Άρδην τ. 24

Ο Χάιντερ και η «αφύπνηση» της Ευρώπης

Από το Χίτλερ στο Χάιντερ

Άρδην τ. 24

Ο μακροχρόνιος επιθανάτιος ρόγχος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης σε συνδυασμό με τη μαλθακότητα των αριστερών δυνάμεων, τις δομικές αδυναμίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών και την επισφαλή διεθνή Τάξη Πραγμάτων που συμβόλιζε η Συνθήκη των Βερσαλιών, αποτέλεσαν το πλαίσιο για την εγκαθίδρυση του εθνικοσιαλισμού στη Γερμανία. Η ανεπιτυχής διάγνωση των προθέσεων και των δυνατοτήτων της «δαιμονικής προσωπικότητας» του Χίτλερ είχε σαν αποτέλεσμα να μη ληφθούν εξαρχής όλα τα προληπτικά μέτρα που θα περεμπόδιζαν τη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους το οποίο εν τέλει απορρόφησε το γερμανικό έθνος σε όλα του τα επίπεδα, προκειμένου να υλοποιήσει τα πανγερμανικά του οράματα.  Ο εγκληματικός ρατσισμός, βασισμένος σε παρανοϊκά ιστορικά-βιολογικά «επιχειρήματα», αποτέλεσε κρατικό δόγμα του ναζιστικού καθεστώτος, που οδήγησε στη διατύπωση της «τελικής λύσης». Τα εγκλήματα του ναζισμού ένωσαν τελικά τα δύο αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα Δύσης και Ανατολής σ’ έναν βασικό κοινό σκοπό: την ολοκληρωτική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Η αντιναζιστική ιδεολογία κυριάρχησε στο μεταπολεμικό κόσμο και όλες οι κυβερνήσεις φρόντισαν να μη αφυπνίσουν επιθετικούς εθνικιστικούς πειρασμούς. Η γέννηση του εθνικοσοσιαλισμού κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου καταγράφηκε σαν μια ολέθρια ιστορία υποτίμησης του πρωτόγνωρου για εκείνη την εποχή φαινομένου.

Με την συμμετοχή του ακροδεξιού κόμματος των «Ελευθέρων» (FPÖ) του Γιορκ Χάιντερ στο κυβερνητικό συνασπισμό της Αυστρίας, το ερώτημα που τέθηκε είναι αν η Ευρώπη έχει την πολυτέλεια να υποτιμήσει ένα φαινόμενο που συνειρμικά φέρνει στη μνήμη μια από τις χειρότερες εποχές της ανθρώπινης ιστορίας. Η υπόνοια για μια «νέα απειλή» που πλανιέται πάνω από τη Γηραιά Ήπειρο προκάλεσε την πρωτοφανή και άμεση διεθνή κατακραυγή. Μέσα σε μια νύχτα η ξεχασμένη από τα διεθνή ΜΜΕ μικρή και ευημερούσα «Δημοκρατία των Άλπεων» ανακηρύχτηκε σε «παρία της Ευρώπης» και σε φαιόχρωμη χώρα ξενοφοβίας και ρατσισμού! Κανείς από όσους εξέφρασαν την έντονη ανησυχία τους δεν θυμάται πλέον ότι με πλειοψηφία δύο τρίτων οι πολίτες της Αυστρίας τάχτηκαν υπέρ  της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η χώρα αυτή ήταν η πρώτη που άνοιξε τα σύνορά της όταν κατέρρευσαν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης ή ακόμη ότι ο Καγκελάριος που την κυβέρνησε μεταπολεμικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν ο εβραίος Κράισκυ, στη κυβέρνηση του οποίου συμμετείχαν δύο υπουργοί συνεργάτες των ναζί και ότι στη δεκαετία του ογδόντα το κόμμα των «Ελευθέρων» ήταν επί μία τριετία στη κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών Ζίνοβατς-Βρανίτσκυ.

