Ρήξη φ. 140

Ο Χιου Τόμσον στο Μυ Λάι

Η ιστορία ενός ανθρώπου εν τω μέσω ενός εγκλήματος πολέμου

Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη απότην Ρήξη φ. 140

Πενήντα χρόνια κλείνουν φέτος από τη σφαγή του Μυ Λάι, την εν ψυχρώ δολοφονία 504 Βιετναμέζων χωρικών, αποκλειστικά ηλικιωμένων, γυναικών και παιδιών, από τον Λόχο Τσάρλυ του 1/20 Τάγματος της Μεραρχίας Αμέρικαλ του αμερικανικού στρατού, στις 16 Μαρτίου του 1968.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους, ειδικά σ’ αυτούς που έζησαν τη δεκαετία του ’60, αλλά λίγοι γνωρίζουν το όνομα Χιου Τόμσον και τον ρόλο που διαδραμάτισε εκείνη την ημέρα, αλλά και κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων και της δίκης των υπαιτίων, τα χρόνια που ακολούθησαν της σφαγής. Η στάση του αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και ταυτόχρονα υπενθύμιση της διαφοράς που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος ακόμη και υπό την αφόρητη πίεση διαταγών, συναδέλφων, ανωτέρων και κατεστημένου, σε μια κατάσταση που τα ηθικά όρια γύρω του καταρρέουν.
Έχει ειπωθεί ότι, «αν υπήρχαν δύο Τόμσον εκείνη την ημέρα δεν θα είχε γίνει το Μυ Λάι». Κανείς δεν γνωρίζει αν η σφαγή θα είχε αποσοβηθεί ή αν θα γινόταν σε μικρότερη κλίμακα κι έτσι ή αλλιώς δεν έχει μεγάλη σημασία. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, ο αριθμός των νεκρών πολιτών από φίλια πυρά (στις μέρες μας οι θάνατοι αυτοί ονομάζονται παράπλευρες απώλειες) κατά τη διάρκεια του 1968 ισοδυναμεί με ένα Μυ Λάι κάθε μήνα για πάνω από ένα χρόνο. Η σφαγή ήταν γενικευμένη και συνέβαινε με κάθε αμερικανική επιχείρηση. Απλώς στο Μυ Λάι όλα έγιναν μέσα σε τέσσερις μόνο ώρες.
Τι συνέβη λοιπόν και ποιος ήταν ο ρόλος του Τόμσον στο επεισόδιο; Η επιχείρηση στο Μυ Λάι, που αποτελεί ένα από τα τέσσερα χωριουδάκια του ευρύτερου οικισμού Σον Μυ του νοτίου Βιετνάμ, ήταν μια τυπική επιχείρηση «έρευνας και καταστροφής», από τις εκατοντάδες που πραγματοποίησε ο αμερικανικός στρατός εκείνη την περίοδο. Υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες ότι στην περιοχή βρισκόταν το 48ο Τάγμα των Βιετκόνγκ (πράγμα που απεδείχθη τελείως αναληθές) και το σχέδιο προέβλεπε την «κάθετη περικύκλωση» (με ελικόπτερα) του οικισμού και την επίθεση του 3ου Λόχου (Τσάρλυ) σ’ αυτόν. Η άφιξη των στρατευμάτων θα γινόταν μετά τις εφτά το πρωί που οι χωρικοί θα είχαν φύγει για τα χωράφια και την αγορά. Σύμφωνα με την ενημέρωση του λόχου, που έγινε από τον διοικητή του, Έρνεστ Μεντίνα (ψευδώνυμο «τρελός σκύλος»), «οποιοσδήποτε παρέμενε στο χωριό μετά τις 07.00 θα ήταν είτε Βιετκόνγκ είτε υποστηρικτής τους» και οι στρατιώτες όφειλαν να πυροβολήσουν «οτιδήποτε περπατάει, έρπει ή φυτρώνει». Η περιοχή είχε χαρακτηριστεί Ζώνη Ελεύθερου Πυρός, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούσε να γίνει μπαράζ πυροβολικού και αεροπορικές επιδρομές προς υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων.
