Άρδην τ. 43

Ρήξη με το παρελθόν

του Κώστα Παπαϊωάννου (Άρδην τ. 43) 

 

Ο Έν­γκελ­ς έ­σπρω­ξε αυ­τή τη ρή­ξη στις πιο α­κραί­ες της συ­νέ­πειες: “ό­σον α­φο­ρά τις ι­δε­ο­λο­γι­κές πε­ριο­χές που πλα­νιού­νται α­κό­μα πιο ψη­λά (α­πό το κρά­τος, το δί­καιο, κλπ): τη θρη­σκεί­α, τη φι­λο­σο­φί­α, κλπ., α­πο­τε­λού­νται α­πό έ­να υ­πό­λειμ­μα _που α­νά­γε­ται στην προ­ϊ­στο­ρί­α και που η ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δος το βρή­κε μπρο­στά της και το πε­ρι­μά­ζε­ψε_ απ’ αυ­τό που θα ο­νο­μά­ζα­με σή­με­ρα… η­λι­θιό­τη­τα (sic). Στη βά­ση των διά­φο­ρων αυ­τών ψευ­δών α­να­πα­ρα­στά­σε­ων της φύ­σης, της δη­μιουρ­γί­ας του ί­διου του αν­θρώ­που, των πνευ­μά­των, των μα­γι­κών δυ­νά­με­ων, κ.λπ., δεν υ­πάρ­χει συ­χνά πα­ρά μό­νον έ­να αρ­νη­τι­κό οι­κο­νο­μι­κό στοι­χεί­ο: η α­σθε­νής οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη…”1
Βρι­σκό­μα­στε, ό­πως βλέ­που­με, μα­κριά απ’ αυ­τό που ο Μερ­λό-Πο­ντί α­πο­κα­λού­σε “δυ­τι­κό μαρ­ξι­σμό”: αυ­τόν του ο­ποί­ου “η νη­φά­λια αρ­χή δεν α­παι­τεί ού­τε να ξε­πε­ρα­στεί εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό τον δι­κό μας η ε­μπει­ρί­α των κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων πο­λι­τι­σμών, ού­τε θε­ω­ρεί την πρό­ο­δο των με­τα­γε­νέ­στε­ρων πο­λι­τι­σμών σαν α­πό­λυ­τη πρό­ο­δο”. “Ο Χέ­γκελ, λέ­ει α­κό­μα ο Μερ­λό-Πο­ντί, μπο­ρεί να ε­ντά­ξει το ψευ­δές στη λο­γι­κή της ι­στο­ρί­ας μό­νο σαν με­ρι­κή α­λή­θεια, δη­λα­δή κά­νο­ντας α­φαί­ρε­ση αυ­τού α­κρι­βώς που το κα­θι­στά ψευ­δές. H σύν­θε­ση, κα­τά συ­νέ­πεια, εί­ναι σ’ αυ­τόν υ­περ­βα­τι­κή σε σχέ­ση με τις στιγ­μές που την προ­ε­τοι­μά­ζουν. Α­πε­να­ντί­ας, στον Μαρ­ξ, α­φού η δια­λε­κτι­κή εί­ναι η ί­δια η ι­στο­ρί­α, ο­λό­κλη­ρη η ε­μπει­ρί­α του πα­ρελ­θό­ντος, δί­χως φι­λο­σο­φι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, δί­χως με­τα­τό­πι­ση ού­τε και το­μή, θα πρέ­πει να με­τα­βι­βα­στεί στο πα­ρόν και στο μέλ­λον”2.
