Uncategorized, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 141

Η ανθρωπολογική προέλευση της αποανάπτυξης

Του Αλέξανδρου Κόρπα-Πρελορέντζου από την Ρήξη φ. 141

Η ανθρωπολογική προέλευση της απο-ανάπτυξης ξεκινάει από τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και της αλλαγής των συμπεριφορών των ανθρώπων κατά τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, σηματοδοτώντας την αρχή του «δεύτερου κύματος».

Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής των ανθρώπων πριν τη βιομηχανική επανάσταση ήταν εξαρτημένος από το ύπαιθρο, αλλά και από τους δεσμούς της οικογένειας, ενώ οι κοινωνικές δομές απαρτίζονται από την αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία στοχεύοντας στην εξέλιξη του ανθρώπου. Παράλληλα, η οικιακή οικονομία ήταν βασικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της εποχής, ενώ η επιχειρηματικότητα περιοριζόταν σε μικρές συνεργατικές οικονομικές μονάδες, όπου η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών κάλυπτε ανάγκες της κοινότητας. Συνακόλουθα, η αξία του αντιπραγματισμού προϊόντων έβρισκε την προστιθεμένη σημασία της μέσα από το έθιμο του δώρου, ενώ η «τεμπελιά» θεωρούνταν σημαντικός παράγοντας της ανθρώπινης ευημερίας.
Από τις αρχές του 18ου αιώνα, που θεωρείται η απαρχή της καταναλωτικής κοινωνίας, οι άνθρωποι άφησαν το παραδοσιακό τρόπο ζωής της υπαίθρου με σκοπό να εργαστούν στα εργοστάσια, ενώ η παραδοσιακή οικονομία μετατράπηκε σε βιομηχανοποιημένη. Παράλληλα, σηματοδοτήθηκε η αρχή μιας νέας εποχής, λόγω της δημιουργίας μεγάλων αστικών πόλεων και της οικολογικής υποβάθμισης, όπου η καπιταλιστική ανάπτυξη της οικονομίας δημιούργησε μία καταναλωτική κοινωνία άνιση, και με τάσεις που πηγάζουν από τον ανταγωνισμό και τον ατομικισμό. Ενώ, η νεωτερικότητα, δημιούργησε ανθρώπους αποξενωμένους μεταξύ τους μέσω της «τεχνικής» της.
Έτσι λοιπόν, η ανθρωπολογική πηγή της αποανάπτυξης θέλει να θυμίσει την ιστορία του ανθρώπου, αλλά και τη φύση του, όπου υλοποιείται μέσα από πρακτικές που αναπροσαρμόζουν τις κοινωνικές σχέσεις με τη φύση. Έτσι, λόγω της υποβάθμισης του οικοσυστήματος, αμφισβητείται η σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης οικονομικής ανάπτυξης στις υπερανεπτυγμένες χώρες. Επιπρόσθετα, η αποανάπτυξη επικρίνει την ιδέα ότι ο Τρίτος Κόσμος πρέπει να ακολουθήσει το μοντέλο ανάπτυξης των Η.Π.Α. και της Ευρώπης. Το 1980, ένα μεγάλο λογοτεχνικό ρεύμα ασχολήθηκε με την ανθρωπολογική κριτική της ίδιας της ιδέας της ανάπτυξης, αναφέροντας ότι είναι δυτικής καταγωγής και αναζητείται η ανάγκη αποκρυπτογράφηση της ανάπτυξης στον Τρίτο Κόσμο.
Η αποανάπτυξη προέρχεται από διάφορα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως της μεταανάπτυξης, δηλαδή της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής που σχετίζεται με εναλλακτικές οικονομικές πρακτικές. Παράλληλα, αμφισβητείται η κεντρικότητα της μεγέθυνσης της οικονομίας για την κοινωνία. Ενώ, προτείνεται μία ανάπτυξη με περισσότερη συμμετοχή της λαϊκής βάσης και μία απεμπλοκή από την εκβιομηχάνιση. Επιπλέον, η μεταανάπτυξη αναδεικνύει τις αποικιακές σχέσεις της ανισότητας και της καταπίεσης που έχουν νομιμοποιηθεί μέσα από τους μηχανισμούς της ανάπτυξης. Αυτό που αποκαλείται ανάπτυξη, δεν μπορεί να βασίζεται στην υποταγή των πολιτισμών μέσω της αποικιοκρατίας, όπου πολλές φορές η πολιτισμική ομοιογένεια έχει αποικίσει ψυχολογικά στους ανθρώπους, δημιουργώντας υλιστικές αξίες.