Εν είδει «προληπτικής άμυνας κατά του φασισμού» το καθωσπρέπει ηγεμονικό μπλοκ των «νεοδεξιών» Σρέντερ, Μπλερ, Ντ’ Αλέμα και λοιπών μεταλλαγμένων «εκσυγχρονιστικών» δυνάμεων της Ευρώπης αλλά και σημαντικό τμήμα της καταρρέουσας παραδοσιακής ευρωπαϊκής Δεξιάς αποφάσισαν – με αμερικανοϊσραηλινή συγκατάβαση – να γλυτώσουν τον αυστριακό λαό «από μια πικρή εμπειρία», θέτοντάς τον προληπτικά σε διπλωματική και πολιτική καραντίνα! Συνεργοί στον αγώνα των εντυπώσεων όλες οι «προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις» της Ευρώπης που αντίκρυσαν ξαφνικά στο πρόσωπο του Χάιντερ έναν «κλονοποιημένο» Χίτλερ και βρήκαν ευκαιρία αφενός να αναπαλαιώσουν τις ξεθωριασμένες «αντιφασιστικές» τους περγαμηνές πριν καν η νέα αυστριακή  κυβέρνηση ή ο ίδιος ο Χάιντερ πράξουν οτιδήποτε που ν’ αντιβαίνει στα ήδη χρεωκοπημένα οράματα της Ευρώπης του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ  και του Ελσίνκι και αφετέρου να στηλιτεύσουν, καταφεύγοντας σε αστείες υπεραπλουστεύσεις, ανιστόριτα συμπεράσματα και δογματικά στερεότυπα, ως «»απολογητές του νεοναζισμού» όσους προσπάθησαν να δώσουν μια άλλη διάσταση στο «φαινόμενο» Χάιντερ. Ας σημειωθεί ότι ανάμεσα σ’ εκείνους που εξέφρασαν την κριτική τους για την πολιτικά εσφαλμένη, βεβιασμένη όσο και υπερβολική ευρωπαϊκή αντιδράση κατά της Αυστρίας δεν ήταν μόνο κάποιοι συγγραφείς-διανοούμενοι όπως ο Ράσντυ, ο Χάντκε ή ο Τσόμσκυ αλλά και ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας στη Βιένη !

Για μια ακόμη φορά αποδείχτηκε ότι στο θαυμαστό κόσμο της σύγχρονης πολιτικής η πρόληψη συνήθως προηγείται της διάγνωσης. Ο ιός του νεο-ρατσισμού και της ξενοφοβίας είναι σίγουρα ευρύτατα διαδεδομένος στην Ευρώπη, όμως δεν στοιχειοθετεί από μόνος του εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Αν ήταν έτσι θα έπρεπε στο ειδώλιο του κατηγορουμένου πριν από την Αυστρία να βρίσκονταν άλλες ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης, όπου τα τελευταία χρόνια έχουν διαπραχτεί πολλές δεκάδες δολοφονιών με ρατσιστικά κίνητρα σε βάρος μεταναστών και ο αντισημιτισμός παραμένει σταθερά κυρίαρχη άποψη.

 

Θέατρο του παραλόγου

 

Τα «τελεσίγραφα» των 14 κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Αυστρία κατέδειξαν ότι ο υπερτιμημένος «επαρχιώτης» λαϊκιστής των Άλπεων αποτελεί έναν εν δυνάμει κίνδυνο όχι μόνο για το ευάλωτο οικοδόμημα της ΟΝΕ αλλά και για τα ίδια τα κράτη-μέλη. Γι αυτό και η γενικευμένη «σύγχυση» από την άνοδο στην εξουσία των ακροδεξιών της Αυστρίας σημαδεύτηκε από μια σειρά γεγονότων που θύμιζαν θέατρο του παραλόγου στη ζούγκλα της νέας ευρωπαϊκής Τάξης Πραγμάτων :