Αυ­τή η ο­μο­λο­γί­α πί­στης εί­ναι τυ­πι­κή του “φι­λο­σο­φι­κού μαρ­ξι­σμού” των η­με­ρών μας. Ο Χέ­γκελ, που ύ­ψω­σε την α­νά­μνη­ση (την Erinnerung της Φαι­νο­με­νο­λο­γί­ας) στο ύ­ψος μιας φι­λο­σο­φι­κής αρ­χής, κρί­νε­ται με μιαν αυ­στη­ρό­τη­τα που τον α­δι­κεί πο­λύ, α­φού κα­νέ­νας άλ­λος φι­λό­σο­φος (σκε­φτεί­τε τον Σπέν­γκλερ, λο­γου­χά­ρη, τον μό­νο με τον ο­ποί­ο θα μπο­ρού­σε να συ­γκρι­θεί) δεν έ­δει­ξε έ­ναν άλ­λο δρό­μο προ­σπέ­λα­σης που να ε­πι­τρέ­πει να με­τα­δο­θεί, α­κέ­ραια, η ε­μπει­ρί­α του πα­ρελ­θό­ντος “στο πα­ρόν και στο μέλ­λον”. Ε­νώ α­πο­δί­δε­ται στον Μαρ­ξ η πα­τρό­τη­τα μιας “αρ­χής” που δεν δια­κή­ρυ­ξε πο­τέ και που μά­λι­στα την έ­κα­νε α­διά­βα­τη. Πώς ή­ταν δυ­να­τό να “α­παι­τή­σει” ο Μαρ­ξ να με­τα­δο­θεί η θρη­σκευ­τι­κή, λο­γου­χά­ρη, ε­μπει­ρί­α του πα­ρελ­θό­ντος “δί­χως με­τα­τό­πι­ση ού­τε και το­μή” στο πα­ρόν και στο μέλ­λον;
Η χε­γκε­λια­νή α­πό­πει­ρα να σω­θεί το πα­ρελ­θόν εν­σω­μα­τω­μέ­νο στην α­νά­πτυ­ξη του πνεύ­μα­τος έ­μει­νε για τον Μαρ­ξ νε­κρό γράμ­μα. Κατ΄ αυ­τόν, ο Χέ­γκελ δεν έ­κα­νε τί­ποτ’ άλ­λο α­πό το “να ο­δη­γή­σει στην πιο κα­θα­ρή της έκ­φρα­ση τον γερ­μα­νι­κό (‘ι­δε­ο­λο­γι­κό’, ‘θε­ο­λο­γι­κό’, ‘πα­ρά­λο­γο’) τρό­πο γρα­φής της ι­στο­ρί­ας”, δη­λα­δή “να προ­ϋ­πο­θέ­τει ό­τι οι διά­φο­ρες α­νο­η­σί­ες (οι “η­λι­θιό­τη­τες” για τις ο­ποί­ες μι­λά­ει ο Έν­γκελ­ς) έ­χουν τε­λι­κά έ­να ι­διαί­τε­ρο νό­η­μα που πρέ­πει ν’ α­να­κα­λύ­ψου­με”3. Τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κές εί­ναι οι “προ­ϋ­πο­θέ­σεις” του Μαρ­ξ. Μ’ αυ­τόν, ο άν­θρω­πος της τε­χνι­κής ε­πο­χής συ­νει­δη­το­ποιεί ρι­ζι­κά και για πρώ­τη φο­ρά ό­τι η “α­λή­θεια” του κι η “δύ­να­μή” του εί­ναι “α­συμ­βί­βα­στες” με την “α­ντί­λη­ψη της φύ­σης και της κοι­νω­νί­ας” που “ε­ξέ­θρε­ψε” η πνευ­μα­τι­κή ε­μπει­ρί­α ό­λων των προ­η­γού­με­νων πο­λι­τι­σμών. “Τι εί­ναι ο Ή­φαι­στος πλά­ι στην Ρό­μπερ­τς και Σια, ο Δί­ας πλά­ι στο α­λε­ξι­κέ­ραυ­νο κι ο Ερ­μής πλά­ι στην Τρά­πε­ζα χρε­ω­γρά­φων; Τι γί­νε­ται η Φή­μη α­πέ­να­ντι στα τυ­πο­γρα­φεί­α της ε­φη­με­ρί­δας Τά­ιμ­ς;” α­να­ρω­τιέ­ται ο Μαρ­ξ4 για να δεί­ξει την ά­βυσ­σο που χω­ρί­ζει τους σύγ­χρο­νους α­πό τους αρ­χαί­ους. Για­τί, στο πνεύ­μα τους, αυ­τό που θέ­λη­σαν να εκ­φρά­σουν οι αρ­χαί­οι