Άρδην τ. 107-8, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Βιβλιοπαρουσίαση: Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς: H υπέρβαση, του Γ. Καραμπελιά

Του Δημήτρη Γιαννάτου από το Άρδην τ. 107-8 που κυκλοφορεί 

Πολύ συχνά ο Γιώργος Καραμπελιάς μιλά για την κατάθλιψη και την καθολική κρίση που έχει ακινητοποιήσει τον Έλληνα στα χρόνια του μνημονίου. Κατάθλιψη και παθητικότητα που σχετίζεται και με τη χρόνια εξαρτημένη και ετερόνομη φύση του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού ήδη από το 1821, με κορύφωση τα χρόνια της μεταπολίτευσης και με δραματική ολοκλήρωση στα χρόνια των μνημονίων. Η διάχυτη παρακμή αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.
Βέβαια, εδώ συνειδητοποιούμε ότι ο Γ. Κ. δεν μένει μόνο στη διάγνωση, τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή του τραύματος, αλλά με τούτο εδώ το εγχείρημα προτείνει και τη θεραπεία. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό, αλλά και η σκέψη του ΑΡΔΗΝ, είναι μια διεργασία εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ψυχοθεραπείας. Ίσως, η αρχική του επιθυμία να σπουδάσει ψυχίατρος να τον έχει επηρεάσει και το πέρασμά του ως υπεύθυνου στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ), να μην είναι τυχαία, αλλά μία από τις ταυτότητες που έχει ενσωματώσει από το παρελθόν του, ώστε να συνειδητοποιεί, με έναν ακόμα τρόπο, ότι η υπέρβαση που προτείνει είναι σύμφυτη με την εθνική καθολική απεξάρτησή μας. (Έτσι χάσαμε και μια ευκαιρία να είμαστε συνάδελφοι.)
Μια απεξάρτηση, λοιπόν, από αγκυλώσεις, εμμονές, ολοκληρωτισμούς και συσσωρευμένους εμφυλίους, που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια την καθημερινή μας ζωή. Η υπέρβαση είναι απεξάρτηση, λοιπόν, για να καταλήξει στη σύνθεση, που δεν είναι η ιδεολογική ή η πολιτική σύνθεση των αντιθέσεων σε έναν ιδεολογικό χυλό ανάλογο της παγκοσμιοποίησης, αλλά η απομυθοποίηση κομματικών ναρκωτικών και η συμφιλίωση, με μέρη του ελληνικού εαυτού μας, που θάφτηκαν κάτω από τον οικονομισμό, τον τυχοδιωκτικό πολιτικό μεσσιανισμό, την εγωιστική κατανάλωση του άλλου και το άγχος να «γίνουμε εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων.
Έτσι εκλαμβάνω τουλάχιστον εγώ το νόημα του βιβλίου, αλλά και το άμεσο βίωμα της ομάδας μας ΑΡΔΗΝ-ΡΗΞΗ. Η υπέρβαση θα γίνει με πόνο και προσωπικές ανατροπές στις δεξιές και αριστερές ιδεοληψίες και βεβαιότητες, εφόσον τα χρονικά όρια της χώρα μας στενεύουν δραματικά.
Η βαθιά εξαρτημένη Ελλάδα θυμίζει όντως τους χρήστες ναρκωτικών, που έρχονται για θεραπεία, και θέλουν «να ξεχάσουν το παρελθόν», «να σβήσουν το παρελθόν τους». Οι φράσεις αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος του πόνου και τραύματος και όχι τι είναι αυτό που θα θεραπεύσει. Η γενικευμένη κατάθλιψη θυμίζει και τον οριακό άνθρωπο (ανάμεσα στη νεύρωση και την ψύχωση), που αδυνατεί να ενσωματώσει μνήμες και εμπειρίες στο παρόν. Έχει απωθήσει το ιθαγενικό παρελθόν του, μήπως και σωθεί, αλλά, όπως τονίζεται και στο βιβλίο, τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από την απώλεια μνήμης.