Ο Χιου Τόμσον ήταν κυβερνήτης ενός τριθέσιου ανιχνευτικού ελικόπτερου ΟΗ-23 με αποστολή να προηγηθεί της επίθεσης και να εντοπίσει εχθρικά πολυβολεία και εστίες αντίστασης. Τα υπόλοιπα δύο μέλη του πληρώματος του ελικοπτέρου ήταν οι Λ. Κόλμπερν και Γ. Αντρεότα. Από την αρχή της επιχείρησης, το ελικόπτερο του Τόμσον πετούσε σε χαμηλό ύψος ελέγχοντας το πεδίο, μη εντοπίζοντας εχθρικές κινήσεις και χωρίς να έχει δεχθεί πυρά, αντίθετα με άλλες επιχειρήσεις στο παρελθόν. Το χωριό φαινόταν ειρηνικό και ο Τόμσον ειδοποίησε τη διοίκηση για μη εχθρική παρουσία σ’ αυτό. Παρά ταύτα, αμέσως μετά την απομάκρυνση του ελικοπτέρου, ακολούθησε προπαρασκευή πυροβολικού με αποτέλεσμα τις πρώτες απώλειες αμάχων.
Όταν ο Τόμσον επέστρεψε πάνω από το Μυ Λάι, ο 3ος Λόχος είχε ήδη μπει στο χωριό και στο πλήρωμα έκανε εντύπωση ο μεγάλος αριθμός νεκρών πολιτών που έβλεπαν από ψηλά. Σε κάποια φάση είδαν τον λοχαγό Μεντίνα να εκτελεί επί τόπου μια τραυματισμένη γυναίκα και τότε κατάλαβαν ότι στο έδαφος γινόταν γενικευμένη σφαγή. Ο Τόμσον ειδοποίησε τη μεραρχία γι’ αυτό που συνέβαινε και κατόπιν προσγείωσε το ελικόπτερο και κατευθύνθηκε σε ένα χαντάκι όπου ο υπολοχαγός Κάλεϋ και η διμοιρία του πυροβολούσαν μια ομάδα από γυναικόπαιδα. Ακολούθησε άγριος καβγάς μεταξύ τους και ο Τόμσον, επιστρέφοντας στο ελικόπτερο διέταξε το πλήρωμα να οπλίσει τα πολυβόλα και, «αν οι στρατιώτες στο έδαφος άνοιγαν πυρ είτε σ’ αυτόν είτε σε αμάχους, να τους γαζώσουν επί τόπου». Δύο λεπτά αργότερα εντόπισαν μια ομάδα από δέκα πολίτες που καταδιώκονταν από Αμερικανούς φαντάρους. Ο Τόμσον κατέβασε το ελικόπτερο ανάμεσα στις δύο ομάδες, με τους Κόλμπερν και Αντρεότα να σημαδεύουν τους στρατιώτες, και τους «έπεισε» να αποχωρήσουν. Αμέσως μετά, κάλεσε δύο επιθετικά ελικόπτερα τα οποία παρέλαβαν τους αμάχους και τους απομάκρυναν από τον κίνδυνο. Φεύγοντας από το χωριό για ανεφοδιασμό, ο Τόμσον βρήκε ένα βρέφος ανάμεσα στα πτώματα και το παρέδωσε σε ένα κοντινό νοσοκομείο.
