Άρδην τ.67

Διάλογος για τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ το 2007

Στο περασμένο τεύχος του Άρδην (τ. 66) δημοσιεύτηκε μία εκτενής κριτική τοποθέτηση του Γιώργου Καραμπελιά για τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Με αφορμή αυτό το άρθρο αλλά και την γενικότερη τοποθέτησή μας έναντι του «Συνασπισμού», μετά την πλήρη στροφή των δύο τελευταίων χρόνων προς εθνομηδενιστικές θέσεις, στάλθηκαν δύο τοποθετήσεις-επιστολές προς το περιοδικό, από τον Δημήτρη Κουκουλά και τον Γιώργο Τοζίδη, τις οποίες και δημοσιεύουμε, καθώς και δύο απαντήσεις του Θανάση Τζιούμπα και του Γιώργου Καραμπελιά. Έτσι ελπίζουμε πως κλείνει το ζήτημα ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την πρώτη φάση, ώστε να μπορέσουμε από το επόμενο τεύχος να προχωρήσουμε προς την εξέταση των λοιπών πολιτικών δυνάμεων, συνεχίζοντας με το ΛΑΟΣ.

Άρδην τ. 67 Δεκέμβριος 2007. 

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ

Του Γιώργου Τοζίδη 

ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ
Τ ους τελευταίους μήνες στη ΡΗΞΗ, κυρίως, αλλά και στο ΑΡΔΗΝ, δημοσιεύθηκαν κείμενα κριτικής κατά του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και προσωπικά του Αλ. Αλαβάνου, που απέπνεαν μια αλαζονική απαξίωση και έναν απαράδεκτο λαϊκισμό, συχνά στα όρια της συκοφαντίας. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο που δημοσιεύθηκε στην πρώτη (!) σελίδα της ΡΗΞΗΣ (φ. 17/14.07.07) με τίτλο «Αλαβάνος, ο νέος δελφίνος του ΠΑΣΟΚ», και το οποίο στηριζόταν αποκλειστικά στα όσα μετέδωσαν τα Μ.Μ.Ε. της διαπλοκής, σχολιάζοντας ομιλία του στη Βουλή, καθώς ήταν εμφανές ότι ο συντάκτης του δεν είχε μπει στον κόπο να διαβάσει ολόκληρη τη σχετική ομιλία.
Ο υπογράφων θέλει να ξεκαθαρίσει, από την αρχή, ότι δεν είναι οργανωμένος ούτε στον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ ούτε σε κάποια από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Στήριξε το σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ τόσο στις εκλογές του 2004 όσο και στις πρόσφατες, για λόγους που ελπίζει ότι θα γίνουν τουλάχιστον κατανοητοί από τα όσα θα εκτεθούν παρακάτω.
Το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ έλκει την καταγωγή του από την κριτική, ούτε καν στον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, αλλά στα αλήστου μνήμης ΚΚΕ Εσωτ. και Ε.Α.Ρ. Επαναλαμβάνονται τα επιχειρήματα για την κοινωνική αντιπροσώπευση και τις πολιτικές θέσεις (μεσαία στρώματα, πανεπιστημιακοί, στάση απέναντι στην Ε.Ε. κ.λπ.) που μπορεί να ίσχυαν μέχρι τις αρχές της 10ετίας του 1990 αλλά σε μεγάλο βαθμό έχουν αναιρεθεί, αφού:
1. Η οκταετία Σημίτη λειτούργησε σαν μαγνήτης προσελκύοντας το μεγαλύτερο τμήμα των πανεπιστημιακών στο άρμα του ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Κ.Π.Ε. του Συνασπισμού υπάρχουν μόλις επτά πανεπιστημιακοί σε σύνολο 110 μελών. Εξάλλου, όσοι και όσες παρέμειναν οργανωμένοι/ες, θα πρωταγωνιστήσουν στο κίνημα ενάντια στο άρθρο 16 (που αποτέλεσε σε κοινωνικό επίπεδο την πρώτη ήττα της κυβέρνησης της Ν.Δ. και την απαρχή της κρίσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.).
2. Τα μεσαία στρώματα (κυρίως μισθωτοί με «εξασφαλισμένη» εργασία) μπαίνουν σε κρίση λόγω των ιδιωτικοποιήσεων, της εισοδηματικής πολιτικής και της σταδιακής αντικατάστασης της σταθερής, από τις ελαστικές μορφές απασχόλησης. Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα της VPRC (Έρευνες εκλογικής συμπεριφοράς 07 – 09 / 2007), το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στον ιδιωτικό τομέα ήταν 7,5%, στον δημόσιο 7%, στους εργοδότες και τους αυτοαπασχολούμενους 3,5%, στις νοικοκυρές 3%, στους συνταξιούχους 3% και στους αγρότες 1%, ενώ είναι χαρακτηριστικό και ελπιδοφόρο, κατά την άποψη του υπογράφοντα, ότι στις ηλικίες 18–21 το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ είναι 9,4% (σχεδόν διπλάσιο από τον εθνικό μ.ό.). Από την ίδια έρευνα προκύπτει και ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο: H αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ δεν προέρχεται μόνο από τις περιοχές με μεσαία και υψηλά εισοδήματα αλλά και από περιοχές με περισσότερο «λαϊκά» χαρακτηριστικά.