  • Υπερασπιζόμενος την «Εθνική συμμαχία» του συμπατριώτη του «νεοφασίστα» Φίνι, ο «αριστερός» Ντ’ Αλέμα δεν δίστασε ν’ αντιδράσει εντονότατα κατά του Βερολίνου όταν ο ομόλογός του Σρέντερ θεώρησε αυτονόητη μια ανάλογη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περίπτωση που το κόμμα του Φίνι συμμετάσχει και πάλι στη διακυβέρνηση της Ιταλίας.
  • Την ώρα που οι κεντροαριστεροί πρωθυπουργοί της Δανίας Ρασμούσεν και της Βρετανίας Μπλερ ύψωναν το ανάστημά τους κατά του Χάιντερ, ο μεν πρώτος παρουσίαζε 78 μέτρα κατά των μεταναστών στη χώρα του, πολύ σκληρότερα από αυτά που έχει στο πρόγραμμά του ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός της Αυστρίας, ο δε δεύτερος απελευθέρωνε τον εγκληματία Πινοσέτ και παράλληλα προωθούσε την πλέον αντιλαϊκή εργατική νομοθεσία της Ευρώπης.
  • Το ισπανικό πογκρόμ κατά μεταναστών δεν εμπόδισε τον πρωθυπουργό της χώρας Αθνάρ (πνευματικό τέκνο φασίστα στρατηγού) να επικεντρώσει και αυτός τα πυρά του κατά του Χάιντερ και παράλληλα να κάνει αυστηρότερη την ισπανική νομοθεσία για τους μετανάστες.
  • Στη Γαλία ο γκωλικός πρόεδρος Σιράκ και ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Ζοσπέν εμφανίζονται με αποκλίνουσες εκτιμήσεις και για το «φαινόμενο» Χάιντερ, με το δεύτερο ν’ απορρίπτει το χαρακτηρισμό του Χάιντερ ως νεοναζί.
  • Ο ακροδεξιός Ζαν Μαρί Λεπέν θεωρεί πλέον προδότη τον αυστριακό ομοϊδεάτη του, ο οποίος βρήκε όμως θερμή υποστήριξη από τον κομμουνιστή Ζουγκάνοφ και τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου Μιλόσεβιτς.
  • Ο Καγκελάριος Σρέντερ στιγματίζει σε κάθε ευκαιρία τη μεταναστευτική πολιτική του Χάιντερ όταν όλοι γνωρίζουν ότι η κραταιά Γερμανία διαθέτει το πλέον άψογο σύστημα επαναπροώθησης μεταναστών.
  • Η δυναμική στάση των 14 της Ευρώπης έδωσε την ευκαιρία στο κεμαλικό καθεστώς της υπό ένταξη στην Ευρώπη Τουρκίας ν’ αναπτύξει τη θεωρία της «μαχητικής δημοκρατίας», που ισοδυναμεί με ιδεολογικό επίχρησμα των εγκληματικών της ενεργειών ενάντια σε όσους αντιμάχονται τη φασιστική δομή του τουρκικού κράτους και αμφισβητούν την απόλυτη κυριαρχία των Τούρκων στρατοκρατών.
  • Το Βέλγιο, το κράτος-μέλος με τις πλέον διαφθαρμένες πολιτικές τάξεις της Ευρώπης, προχώρησε άμεσα στην ακύρωση παραγγελίας έξι σωστικών οχημάτων από την Αυστρία, ενώ η «καθαρή» Σουηδία διαβίβασε στη νέα κυβέρνηση της Αυστρίας ότι δεν συντρέχει λόγος να μην προβεί στην αγορά σουηδικών καταδιωκτικών αεροπλάνων JAS-49.
  • Αν και στο πλαίσιο του συμφώνου κυβερνητικής συνεργασίας Συντηρητικών και Ακροδεξιάς καταγγέλεται – για πρώτη φορά τόσο έντονα – το ναζιστικό παρελθόν της Αυστρίας, προβλέπονται επανορθώσεις για τα θύματα του ναζισμού και καταδικάζεται ο εθνικοσοσιαλισμός, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός και η μισαλλοδοξία, η Τσεχία εξέφασε την έντονη δυσαρέσκειά της επειδή σε αυτό γίνεται αναφορά και στους αυστριακούς αιχμαλώτους πολέμου και στα εκατομμύρια των Γερμανών της Σουδητίας που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κακήν κακώς την Τσεχία μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κομφούζιο, η αναξιοπιστία και η υποκρισία περισσεύουν στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κεντροαριστεροί ηγέτες της οποίας δείχνουν σαν να μη γνωρίζουν ότι στις ευρωεκλογές του περασμένου Ιουνίου δέκα εκατομμύρια Ευρωπαίων ψήφισαν ακροδεξιά κόμματα και ότι ο Χάιντερ από το Μάιο του 1999 συμμετέχει ανενόχλητος σε ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, ως κυβερνήτης του κρατιδίου της Καρινθίας. Όχι μόνο δεν υπήρξαν τότε κάποια μέτρα και δεν ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας αλλά αντιθέτως υπάρχουν φωτογραφικά ντοκουμέντα εγκαρδιότητας μεταξύ του Χάιντερ και ευρωπαίων ηγετών, όπως για παράδειγμα ο Σιράκ, ο οποίος σήμερα πρωτοστατεί στις εντυπωσιοθηρικές αντιδράσεις.