έλ­λη­νες με τη μορ­φή του Κε­ραυ­νί­ου Διός, δεν εί­ναι τό­σο αυ­τό που έ­νιω­θαν μπρο­στά στον κε­ραυ­νό και τον “χαλ­κούν ου­ρα­νό”, αλ­λά μάλ­λον αυ­τό που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, τρεις χι­λιά­δες χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με την ε­φεύ­ρε­ση του α­λε­ξι­κέ­ραυ­νου. Με χε­γκε­λια­νούς ό­ρους, ο Βε­νια­μίν Φρα­γκλί­νος έ­μελ­λε να εί­ναι η “α­λή­θεια” του Φει­δί­α…
Θε­ω­ρώ­ντας την ι­στο­ρί­α της βιο­μη­χα­νί­ας βι­βλί­ο των ου­σιω­δών δυ­νά­με­ων του αν­θρώ­που, ο Μαρ­ξ δεν μπο­ρού­σε να μην α­να­ρω­τη­θεί αν “η α­ντί­λη­ψη της φύ­σης και της κοι­νω­νί­ας που θρέ­φει την ελ­λη­νι­κή φα­ντα­σί­α, και κα­τά συ­νέ­πεια την ελ­λη­νι­κή τέ­χνη, συμ­βι­βά­ζε­ται με αυ­τό­μα­τους αρ­γα­λειούς, τους σι­δη­ρο­δρό­μους, την α­τμο­μη­χα­νή και τον η­λε­κτρι­κό τη­λέ­γρα­φο”…Έ­χο­ντας α­πα­ντή­σει αρ­νη­τι­κά, δεν του έ­με­νε πα­ρά να ξα­πο­στεί­λει τον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό στην camera obscura της ι­δε­ο­λο­γί­ας. Αλ­λά ο Μαρ­ξ, που διά­βα­ζε Αι­σχύ­λο στο πρω­τό­τυ­πο, δε μπο­ρού­σε ν’ α­ντι­με­τω­πί­ζει την αρ­χαί­α Ελ­λά­δα με τον ί­διο τρό­πο που α­ντι­με­τώ­πι­σε τον Με­σαί­ω­να –“ζω­ο­λο­γί­α της αν­θρω­πό­τη­τας”5. “Η δυ­σκο­λί­α, λέ­ει, δεν εί­ναι να κα­τα­λά­βου­με ό­τι η αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή τέ­χνη […] συν­δέ­ε­ται με συ­γκε­κρι­μέ­νες μορ­φές της κοι­νω­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι ε­ξα­κο­λου­θεί να μας πα­ρέ­χει μιαν αι­σθη­τι­κήν α­πό­λαυ­ση και να θε­ω­ρεί­ται α­πό ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις κα­νό­νας και α­πα­ρά­μιλ­λο πρό­τυ­πο”.
Ας συγ­χω­ρή­σου­με τους αρ­χαί­ους έλ­λη­νες, που δυ­σκό­λε­ψαν έ­στω και λί­γο την α­νά­γνω­ση της βί­βλου της βιο­μη­χα­νί­ας κι ας πού­με ό­τι χρειά­ζε­ται προ­η­γου­μέ­νως να πε­ριο­ρί­σεις την τέ­χνη, τη μυ­θο­λο­γί­α, “κα­θώς και την υ­πό­λοι­πη ι­δε­ο­λο­γί­α”, σε μιαν “έκ­φρα­ση” της προ­κα­πι­τα­λι­στι­κής υ­πο­πα­ρα­γω­γής, ώ­στε να μπο­ρούν να α­να­κύ­ψουν πα­ρό­μοιες “δυ­σκο­λί­ες”. Για­τί η “α­πό­λαυ­ση” αυ­τών των μορ­φών που δια­θέ­τουν ση­μαί­νου­σα ι­κα­νό­τη­τα, που κά­νουν την τέ­χνη κά­τι α­πεί­ρως πλα­τύ­τε­ρο α­πό την τε­χνι­κή, ε­γεί­ρει “δυ­σκο­λί­ες” του τύ­που αυ­τού μό­νο