί­ζο­νται μες το χρό­νο σαν τα φύλ­λα του φθι­νο­πώ­ρου, σαν «σκιάς ο­νεί­ρα­τα». Στον 7ο αιώ­να μά­λι­στα, ό­ταν η κρί­ση εί­χε φτά­σει στο κα­τα­κό­ρυ­φο και ο διο­νυ­σια­σμός εί­χε κα­τα­κλύ­σει ό­λη την Ελ­λά­δα, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να φα­ντα­στεί ό­τι ο Ελ­λη­νι­σμός ή­ταν έ­τοι­μος να βυ­θι­στή σε κά­ποια α­σια­τι­κή Θε­ο­κρα­τού­με­νη βαρ­βα­ρό­τη­τα. Ε­κεί­νη την ε­πο­χή, μέ­σα στη φο­βε­ρή ε­ξα­θλί­ω­ση, την α­πο­σύν­θε­ση της α­ρι­στο­κρα­τί­ας και τις πρώ­τες αυ­θόρ­μη­τες και α­νώ­ρι­μες ε­πα­να­στα­τι­κές κι­νή­σεις του Δή­μου, σα να φά­νη­κε ό­τι η Ελ­λά­δα θα ρι­χνό­ταν μες το δί­λημ­μα να χα­θή μέ­σα σε μια α­πάν­θρω­πη πο­λι­τεί­α «στρα­το­πέ­δου» τύ­που Σπάρ­της ή μέ­σα σε μια νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη διο­νυ­σια­κή α­ναρ­χί­α, σαν κι αυ­τή που, πε­ριο­δι­κά ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη, εί­ναι φαι­νό­με­νο κοι­νό για ό­λους τους πρω­τόγονους.
Ποια ή­ταν η σω­τή­ρια ε­κεί­νη δύ­να­μη που προ­φύ­λα­ξε τον ελ­λη­νι­σμό α­πό τον κίν­δυ­νο να ε­ξα­φα­νι­στεί μέ­σα σ’ έ­να κοι­νω­νι­κά ξε­πε­ρα­σμέ­νο στρα­το­κρα­τι­κό σχή­μα ή μέ­σα στην α­ντιου­μα­νι­στι­κή διο­νυ­σια­κή μυ­στι­κο­πά­θεια; Και πώς πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ι­στο­ρι­κά η δύ­να­μη αυ­τή; Η δύ­να­μη αυ­τή, για την ο­ποί­α θα μι­λή­σου­με, εί­ναι α­κρι­βώς ο Νό­μος του κλασ­σι­κού πο­λι­τι­σμού ή ελ­λη­νι­κώ­τε­ρα, ο Δαί­μων του.
Πα­ρα­τη­ρή­στε τους αρ­χα­ϊ­κούς κού­ρους πώς βγαί­νουν απ’ την πέ­τρα, βα­ρείς α­κό­μα α­πό ύ­λη και α­πό προ­ϊ­στο­ρι­κό ύ­πνο, με σφιγ­μέ­νες τις γρο­θιές, το βλέμ­μα υ­γρό α­πό δί­ψα ζω­ής και ε­κεί­νο το αι­νιγ­μα­τι­κό χα­μό­γε­λο του ό­ντος, που δεν έ­χει δια­φο­ρο­ποι­η­θή α­κό­μα α­πό τον Κό­σμο και σα φυ­τό χώ­νει τις ρί­ζες του και θρέ­φε­ται α­πό τον Κό­σμο. Προ­σέ­χτε αυ­τή την τέ­λεια χα­ρά της κα­θα­ρής α­συ­νει­δη­σί­ας και την πα­ντο­δυ­να­μί­α του α­διά­φθο­ρου α­κό­μα α­πό κά­θε εί­δους πο­λι­τι­σμό εν­στί­κτου, που διαι­σθά­νε­ται ό­μως το πε­πρω­μέ­νο του και την ι­στο­ρί­α που το πε­ρι­μέ­νει. Πα­ρα­τη­ρή­στε ό­λη την ε­ξέ­λι­ξη του αρ­χα­ϊ­κού κό­σμου, πώς βγαί­νει μέ­σα α­πό την πέ­τρα, πώς χει­ρα­φε­τεί­ται απ’ αυ­τή τη σχε­δόν αι­γυ­πτια­κή α­κι­νη­σί­α, πώς αρ­χί­ζει να περ­πα­τά και βγά­ζει το­να πό­δι μπρος απ’ τ’ άλ­λο, πώς τα χέ­ρια του α­πο­χτάν ζω­ή, υ­ψώ­νο­νται και ο­πλί­ζο­νται…λες και βλέ­που­με μπρο­στά μας τα πρώ­τα βή­μα­τα του κλασ­σι­κού πο­λι­τι­σμού.