3. Η στάση απέναντι στην Ε.Ε. καθορίζεται πλέον, κεντρικά, από την εναντίωση στο ευρωσύνταγμα και σε όλες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, συνθήκες και συμφωνίες που εκπονούνται στις Βρυξέλλες. Στην πολιτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται ότι «… οι λαοί της Ευρώπης, οι δυνάμεις της Αριστεράς στην Ευρώπη και τα κοινωνικά κινήματα, χρειάζεται να παλέψουν για τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πρότασης, ως επιθετικής πολιτικής απέναντι στις δυνάμεις του κεφαλαίου, με σαφείς αιχμές και στόχους ενάντια στην ασυδοσία των πολυεθνικών, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τον πόλεμο και το σημερινό σύστημα διεθνούς ανασφάλειας». Ισχύει δηλαδή και για την κριτική που ασκείται στον ΣΥΡΙΖΑ για το θέμα της Ε.Ε. ό,τι αναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου: κριτική χωρίς ανάλυση της πραγματικότητας και χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες θέσεις ή κείμενα.
Τα τελευταία χρόνια, στην παραπάνω κριτική, προστέθηκε, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, και το ζήτημα της μετανάστευσης. Στην πολιτική διακήρυξη αναφέρεται καθαρά ότι: «Η μετανάστευση δεν είναι μόνο συνέπεια της ιμπεριαλιστικής υπερεκμετάλλευσης, αποτελεί και σχέση εξουσίας και εκμετάλλευσης, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Η συνέχεια της καπιταλιστικής παραγωγής, με απόλυτο κριτήριο το κέρδος δημιουργεί σε όλες τις μεγάλες οικονομίες (Η.Π.Α., Ε.Ε.) την ανάγκη μαζικής εισαγωγής εργατικού δυναμικού». Παρακάτω προτείνονται τα ακόλουθα:
* Πλήρης νομιμοποίηση των μεταναστών, κατοχύρωση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους (αποδέσμευση της νομιμοποίησης από ασφαλιστικές προϋποθέσεις, έκδοση πιστοποιητικού γέννησης στα παιδιά των μεταναστών, δικαίωμα εκλέγειν–εκλέγεσθαι στις τοπικές εκλογές, ένταξη των μεταναστών στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα).
* Κατάργηση των συνοροφυλάκων, των ειδικών στρατοπέδων και των ναρκοπεδίων.
Όσοι διαφωνούν με τις παραπάνω θέσεις θα πρέπει αφενός να παίρνουν υπόψη τους αφενός ότι η συζήτηση γίνεται στην πλάτη των εργαζομένων και των μεταναστών, και αφετέρου τον δρόμο που ανοίγουν θέσεις που δεν κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των μεταναστών. Τα προβλήματα που δημιουργεί η είσοδος στην αγορά εργασίας των μεταναστών οφείλονται στην «αδυναμία» του ελληνικού κράτους να ελέγξει τη μαύρη εργασία και όχι στους ίδιους τους μετανάστες.
Τι είναι όμως ο ΣΥΡΙΖΑ; Σύμφωνα με την πολιτική διακήρυξη «αποβλέπει στη δημιουργία σχήματος πολιτικής συνεργασίας, ανοικτού σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της ριζοσπαστικής οικολογίας, όπου κάθε συνιστώσα διατηρεί την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αυτοτέλειά της και δεσμεύεται για την υλοποίηση των πολιτικών και προγραμματικών στόχων που έχουν συμφωνηθεί».
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Οι πολιτικές οργανώσεις και οι ανέντακτοι βρέθηκαν στην αρχή στις ευρωπορείες και στη συνέχεια στο ελληνικό κοινωνικό φόρουμ, καθώς επίσης και στο φόρουμ διαλόγου για την ενότητα της Αριστεράς πριν αποφασίσουν τη συμμετοχή τους στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ θέτει το πρόβλημα του τύπου της πολιτικής οργάνωσης που είναι εφικτή και λειτουργική στις παρούσες συνθήκες. Η λύση που προκρίθηκε, της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αυτοτέλειας όσων συμμετέχουν, αλλά και της δέσμευσής τους στην υλοποίηση των στόχων που αποφασίζονται από κοινού, είναι το μόνο, ίσως, οργανωτικό υπόδειγμα πολιτικού σχήματος που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της περιόδου. Μιας περιόδου που χαρακτηρίζεται από την κρίση και τη μεταβλητότητα των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, τις τεράστιες αλλαγές στην οργάνωση και τον καταμερισμό της εργασίας, αλλά και στη διογκούμενη καταστροφή του περιβάλλοντος. Η συγκρότηση πολιτικών οργανώσεων στη βάση της απόλυτης ιδεολογικής και προγραμματικής συμφωνίας προϋποθέτει, όπως έδειξε ο Β.Ι. Λένιν έναν αιώνα πριν, την ύπαρξη μιας «φωτισμένης» πρωτοπορίας και ενός συγκροτημένου κοινωνικού υποκειμένου που θα αναλάβει το έργο της ανατροπής. Έναν αιώνα μετά, η πολιτική συγκρότηση παίρνει αναγκαστικά άλλους δρόμους, αλλιώς δημιουργούνται περιχαρακωμένα φρούρια (π.χ. Κ.Κ.Ε.).
Ο συγκεκριμένος τρόπος συγκρότησης επιτρέπει τη συμμετοχή στον ΣΥΡΙΖΑ πολιτικών σχημάτων και οργανώσεων που έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η στάση των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στα εθνικά θέματα και ιδιαίτερα στο ζήτημα του βιβλίου της ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Πράγματι, παρά την οχύρωση του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και μελών της ηγετικής ομάδας σε θέσεις ενάντια στην κρατική λογοκρισία και υπεράσπισης, γενικά και αόριστα, συγγραφικών δικαιωμάτων (ένα «φύλλο συκής» που μάλλον εκθέτει τους εμπνευστές του) ή και ανοικτής υποστήριξης του βιβλίου, πολλά στελέχη του ΣΥΝ (μεταξύ των οποίων ο Π. Λαφαζάνης και ο Στ. Σταυρόπουλος, που λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας σήκωσε μεγάλο βάρος της αντιπαράθεσης) αλλά και σημαντικές συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ (όπως η Κ.Ο.Ε., το ΔΗ.Κ.ΚΙ. και οι Ενεργοί Πολίτες του Μ. Γλέζου) πρωταγωνίστησαν στο κίνημα που αναπτύχθηκε για την απόσυρση του συγκεκριμένου βιβλίου.