Τα τελευταία σαράντα χρόνια ο ελληνισμός αποπροσανατολίστηκε, καθώς έχασε το πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς του. Μόνο αν μάθουμε ποιοι είμαστε, απομυθοποιώντας τις δεξιές και τις αριστερές αυταπάτες, τα δεξιά και αριστερά αφεντικά της νόησής μας, μπορεί να χωνέψουμε τις παραδόσεις μας και να τις εκσυγχρονίσουμε, ως πρόταση επιβίωσης. Μόνο έτσι, το ελληνικό τραύμα, που στην ουσία σχετίζεται με τον «καημό της ρωμιοσύνης» του Σεφέρη, του Μοσκώφ και του Καραμπελιά, μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ολόκληροι, μπας και ξαναδομήσουμε τα «κοινώς συμπεφωνημένα υπονοούμενα».
Ως καλό ψυχοθεραπευτικό βιβλίο, λοιπόν, ξεκινά με το τραγικό πρόσφατο σύμπτωμα της αρρώστιας: Τη μνημονιακή εμπειρία και ειδικότερα την τυχοδιωκτική συμβίωση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε το βάθεμα της εξάρτησης και τον νεοαποικισμό της χώρας από τα πρώτα μνημόνια.
Το σύμπτωμα, όμως, δεν είναι η αρρώστια, αλλά το καμπανάκι ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, καθώς, από κάτω, συνεχίζεται ο οργανικός παρασιτισμός και η σήψη, που συνάντησε την ανικανότητα πολιτικών και την προδοσία των διανοουμένων. Η Ελλάδα junkie, εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο, τον υψηλό δανεισμό και με τους εξαιρετικά αποεθνικοποιημένους οικονομικούς τομείς, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, έψαχνε γιατρειά. Και τι θεραπεία της πρότειναν η δεξιά και η κάθε είδους αριστερά.; Η πρώτη, να παίρνει νεοφιλελεύθερα ναρκωτικά και υποκατάστατα απέξω, χωρίς να αλλάζει η παραγωγική δομή της χώρας, αλλάζοντας απλώς την εξάρτηση. Κι όπως μιας λέει ο Αριστοτέλης, οι αλλαγές εντός πλαισίου δεν είναι ουσιαστικές αλλαγές. Οι άλλες (κάθε είδους αριστερές), πρότειναν είτε μια μείωση βλάβης, η οποία θα επανέφερε την εξαρτημένη χώρα στη αλλοτριωμένη «φυσική» κατάστασή της, πριν το 2009, είτε μια μαγική λύση-φάρμακο (φυγή από Ε.Ε, «δραχμούλα», κ.α) που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα.
Αδιέξοδο. Το οποίο εκμεταλλεύονταν είτε το κράτος και το παρακράτος, με τη διόγκωση της φασιστικής Χ.Α, είτε αλμπάνηδες τύπου Σώρρα και Λεβέντη. Τι κατάφεραν όλοι αυτοί με τη συνέργεια του διεθνούς κεφαλαίου, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, των γερμανικών εταιρειών, των αμερικανικών πολυεθνικών ασφαλιστικών, κ.α.; Μα, την πλήρη αποικιοποίηση και την αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του εξαρτημένου, την αποσύνθεση δηλαδή της ιδιοπροσωπίας του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ελληνικού τρόπου σχετίζεσθαι και σκέπτεσθαι, τη μικροϊδιοκτησιακή δομή του τόπου μας. Κι αν, κατά το παρελθόν, η δομή αυτή ευτελίστηκε στην αεριτζήδικη και εγωκεντρική νοοτροπία του μικρομάγαζου της μικρομεσαίας ψευοδημοκρατίας υπό την ηγεμονία μιας «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης», τώρα, μοιάζει να είναι η μόνη προοπτική. Αυτό που σε πλήγωσε στο παρελθόν, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει, αφού αλλάξει, βέβαια, και ανανεωθεί. Το ίδιο το τραύμα εμπεριέχει και τα υλικά της γιατρειάς μας.
Χρειάζεται, όμως, πρώτα, να ειπωθεί ένα τεράστιο όχι. Όχι σαν αυτό του αλαζονικού και τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος του Τσίπρα, αλλά αυτό της συνολικής άρνησης της λογικής που γεννά πολιτικούς και συναισθηματικούς ολοκληρωτισμούς.