στο ε­σω­τε­ρι­κό της α­πο­κε­φα­λι­σμέ­νης “δια­λε­κτι­κής” του Μαρ­ξ. Και θα πρέ­πει να έ­χεις ταυ­τί­σει το “Εί­ναι” του αν­θρώ­που με την ερ­γα­σί­α και τη βιο­μη­χα­νί­α για να βρεις πα­ρά­δο­ξο το γε­γο­νός ό­τι οι τέ­χνες (λί­γο εν­δια­φέ­ρει ποια, η αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή ή η νέ­γρι­κη, η ω­ρι­νά­κει ή η βυ­ζα­ντι­νή) που γεν­νή­θη­καν σε ε­πο­χές τε­χνο­λο­γι­κά “α­συμ­βί­βα­στες” με τη δι­κή μας, “ε­ξα­κο­λου­θούν” να μας δί­νουν μιαν α­πό­λαυ­ση α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τις ε­πι­στη­μο­νι­κές μας γνώ­σεις, τα τε­χνι­κά μας ε­πι­τεύγ­μα­τα ή τις πο­λι­τι­κές μας ε­ντά­ξεις. Α­πέ­να­ντι στις “ε­ξω­τε­ρι­κές α­πο­καλύ­ψεις” της αν­θρώ­πι­νης ου­σί­ας, τις ο­ποί­ες μπο­ρού­με ν’ α­πο­θαυ­μά­σου­με στη βιο­μη­χα­νί­α, η αν­θρω­πό­τη­τα των και­ρών πριν α­πό τη βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση μπο­ρεί να ε­πι­δεί­ξει μό­νο λευ­κές σε­λί­δες στο βι­βλί­ο των ου­σιω­δών δυ­νά­με­ων του αν­θρώ­που. Ό­λο το πα­ρελ­θόν πα­ρα­γρά­φε­ται και γί­νε­ται “α­νού­σιο” με τον ί­διο τρό­πο που οι πα­λιές μη­χα­νές πε­ρι­πί­πτουν σε α­χρη­σί­α και πε­τιού­νται για πα­λιο­σί­δε­ρα. Για­τί κά­θε φο­ρά που ε­πι­νο­ού­νται και­νού­ργιες και πιο τε­λειο­ποι­η­μέ­νες μη­χα­νές, οι πα­λιές μη­χα­νές μοιά­ζουν με τους μι­κρούς Βού­δες που κα­τα­πο­ντί­ζο­νται στο α­πό­λυ­το μη­δέν της λη­σμο­νιάς. Για­τί να μη συ­νέ­βαι­νε το ί­διο και με το πνεύ­μα; Για να ξε­πε­ρά­σει αυ­τή τη “δυ­σκο­λί­α” και να ά­ρει αυ­τό το “πα­ρά­δο­ξο”, ο Μαρ­ξ δί­νει μιαν α­πά­ντη­ση σχε­δόν συ­γκι­νη­τι­κή στην α­πλο­ϊ­κό­τη­τά της.
Κατ’ αυ­τόν, οι αρ­χαί­οι έλ­λη­νες, ό­πως και οι άλ­λοι προ­-βιο­μη­χα­νι­κοί λα­οί α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν την “κοι­νω­νι­κή παι­δι­κή η­λι­κί­α της αν­θρω­πό­τη­τας”, κι αν α­να­γνω­ρί­ζου­με μιαν “αιώ­νια” α­ξί­α στην αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή τέ­χνη, εί­ναι για­τί ξα­να­βρί­σκου­με σ’ αυ­τήν τα “παι­δι­κά μας χρό­νια”. “Έ­νας ε­νή­λι­κος, λέ­ει ο Μαρ­ξ, δε μπο­ρεί να ξα­να­γί­νει παι­δί δί­χως να γί­νει γε­λοί­ος”: αυ­τά για το “α­συμ­βί­βα­στο”. “Δεν χαί­ρε­ται, ό­μως, με την α­φέ­λεια του παι­διού και δε θέ­λει κι ο ί­διος να πα­σχί­σει ν’ α­να­πα­ρα­γά­γει, σ’ έ­να ε­πί­πε­δο πιο υ­ψη­λό, την α­λή­θεια του α­πλο­ϊ­κού παι­διού; Για­τί η κοι­νω­νι­κή παι­δι­κή η­λι­κί­α της αν­θρω­πό­τη­τας, στην πιο ό­μορ­φη στιγ­μή της άν­θη­σής της, να μην α­σκεί, σε μια φά­ση που διά­βη­κε πα­ντο­τι­νά, μιαν αιώ­νια γο­η­τεί­α;”