Η απόσυρση του βιβλίου της Ιστορίας δεν έχει, όμως, μεγαλύτερη σημασία από την ακύρωση της συνταγματικής αναθεώρησης. Ο νεοφιλελευθερισμός επιτάσσει τη διάλυση των ταυτοτήτων και όχι μια συνωμοσία εις βάρος της Ελλάδας. Όσο σημαντική είναι η διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης, άλλο τόσο είναι και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής ή η υπεράσπιση του περιβάλλοντος. Με τις δυνάμεις που συμμετέχουν στον ΣΥΡΙΖΑ είμαστε στην ίδια όχθη στην πάλη μας ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Αν κάποιες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν, στο θέμα του βιβλίου της ιστορίας, στην ίδια όχθη με τις νεοφιλελεύθερες συνιστώσες της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τόσο το χειρότερο για αυτές.
Αν όμως, οι επιθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ και η απαξίωση όσων συμμετέχουν στο εγχείρημα θεμελιώνονται στις θέσεις για τα εθνικά ή τη μετανάστευση, η προσπάθεια ανεύρεσης κοινωνικών, πολιτικών ή θεσμικών στηριγμάτων έχει οδηγήσει, για παράδειγμα, στην «αγιοποίηση» της ηγεσίας της Εκκλησίας (με χαρακτηριστικότερη αναφορά το άρθρο της ΡΗΞΗΣ, ό.π., για τον Χριστόδουλο) την ίδια περίοδο που η ηγεσία της Εκκλησίας έχει αναλάβει ρόλο κομματάρχη της Δεξιάς, που αναδεικνύεται στον θεσμό που βαρύνεται με πράξεις και ενέργειες που καταστρέφουν το περιβάλλον, που διεκδικεί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το Δ΄ Κ.Π.Σ., την ίδια στιγμή που κατοχυρώνει το αφορολόγητο της περιουσίας και των εσόδων της (δηλαδή τη διπλή αφαίμαξη πόρων από τον ελληνικό λαό). Είναι τόσο μεγάλη η υποκρισία της σημερινής ηγεσίας της Εκκλησίας ώστε έθαψε το θέμα των ταυτοτήτων προκειμένου να μη δημιουργήσει προβλήματα στην κυβέρνηση της Ν.Δ. Με την πολιτική και (αντι)κοινωνική συμπεριφορά της, αυτή η ηγεσία κάνει μεγαλύτερη και διαρκέστερη ζημιά στο έθνος από το βιβλίο της κ. Ρεπούση… Τρίζουν τα κόκαλα του Παπαφλέσσα και του παπα-Ανυπόμονου!
Η εστίαση, τα τελευταία χρόνια, στα εθνικά ζητήματα και μάλιστα με μια ολοένα και μεγαλύτερη αναφορά στην ιστορία, δεν δημιουργεί ευνοϊκούς όρους πολιτικής αντιπαράθεσης και περιορίζει την πολιτική εμβέλεια των θέσεων του ΑΡΔΗΝ και της ΡΗΞΗΣ (είναι άλλωστε χαρακτηριστική και η πρόταση για τη δημιουργία Κέντρου Ιστορικών Μελετών). Δεν είναι τυχαίο ότι η ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας έμεινε στάσιμη στη 10ετία του 1980, ενώ δεν δίνεται το απαιτούμενο βάρος σε εκείνα τα ζητήματα που συνδέουν τις θέσεις για τα εθνικά με την κρίση της παγκοσμιοποίησης, την καταστροφή του περιβάλλοντος (συνδέοντάς την, π.χ., με την αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου και αναδεικνύοντας τη σπουδαιότητα των τοπικών οικονομιών ή τη διατύπωση ενός εναλλακτικού προγράμματος για την παραγωγική αναδιάρθρωση που θα συνέδεε τις μικρές μεταποιητικές μονάδες με τις ήπιες μορφές ενέργειας).