 

Το «φαινόμενο» Χάιντερ

 

Η επικέντρωση των επιθέσεων στο πρόσωπο του πολυεκατομμυριούχου γιάπη Χάιντερ φαίνεται πως κοστίζει πολιτικά στον ίδιο πολύ λιγότερο απ’ ότι στην Αυστρία. Γνωρίζοντας ότι ο αυστριακός λαός στην πλειοψηφία του αισθάνεται πως αδικείται από τη συμπεριφορά των λοιπών Ευρωπαίων και έχοντας πλέον όλα τα διεθνή φόρα στη διάθεσή του, ο Χάιντερ καταθέτει με άνεση τις πολιτικές και ιστορικο-αναθεωρητικές του απόψεις, αποστασιοποιείται με απίστευτη ευκολία από παλαιότερες φιλοναζιστικές δηλώσεις του και αυτοαναγορεύεται σε αυθεντικό συνεχιστή της πολιτικής των Ντε Γκωλ και Αντενάουερ, με μια δημαγωγική αντικαθεστωτική ρητορία χωρίς, όπως ο ίδιος διατείνεται, την «ιδεολογική σαβούρα του παρελθόντος». Με έπαρση χιλίων Καρδηναλίων αναλαμβάνει προσωπικώς την προστασία όλων όσων «στηρίζουν το νόμο και τη τάξη», υποστηρίζοντας ότι οι νεοφιλελεύθερες ιδέες του στον αγώνα για «ίδιες ευκαιρίες για όλους, για κοινωνική δικαιοσύνη, εμπιστοσύνη και υπευθυνότητα των πολιτών», δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτές του «κατ’ ανάγκην ευρωπαϊστή» Μπλαιρ. Με αφοπλιστική ευθύτητα, που σπανίζει στους διαδρόμους και στα παρασκήνια των Βρυξελλών, όπου εκκολάπτονται οι αιτίες που προκαλούν την άνοδο της ακροδεξιάς, ο εκσυγχρονισμένος ρατσιστής Χάιντερ δηλώνει πιστός τόσο στη συνθήκη του Σένγκεν, όσο και στις θέσεις των Ευρωπαίων για θέματα ασφαλείας, που συμφωνήθηκαν πέρυσι στο Τάμπερε της Φιλλανδίας. Παράλληλα, συναγωνιζόμενος σε οπουρτονισμό και αυτόν ακόμη τον ατλαντιστή Γιόσκα Φύσερ αποδέχεται τον προσαρμοσμένο στην προηγμένη κεφαλαιοκρατική αγορά ευρωπαϊκό «σύμφωνο σταθερότητας», παρότι δηλώνει ευρωσκεπτικιστής και προτείνει την ενεργό συμμετοχή της Αυστρίας στον υπό συγκρότηση ευρωπαϊκό στρατό, αφήνοντας ανοικτό και το ενδεχόμενο να καταστεί η χώρα του πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή της ουδετερότητα!