Αυ­τή η α­νά­στα­ση της (θε­ο­λο­γι­κής προ­ε­λεύ­σε­ως) μυ­θο­λο­γί­ας των “η­λι­κιών του κό­σμου” μας ξαφ­νιά­ζει για πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό έ­ναν λό­γους: Ο Χέρ­ντερ, ο Βίν­κελ­μαν κι ο Χέ­γκελ εί­χαν θε­ω­ρή­σει κι αυ­τοί τον αρ­χαί­ο ελ­λη­νι­σμό “ε­φη­βεί­α της αν­θρω­πό­τη­τας” –αλ­λά μ’ αυ­τό δεν εν­νο­ού­σαν ό­τι ο ε­φευ­ρέ­της της κλω­στι­κής μη­χα­νής της “Τζέ­νι” έ­μελ­λε να εί­ναι ο πρώ­τος άν­θρω­πος που έ­φτα­σε στην ώ­ρι­μη η­λι­κί­α. Ο Πλά­των, που μι­λού­σε με α­λη­θι­νό τρό­μο για το “παι­δί που φω­λιά­ζει μέ­σα μας”, ο Α­ρι­στο­τέ­λης που, με­τα­ξύ άλ­λων, εί­πε ό­τι “κα­νέ­νας δεν θα ευ­χό­ταν να ζή­σει δια­τη­ρώ­ντας σ’ ό­λη του τη ζω­ή τη δια­νο­η­τι­κή ι­κα­νό­τη­τα του παι­διού”, ο ά­γιος Αυ­γου­στί­νος που α­νέ­κρα­ξε: “Ποιος δε θα ο­πι­σθο­χω­ρού­σε α­πό φρί­κη και δε θα προ­τι­μού­σε να πε­θά­νει, αν του έ­δι­ναν τη δυ­να­τό­τη­τα να δια­λέ­ξει α­νά­με­σα στο θά­να­το και στο να ξα­να­γί­νει παι­δί!”6 _ ή­ταν, κα­τά συ­νέ­πεια, ό­λοι τους, “κοι­νω­νι­κά” παι­διά, ε­πει­δή α­γνο­ού­σαν το α­λε­ξι­κέ­ραυ­νο, την Τρά­πε­ζα χρε­ωγρά­φων και τα “θαύ­μα­τα” της σι­δη­ρουρ­γί­ας;
Άλ­λω­στε, οι φρά­σεις για την “αιώ­νια γο­η­τεί­α” δεν ση­μαί­νουν κα­θό­λου ό­τι θα έ­πρε­πε ν’ α­γα­πού­με και να συ­μπα­θού­με ό­λους τους εκ­προ­σώ­πους των “παι­δι­κών χρό­νων” της αν­θρω­πό­τη­τας:
Υ­πάρ­χουν παι­διά κα­κο­μα­θη­μέ­να και παι­διά με πρό­ω­ρη α­νά­πτυ­ξη, λέ­ει ο Μαρ­ξ. Πολ­λοί αρ­χαί­οι λα­οί α­νή­κουν στην κα­τη­γο­ρί­α αυ­τή. Οι αρ­χαί­οι έλ­λη­νες ή­ταν κα­νο­νι­κά παι­διά. Η γο­η­τεί­α που α­σκεί πά­νω μας η τέ­χνη τους δεν έρ­χε­ται σε α­ντί­θε­ση με το χα­μη­λό ε­πί­πε­δο α­νά­πτυ­ξης της κοι­νω­νί­ας, που μέ­σα της άν­θησε η τέ­χνη τους. Εί­ναι μάλ­λον το α­πο­τέ­λε­σμά της. Συν­δέ­ε­ται μάλ­λον α­να­πό­σπα­στα με το γε­γο­νός ό­τι οι α­νο­λο­κλή­ρω­τες συν­θή­κες ό­που γεν­νή­θη­κε η τέ­χνη αυ­τή, και δί­χως τις ο­ποί­ες δεν θα μπο­ρού­σε να εμ­φα­νι­στεί, δεν θα μπο­ρέ­σουν πο­τέ να ξα­νάρ­θουν.
