Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Προβολή ταινίας: Ο Θάνατος ενός γραφειοκράτη (Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017)

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017 & ώρα 19.30

Είσοδος Ελεύθερη

                                     Ξενοφώντος 4, 2103826319, kinhmaardin@gmail.com, ardin-rixi.gr

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΗ/LA MUERTE DE UN BUROCRATA / DEATH OF A BUREAUCRAT (1966) / Κωμωδία / Ασπρόμαυρη / Διάρκεια: 84′ Παραγωγή: Κουβανική Σκηνοθεσία: Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα Πρωταγωνιστούν: Σαλβατόρ Γουντ, Σίλβια Πλάνας, Μανουέλ Εστανίλο, Γκασπάρ ντε Σαντελίσες

Περίληψη: H ταινία είναι μια εξαιρετικά ευρηματική σάτιρα κατά της γραφειοκρατίας και των εντελώς παράλογων κανόνων λειτουργίας και των μηχανισμών της. Σκηνοθετημένη με πρωτοτυπία και οίστρο είναι και ένας φόρος τιμής στο κινηματογραφικό είδος του μπουρλέσκ και στους μεγάλους κωμικούς του. Ο κεντρικός ήρωας του Αλέα είναι ένας φτωχοδιάβολος που τινάζει τα πάντα στον αέρα, διακωμωδώντας τον ακατανόητο όσο και παρανοϊκό κόσμο της γραφειοκρατικής εξουσίας. Η ταινία δεν είναι μονάχα μια από τις κορυφαίες στιγμές του κουβανικού κινηματογράφου, αλλά και μια από τις καλύτερες που έγιναν ποτέ για την εγγενή τρέλα κάθε γραφειοκρατικού μηχανισμού σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή.

Υπόθεση: Όταν ένας σταχανοβίτης εργάτης, αφοσιωμένος στο έργο της επανάστασης και στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας χάνει τη ζωή του εν ώρα υπηρεσίας και καθήκοντος, στην κηδεία του οι σύντροφοί του κάνουν την ύψιστη τιμή να τον θάψουν μαζί με το εργατικό του βιβλιάριο. Αυτό το γεγονός όμως ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου, καθώς η χήρα του δεν μπορεί να πάρει την σύνταξη του νεκρού χωρίς το θαμμένο βιβλιάριο. Ένας αφελής ανιψιός της προσφέρεται να διορθώσει τα πράγματα και μπλέκει σε ένα απίστευτο γραφειοκρατικό λαβύρινθο, σε έναν κόσμο από γραφεία υπηρεσίες και ατέλειωτες αναμονές, εχθρικό, καταπιεστικό, σχεδόν καφκικό, όπου η παράνοια συμβαδίζει με την ιλαρότητα και το τραγικό με το γελοίο.

                          Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα                                                         

Ήταν Κουβανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στην Αβάνα το 1928. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας και για δύο χρόνια κινηματογράφο στο CSDC της Ρώμης.

Επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό, ξεκίνησε την καριέρα του ως ντοκιμαντερίστας στην Κούβα του Μπατίστα, αλλά μετά την επικράτηση της επανάστασης μεταπήδησε στον αφηγηματικό κινηματογράφο, με έντονα χιουμοριστικό στυλ. Υποστήριξε την επανάσταση αλλά πάντα κρατούσε μια κριτική στάση απέναντι στην οικονομική και κοινωνική πολιτική της χώρας του. Τις δύο τελευταίες του ταινίες τις σκηνοθέτησε μαζί με τον φίλο του Χουάν Κάρλος Τάμπιο. Ο Τίτον, όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, πέθανε από καρκίνο, το 1996 στην Αβάνα.

 Κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη για την ταινία

Ο Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα, το «πρώτο όνομα» του κουβανέζικου κινηματογράφου, είναι αυτός που οργάνωσε το κινηματογραφικό τμήμα κατά τη διάρκεια της επανάστασης και που, με τη λήξη της ίδρυσε μαζί με άλλους το Κουβανέζικο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας στην Αβάνα, δηλαδή τον κρατικό οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με την παραγωγή και τη διανομή.

Ο θάνατος ενός γραφειοκράτη, είναι η τέταρτη «ειρηνική» ταινία του, γυρισμένη το 1966, προφανώς στο πλαίσιο μιας εκστρατείας για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ταινία προγραμματική και παιδαγωγική, που έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να καταδείξει πως το «ρεαλιστικό» γεγονός της ύπαρξης μιας παραλυτικής γραφειοκρατίας, είναι στη βάση του και στην ουσία του βαθιά και ολικά παράλογο, αφού αρνείται και την προφάνεια και τον κοινό νου και το αυταπόδεικτο. Απλό παράδειγμα, εκείνο το μπουρ-λέσκ «πιστοποιητικό γεννήσεως» που πιστοποιεί επισήμως πως ένας «ήρωας της εργασίας» εργάστηκε όντως!