Οι επιλογές είναι δύο: Είτε αποχώρηση από την κεντρική πολιτική και επιμονή στην ιστορική τεκμηρίωση των θέσεων για τα εθνικά, επιλογή που δεν απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες, είτε παρουσία στην κεντρική πολιτική, με πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που, κατά τη γνώμη του υπογράφοντα, μπορούν να αναζητηθούν μόνο στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΖΙΔΗΣ
Σημείωση: Το κείμενο ολοκληρώθηκε πριν από την κυκλοφορία του τελευταίου τεύχους του ΑΡΔΗΝ και τη συζήτηση στη Θεσσαλονίκη. Δεν νομίζω όμως ότι προέκυψαν λόγοι για την ουσιαστική αναθεώρησή του…

ΣΤΙΣ ΑΠΟΒΑΘΡΕΣ ΤΗΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ

Του Θανάση Τζιούμπα 

Η πολιτική αντιπαράθεση με συντρόφους είναι πάντα μια οδυνηρή διαδικασία. Βρεθήκαμε στα τοπία αυτά πιστεύοντας ότι έτσι θα αλλάξουμε τον κόσμο, τον δικό μας κόσμο και τον κόσμο γενικά. Συναντήσαμε και συναντάμε ανθρώπους, άλλους τους επιλέγουμε για φίλους κι άλλους όχι, τους εκτιμάμε περισσότερο ή λιγότερο, αλλά ο δρόμος που βαδίζει κανείς πλάι με άλλους, αυτή η διάρκεια που βρίσκεται στη βάση της συντροφικότητας κάνει τα πράγματα δύσκολα όταν το «εμείς» διαρρηγνύεται. Οι διλημματικές καταστάσεις ανάμεσα στην επιθετικότητα των αισθημάτων απώλειας και την ανάγκη να μην ευτελίζει κανείς τις συντροφικές σε κοινωνικές σχέσεις και να θυμάται τα αζιμούθια που επέλεξε, είναι ανοιχτές παγίδες. Αυτά που ακολουθούν είναι σκέψεις πάνω στο κείμενο κριτικής του Γιώργου Τοζίδη, με τον οποίο μας ενώνουν πολλές και σημαντικές εμπειρίες μέσα σε αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό κίνημα. Η κριτική αυτή μοιάζει να επικεντρώνεται στα εξής: 1) Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα πολιτικό υποκείμενο με διαφορετική κοινωνική σύνθεση από το παλιό ΚΚΕεσ. Η απορρόφηση των παλιών διανοούμενων από το ΠΑΣΟΚ κι η ριζοσπαστικοποίηση όσων απέμειναν ορίζει τη νέα ποιότητα. 2) Η ΡΗΞΗ διαστρεβλώνει τις θέσεις του, ιδιαίτερα αυτές για το μεταναστευτικό. 3) Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια οργανωτική πρόταση που κατοχυρώνει τα κινηματικά χαρακτηριστικά και διασφαλίζει τον πολιτικό διάλογο. 4) Αποτελεί υπερβολή της ΡΗΞΗΣ η αντιπαράθεση για το βιβλίο ιστορίας. 5) Η ΡΗΞΗ επικεντρώνεται μονομερώς στα εθνικά, υποβαθμίζοντας τα άλλα πολιτικά ζητήματα. Αυτό την απομονώνει και την καταδικάζει σε έναν ιστορικίστικο αναχωρητισμό, ενώ την ωθεί στην ταύτισή της με την αντιδραστική Εκκλησία. 6) Λαϊκίζει και συκοφαντεί αναφερόμενη στον ΣΥΡΙΖΑ και τον πρόεδρό του. Ως επιστέγασμα όλων αυτών, ο Γ.Τ. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μόνο πλαίσιο όπου μπορεί να ασκηθεί σήμερα ενεργός πολιτική δράση. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά:
1) Ως προς την κοινωνική σύνθεση του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, ο Γ.Τ. προτείνει μια «νέα» ανάγνωσή της, παραθέτοντας ερευνητικά δεδομένα για να αντιπαρέλθει το προφανές: η χωροταξική κατανομή της εκλογικής ισχύος αποτελεί ασφαλή ένδειξη για την αντιστοίχηση κοινωνικού προφίλ και πολιτικής προτίμησης. Αυτό δεν αποδυναμώνεται με κατηγοριοποιήσεις του τομέα απασχόλησης, στον ιδιωτικό τομέα απασχολούνται εργαζόμενοι με τεράστιες διαφορές στα εισοδήματα και την κοινωνική ισχύ. Η αύξηση του εκλογικού ποσοστού σε περιοχές με «λαϊκά» (τα εισαγωγικά δικά του) χαρακτηριστικά αποτελεί όντως ένα αξιοπρόσεκτο γεγονός. Μια στατιστική προβολή μπορεί να δείξει σε πόσα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ θα μεταβληθεί σε γνήσια «λαϊκό» πολιτικό οργανισμό. Η μετάγγιση των στελεχών στο ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο προβληματισμού τόσο για τα κίνητρα της πολιτικής ένταξης των ανθρώπων αυτών στον ΣΥΝ πριν επιχειρήσουν το μεγάλο άλμα, όσο και για τον ίδιο τον πολιτικό οργανισμό, τις αρχές και τις λειτουργίες του, που τον έκαναν να μοιάζει με ενδιάμεσο στάδιο για τα μεγάλα σαλόνια. Άλλωστε η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ διά στόματος Κουβέλη (στη συζήτηση περί εκλογικού νόμου) στο πριμ των 50 εδρών και σε συνασπισμό κομμάτων δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία εκτός από την ανάγκη να μείνει ανοιχτό το σενάριο της συγκυβέρνησης. Είναι οξύμωρο λοιπόν να μετατρέπεται ο θρήνος για την «αποστασία» των προβεβλημένων στελεχών, που διάλεξαν το short cut για την εξουσία, σε άλλοθι και καθαρτήρια διαδικασία ώστε να αναδυθεί μια υποτιθέμενη νέα φυσιογνωμία του κομματιού αυτού της Αριστεράς. Κάτι τέτοιο θέλει πολύ περισσότερες αλλαγές στο ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο κι όχι εισοδιστικές λογικές του τύπου: «Έφυγε ο Μπίστης, να φάμε και τον Παπαγιαννάκη και να πάρουμε τον ΣΥΝ από τα μέσα».