Οι μαρ­ξι­στές, που μέ­νουν εκ­στα­τι­κοί μπρο­στά σε τού­τες τις πα­ρα­ξε­νιές7, δεν φαί­νε­ται να υ­πο­ψιά­ζο­νται κα­θό­λου τον του­λά­χι­στον α­στεί­ο χα­ρα­κτή­ρα της κα­τα­σκευ­ής αυ­τής, ό­που οι Αι­γύ­πτιοι α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν τα “πρό­ω­ρα” παι­διά, οι Ασ­σύ­ριοι τα “κα­κο­μα­θη­μέ­να” και οι Έλ­λη­νες τα “κα­νο­νι­κά παι­διά”. Τι εί­δους τραύ­μα των παι­δι­κών χρό­νων, ποια πο­λύ­μορ­φη δια­στρο­φή θα προσ­διό­ρι­ζαν τό­τε τον κι­νε­ζι­κό πο­λι­τι­σμό ή τους πο­λι­τι­σμούς της προ­κο­λομ­βια­νής Α­με­ρι­κής; Ο Μαρ­ξ εί­χε την πρό­θε­ση να ε­φαρ­μό­σει τις κα­τη­γο­ριοποιήσεις του στον Σαίξ­πηρ: έ­να α­γα­θό πνεύ­μα τον ε­μπό­δι­σε να δώ­σει συ­νέ­χεια στο σχέ­διό του. Το πρό­βλη­μα, ό­μως, που εί­χε το θάρ­ρος να θέ­σει μέ­νει α­κέ­ραιο: πώς γί­νε­ται ο τε­χνι­κός μας πο­λι­τι­σμός να εί­ναι ο μο­να­δι­κός πραγ­μα­τι­κά “ι­στο­ρι­κός” πο­λι­τι­σμός, ο μο­να­δι­κός α­νοι­χτός στο πα­ρελ­θόν, που λα­χτα­ρά­ει να γνω­ρί­σει το δια­φο­ρε­τι­κό, ο μο­να­δι­κός που η ύ­παρ­ξή του, α­πό την αρ­χή, ρυθ­μί­ζει το ρυθ­μό της σύμ­φω­να με την πλημ­μυ­ρί­δα και την α­μπώ­τι­δα των “α­να­γεν­νή­σε­ων” και των “α­ντια­να­γεν­νή­σε­ων”(α­πό την ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα ό­πως κι α­πό τον γοτ­θι­κό Με­σαί­ω­να, μέ­χρι τη νέ­γρι­κη τέ­χνη ή την τέ­χνη των στε­πών), ο μο­να­δι­κός ό­που τον πνεύ­μα νιώ­θει, ό­πως έ­λε­γε ο Χέ­γκελ, “ά­νε­τα μέ­σα στην ε­τε­ρό­τη­τά του;” Αρ­κεί να ε­φαρ­μό­σου­με στην πρό­σφα­τη α­να­βί­ω­ση της Σου­με­ρί­ας ή του Βυ­ζα­ντί­ου την ι­δέ­α της “ε­πι­στρο­φής στην παι­δι­κή η­λι­κί­α” με την ο­ποί­α ο Μαρ­ξ πί­στε­ψε πως μπο­ρού­σε να σώ­σει το πα­ρελ­θόν που το εί­χε κά­νει ο ί­διος α­γνώ­ρι­στο, για να κα­τα­λά­βου­με τον πα­ρα­λο­γι­σμό των “δυ­σκο­λιών” που δη­μιούρ­γη­σε και συ­νά­μα τον ά­κρο πε­ριο­ρι­σμό της φι­λο­σο­φί­ας που τις έ­κα­νε να εμ­φα­νι­στούν. Ο Ρίλ­κε υ­πέ­δει­ξε κα­θα­ρά τη φύ­ση των “δυ­σκο­λιών” αυ­τών:
Alles Er­wor­b­ne bedroht die Machi­ne, so lan­­ge sie sich er­drei­stet, im Gei­­st, statt im Gehorchen, zu sein… Sie ist das Leben –sie meint es am besten zu können, die mit dem gleichen Entschluss ordnet und schlafft und zerstört. Aber noch ist uns das Dasein verzaubert; an hundert Stellen ist es noch Ursprung. Ein Spielen von reinen Kräften, die keiner berührt, der nicht kniet und bewundert. Worte gehen noch zart am Unsäglichen aus… Und die Musik, immer neu, aus den bedendsten Steinen, baut im um­brau­chen Raum ihr vergöttlichtes Haus8. O Μαρ­ξ δεν ε­ξή­γη­σε, φυ­σι­κά, α­πό τού­το τον “α­χρη­σι­μο­ποί­η­το χώ­ρο” την α­πο­κά­λυ­ψή του των “πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων”: το ευαγ­γέ­λιο της πρα­κτι­κής και της “λύ­σης ό­λων των μυ­στη­ρί­ων” θα εί­ναι πρώ­τα και προ­πά­ντων μια έκ­κλη­ση για έ­να ευ­ρύ­τα­το ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμών.

