Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 134

Ιχνηλατώντας τον Πίντερ

«Φωνές», σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη

«Μία από τις εμετικές εικόνες του 2002 είναι αυτή του πρωθυπουργού μας να γονατίζει στην εκκλησία τα Χριστούγεννα και να προσεύχεται για την ειρήνη, ενώ την ίδια στιγμή ετοιμάζεται να συμβάλει στη δολοφονία χιλιάδων αθώων ανθρώπων στο Ιράκ».
(Από την ομιλία του Χάρολντ Πίντερ στη Βουλή των Κοινοτήτων, αναφερόμενος στον Τόνι Μπλερ).

Του Κώστα Σαμάντη από την Ρήξη φ. 134

Ο Χάρολντ Πίντερ είναι ίσως ο σημαντικότερος δραματουργός της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και της Ευρώπης μεταπολεμικά. Το έργο του είναι ευρύτερα γνωστό στο ελληνικό κοινό, μιας και έχει υπάρξει ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα σε δεκάδες Έλληνες σκηνοθέτες, οι οποίοι μας έχουν προτείνει τα έργα του εδώ και δεκαετίες. Σε αυτά μπορεί να βρει ο θεατής τον προβληματισμό του συγγραφέα γύρω από υπαρξιακά προβλήματα όσο και ανθρώπινα πάθη. Η μνήμη, ο έρωτας, η οικογένεια και η εξουσία είναι από τις σταθερές αναφορές γύρω από τις οποίες κινούνται οι ήρωες των έργων του, τους οποίους ο συγγραφέας προσεγγίζει με μια αναλυτική, ανατομική θα λέγαμε, επιθυμία, προσπαθώντας να εισχωρήσει στα βαθύτερα του ανθρώπου.
Ξεκινώντας με μία κοινωνιολογική ανησυχία, την οποία θα βρει ο θεατής διάχυτη στα έργα των δύο πρώτων δεκαετιών του βίου του, θα περάσει σταδιακά σε μια ολοένα και πιο έντονη πολιτικοποίηση κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Ένα μέρος των θεατρικών του ασχολείται με την υπεράσπιση της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μιας και υπήρξε σφοδρός πολέμιος της λογοκρισίας και της απολυταρχικής εξουσίας καθεστώτων. Όσο και αν δεν αναφέρεται ξεκάθαρα στα κείμενά του, από τις αφορμές για τη συγγραφή κάποιων από αυτών υπήρξε η επίσκεψή του στην Τουρκία, μαζί με τον συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ, όπου από τις κοινωνικές συναναστροφές του ενημερώθηκε για τη βία, αλλά και τα βασανιστήρια που ασκούσε το τουρκικό καθεστώς ενάντια στους αντιπάλους του. Με την αφορμή αυτή, μάλιστα, έγραψε το μονόπρακτο Ένα για τον Δρόμο (1984), στο οποίο πραγματεύεται τη σχέση βασανιστή και βασανιζόμενου, όχι συγκεκριμένα στην τουρκική επικράτεια, αλλά για όπου η βία της εξουσίας ξεπερνάει κάθε όριο. Μάλιστα, μερικά χρόνια αργότερα (1988), θα γράψει τη Βουνίσια Γλώσσα, με θέμα την καταπίεση των Κούρδων στην Τουρκία: «Αφορά την απώλεια της ελευθερίας της έκφρασης, όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και στην Αγγλία – την καταστολή των ιδεών, του λόγου και της σκέψης», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, τις μέρες αυτές έχει ανέβει, με την επωνυμία Φωνές, μια σκηνική σύνθεση του Μάνου Καρατζογιάννη, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα μονόπρακτα: το Κάπου σαν την Αλάσκα (1982), το Νύχτα (1969), το Οικογενειακές Φωνές (1981) και το Ένα για τον Δρόμο (1984). Το πρώτο αναφέρεται σε μια σπάνια νόσο, τη ληθαργική εγκεφαλίτιδα, εξαιτίας της οποίας χιλιάδες ασθενείς έπεφταν σε κώμα (σε αυτή την επιδημία αναφέρεται και η ταινία Ξυπνήματα με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς) για να ξυπνήσουν απρόσμενα ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Στο συγκεκριμένο, η αφύπνιση της ασθενούς, μετά από μια τριακονταετία περίπου, θέτει το θέμα της μνήμης, της επαφής με την πραγματικότητα (σε μεταφορικό επίπεδο), αλλά και των κοινωνικών σχέσεων. Στο δεύτερο μονόπρακτο, τη Νύχτα, το οποίο είναι και το μοναδικό της πρώτης περιόδου του συγγραφέα, αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, η πολυετής συμβίωση του οποίου το έχει βουλιάξει στη συνήθεια. Και είναι η επαναφορά των αναμνήσεων της γνωριμίας τους που μπορεί, ίσως, να λειτουργήσει λυτρωτικά. Στις Οικογενειακές Φωνές, παρόντες είναι η μητέρα, ο γιος και η σκέψη του νεκρού πατέρα. Μέσα από μια παράθεση παράλληλων μονολόγων (οι οποίοι δεν τέμνονται) παρουσιάζεται η αποξένωση που κυριαρχεί στην οικογένεια, με το αισιόδοξο στοιχείο να είναι