2) Όσο για τους διανοούμενους «σε κρίση», πρωταγωνιστές σύμφωνα με την κριτική του κινήματος για το άρθρο 16 και την ΠΟΣΔΕΠ, θα παρατηρούσε κανείς δυο σημεία, αυτά που αποτέλεσαν τη βάση της κριτικής της ΡΗΞΗΣ στις περυσινές κινητοποιήσεις: Την ιδεολογική ηγεμόνευση του κινήματος από τους διδάσκοντες στα ΑΕΙ, που αναπαρήγαγε σε επίπεδο κοινωνικών κινητοποιήσεων την ταξική διάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Μια κυριαρχία που ήθελε (και κατάφερε) απλώς να αναπαραγάγει τον εαυτό της και τα συνεπαγόμενα προνόμια και καθόρισε μαζί με τα «μπάχαλα» τις εξελίξεις. Κι ακόμη, ως συνέπεια του πρώτου, την απουσία μιας κριτικής στο μίζερο παρόν (κι όχι μόνο στο ζοφερό μέλλον), που στέρησε από τους φοιτητές τη δυνατότητα να προβληματιστούν μέσα από την κινητοποίησή τους για μια άλλη παιδεία ως μορφή και ως περιεχόμενο, βρίσκοντας έτσι τους τρόπους να μεταβάλουν τον αγώνα τους σε κοινή υπόθεση των πολλών. Η εικόνα του νικηφόρου κινήματος που νίκησε τη Δεξιά και έβαλε σε κρίση το ΠΑΣΟΚ αλλοιώνεται κάπως αν αναλογιστεί κανείς ότι, μετά από τέτοια νίκη, τη στιγμή που η κυβέρνηση περνάει από παράπλευρες οδούς την είσοδο του ιδιωτικού τομέα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι φοιτητές δεν καταφέρνουν ούτε συνέλευση να κάνουν.
3) Για το μεταναστευτικό φαίνεται ότι υπάρχουν δυσκολίες στην ανάγνωση των θέσεων και του διαλόγου που έχει ανοίξει εδώ και καιρό στη ΡΗΞΗ. Αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα, πρόβλημα γίνεται όταν παρατίθενται οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τον αφορισμό: «Όσοι διαφωνούν με τις παραπάνω θέσεις θα πρέπει αφενός να παίρνουν υπόψη τους ότι η συζήτηση γίνεται στην πλάτη των εργαζόμενων και των μεταναστών και αφετέρου τον δρόμο που ανοίγουν θέσεις που δεν κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των μεταναστών». Απαγορεύεται λοιπόν «πας γογγυσμός και αυθάδης λόγος». Κάθε προβληματισμός για το όριο της δυνατότητας μιας κοινωνίας να εντάξει ισότιμα και λειτουργικά τους μετανάστες, κάθε νύξη ότι τα πολιτικά δικαιώματα, σε αντίθεση με τα αστικά, αποτελούν επιστέγασμα και όχι αφετηρία της ένταξης, καθώς προϋποθέτουν την κοινωνική ενσωμάτωση, κάθε σκέψη ότι μια χώρα έχει δικαίωμα να ελέγχει τα σύνορά της, αποκτά ένα πρόσημο απαξίωσης ως ρατσιστική και ρίπτεται στον ιδεολογικό καιάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Δε συμφωνώ με την άποψη ότι τα προβλήματα τα δημιουργεί η αδυναμία του κράτους να ελέγξει τη μαύρη εργασία. Πιστεύω ότι δεν πρόκειται περί αδυναμίας αλλά περί συνειδητής επιλογής με οικονομικές αφετηρίες, που συναρτώνται με τον τρόπο που ο ελληνικός παρασιτικός καπιταλισμός ενσωματώνεται στο σύστημα των παγκοσμιοποιημένων αγορών. «Ευλογία» είναι η λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί για την παράνομη μετανάστευση και μερίδιο της ευλογίας αυτής δέχτηκε και η ελληνική κοινωνία με ποσοστά ταξικά κατανεμημένα, που για κάποιους απέκτησαν αρνητικό πρόσημο. Δηλώνω ότι συμφωνώ με τον ΣΥΡΙΖΑ στην ανάγκη νομιμοποίησης των μεταναστών και το χτύπημα της μαύρης εργασίας. Αυτό σημαίνει όμως ότι παράλληλα είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω το κόστος μιας τέτοιας πολιτικής, και αντιμετώπιση βέβαια δεν είναι να απαιτήσω κοινωνικό μισθό για όλους, αυτούς που βρίσκονται, κι αυτούς που θα έρθουν.