Η υπερεθνική και ταυτόχρονα αποεθνικοποιημένη συμμαχία του παγκόσμιου κεφαλαίου ενισχύει την καταπίεση έθνους από έθνος και εγκαθιστά νέες πλανητικές αποικιοκρατικές σχέσεις, κάτι που το βιώνουμε εφιαλτικά στα μνημονιακά χρόνια, ανάμεσα στην αυταρχική Δύση και τη νεοθωμανική Ανατολή. Όμως, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία στην Ελλάδα υλοποιήθηκε, αφότου συντελέστηκε η πολιτισμική-ιδεολογική αποικιοποίηση του φαντασιακού μας, στην επιστήμη, την τέχνη, την καθημερινή ζωή, τη λαϊκή μας παράδοση. Που ακρωτηριάστηκαν από τις «νέες αξίες» μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής προόδου, που ούτε ουδέτερη είναι, ούτε ανθρωπιστική, ούτε πρόοδος. Οι μάσκες, που έκρυβαν το ανανεωμένο πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, δημιούργησαν έναν δήθεν αισιόδοξο κόσμο ανανέωσης και καινοτομίας, που εκμηδένισε τις αντιστάσεις του ελληνισμού, ενάντια στην πηγή της εκμετάλλευσής του, καθώς κανείς συνετός άνθρωπος «δεν πάει ενάντια σ’εναν κόσμο που αλλάζει», όπως μας λένε.
Η αποδόμηση αρχών και αξιών ένωσε τους φιλελεύθερους καπιταλιστές και σοσιαλιστές σε μια κοινή γλώσσα. Ιδιαίτερα η παγκοσμιοποιητική και «αντιαυταρχική» αριστερά και ένας ψευδεπίγραφος αναρχικός χώρος (όχι αυτός του Κροπότκιν και των ουτοπιστών σοσιαλιστών αλλά του ναρκισσιστικού ατομισμού του Στίρνερ και του Νετσάγιεφ), αλλοτριωμένοι από το …φάντασμα του καπιταλισμού, προωθώντας τη δήθεν πολιτισμική χειραφέτηση του ατόμου μέσα από τη λάγνα αλλοτρίωση του «Θέλω να είμαι τα πάντα και τίποτα», επιτρέπει στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη οικονομία να επιχειρεί τα πιο μεγάλα άλματα προς τα μπρος. Στο πλαίσιο του καταναλωτισμού, του οικολογικού αδιεξόδου, της εμπορευματοποίησης και της Κοινωνίας του Θεάματος. Γνωρίζοντας καλά τον μηδενιστικό σχετικισμό, η «αριστερά» αυτή θρέφει τη … «φαντασιακή θέσμιση» του καπιταλισμού και, μάλιστα, θεωρώντας τον εαυτό της εξεγερμένο και αντι-εξουσιαστικό! Ο ιστορικός υλισμός είναι η πνευματική συνείδηση του καπιταλισμού, θα πει με αυτοκριτική διάθεση κάποτε ο Γκέοργκ Λούκατς.
Αυτή η διεθνής κατανομή ρόλων (Αριστερά-Δεξιά) ανατέμνεται έξοχα στο βιβλίο αυτό. Συνεχίζοντας την κριτική που ξεκίνησε ο Καραμπελιάς και η ομάδα, ήδη από τη δεκαετία του ’70, στην ίδια τη φύση του μαρξισμού περισσότερο και λιγότερο του ίδιου του Μαρξ. Μια κριτική, στη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική ουτοπία που η παραγωγίστικη μονοδιάστατη λογική της, κοινή με τον φιλελευθερισμό, συνέτριψε την ελευθερία που ευαγγελιζόταν, για χάρη της ισότητας που επιδίωκε. Όμως εδώ, το βιβλίο αυτό είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια, που ο ελληνισμός πρέπει να ξαναπεράσει και όπως ο Οδυσσέας, να ξανατυφλώσει τον Πολύφημο μέσα στο σπήλαιό του που είναι εντέλει η αποικιοποιημένη σκοτεινή ψυχή μας, και που το ένα μάτι του δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η μονόφθαλμη, μονοδιάστατη οπτική εξήγησης του κόσμου. Για να γίνει αυτό, όντως χρειάζεται να μείνει κανείς μόνος από παλιούς φίλους ή συντρόφους, όντως χρειάζεται να γίνουμε Κανένας, να μηδενίσουμε και να απομυθοποιήσουμε τις εμμονές και τις παλιές μας ψευδοταυτότητες, για να ξαναβρούμε και πάλι την ιδιοπροσωπία μας, ώστε να επαναεδαφικοποιήσουμε το όραμα της ζωής μας. Να αποκαθηλώσουμε την παρακμή της εξάρτησης, εκκινώντας άλλη μια φορά, κυριολεκτικά απ’το μηδέν. Ένα μηδέν, που δεν είναι ο μηδενισμός των αντιφά: «Να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», ή αυτός του ανθρώπου εμπορεύματος, αντάμα με τον άνθρωπο-κατασκευή χωρίς ιδιότητες, φύλο και ιστορία, αλλά είναι η αρχή μιας νέας παραγωγικής συγκρότησης του εαυτού μας, με τα υλικά που μας προσφέρει ο τόπος μας.