η επιθυμία του γιού για την επανασύνδεσή της, αλλά και την ουσιαστική λειτουργία της σε κοινωνικό επίπεδο. Το τελευταίο, το Ένα για τον Δρόμο, που προαναφέραμε, είναι ένα από τα πρώτα θεατρικά που σηματοδοτούν την πολιτική ακτιβιστική δράση του Πίντερ. Δράση η οποία ξεδιπλώθηκε αρκετά έντονα το επόμενο χρονικό διάστημα, μιας και ο συγγραφέας συμμετείχε ενεργά σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Άξονας του τέταρτου μονόπρακτου, οι ψυχολογικές σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται ανάμεσα σε ένα βασανιστή και την οικογένεια που ανακρίνει, με τραγικό θύμα τον μικρό της γιο, ο οποίος φέρει το μικρό όνομα του βασανιστή του. Μια αναφορά στην αναπαραγωγή των θυμάτων σε βασανιστές.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης προφανώς και τρέφει μεγάλη αγάπη και σεβασμό για τον Άγγλο δραματουργό. Ταυτόχρονα δείχνει και μια βαθιά γνώση για το έργο του. Υποθέτουμε ότι η επιλογή των τεσσάρων αυτών μονόπρακτων έχει να κάνει με την επιθυμία του να μην ακολουθήσει την πεπατημένη του ανεβάσματος για μία ακόμη φορά ενός ήδη γνωστού έργου του συγγραφέα. Και η προσπάθειά του δείχνει να χαρακτηρίζεται από μια ειλικρινή επιθυμία για συνάντηση με το έργο του. Δεν γνωρίζουμε αν η επιλογή των τεσσάρων μικρών αυτών έργων έχει να κάνει με κάποια διάθεση πλουραλιστικής κατάθεσης για το έργο του συγγραφέα. Δείχνει όμως να μην υπάρχει ένα κοινό νήμα που να συνδέει αυτά τα τέσσερα έργα. Και παρά την καλή διάθεση, εκεί ακριβώς φαίνεται να χωλαίνει η επιλογή του. Εκ των πραγμάτων διαθέτει πέντε σημαντικούς συντελεστές – ηθοποιούς, οι οποίοι επιφορτίζονται με την παρουσίαση της συνολικής παράστασης. Όμως η ευρεία θεματολογία δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις για κάθε ένα από αυτά. Έτσι, όσο και αν ο Δημήτρης Καταλειφός και η Όλια Λαζαρίδου είναι από τα σημαντικότερα κεφάλαια, στο επίπεδο της ερμηνείας, που διαθέτει η θεατρική σκηνή του τόπου μας, όσο και αν σε κάποια από αυτά οι ερμηνείες τους είναι αξιολογότατες, δεν μπορούν να αποδώσουν στο έπακρο τις διαφορετικές και διαφοροποιημένες απαιτήσεις που απαιτεί κάθε ένα από τα τέσσερα αυτά μονόπρακτα. Και αυτό, λειτουργώντας καθοριστικά, δημιουργεί μια διάχυτη αίσθηση ανισότητας για το σύνολο της παράστασης. Αξίζει όμως να αναφερθούμε στις πολύ καλές ερμηνείες του Δημήτρη Καταλειφού στο πρώτο και τρίτο μονόπρακτο, της Όλιας Λαζαρίδου ειδικά στο Κάπου στην Αλάσκα αλλά και στις έντιμες και ειλικρινείς ερμηνείες των υπόλοιπων ηθοποιών στα μονόπρακτα στα οποία συμμετέχουν.
Όσο και αν είναι δεδομένη η αγάπη, το μεράκι και η ευαισθησία με την οποία αγκαλιάζει ο Μάνος Καρατζογιάννης τα τέσσερα μονόπρακτα των «Φωνών», έχει να αντιμετωπίσει την αμηχανία που αιωρείται πάνω από το σώμα της παράστασης. Ίσως γιατί ισχύει το ότι δεν είμαστε όλοι για όλα τα πράγματα.
*Αξίζει να σημειώσουμε ότι, μέχρι τώρα, το Πάσχα λειτουργούσε ως ορόσημο για την περαίωση της θεατρικής περιόδου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεκάδες έργα έκαναν πρεμιέρα (ανάμεσά τους και οι «Φωνές» του Πίντερ) και κάποια από αυτά έχουν παραστάσεις μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστικό ίσως της δυναμικής που ενυπάρχει στη θεατρική σκηνή της χώρας μας.

Χώρος: Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, Πλαταιών και Προφήτη Δανιήλ 3, Μεταξουργείο
Συγγραφέας: Χάρολντ Πίντερ
Μετάφραση: Δήμος Κουβίδης
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης
Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Αλέξανδρος Γκόνης
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Χορογραφία: Ζωή Χατζηαντωνίου
Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Όλια Λαζαρίδου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Νίκος Πουρσανίδης, Μάνος Καρατζογιάννης και ο μικρός Σπύρος Γουλιέλμος
Διάρκεια: 90 λεπτά
Τιμές Εισιτηρίων: Κανονικό 15 ευρώ, Φοιτητικό /ανέργων / ΑΜΕΑ / 12 ευρώ
Διάρκεια Παραστάσεων: Έως τις 11 Ιουνίου 2017
Παραστάσεις: Τετάρτη έως Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 20:00

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*