4) Τι είναι όμως ο ΣΥΡΙΖΑ; Αποτάσσομαι το «Τι να κάνουμε» του Λένιν και τη λογική της μπολσεβίκικης πρωτοπορίας. Όμως η πείρα των κινημάτων δεν τέλειωσε το ’18, η συζήτηση για τον τρόπο της πολιτικής οργάνωσης συνεχίστηκε, η ομοσπονδιακή ή συνομοσπονδιακή συγκρότηση των πολιτικών υποκειμένων δεν αποτελεί και τόσο πρόσφατη ανακάλυψη. Η εμπειρίες ανάλογων εγχειρημάτων επιτρέπουν να είμαστε λιγότερο θαμπωμένοι από το καινούργιο. Η Ομοσπονδία Οικολογικών και Εναλλακτικών Οργανώσεων, εμπειρία τραυματική για πολλούς, έδειξε πολλά. Έδειξε τα όρια της πρότασης αυτής, όταν δεν εδράζεται είτε σε στοιχεία προγραμματικής σύγκλισης είτε στη συλλογική αναζήτηση των όψεων ενός καινούργιου απελευθερωτικού οράματος, πέρα από τους αριστερούς φιλελευθερισμούς των πρώην συντρόφων και τα φαντάσματα του «υπαρκτού» των πρώην αντιπάλων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε βέβαια από παρθενογένεση. Προέκυψε από την ηγεμονία της τάσης εκείνης του φόρουμ που αυτοχαρακτηρίστηκε ως αυτή της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», όταν η κρίση του κοινωνικού μετά τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις δημιούργησε (βοηθούσης και της εκλογικής συγκυρίας) τη φυγή προς το κεντρικό πολιτικό πεδίο. Ο ΣΥΝ είχε τις οργανωτικές προϋποθέσεις, τους πολλαπλασιαστές που λέγονται κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, και προσβάσεις στα ΜΜΕ για να ηγεμονεύσει. Είχε και τα κίνητρα, καθώς η μέχρι τότε σύνθεση και εσωτερική ασταθής ισορροπία δεν διασφάλιζαν τη διαιώνιση του είδους. Θα είχε όμως ενδιαφέρον να θυμηθεί κανείς και τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο Ε.Κ.Φ., όταν συνιστώσες που σήμερα αποτελούν ιδρυτικούς εταίρους του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησαν και σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν (χάρη στην καλοπροαίρετη σιωπή των υπόλοιπων), να απονομιμοποιήσουν τη δυνατότητα έκφρασης απόψεων όπως αυτή του ΑΡΔΗΝ, μη φειδόμενοι, ως γνήσιοι κνίτες, χαρακτηρισμών όπως «φασίστες».Οι όροι αποδοχής της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αυτοτέλειας στο σχήμα που προέκυψε από τη διάλυση του Ε.Κ.Φ. δεν έχουν λόγο να είναι ποιοτικά διαφορετικοί. Κι αυτό γιατί μιλάμε για απόψεις που τεκμηριώνουν το αλάθητό τους με την παροξυστική προβολή του διπόλου «παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο» ή Καρατζαφέρης και Χριστόδουλος (Ή, ακόμη χειρότερα, Άνθιμος). Η διαδικασία του διαλόγου στον ΣΥΡΙΖΑ για μείζονα πολιτικά ζητήματα ανέδειξε και μια αξιοπρόσεκτη επιβίωση της πολιτικής ηθικής που διέλυσε τους Οικολόγους Εναλλακτικούς: αφού δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε, άρα το σχήμα δεν έχει πολιτική θέση, άρα κάθε συνιστώσα θα προβάλει τη δική της. Με την αναλογία βέβαια της πρόσβασης στην πληροφόρηση που, είτε της ανήκει ως πολιτική κληρονομιά σχέσεων με τον κόσμο των ΜΜΕ, είτε κεφαλαιοποιεί το δικαίωμα που της παραχωρεί η προνομιακή εκπροσώπηση μιας κοινής περιουσίας, όπως τα ποσοστά και οι κοινοβουλευτικές έδρες που αποκτήθηκαν χάρη στη δράση του συνόλου. Ποιον εκφράζουν και σε ποια συλλογική διεργασία ανταποκρίνονται οι θέσεις των βουλευτών ή των προβεβλημένων στελεχών του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ άραγε; Ποιος ξέρει τι λένε οι υπόλοιποι;
Το παράδειγμα για το βιβλίο της Ιστορίας μάλλον περί του αντιθέτου συνηγορεί, και εδώ ο Γ.Τ. δείχνει μνήμη τουλάχιστον επιλεκτική. Θα πρέπει να ξαναδιαβάσει τα κείμενα του ίδιου του ΣΥΝ (Επίκαιρη ερώτηση του Αλαβάνου για την απόσυρση του βιβλίου, δήλωση του Φλαμπουράρη ως υπεύθυνου για θέματα παιδείας, ανακοίνωση του γραφείου Τύπου 24/11/07, θέσεις της Νεολαίας του ΣΥΝ και τόσα άλλα) πριν προβάλλει την εικόνα «κάποιων», που απλώς εκφράζουν την άποψή τους. Πριν μετατρέψει την αντοχή που επέδειξαν άνθρωποι όπως ο Στάθης, παρά τον δημόσιο διασυρμό που υπέστησαν συντρόφοί τους (και τη σιωπή της ηγεσίας όταν η διαπόμπευση συντελούνταν), σε τεκμήριο της ύπαρξης πολυφωνίας. Όσο για την ΚΟΕ ή το ΔΗΚΚΙ και το κατά πόσο πρωταγωνίστησαν για την απόσυρση του εν λόγω βιβλίου, αυτό ας το κρίνουν τα μέλη τους, τα οποία ίσως να έχουν μια άποψη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς εμείς οι παραέξω δεν αντιληφθήκαμε κάτι.
5) Η ομάδα της ΡΗΞΗΣ εγκαλείται για μονοσήμαντη επικέντρωση στα εθνικά. Δείχνει να μη γίνεται αντιληπτή η σημασία του εθνικού ως διασυνδεόμενου προβλήματος με τα άλλα μείζονα προβλήματα όπως το κοινωνικό ή το περιβαλλοντικό, όπως και η σημασία του στην αναζήτηση ενός νέου πολιτικού λόγου. Η παρασιτική φύση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έχει εκφάνσεις σε όλα τα επίπεδα, η αποβιομηχάνιση ή η ληστρική για το περιβάλλον τουριστική μονοκαλλιέργεια είναι παράλληλες όψεις μιας πολιτικής που ενσωματώνει την Ελλάδα στις ενοποιημένες αγορές της Ηγεμονίας. Συρρικνώνει την αυτοτέλεια της χώρας σε όλα τα επίπεδα, από την εθνική κυριαρχία στο έδαφος, ως την αγροτική οικονομία που εξαργυρώνει την εξαφάνισή της με επιδοτήσεις της ΚΑΠ. Το να θέτεις θέμα αντίστασης σε μια επίθεση που δέχεται το δικό σου συλλογικό γίγνεσθαι δεν είναι δυνατόν να προσλαμβάνεται ως ένδειξη μιας συνομωσιολογικής αντίληψης, εκτός αν πιστεύουμε ότι η παγκοσμιοποίηση θα καταρρεύσει μετά από μια σειρά επιτυχείς ευρωπορείες. Ο Γ.Τ. επιπλέον ήταν παρών σε άπειρες απόπειρες να διασυνδεθούν πολιτικά τα ζητήματα αυτά, μπορεί λοιπόν να έχει όποια γνώμη θέλει για το επιτυχές του εγχειρήματος, αλλά όχι να ανακαλύπτει τον τροχό τονίζοντας ότι αυτό δεν έγινε και πρέπει να γίνει. Θα πρέπει επίσης να προσμετρήσει το βάρος που έχουν τα εθνικά θέματα, με αντιδιαμετρική οπτική γωνία, στην ημερήσια διάταξη τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των συνιστωσών του. Η αντιπαράθεση με τον πραγματικό ή φαντασιακό εθνικισμό είναι η κόκκινη γραμμή που διατρέχει την πολιτική του κομματιού αυτού της Αριστεράς ως συστατικό (ένα από τα ελάχιστα) στοιχείο της ταυτότητας και της συνοχής του. Αυτό θα έπρεπε τουλάχιστον να τον βάλει σε σκέψεις, πριν αποφανθεί ότι η ΡΗΞΗ είναι εκείνη που τροφοδοτεί την αντιπαράθεση για ανεξιχνίαστους λόγους.