Λοι­πόν, α­κρι­βώς μέ­σα α­πό το χα­μό­γε­λο των κού­ρων μπο­ρού­με να δού­με ό­λη την Φι­λο­σο­φί­α της Ι­στο­ρί­ας των Ελ­λή­νων, αυ­τή την ι­δέ­α της α­πό­λυ­της θε­τι­κό­τη­τας της ύ­παρ­ξης, που α­ψη­φά­ει το θά­να­το και βε­βαιώ­νει τον ε­αυ­τό της μέ­σα στον α­γώ­να, ε­κεί ό­που η ζω­ή συ­νο­ρεύ­ει με τον θά­να­το. Μπο­ρού­με να δούμε στο έμ­βρυό της ό­λη την κλασ­σι­κή πί­στη στην α­ξί­α της ύ­παρ­ξης και στη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τά της, στην αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α, δηλ. σ’ αυ­τή τη δαι­μο­νι­κή δύ­να­μη, που ό­πως την ο­ρί­ζει αρ­γό­τε­ρα ο Πλά­των, ε­πι­τρέ­πει στον άν­θρω­πο να ξε­περ­νά­η τη σχε­τι­κή και θνη­τή α­το­μι­κό­τη­τά του με τον Πο­λι­τι­σμό και την Ι­στο­ρί­α, «κι­νη­τή ει­κό­να της α­θα­να­σί­ας», και ό­χι με την ιν­δι­κή μέ­θο­δο της προ­σκόλ­λη­σης στην Πα­ρά­δο­ση ή με την διο­νυ­σια­κή μέ­θο­δο της ε­ξα­φά­νι­σης του αν­θρώ­που πί­σω α­πό τη μά­σκα του Θε­ού.
Εί­ναι τε­λεί­ως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το ό­τι, ε­κτός α­πό τον Παρ­με­νί­δη, το στα­σιώ­τη του ό­λου1, «αυ­τόν που α­να­στά­τω­σε το Σύ­μπαν α­κι­νη­το­ποιώ­ντας το», ό­λη η Ελ­λη­νι­κή Φι­λο­σο­φί­α ε­ξέ­φρα­σε την ί­δια θε­τι­κή και ε­νερ­γη­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στην ι­στο­ρί­α και το Γί­γνε­σθαι. Ας προ­σπα­θή­σου­με τώ­ρα να κα­τα­νο­ή­σου­με τη ση­μα­σί­α των «α­φη­ρη­μέ­νων» εν­νοιών, με τις ο­ποί­ες η φι­λο­σο­φί­α ε­ξέ­φρα­σε την κο­σμο­θε­ω­ρί­α και τη Φι­λο­σο­φί­α της Ι­στο­ρί­ας του Ελ­λη­νι­σμού, ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, ποια εί­ναι η βα­θύ­τε­ρη ση­μα­σί­α της α­ντί­θε­σης α­νά­με­σα στο εί­ναι και το γί­γνε­σθαι, αυ­τής της α­ντί­θε­σης που α­πο­τε­λεί τη σπον­δυ­λι­κή στή­λη της Ελ­λη­νι­κής Φι­λο­σο­φί­ας;