Και τι χρειάζεται πάντα η απεξάρτηση, η αναγέννηση; Ένα όραμα, μια νέα Μεγάλη Ιδέα, που να σε οδηγήσει σε μια Μεγάλη Πορεία. Με τη λογική αυτή, η σκέψη και η πράξη του ΑΡΔΗΝ είναι μετανεωτερική, είναι ρομαντικά μεταμοντέρνα, για να αποκαταστήσουμε κι αυτή την παρεξηγημένη έννοια. Είναι εναλλακτικά μεταμοντέρνα, γιατί όντως θέλουμε να υπερβούμε με ελληνικό τρόπο, την υπερνεωτερική ύβρη του εργαλειακού διαφωτισμού, απορρίπτοντας τη μία και μόνη ερμηνεία του κόσμου και συνθέτοντας όλες τις αντιθέσεις που κινούν τη ζωή του ανθρώπου: την εθνική αντίθεση, την αντίθεση φύσης-ανθρώπου, ατομικού – συλλογικού, άνδρα-γυναίκας, των γενεών, διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, την οικονομική αντίθεση, την αντίθεση του λόγιου και του λαϊκού, του τοπικού και του πλανητικού. «Εκσυγχρονίζοντας τις παραδόσεις μας», ό,τι έκαναν ή κάνουν και σήμερα ακόμα και άλλα έθνη και λαοί.
Τον πολιτισμό που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ελληνικός τρόπος τον έχει διαμορφώσει από παλιά. Από τον Όμηρο και τον Σωκράτη μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, από την Ιλιάδα μέχρι τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, από τη διαλεκτική και την άμεση δημοκρατία της Εκκλησίας του Δήμου, μέχρι την ορθόδοξη κοινοτική μας παράδοση και την υψηλή πνευματική σύλληψη της γενιάς του ’30 και του ’60. Το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού, (κατά Νίκο Σβορώνο) και το όραμα, λέει ο Γ.Κ., είναι η ταυτότητά μας, πάνε μαζί.
Το πλαίσιο είναι οι πατρίδα μας, ο τόπος μας, με βάση: 1ον την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, πολυκαλλιεργητικού και συνεταιριστικού, στηριζόμενου στην τεχνολογία και στη μαστοριά της παράδοσης, 2ον την αναζήτηση συμμαχιών στην αναγκαστική παραμονή μας στην ΕΕ, περπατώντας στις βαλκανικές συμμαχίες του Ρήγα, σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια. 3ον με την ενίσχυση της παραγωγικής μας αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας, έναντι της επεκτατικής Τουρκίας. 4ον την ενίσχυση του ρόλου των πολιτών, με τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής δημοκρατίας της παράδοσής μας, ενάντια στην κυριαρχία του κομματοκεντρικού πολιτειακού συστήματος, 5ον την πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας.
Για να σταματήσουμε να είμαστε «παρασιτική απόφυση της Δύσης» από τη μια και υποτελείς νεοφαναριώτες από την άλλη. Η πολιτισμική μας ανάπτυξη είναι η μόνη μεγέθυνση που αποδεχόμαστε ενάντια στον γιγαντισμό της καπιταλιστικής πολυεθνικής μεγαμηχανής, που, στην πιο δύσκολη χώρα του πλανήτη, κινδυνεύουμε να μας εξαφανίσει ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς: H υπέρβαση κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*