(Τα περί «αγιοποίησης» της Εκκλησίας τα αντιπαρέρχομαι γιατί μια συζήτηση στο επίπεδο που τίθενται, επαναλαμβάνοντας στερεότυπα, κατανοητά αν προέρχονταν από απληροφόρητους ΣΥΝασπισμένους αλλά όχι από τον ίδιο, θα υποτιμούσε τη νοημοσύνη όλων μας).
6) Άφησα για το τέλος κάτι που αφορά περισσότερο σε θέματα πολιτικής ηθικής. Αναρωτιέμαι αν το κοινωνικό και οικονομικό στάτους μικρών και μεγάλων ηγετών της ιδέας της ανακατανομής του πλούτου είναι θέμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιου διαλόγου ή προστατεύεται ως «προσωπικό δεδομένο», αν κάθε αναφορά σε αυτό αποτελεί a priori συκοφαντική δυσφήμηση και λαϊκισμό. Γιατί υποψιάζομαι ότι δεν είναι το αληθές ή το τεκμηριωμένο της αναφοράς σε περιουσιακά στοιχεία (σε τι συνίστανται και στο πόσο το είδος των προσόδων δημιουργεί ή όχι δεοντολογικό ζήτημα για άτομα που βρίσκονται σε θέση επιρροής), αλλά αυτό που τείνει να απονομιμοποιηθεί είναι η ίδια η αναφορά στο θέμα. Τι κι αν πρόσφατα μέλος του γερμανικού κοινοβουλίου υποχρεώθηκε να παραιτηθεί, όταν αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιούσε τα μπόνους μίλια των υπηρεσιακών του ταξιδιών για δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια για τον εαυτό του; Αυτά είναι καπιταλιστικά κατάλοιπα, η δική μας προλεταριακή ηθική στην παρούσα μετάλλαξή της είναι πιο ανεκτική.
Ας έρθουμε στην πρόταση: Αφού τα εθνικά μάς απομονώνουν από ένα ακροατήριο το οποίο αναγορεύεται σε προνομιακό (ή μάλλον αποκλειστικό), συναντάμε και πάλι τη γνωστή διλημματική λογική: ή αποχώρηση από την κεντρική πολιτική σκηνή ή προσχώρηση στον ΣΥΡΙΖΑ, που μόνο στα πλαίσιά του μπορούν να αναζητηθούν οι πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες. Νόμιζα ότι η Αριστερά στις μέρες μας, πολλαπλώς λεηλατημένη από τη νομεγκλατούρα της πρώην ΚΟΜΕΚΟΝ, την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τους μεταλλαγμένους του ’68, επείγεται να διατυπώσει και πάλι έναν λόγο. Και τον λόγο τον εννοώ και με τις τρεις έννοιες που έχει ο όρος στα ελληνικά, τον λόγο ως εργαλείο επικοινωνίας, τον λόγο ως κατανόηση των αιτίων και των αλληλουχιών, τον λόγο, τέλος, ως λογισμό και λογική. Χωρίς κάτι τέτοιο, έχω καταλήξει να πιστεύω ότι δεν φτάνει να ξαναρίξουμε τη Δεξιά για μια ακόμη φορά, ή να διπλασιάσουμε κάποια ποσοστά εκλογικής επιρροής. Μεγαλώσαμε αρκετά για να ξέρουμε ότι υπάρχει η επόμενη μέρα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές κάθε απόπειρα για ενότητα της Αριστεράς με αθροιστικό κίνητρο υποθηκεύεται από το μέγεθος του πολιτικού ελλείμματός της, είναι μια αναποτελεσματική θεραπεία που εστιάζει στο σύμπτωμα και όχι στην αρρώστια. Ο Γ.Τ. θεωρεί σήμερα ότι όλα αυτά είναι ψευδοδιλήμματα και σημασία έχουν τα μεγάλα ακροατήρια. Είναι όντως μεγάλα; Κι ακόμη πιο σημαντικό, έχουν τη δυνατότητα να ακροαστούν πολιτικά;
Αν για κάτι δεν μπορεί να κατηγορηθεί η ομάδα της ΡΗΞΗΣ είναι η πολιτική αγοραφοβία. Από τη μεταπολίτευση ως τις πρόσφατες τοπικές εκλογές έχουμε συμμετάσχει σε αμέτρητα εγχειρήματα συνεργασίας, επιτροπών, πολιτικών μορφωμάτων, πολλές φορές με άτομα και ομάδες ριζικά διαφορετικές. Με πολλές δυνάμεις, του ΣΥΝ συμπεριλαμβανομένου, βρεθήκαμε συχνά στην ίδια όχθη σε σημαντικές για το κίνημα στιγμές. Βρεθήκαμε στην αντίπερα όχθη σε άλλες (ας θυμηθούμε τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας). Μπορεί να βρεθούμε και στο μέλλον, η όχθη όμως που κάποιος θέτει τον εαυτό και τους άλλους στην πολιτική δεν είναι εισιτήριο διαρκείας, αλλά εξαρτάται από το διακύβευμα. Στη βάση πάντα της συνεργασίας αυτής βρίσκονταν προτεραιότητες που έθετε η ίδια η πολιτική και κοινωνική συγκυρία και όχι η ανάγκη να είμαστε με πολλούς, γι’ αυτό και οι συνεργασίες αυτές υπήρξαν (όσο υπήρξαν) αποτελεσματικές. Ο Γ.