Ποιο εί­ναι το νό­η­μα της α­ντί­θε­σης αυ­τής στο θεί­ο (το Εν, το Α­πό­λυ­το, το Ον, το αιώ­νιο, το «α­εί κα­τά ταύ­τα έ­χον») και το αν­θρώ­πι­νο (το Σχε­τι­κό, το Γι­γνό­με­νο, το διά­φο­ρο, το ε­φή­με­ρο) και ποια εί­ναι η λύ­ση, η «κά­θαρ­ση» που έ­δω­σε ο Ελ­λη­νι­σμός στην α­γω­νιώ­δη α­ξε­πέ­ρα­στη (π.χ στις Ιν­δί­ες), αυ­τή α­ντί­θε­ση; Για­τί η α­ντί­θε­ση αυ­τή δεν εί­ναι μια ά­σαρ­κη, ε­γκε­φα­λι­κή έν­νοια αλ­λά εκ­φρά­ζει τη συ­νει­δη­τή στά­ση ε­νός ο­λά­κε­ρου πο­λι­τι­σμού πά­νω στο πρό­βλη­μα της αν­θρώ­πι­νης σχε­τι­κό­τη­τας, δηλ. πά­νω στο πρώ­το θε­με­λιώ­δες πρό­βλη­μα που θέ­τει και μ’ έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε (θε­τι­κό ή αρ­νη­τι­κό) τρό­πο λύ­νει κά­θε πο­λι­τι­σμός.
Στις Ιν­δί­ες, π.χ, την ο­δυ­νη­ρή α­πει­ρο­ποι­κι­λί­α και ρευ­στό­τη­τα του γί­γνε­σθαι δεν την εί­δαν πα­ρά σαν γυ­μνό χά­ος, σαν α­πα­τη­λή φαι­νο­με­νι­κό­τη­τα ή σαν πη­γή θλί­ψης και α­πο­γο­ή­τε­ψης, δηλ. σαν κά­τι α­πό­λυ­τα και α­νε­πα­νόρ­θω­τα κα­κό που προ­σπά­θη­σαν να το α­παρ­νη­θούν με μια αυ­στη­ρή α­σκη­τι­κή και με μια α­κό­μα αυ­στη­ρό­τε­ρη προ­σή­λω­ση στον Τρα­ντι­σιο­να­λι­σμό.
Στην Αί­γυ­πτο πά­λι, ό­που το αί­σθη­μα της α­πε­ρα­ντο­σύ­νης του χρό­νου εί­χε δη­μιουρ­γή­σει μια γε­ρο­ντι­κή πε­ρι­φρό­νη­ση της μη­δα­μι­νό­τη­τας και της σχε­τι­κό­τη­τας της αν­θρώ­πι­νης ζω­ής, η α­πό­λυ­τα κα­τα­φα­τι­κή στά­ση του κλασ­σι­κού Έλ­λη­να α­πέ­να­ντι στη ζω­ή θα φαι­νό­ταν σαν μια πα­ρά­ξε­νη παι­δα­ριω­δί­α. «Ω Έλ­λη­νες» _εί­χε πη στο Σό­λω­να έ­νας Αι­γύ­πτιος ιε­ρέ­ας_, α­εί παί­δες ε­στέ, γέ­ρων δε Έλ­λην ουκ έ­στιν»… «Νέ­οι ε­στί τας ψυ­χάς πά­ντες. Ου­δε­μί­αν γάρ εν αυ­ταίς έ­χε­τε δι’ αρ­χαί­αν α­κο­ήν πα­λαιάν δό­ξαν, ου­δέ μά­θη­μα χρό­νω πο­λιόν ου­δέν»2.  