Διεθνή

H εσωκομματική θύελλα του Linke

Το μεταναστευτικό και η κρίση της γερμανικής Αριστεράς

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από την Ρήξη φ. 137 

Μετά το πρόσφατο εκλογικό σοκ στη Γερμανία και ο πλέον ανυποψίαστος πολίτης αντιλαμβάνεται ότι στις υπάρχουσες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και στα πολλά «ελλείμματα» της πολιτικής προστέθηκε και κάτι ακόμη: Το πολωτικό και δυσεπίλυτο μεταναστευτικό ζήτημα, το οποίο όχι μόνο καθορίζει εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και προκαλεί εσωτερικές τριβές και ρήγματα σε όσα παραδοσιακά κόμματα δεν εμφανίζουν κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια, ακόμη και όταν έχουν σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά.
Ο μετεκλογικός αναβρασμός στη γερμανική Αριστερά (die Linke), η οποία στις πρόσφατες εκλογές κατέλαβε το «θετικό» 9,2% των ψήφων, αλλά μόνο την τέταρτη θέση στο γερμανικό κοινοβούλιο, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μπορεί συνολικά να κέρδισε περίπου 400 χιλιάδες ψήφους παραπάνω σε σχέση με τις εκλογές του 2113 (+ 0,6%), όμως έχασε 400 χιλιάδες ψήφους προς το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), που είχε σηκώσει το μεταναστευτικό πολύ ψηλά στην προεκλογική ατζέντα. Έτσι, η Αριστερά δεν έχασε μόνο τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που κατείχε μέχρι τώρα, αλλά μείωσε και την επιρροή της σε παραδοσιακά της εκλογικά ακροατήρια (εργάτες, άνεργοι, κ.λπ.), ενώ στην Ανατολική Γερμανία έπαψε πλέον να είναι το «εναλλακτικό, λαϊκό» κόμμα. Στους ανέργους, η Αριστερά έλαβε μόνο 11%, ενώ το AfD με 22% ήρθε δεύτερο, μετά το SPD (23%). Στους εργάτες το AfD ήρθε δεύτερο με 21%, πίσω από το Χριστιανοδημοκρατικό (25%), ενώ η Αριστερά καταποντίστηκε στο 10%. Ακόμα και στα μέλη των συνδικάτων, όπου το AfD έλαβε το 15%, η Αριστερά περιορίστηκε στο απογοητευτικό 12% (πρώτο το SPD με 29%). Η ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων ετών υποδηλώνει πλέον ότι όταν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα δεν αισθάνονται να εκπροσωπούνται από την Αριστερά ή τη σοσιαλδημοκρατία, τότε τα στρώματα αυτά στρέφονται όλο και περισσότερο προς τη Δεξιά και κυρίως προς την ακροδεξιά. Το παράδειγμα της γειτονικής Αυστρίας, όπου τα εργατικά στρώματα σε ποσοστό 70% ψηφίζουν το ακροδεξιό FPÖ, είναι ενδεικτικό.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το στρατηγικό πρόβλημα της γερμανικής Αριστεράς, που παραδοσιακά, εκτός από κόμμα της διαμαρτυρίας, ήταν και η επιλογή μεγάλου μέρους των αδύναμων κοινωνικών τάξεων. Στις σημερινές συνθήκες, οι όποιες ελπίδες συμμετοχής σε ομοσπονδιακό κυβερνητικό συνασπισμό μοιάζει πλέον με όνειρο θερινής νυχτός. Οι «αντιγερμανικές», «κοσμοπολίτικες» και «διατλαντικές» πολιτικές της αλλά πρωτίστως η απαράβατη πολυπολιτισμική θέση των ανοιχτών συνόρων διευρύνουν το χάσμα από τους κλασικούς ψηφοφόρους του, που είναι αυτοί που θίγονται περισσότερο από το μεταναστευτικό και επισφραγίζουν το σχίσμα που παρατηρείται εδώ και μερικά χρόνια ανάμεσα στο κομουνιστικογενές κομματικό κονκλάβιο και στις δύο χαρισματικές προσωπικότητες της Αριστεράς, Σάρα Βάγκενκνεχτ και Όσκαρ Λαφοντέν. Δύο «μισητά» για τον κομματικό μηχανισμό στελέχη, που μπορεί στο μεταναστευτικό να είναι μειοψηφία στο κόμμα, αλλά αποτελούν τον μαγνήτη για τους ψηφοφόρους της Αριστεράς και σημείο αναφοράς στα πολιτικά τοκ σόου. Σχίσμα, που το βράδυ τον εκλογικών αποτελεσμάτων έγινε σε όλους εμφανές, με τη επικριτική προς την ηγεσία του κόμματος δήλωση του Λαφοντέν για την αποτυχημένη πολιτική της στο προσφυγικό ζήτημα: «Ένα αριστερό κόμμα δεν επιτρέπεται, όταν βοηθά ανθρώπους που κινδυνεύουν, να θέτει το αξίωμα της κοινωνικής δικαιοσύνης εκτός ισχύος», εκτιμώντας ότι ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών αποτελεί «τη βάση της κρατικής έννομης τάξης». Η αναμενόμενη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση «Τζαμάικα» και η πιθανή αναγέννηση των σοσιαλδημοκρατών στα έδρανα της αντιπολίτευσης είναι η ευκαιρία που βλέπουν Λαφοντέν και Βάγκενκνεχτ επιτέλους η Αριστερά της «Refugees-Welcome» κουλτούρας να ξεπεράσει τις «παιδικές της ασθένειες» και στο μεταναστευτικό, μήπως και υπάρξει προοπτική μελλοντικής διακυβέρνησης.
Η απάντηση στους δύο «λαϊκιστές της Αριστεράς» ήρθε λίγες ώρες αργότερα από τον επίσης χαρισματικό Γκρέγκορ Γκίζυ, στο πλαίσιο της κομματικής γραμμής «το άσυλο δεν έχει ανώτατα όρια»: «Θα ήταν το τέλος μας σαν αριστερό κόμμα αν ακολουθούσαμε την πολιτική των Βάγκενκνεχτ-Λαφοντέν». Η εσωτερική κρίση της Αριστεράς επισφραγίστηκε λίγες μέρες αργότερα από την συμπρόεδρο του κόμματος Κάτια Κίπινγκ: «Όποιος στο μεταναστευτικό ζήτημα παίρνει τον δεξιό δρόμο, διακινδυνεύει την αξιοπιστία της Αριστεράς (…) Θα ήταν καταστροφικό αν η Αριστερά στη μεταναστευτική πολιτική προσπαθούσε να γίνει η CSU της Ανατολικής Γερμανίας». Επακολούθησαν μέρες σιωπής για το φλέγον θέμα, που μοιάζει σαν τη σιωπή πριν τη θύελλα. Προς το παρόν, όλοι αναμένουν τις αυριανές εκλογές στην Κάτω Σαξωνία, πριν βγουν τα μαχαίρια μετά από ακόμα μία εκλογική ήττα.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*