Και τούτο, για να μπορέσει η χήρα να πάρει τη σύνταξη του πεθαμένου συζύγου που υπήρξε ένα είδος σταχανοβίτη της τέχνης: ήταν γλύπτης που στο πλαίσιο της αύξησης του «πλάνου δουλειάς» εφεύρε μια μηχανή για την κατασκευή προτομών για τη στρατιά των παντοειδών ηρώων που παρήγαγε το καινούργιο ηρωοπαραγωγό καθεστώς.

Το γλύπτη, μια και υπήρξε «ήρωας της εργασίας» τον θάβουν με το εργατικό του βιβλιάριο. Και τούτη η ύψιστη τιμή για ένα νεκρό εργάτη, τιμή παντελώς κενή περιεχομένου και γραφειοκρατικής έμπνευσης, είναι η αφορμή για να κινηθεί ο σατανικός, στον πλήρη παραλογισμό του, γραφειοκρατικός μηχανισμός: η χήρα δεν μπορεί να πάρει σύνταξη χωρίς το θαμμένο εργατικό βιβλιάριο που, ωστόσο, θάφτηκε κατ’ εντολήν άλλων γραφειοκρατών: η γραφειοκρατία δεν επιτρέπει την εκταφή, συμβουλεύοντας να κάνει υπομονή η χήρα… δυο χρόνια για να ‘ρθει «φυσιολογικά» στα χέρια της το χάρτινο βιβλιάριο!

Κατόπιν τούτου του ύψιστου παραλογισμού, ένας ανιψιός του μακαρίτη ξεθάβει νύχτα και παράνομα το πτώμα. Το βιβλιάριο έρχεται επιτέλους στα χέρια της χήρας, αλλά μαζί μ’ αυτό ξανάρχεται στο σπίτι και το πτώμα του συζύγου. Και διατηρείται… φρέσκο με πάγο που κουβαλούν οι γειτόνισσες. Διότι η γραφειοκρατία δε δίνει άδεια ταφής YIQ ένα πτώμα που δεν ξεθάφτηκε επισήμως. Και κατοχυρώνει επιπρόσθετα την άρνηση της με το «λογικό» επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί δύο φορές για τον ίδιο πεθαμένο πιστοποιητικό θανάτου.

Το κωμικοτραγικό δράμα λύνεται τελικά με τρόπο άκρως αποτελεσματικό: ο ανιψιός πνίγει τον αρχιγραφειοκράτη διευθυντή του νεκροτομείου μέσα στο τσιφλίκι του, δίπλα στον ανοιχτό και αναμένοντα τάφο του γλύπτη.

Ο σεναριακός μύθος είναι στ’ αλήθεια καταπληκτικός στη σατανική του ευρηματικότητα. Είναι ένας μύθος ρεαλιστικός στο έπακρο (οι αναφορές σε μια πραγματικότητα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για μεταθέσεις στην περιοχή του φανταστικού) και ταυτόχρονα τόσο παράλογος, που μόνο στην περιοχή του φανταστικού μπορούσε να δικαιωθεί από τη μυθοπλασία.

Απλό διδακτικό συμπέρασμα: η γραφειοκρατία δεν είναι παρά η εισβολή του φανταστικού και παραλόγου στο χώρο του πραγματικού και λογικού. Είναι, μ’ άλλα λόγια, ένα σκάνδαλο της λογικής, και ως τέτοιο θα μπορούσε εύκολα να απαλειφθεί με μια απλή ενεργοποίηση του κοινού νου, και μια επαναφορά του μυαλού στη φυσιολογική του θέση μέσα στην κρανιακή κάψα.

Ο θαυμάσιος Αλέα, που σπούδασε κινηματογράφο στο Τσέντρο Σπεριμεντάλε της Ρώμης, εκμεταλλεύεται το δικό του σενάριο με τρόπο που αποτελεί ένα είδος σύνοψης ολόκληρης της ιστορίας της κινηματογραφικής κωμωδίας, και γενικότερα της παρεμβολής του χιούμορ σε όλα τα κινηματογραφικά είδη. Σχεδόν η κάθε σκηνή της ταινίας είναι μια εύκολα διαγνώσιμη αναφορά σε μια συγκεκριμένα ταινία, απ’ όπου ο Αλέα δανείζεται ένα συγκεκριμένο εύρημα. Τούτα τα δάνεια όχι μόνο δεν τα αποκρύβει κατά τον προσφιλή στους ιδεοκλόπους τρόπο, αλλά έχει την εντιμότητα να αφιερώσει την ταινία του σε όλους όσοι «έκλεψε». Στο ζενερίκ προσθέτει πάνω από δεκαπέντε ονόματα κινηματογραφικών του προγόνων, συμπεριλαμβανομένου του Μπιουνιουέλ και του Ουέλς.

«Το Βήμα», 28-12-1978

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*