Φυ­σι­κά με τα πα­ρα­πά­νω ο Αι­γύ­πτιος ιε­ρέ­ας δεν υ­πο­στή­ρι­ζε τη σπε­γκλε­ρι­κή ι­δέ­α3 ό­τι οι Έλ­λη­νες δεν εί­χαν ι­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση· α­ντί­θε­τα, δια­πί­στω­νε ό­τι οι Έλ­λη­νες ή­ταν α­νί­κα­νοι να δουν sub specie aeternitatis τη σχε­τι­κό­τη­τα της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ο Herder λέ­ει σχε­τι­κά: «Αν έ­νας αρ­χαί­ος Αι­γύ­πτιος έ­μπαι­νε σε έ­να Ελ­λη­νι­κό Μου­σεί­ο θα τρό­μα­ζε, θα ξαφ­νια­ζό­ταν και ί­σως στο τέ­λος γύ­ρι­ζε αλ­λού με πε­ρι­φρό­νη­ση. «Τι α­να­κά­τω­μα, θάλε­γε, τι θρά­σος! Ξι­φο­μά­χε! πό­σην ώ­ρα θα ρί­χνε­σαι μπρο­στά; Και συ νε­α­νί­α! πό­σον και­ρό θ’ α­πλώ­νης το χέ­ρι στο στε­φά­νι; Και συ Α­φρο­δί­τη! Ο­λο­έ­να θα βγαί­νης α­πό το λου­τρό; Και σεις πα­λαι­στές α­κό­μα δεν νι­κή­σα­τε; Πό­σο αλ­λοιώ­τι­κα εί­μα­στε ε­μείς! Ε­μείς πα­ρα­σταί­νου­με μό­νο ε­κεί­νο που διαρ­κεί αιώ­νια, τη στά­ση της η­ρε­μί­ας και της ιε­ρής σιω­πής»…
Α­πέ­να­ντι στις θε­με­λιώ­δεις αυ­τές α­ντι­θέ­σεις, α­νά­με­σα στην η­ρε­μί­α και την κί­νη­ση, το ον και το γι­γνό­με­νο, την ε­νό­τη­τα και την πολ­λό­τη­τα, την ταυ­τό­τη­τα και την ποι­κι­λί­α, ο κλασ­σι­κός πο­λι­τι­σμός α­ντέ­τα­ξε σαν σω­τήρια σύν­θε­ση την ι­δέ­α του Δαί­μο­να-Με­τα­ξύ. Πρώ­τοι οι Έλ­λη­νες στην Ι­στο­ρί­α έ­νοιω­σαν πως η α­διά­κο­πη αλ­λα­γή και κί­νη­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη ζω­ή, φαι­νο­με­νι­κά μό­νο εί­ναι ά­πια­στη και φευ­γα­λέ­α.
Ύ­στε­ρα α­πό τον 6ο αιώ­να, ό­ταν η τά­ση προς το Νό­μο και τον Κα­νό­να, προς ό,τι εί­ναι γε­νι­κό και α­να­γκαί­ο, με μια λέ­ξη προς την «ι­δέ­α», που μέ­νει α­τά­ρα­χη στο βά­θος κά­θε αλ­λα­γής, γί­νη­κε το θε­μέ­λιο της πο­λι­τι­στι­κής τους ζω­ής, μό­λις α­ντι­με­τώ­πι­σε ο Έλ­λη­νας Καλ­λι­τέ­χνης στην πλα­στι­κή του π.χ το πρό­βλη­μα της κί­νη­σης δεν πε­ριο­ρί­στη­κε στην α­πλή μί­μη­ση –κα­τά την πλα­τω­νι­κή ο­ρο­λο­γί­α– τυ­χαί­ων, αυ­θαί­ρε­των και στιγ­μιαί­ων κι­νή­σε­ων, αλ­λά κα­τόρ­θω­σε να εκ­φρά­ση αυ­τόν α­κρι­βώς τον ί­διο το ρυθ­μό τους, τον ε­σω­τε­ρι­κό Νό­μο της λει­τουρ­γί­ας τους.