Ο Τόμσον ήταν εκτός εαυτού για όσα είχε δει. Πέταξε ως το κέντρο διοίκησης αναφέροντας τη σφαγή, με αποτέλεσμα ο διοικητής της μεραρχίας να διακόψει εσπευσμένα την επιχείρηση η οποία προβλεπόταν να διαρκέσει τρεις ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, η συγκάλυψη ξεκίνησε την ίδια ακριβώς ημέρα. Ενεργό ρόλο στην επιχείρηση κουκουλώματος έπαιξε ο γνωστός μας Κόλιν Πάουελ, ταγματάρχης τότε στην Αμέρικαλ (προφανώς για τις υπηρεσίες του ανταμείφθηκε με την αναρρίχησή του στον ανώτατο βαθμό της «εταιρείας» Αμερικανικός Στρατός). Η επιχείρηση χαρακτηρίστηκε «απολύτως επιτυχημένη», οι νεκροί «Βιετκόνγκ» ήταν 128 μετά από «ολοήμερη αιματηρή μάχη», με 22 νεκρούς πολίτες από «αδέσποτες σφαίρες». Αρχικά, η διοίκηση προσπάθησε να εξαγοράσει τον Τόμσον, απονέμοντάς του τον Διακεκριμένο Ιπτάμενο Σταυρό για τη μεταφορά στο νοσοκομείο του τραυματισμένου «από έντονη ανταλλαγή πυροβολισμών με τον εχθρό» παιδιού, αλλά είχαν μπλέξει με τον λάθος άνθρωπο. Ο Τόμσον πέταξε το μετάλλιο στα σκουπίδια και μετά, όλως αιφνιδίως, άρχισαν να του ανατίθενται αποστολές αυτοκτονίας από τις οποίες κατάφερνε να επιβιώνει ως εκ θαύματος. Το ελικόπτερό του κατερρίφθη τέσσερεις φορές και στην τελευταία ανώμαλη προσγείωση τραυματίστηκε σοβαρά στην πλάτη και μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία για πολύμηνη νοσηλεία.
Όταν η αποκαλύφθηκε η υπόθεση του Μυ Λάι το 1969, ο Τόμσον προσφέρθηκε να καταθέσει στην επιτροπή Πιρς των ενόπλων δυνάμεων για τη σφαγή. Η κατάθεσή του δείχνει ότι δεν μάσησε τα λόγια του και το ίδιο έκανε και στο στρατοδικείο που εκδίκασε την υπόθεση τον επόμενο χρόνο, παρά τις αφόρητες πιέσεις, απειλές και εκφοβισμούς που δεχόταν στο στρατόπεδο και στην κατοικία του. Η δίκη ήταν έτσι κι αλλιώς μια καλοστημένη φάρσα, με τους 25 από τους 26 κατηγορούμενους στρατιωτικούς να αθωώνονται και μόνο τον ανθυπολοχαγό Ουίλιαμ Κάλεϋ να καταδικάζεται σε ισόβια δεσμά το Μάρτιο του ’71. Ακόμη κι αυτός παρέμεινε στη φυλακή για τρεις μόνο μέρες καθώς ο πρόεδρος Νίξον τον αποφυλάκισε και παρέμεινε σε κατ’ οίκον περιορισμό ως το 1974, όταν έλαβε αναστολή της ποινής του και αφέθηκε ελεύθερος.
Ο Τόμσον συνέχισε να πετάει ελικόπτερα για τον στρατό ως το 1983 και μετά εργάστηκε ως πιλότος στο Τέξας. Μετά το Βιετνάμ υπέφερε από Μετατραυματική Αγχώδη Διαταραχή και κατά διαστήματα είχε κρίσεις αλκοολισμού. Απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να μιλάει για το Μυ Λάι και το έγκλημα που συντελέστηκε εκεί. Το 1998, μαζί με τον Λ. Κόλμπερν ταξίδεψαν στο Βιετνάμ και συνάντησαν τρεις από τους ανθρώπους που διέσωσαν από τη σφαγή τριάντα χρόνια πριν. Τα λόγια του προς τους συγκεντρωμένους ήταν τα εξής: «Αποβιβάσαμε εκατό άνδρες από τα ελικόπτερα το πρωί της 16ης Μαρτίου. Είκοσι πέντε απ’ αυτούς πήραν μέρος στο έγκλημα. Πάντα θα αναρωτιέμαι τι έκαναν οι υπόλοιποι 75. Γιατί δεν έκαναν κάτι να το σταματήσουν; Εύχομαι να είχαμε βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους εκείνη την ημέρα».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*