Αυτή την «επιστροφή προς τα πίσω» που καλεί η αποανάπτυξη, σε ένα νέο είδος κοινοτισμού, όπου παράλληλα πηγάζει από την ιστορία των πολιτισμών, τη συναντάμε ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Αυτή η τάση, και παράλληλα το κοινωνικό κίνημα που ασκεί κριτική στην ανάπτυξη, αναπτύσσεται ιδιαιτέρως στη Λατινική Αμερική και ονομάζεται Buen Vivir. Αυτό το νέο κοινωνικό κίνημα στην ουσία αναφέρεται σε μια ολιστική, μη οικονομικά προσανατολισμένη κοινωνική ζωή και αποτελεί μια εναλλακτική λύση για την ανάπτυξη. Συνοπτικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το Buen Vivir επηρεάστηκε από αυτόχθονες αγωνιζόμενους ιθαγενείς, οικολόγους, γυναίκες και τη νεολαία.
Το κίνημα Buen Vivir παρουσιάζεται ως μια ευκαιρία κατασκευής μια νέας μορφής συνύπαρξης, που υποτάσσει τους οικονομικούς στόχους σε οικολογικά, ανθρώπινα και αξιοπρεπή κριτήρια. Αυτό το νέο είδος κοινοτισμού, που εμπνέεται από τον τρόπο ζωής των κοινοτήτων των ιθαγενών της Λατινικής Αμερικής, περιέχει όλες τις πανανθρώπινες αξίες και αρχές, όπως τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την αλληλεγγύη, την ελευθερία κ.ο.κ. Το Βuen Vivir μεταφράζεται ως καλή διαβίωση, όπου όμως, αυτό το «καλό» που περιέχει, μπορεί να υιοθετήσει διαφορετικές διατυπώσεις, αναλόγως με το κοινωνικό σύνολο και το περιβάλλον. Έτσι, για παράδειγμα, το Buen Vivir έχει διαφορετική ερμηνεία για τους πληθυσμούς ιθαγενών και διαφορετική για τον αστικό χώρο.
Ανθρωπολογικά λοιπόν, η αποανάπτυξη επικεντρώνεται κριτικά απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, προτάσσοντας ένα καινούργιο είδος κοινοτισμού και ασκεί κριτική στο φαντασιακό της ανάπτυξης και της προόδου που δημιουργείται από τη διαδικασία της οικονομικής μεγέθυνσης. Παράλληλα, η προέλευσή της από το λογοτεχνικό ρεύμα της μεταανάπτυξης, υπενθυμίζει την ανάγκη δημιουργίας μιας δίκαιης παγκόσμιας κοινότητας, δεδομένου της μεγάλης ανισότητας που επικρατεί μεταξύ Βορρά και Νότου. Τα παραδείγματα που εμπνέονται από το ρεύμα της αποανάπτυξης ανά τον κόσμο είναι αρκετά, χωρίς απαραίτητα να αυτό-προσδιορίζονται ως κινήσεις από-ανάπτυξης. Το κίνημα Buen Vivir κίνημα της Λατινικής Αμερικής είναι μια δημιουργική αντίσταση απέναντι στη παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου. Αυτό που διερωτάται, είναι το κατά πόσο παρόμοιες πρακτικές και τρόποι ζωής μπορούν να υλοποιηθούν σε αστικές κοινότητες στα πλαίσια της καταναλωτικής κοινωνίας και του τριτογενή τομέας της οικονομίας. Η αποανάπτυξη καλεί για μια δημιουργία νέων υποκειμένων αποφεύγοντας τα κατάλοιπα της νεωτερικότητας και αναδεικνύοντας τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου υποκειμένου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*