Μό­λις έ­θε­σε το πρό­βλη­μα του γί­γνε­σθαι στην τέ­χνη, μό­λις δηλ. μπό­ρε­σε να χει­ρα­φε­τη­θή α­πό τη θρη­σκευ­τι­κή υ­πο­τα­γή στο θέ­μα της ά­χρο­νης και α­ναλ­λοί­ω­της θε­ϊ­κής μα­κα­ριό­τη­τας και προ­σπά­θη­σε να εκ­φρά­ση αι­σθη­τι­κά μιαν αν­θρώ­πι­νη μορ­φή, κα­τόρ­θω­σε να δώ­ση έ­ναν άν­θρω­πο έ­χο­ντας για μο­ντέ­λο ό­χι το α­πλό ε­μπει­ρι­κό α­το­μι­κό α­ντι­κεί­με­νο, αλ­λά τους γε­νι­κούς ρυθ­μι­στι­κούς κα­νό­νες της σω­μα­τι­κής κα­τα­σκευ­ής και κί­νη­σης, την «ι­δέ­α» του αν­θρώ­πι­νου κορ­μιού και της αν­θρώ­πι­νης ύ­παρ­ξης.
Έ­τσι η «ι­δέ­α» στην πλα­στι­κή γί­νε­ται ρυθ­μός, στη ζω­ή γί­νε­ται μέ­τρο και στην πο­λι­τι­κή «Νό­μος». Το ί­διο και στη Φι­λο­σο­φί­α. Ξε­πέ­ρα­σαν την α­ντί­θε­ση α­νά­με­σα στο α­ναλ­λοί­ω­το ον και στο δια­φο­ρο­ποιού­με­νο γί­γνε­σθαι με την έν­νοια του Νό­μου και της Ε­νό­τη­τας, που η πα­ρου­σί­α τους δί­νει νό­η­μα και ύ­παρ­ξη στον κό­σμο των φαι­νο­μέ­νων, μες στον ο­ποί­ο ζη ο άν­θρω­πος. Κα­νείς π.χ. δεν τό­νι­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον Η­ρά­κλει­το –τον κατ’ ε­ξο­χήν φι­λό­σο­φο του Γί­γνε­σθαι– τη ση­μα­σί­α της ε­νό­τη­τας και του Νό­μου σαν πρω­ταρ­χι­κών και σω­τή­ριων κο­σμι­κών, κοι­νω­νι­κών και ψυ­χι­κών δυ­νά­με­ων. Ο Πλά­των α­φιε­ρώ­νει με­ρι­κές α­πό τις κα­λύ­τε­ρες σε­λί­δες του Φαί­δω­να4, για να α­πο­δεί­ξη τη θε­τι­κή συμ­με­το­χή του αι­σθη­τού στη δια­δι­κα­σί­α της γνώ­σης και το­νί­ζει ό­τι δεν μπο­ρεί να φτά­σου­με στην Ι­δέ­α πα­ρά μό­νο δια­μέ­σου του αι­σθη­τού. ό­ταν δε έ­νας πα­ρε­ξη­γη­μέ­νος πλα­τω­νι­σμός και ε­λε­α­τι­κές ε­πι­δρά­σεις ε­γέν­νη­σαν μες την πλα­τω­νι­κή Α­κα­δη­μί­α την τά­ση των «φί­λων των ει­δών», δηλ. τη θε­ω­ρί­α της α­πό­λυ­της «χω­ρι­στής» (χω­ρίς) ύ­παρ­ξης των ι­δε­ών και των φαι­νο­μέ­νων, ο Πλά­των έ­σπευ­σε στον «Παρ­με­νί­δη», ο­δη­γού­με­νος α­πό το γνή­σιο Ελ­λη­νι­κό του έν­στι­κτο, να κα­τα­δεί­ξη τι πα­ρα­λο­γι­σμούς γεν­νού­σε μια θε­ω­ρί­α που κα­τα­δί­κα­ζε τον κό­σμο της ε­μπει­ρί­ας στο ρό­λο μιας α­πό­λυ­τα α­πα­τη­λής και αρ­νη­τι­κής φαι­νο­με­νι­κό­τη­τας και που αρ­νιό­ταν κά­θε δυ­να­τό­τη­τα ε­πα­φής της αν­θρώ­πι­νης ι­στο­ρι­κής ύ­παρ­ξης5 με την κο­σμι­κή αιώ­νια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα6.