1. Έν­γκελ­ς, Γράμ­μα στον Κόν­ρα­ντ Σμι­ντ, 27 Ο­κτω­βρί­ου 1890.
2. Οι πε­ρι­πέ­τειες της δια­λε­κτι­κής, γαλ. έκ­δ. σ. 54 και 58.
3. DI, σ. 37.
4. Ει­σα­γω­γή του 1857 στην Kr (σ. 350). Το κεί­με­νο αυ­τό εί­ναι προ­γε­νέ­στε­ρο του ο­ρι­σμού της μυ­θο­λο­γί­ας που πα­ρα­θέ­σα­με πιο πά­νω.
5. F, σ. 99.

6. Πρβλ. Πλά­τω­νος Φαί­δων 77e, Α­ρι­στο­τέ­λους Η­θι­κά Νι­κο­μά­χεια x, 3, 12, Αυ­γου­στί­νου De civitate dei, XXI, 14.
7. Σ’ αυ­τό το κεί­με­νο βα­σί­ζε­ται ο Μ. Μερ­λό – Πο­ντί για να ε­ξά­ρει την “νη­φά­λια αρ­χή” του “δυ­τι­κού μαρ­ξι­σμού” και την α­νω­τε­ρό­τη­τά του σε σχέ­ση με τη χε­γκε­λι­νή δια­λε­κτι­κή.
8. Ρίλ­κε, Σο­νέ­τα του Ορ­φέ­α, II, 10: “Η μη­χα­νή α­πει­λεί ό­λα ό­σα κα­τα­κτή­σα­με, ό­σον και­ρό έ­χει την πρό­θε­ση να εί­ναι μέ­σα στο πνεύ­μα κι ό­χι μες στην υ­πα­κο­ή…Αυ­τή εί­ναι η ζω­ή –νο­μί­ζει πως την κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα απ’ ο­ποιον­δή­πο­τε άλ­λον, αυ­τή που με την ί­δια α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα βά­ζει σε τά­ξη και δη­μιουρ­γεί και κα­τα­στρέ­φει. Μα για μας η ύ­παρ­ξη εί­ναι α­κό­μα μα­γε­μέ­νη· σε ε­κα­τό ση­μεί­α εί­ναι α­κό­μα πρω­ταρ­χι­κό α­νά­βλυ­σμα. Έ­να παι­χνί­δι κα­θα­ρών δυ­νά­με­ων, που κα­νείς δεν αγ­γί­ζει, αν δεν γο­να­τί­σει και δε θαυ­μά­σει. Λό­για χα­ϊ­δεύ­ουν τρυ­φε­ρά το Άρ­ρη­το…Κι η μου­σι­κή, πά­ντα και­νούρ­για, α­να­βλύ­ζει απ’ τα λι­θά­ρια τα πιο α­στα­θή, χτί­ζει στον α­χρη­σι­μο­ποί­η­το χώ­ρο το θε­ο­ποι­η­μέ­νο της σπί­τι”.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*