Η αιφνιδιαστική παραίτησή του από την αρχηγία των «Ελευθέρων» μπορεί να χαρακτηρίστηκε απ’ όσους δεν διαθέτουν πολιτικό ένστικτο ως «νίκη της άλλης Αυστρίας», στην ουσία όμως αποτελεί έναν θρίαμβο της «διπλής στρατηγικής» του κόμματός του. Παραιτούμενος «σαν μάρτυρας που θυσιάστηκε για να μην υποφέρει και άλλο η Αυστρία από την ηγεμονία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ο Χάιντερ έδωσε αφενός την ευκαιρία χειραφέτησης των «άπειρων» ακροδεξιών υπουργών του, ενώ ο ίδιος απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες περί «σκιώδους καγκελαρίου» και αφετέρου όταν η Ευρώπη θα συνεχίζει να σκιαμαχεί με την Αυστρία αυτός, αποστασιοποιημένος από τους πιθανούς συμβιβασμούς και αποτυχίες των ακροδεξιών στη κυβέρνηση θα προετοιμάζει από το Κλάγκενφουρτ της Καρινθίας την υποψηφιότητά του για την Καγκελαρία της Βιένης. Άπαντες συμφωνούν ότι οι πιθανότητες νέας εκλογικής επιτυχίας, ιδιαίτερα μετά τις διεθνείς αντιδράσεις και την «επιστροφή στους εθνικισμούς», είναι πολύ μεγάλες. Ο κοινωνικός χώρος από τον οποίον αντλεί τη δύναμή του ο Χάιντερ είναι πολύ ευρύτερος από αυτόν που θα επιθυμούσαν να του προσφέρουν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τραγωδία της Αυστρίας είναι ότι οι νοσταλγοί του ναζισμού που στις εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου ψήφισαν το κόμμα των «Ελευθέρων» είναι μια μικρή μειοψηφία σε σχέση με το 46% των εργατών, που φοβούμενοι την αναίρεση των κοινωνικών τους κατακτήσεων, εγκατέλειψαν τους σοσιαλδημοκράτες για το Χάιντερ ή με τα ποσοστά των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων που εμπιστεύονται πλέον το Χάιντερ για την πάταξη της διαφθοράς και για τις αξίες σχετικά με την έννομη τάξη και το δικαίωμα στην εργασία.

Η εκλογική επιτυχία της ακροδεξιάς στην Αυστρία παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο στοιχείο που οφείλεται αποκλειστικά στο παλαιοκομματικό πολιτικό της σύστημα και που ο Χάιντερ εκμεταλεύτηκε άριστα από το 1986, όταν ανέλαβε την ηγεσία των «Ελεύθερων» υποστηριζόμενος μόνο από το 5% του εκλογικού σώματος. Στη σκιά του Ψυχρού Πολέμου συγκροτήθηκε ένα κράτος, που δεν  αποναζιστικοποίηθηκε ποτέ και που ανέπτυξε ένα πρωτόγνωρο για τις δημοκρατίες καθεστώς κομματικού ελέγχου της κοινωνικής ζωής. Τα δύο καθεστωτικά κόμματα, το σοσιαλδημοκρατικό (SPÖ) και η λαϊκή δεξιά (VPÖ), δημιούργησαν ένα ελεγχόμενο δίκτυο θεσμών και πελατειακών σχέσεων στο οποίο εμπλέκονταν ολόκληρη σχεδόν η αυστριακή κοινωνία. Σήμερα, σε καθεστώς καλπάζουσας οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η εξουσία του χθες μετατράπηκε για τα δύο «καρτέλ εξουσίας» σε αδυναμία, καθώς το πληθωρικό κράτος αδυνατεί να συντηρήσει τις στρατιές των υπαλλήλων και των κρατικοδίαιτων, που είχαν φροντίσει να εφοδιαστούν με την απαραίτητη κομματική ταυτότητα.