Η Ε­νό­τη­τα και ο Νό­μος εί­ναι αυ­τά που «σώ­ζουν», δηλ. που δια­τη­ρούν το φαι­νο­με­νι­κό και το α­το­μι­κό, δηλ. γε­νι­κά το υ­πο­κεί­με­νο, στη γέ­νε­ση και τη φθο­ρά. Αυ­τή εί­ναι η βα­σι­κή ι­δέ­α που διέ­πει ό­λη την Ελ­λη­νι­κή Φι­λο­σο­φί­α α­πό τον Η­ρά­κλει­το μέ­χρι τον Πλά­τω­να. Ο Πλά­των μά­λι­στα (που η α­φε­λής δογ­μα­τι­κή ά­πο­ψη α­πό τον Α­ρι­στο­τέ­λη και δώ­θε τον εί­δε σαν τον θε­ω­ρη­τι­κό της «χω­ρι­στής» α­πό­λυ­της Ι­δέ­ας), μό­λις ξε­κα­θά­ρι­σε α­πό κά­θε εί­δους δογ­μα­τι­σμό το α­λη­θι­νό πε­ριε­χό­με­νο της Ι­δε­ο­κρα­τί­ας, υ­πέ­δει­ξε ρη­τά τη μέ­θο­δο των ι­δε­ών σαν την μέ­θο­δο ε­κεί­νη που «σώ­ζει τα φαι­νό­με­να»7 δηλ. που τους δί­νει ε­νό­τη­τα και ύ­παρ­ξη υ­πά­γο­ντάς τα κά­τω α­πό το Νό­μο. Στο Γορ­γί­α μά­λι­στα, και ι­διαί­τε­ρα στις σε­λί­δες 500-508, ό­που ο Πλά­των συ­μπυ­κνώ­νει ό­λη την προ­η­γού­με­νη ε­μπει­ρί­α του Ελ­λη­νι­σμού, α­πο­κα­λύ­πτε­ται η ορ­γα­νι­κή σχέ­ση που έ­βλε­πε το κλασ­σι­κό πνεύ­μα α­νά­με­σα στις έν­νοιες της ύ­παρ­ξης, της Ε­νό­τη­τας, του Νό­μου, του Λό­γου, του Α­γα­θού και της Τά­ξης.
Το Α­γα­θό, δηλ. το θε­μέ­λιο κά­θε αν­θρώ­πι­νης και κο­σμι­κής ύ­παρ­ξης (που δεν εί­ναι πα­ρά η πλα­τω­νι­κή, «ου­μα­νι­στι­κή» με­τά­φρα­ση της έν­νοιας της Δί­κης του Σό­λω­να και των προ­σω­κρα­τι­κών), δεν εί­ναι για τον Πλά­τω­να πα­ρά ο Νό­μος καθ’ ε­αυ­τόν, η έν­νοια της νο­μι­μό­τη­τας, η συμ­φω­νί­α προς το Νό­μο. Νό­μος εί­ναι η πρω­ταρ­χι­κή Δύ­να­μη, που υ­περ­βαί­νει «πρε­σβεί­α και δυ­νά­μει» (κα­τά λο­γι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα και σπου­δαιό­τη­τα) κά­θε α­το­μι­κό, με­ρι­κό φαι­νό­με­νο, η δύ­να­μη που δί­νει ε­νό­τη­τα, μορ­φή και νό­η­μα (το «εί­δος» τους) στα φαι­νό­με­να και που ε­πι­βάλ­λει τά­ξη, δηλ. ε­νιαί­ο συ­νο­λι­κό νό­η­μα στη χα­ώ­δη α­πει­ρο­ποι­κι­λί­α τους.
Έ­τσι η τε­λευ­ταί­α έν­νοια του Νό­μου εί­ναι τά­ξη, μορ­φή, δηλ. δια­τή­ρη­ση ε­νό­τη­τας μέ­σα στη γέ­νε­ση και την ε­ξα­φά­νι­ση των πολ­λών και δια­φό­ρων α­το­μι­κο­τή­των. Α­πό θε­ω­ρη­τι­κή ά­πο­ψη, εί­ναι Λό­γος, δηλ. η Ε­νό­τη­τα της Συ­νεί­δη­σης που χω­ρίς αυ­τήν εί­ναι α­δύ­να­τη η κα­τα­νό­η­ση των πολ­λών και δια­φό­ρων α­ντι­κει­μέ­νων και η δια­τή­ρη­σή τους μέ­σα στη γνώ­ση. Α­πό κο­σμο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, εί­ναι «κό­σμος», δηλ. δια­τή­ρη­ση της θε­με­λιώ­δους ε­νό­τη­τας του εί­ναι μέ­σα στο γί­γνε­σθαι, α­πό κοι­νω­νι­κή, η­θι­κή και πο­λι­τι­κή ά­πο­ψη, εί­ναι α­γα­θό, έν­νο­μη τά­ξη, δηλ. δια­τή­ρη­ση της έν­νοιας της Νο­μι­μό­τη­τας μέ­σα στο ά­το­μο και την Κοι­νω­νί­α. Α­πό την ά­πο­ψη του πο­λι­τι­σμού εί­ναι δαί­μων, δια­τή­ρη­ση της Πρω­ταρ­χι­κής Ε­νό­τη­τας του πο­λι­τι­σμού μέ­σα στη συ­νε­χή δια­φο­ρο­ποί­η­ση του αν­θρώ­πι­νου Γί­γνε­σθαι, μέ­σα στην Ι­στο­ρί­α, δηλ. μέ­σα στην γέ­νε­ση και τον α­φα­νι­σμό των α­τό­μων και των γε­νών.

1. Πλά­των Θε­αίτ. 181α.
2. Τίμ. 22β.
3. Spengler: Le declin de Occident 1, 28-29. Η ά­πο­ψη αυ­τή του Spengler εί­ναι τε­λεί­ως α­στή­ρι­κτη, ι­δί­ως μά­λι­στα ό­ταν σκε­φτού­με ό­τι ο Η­ρό­δο­τος και ο Θου­κυ­δί­δης εί­ναι οι πα­τέ­ρες της Ι­στο­ρί­ας.
4. Αυ­τή την έν­νοια έ­χει η θε­ω­ρί­α της α­νά­μνη­σης, βλ. Φαιδ. 72-77.

5. «Παρ’ η­μίν, εν η­μίν»: «Παρ­μ», 130c, 133d, 134b βλ. και Φαιδ. 102β 103 χω­ρίς παρ­μ. 139c
6. «Εν τη φύ­σει», βλ. τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα χω­ρί­α του «Παρ­μεν.» και του «Φαί­δω­να».

7. «Σώ­ζειν τα φαι­νό­με­να» _ «α­πο­δε­δό­ντι τα φαι­νό­με­να» _ Θε­ό­φρα­στος Diels Vorrokz Ι­Ι, 43, «τα φαι­νό­με­να α­πο­δού­ναι», Α­ρι­στο­τέ­λης «Μετ. Τ. Φυ­σι­κά» 107 3β 36 107 4α 1.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*