Ενδεικτικό στοιχείο της σαθρής πολιτικής πραγματικότητας της Αυστρίας είναι το γεγονός ότι μπροστά στο κίνδυνο απώλειας της διακυβέρνησης της χώρας οι  σοσιαλδημοκράτες, που σήμερα ενορχηστρώνουν τις εντός και εκτός Αυστρίας αντιδράσεις κατά του Χάιντερ, διαπραγματεύονταν για βδομάδες μαζί του μήπως και εν τέλει παραμείνουν στην εξουσία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συμπεριφορά του «υπερκομματικού» προέδρου της Αυστρίας Κλέστιλ, που μεροληπτώντας υπέρ της αντιπολίτευσης έφτασε σε σημείο, πριν την ορκωμοσία της νέας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, να την προσβάλει βάναυσα απαιτώντας από αυτήν υποτιμητική «δήλωση νομιμοφροσύνης» !

Υπό καθεστώς «χαντεροποίησης» της Αυστρίας είναι σαφές ότι οι πιθανότητες της «γαλαζόμαυρης» κυβέρνησης Σύσελ να εξαντλήσει την τετραετία είναι ελάχιστες. Σε κάθε περίπτωση η νέα εκλογική αναμέτρηση χαρακτηρίζεται από τώρα ως «η μητέρα όλων των εκλογικών μαχών» από την οποία ο νικητής αναμένεται να είναι ο Χάιντερ. Το εκπληκτικό της υπόθεσης είναι ότι σημαντική βοήθεια θα του προσφέρουν και οι «δημοκράτες» ηγέτες της Ευρώπης, που στη προσπάθειά τους να καλύψουν τις δικές τους πολιτικές αδυναμίες και αδιέξοδα καταφεύγουν σε σπασμωδικές ενέργειες ρίχνοντας νερό στο μύλο της λαϊκίστικης ακροδεξιάς.

 

Οι ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Δεν χωρά αμφιβολία ότι το θέμα που προέκυψε και που πιθανότατα θα γιγαντωθεί μελλοντικά δεν πρέπει να ειδωθεί μέσα από ιδεολογικές παρωπίδες, ανέξοδα ηθικά επιχρίσματα και υπεραπλουστεύσεις. Η συνεχιζόμενη επί μία δεκαετία σταθερή άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη προκαλεί ακόμη αντιφάσεις στον παραδοσιακό πολιτικό κόσμο, που αντί να βάλει το χέρι επί τον τύπο των ήλων και ν’ αντιδράσει ψύχραιμα καταπολεμώντας τις γεννεσιουργικές αιτίες του σοβαρότατου αυτού φαινομένου, καταφεύγει σε ανέξοδες αντιφασιστικές  κορώνες, σε ασυναρτησίες και καταδικαστικές υστερίες, που ουσιαστικά ενδυναμώνουν την ακροδεξιά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός άλλωστε ότι όσοι αυστριακοί διανοούμενοι δεν έχουν καταληφθεί από σύνδρομο πανικού εξαιτίας του Χάιντερ δηλώνουν ότι η διαπόμπευση της Αυστρίας από το γυάλινο κόσμο των Βρυξελλών έδωσε μια «αύρα σπουδαιότητας» στον Χάιντερ, που ως «μετρ» της τηλεοπτικής εικόνας την αξιοποιεί με μοναδικό τρόπο.

Οι πάντες, ακόμη και καθεστωτικοί αναλυτές, παραδέχονται ότι η παρατηρούμενη άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη του τεράστιου δημοκρατικού ελλείμματος αντικατοπτρίζει υφιστάμενες κοινωνικές ανισότητες και ευαισθησίες που τα κόμματα εξουσίας, αριστερά και δεξιά, αδυνατούν να ικανοποιήσουν. Ο υπό εξέλιξη κοινωνικός μετασχηματισμός, οι ραγδαίες οικονομικές αλλαγές της τελευταίας δεκαπενταετίας σε συνδυασμό με την πανθομολογουμένη διαφθορά και διαπλοκή, τη διγλωσσία και την απύθμενη υποκρισία όλου του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, εκτρέφουν την λαϊκίστικη ακροδεξιά, μετατρέποντάς την σε σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος των κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Η απόσταση ανάμεσα στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Ευρωπαίων και σε αυτά που υπόσχονται ή  οραματίζονται οι ηγεμονικές δυνάμεις της Ευρώπης είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα ν’ αμφισβητείται έντονα η αξιοπιστία τους.

Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και  ο «σωβινισμός της ευημερίας» που αναπτύσσεται ραγδαία στις εύπορες χώρες της Ευρώπης, που αναγκάζονται λόγω του «νομοτελειακού» ανοίγματος προς Ανατολάς να δέχονται στρατιές μεταναστών, όταν οι ίδιες έχουν ν‘ αντιμετωπίσουν στρατιές ανέργων και ανειδίκευτων εργατών. Καθοριστικό ασφαλώς ρόλο στην αυξανόμενη δύναμη της ακροδεξιάς παίζουν η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και η αντικαθεστωτική δημαγωγία. Στοιχεία που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σ’ εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται ν’ απειλούνται από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων ή που έχουν ήδη εξοστρακιστεί στο κοινωνικό περιθώριο.

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων που επέλεξαν με τη ψήφο του στις ευρωεκλογές ακροδεξιά κόμματα είναι χαμηλά προλεταριοποιημένα κοινωνικά στρώματα που έχουν ήδη περιέλθει στη δίνη της παγκοσμιοποίησης είτε φοβούνται ότι σε λίγο θα έρθει και η δική τους η σειρά. Είναι χαρακτηριστικό της ανοδικής πορείας της ακροδεξιάς ότι το 32% των μελών συνδικάτων της Γερμανίας μεταξύ 18 και 24 ετών δεν αποκλείει την περίπτωση να ψηφίσει ακροδεξιό κόμμα, ενώ το ανάλογο ποσοστό των νέων ίδιας ηλικίας που δεν είναι οργανωμένο σε συνδικάτα δεν ξεπερνά το 17%. Δεν πρέπει να παραβλέπεται επίσης το γεγονός ότι στην Αυστρία οι άντρες κάτω των 29 ετών ψηφίζουν στην πλειοψηφία τους Χάιντερ.

Η εξεύρεση αποτελεσματικού τρόπου αναχαίτισης του μεταναστευτικού ρεύματος είναι σταθερή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να διατηρήσει ή και να μεγενθύνει την ευημερία και την καταναλωτική της δυνατότητα. Εκείνο που διαφοροποιεί τις διάφορες δημοκρατικές κυβερνήσεις από τον «κατ’ ανάγκην δημοκράτη» Χάιντερ είναι η σημειολογία και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν στην προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν την ανεδαφική και αδιέξοδη μεταναστευτική τους πολιτική. Το εκλογικό σύνθημα του Χάιντερ «Φτάνει πια με τους ξένους» ουδόλως διαφέρει από τη διαπίστωση του Γερμανού υπουργού εσωτερικών Όττο Σίλυ ότι «τα όρια αντοχής της Γερμανίας λόγω της μετανάστευσης έχουν εξαντληθεί». Κάτι ανάλογο διαπιστώνεται και στο θέμα της εγκληματικότητας των ξένων. «Οι Πολωνοί διακρίνονται ιδιαίτερα στην οργανωμένη κλοπή αυτοκινήτων, στις μπίζνες με την πορνεία κυριαρχεί η ρωσική μαφία, οι εγκληματίες στο χώρο των ναρκωτικών προέρχονται κυρίως από τη Νότια Ευρώπη και τη Μαύρη Αφρική…Για όποιον παραβαίνει το δικαίωμα φιλοξενίας υπάρχει μόνο μία λύση : raus και μάλιστα γρήγορα». Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν άνετα να είναι του Χάιντερ, προέρχονται όμως από τον σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ, που «εξεράγει» πρόσφατα με την εγκληματικότητα των αλλοδαπών στη Γερμανία.

Μήπως είναι όμως μόνο η μεταναστευτική πολιτική που ενώνει όλους τους Ευρωπαίους πολιτικούς; Ποια είναι άραγε η σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ Χάιντερ και Ζοσπέν όσον αφορά στις απόψεις τους για το απαραβίαστο της εθνικής κυριαρχίας, που καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για την ουδέτερη Αυστρία ήταν ζήτημα επιβίωσης; Ποιος μπορεί επίσης να διακρίνει σημαντικές αποκλίσεις στα νεοφιλελεύθερα οράματα μεταξύ του μεταμοντέρνου ρατσιστή Χάιντερ και του εκσυγχρονιστή Μπλαιρ;  Απλά, όπως διαπιστώνει αρθρογράφος της Guardian «το πραγματικό έγκλημα του Χάιντερ είναι που λέει τα πράγματα με το όνομά τους».

Βεβαίως, η δυναμική στάση κατά της Αυστρίας δεν έδωσε μόνο τη δυνατότητα στους κεντροαριστερούς μονοπωλητές της «προοδευτικότητας» να επιδείξουν ήθος και αξιοπρέπεια αλλά και την ευκαιρία ν’ ασκήσουν για πρώτη φορά ένα είδος «εσωτερικής ευρωπαϊκής πολιτικής», όπως άλλωστε η εγκληματική επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας συνέβαλε καθοριστικά στη δρομολόγηση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Η ωμή παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας ήταν μια ακόμη προσπάθεια εδραίωσης της «νέας ιδεολογίας» της περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας των μικρών κρατών.

Όμως οι πρακτικές του αποκλεισμού και της έμπρακτης αμφισβήτησης της «λαϊκής κυριαρχίας» δεν μπορεί παρά να υποδαυλίζουν το αντιευρωπαϊκό αίσθημα των λαών και όχι μόνο του αυστριακού, ο οποίος ξαφνικά ένοιωσε ότι δεν είναι μόνο η Γιουγκοσλαβία ή το Ιράκ οι δακτυλοδεικτούμενοι στο αμερικανοκρατούμενο διεθνές περιβάλλον.

 

Επίλογος

 

Η Αυστρία είναι μικρή, σταθερή και οικονομικά πλήρως εξαρτημένη χώρα για να πρωτοστατήσει στην αναβίωση μαύρων περιόδων του παρελθόντος. Ο νέο-ρατσισμός είναι ευρωπαϊκή υπόθεση και όχι αποκλειστικότητα της Αυστρίας. Η πολιτική «ηρωoποίηση» του Χάιντερ όμως και η αποδοχή του από όλο το ακροδεξιό ευρωπαϊκό φάσμα και κυρίως αυτό της κραταιάς Γερμανίας σαν «χαρισματικού ηγέτη»,  μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα νέο πολιτικό ρεύμα, που αν μη τι άλλο θα στρέψει όλο πολιτικό σύστημα δεξιότερα, κάτι που άλλωστε γίνεται ήδη με τα νεοφιλελεύθερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μετά τη μετάλλαξη των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η σκληρά δοκιμαζόμενη παραδοσιακή δεξιά πιθανόν να χάσει κι άλλο μέρος της δύναμής της προς όφελος και των ακροδεξιών. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι σε μια εποχή όπου η παραδοσιακή δεξιά περνά μια πρωτοφανή κρίση και οι συντηρητικοί ψηφοφόροι αναζητούν νέες κομματικές ταυτότητες δεν είναι καθόλου απίθανο το παράδειγμα της Αυστρίας να το ακολουθήσουν και αλλες χώρες, όπου θα προκύψουν συνασπισμοί όλων των πολιτικών δυνάμεων δεξιότερα της κεντροαριστεράς. Μια προοπτική που σήμερα φαίνεται πως είναι η μόνη δυνατότητα για να επιστρέψουν οι συντηρητικές δυνάμεις στην εξουσία και να αμφισβητηθεί η σημερινή παντοδυναμία της κεντροαριστεράς.

Όσο για τον πολυσυζητημένο ναζιστικό εφιάλτη της Αυστρίας του εικοστού πρώτου αιώνα μπορεί να πει κανείς με αρκετή δόση σιγουριάς, παραφράζοντας τον Μαρξ, ότι στην Αυστρία η γερμανική τραγωδία επαναλαμβάνεται σαν φαρσοκομωδία.

 

Τεύχος 24

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*