Τ. ήταν παρών και θα πρέπει να θυμάται, όπως θα πρέπει να θυμάται και τις προσωπικές του τοποθετήσεις σε αρκετά από τα πολιτικά ζητήματα για τα οποία εγκαλεί σήμερα τη ΡΗΞΗ ως αδιαφορούσα. Κάθε άνθρωπος έχει φυσικά το δικαίωμα να αναθεωρεί απόψεις και στάσεις κι αυτό διασφαλίζει την προσωπική και συλλογική εξελικτική διαδικασία. Δεν μπορεί όμως να κατηγορεί άλλους ότι δεν μοιράζονται την αποδοχή των διλημμάτων, αυτών που τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο μόνος δρόμος για να είναι κάποιος πολιτικά παρών είναι να συνωστίζεται στις αποβάθρες της Κουμουνδούρου.

ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΜΟΙ …ΣΥΝ ΔΙΑΦΟΡΑ

Του Δημήτρη Κουκουλά 

Στο τελευταίο Άρδην δημοσιεύεται μια κριτική ανάλυση του Γιώργου Καραμπελιά για το κόμμα του Συνασπισμού. Επειδή κατά τεκμήριο οι αναγνώστες της Ρήξης τυγχάνουν και αναγνώστες του Άρδην, νομίζω ότι είναι γνώστες του θέματος και δεν χρειάζεται να κάνω ιδιαίτερες υπενθυμίσεις.
Ο φίλος μου ο Καραμπελιάς, όταν κάνει πολιτικές αναλύσεις είναι άπαιχτος. Η επαναστατική ιδιοσυγκρασία του –δεν προσεγγίζει ποτέ τα θέματά του ακαδημαϊκά και εξ αποστάσεως– η βαθιά του κατάρτιση και η μεγάλη γλωσσική ευχέρεια που διαθέτει, προσδίδουν στα κείμενά του γλαφυρότητα και μεγάλη δύναμη πειθούς. Γι’ αυτό θα ήμουνα χαμένος από χέρι αν προσπαθούσα να αντιπαρατεθώ μαζί του στο ίδιο στιλ. Στον Μαραντόνα δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς με ποδόσφαιρο, μπορείς να τον παίξεις πινγκ πονγκ για να έχεις πιθανότητα να πιάσεις καμιά μπαλιά. Κάτι σαν αυτό, δηλαδή, που προτίθεμαι να κάνω και εγώ τώρα με σκόρπιες απόψεις, παρατηρήσεις και διαισθητικές αντιλήψεις, μια στο καρφί και μια στο πέταλο. Περισσότερο, δηλαδή, κάποια ερωτήματα θέλω να βάλω, παρά να υπεισέλθω σε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Προσθέτοντας, απαραίτητα, ότι μιλάω σαν απλό μέλος του Συνασπισμού και εκφράζω μόνο δικές μου απόψεις.
Τα κοινωνικά φαινόμενα είναι περίπλοκα. Έχουνε παραμέτρους που δεν τις πιάνει ούτε ο πιο οξυδερκής παρατηρητής. Τα γεγονότα διαρκώς μας εκπλήσσουν. Κοιτάξτε τι έπαθε με τη Σοβιετική Ένωση ο Καστοριάδης! Αυτός ο διορατικός στοχαστής. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ίσως και αργότερα, προέβλεπε ότι το επόμενο στάδιο της ΕΣΣΔ θα ήταν η μετεξέλιξή της σε ένα πανίσχυρο στρατοκρατικό καθεστώς. Επιχειρηματολογούσε μάλιστα με έναν τρόπο πολύ πειστικό. Τον διάβαζες και έλεγες, αυτό είναι και τίποτα άλλο! Και η ΕΣΣΔ μετά από 2-3 χρόνια κατέρρευσε εν μια νυκτί, σαν χάρτινος πύργος! Ούτε 100 άνθρωποι δεν βγήκαν στο δρόμο να διαδηλώσουν!
Ο Καραμπελιάς, όταν γράφει για τον νεο-οθωμανισμό είναι τόσο πειστικός σαν να περιγράφει γεγονότα. Πέρυσι όμως που πήγα στην Τουρκία είδα και κάποια άλλα πράγματα. Είδα π.χ. ότι οι μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, που έγιναν και γίνονται στα παράλια του Αιγαίου, είναι αυτές που κατεβάσανε τα τούρκικα αεροπλάνα κατά τους θερινούς μήνες. Το μορατόριουμ ήρθε από μόνο του. Και ίσως πολύ σύντομα να είναι πια παρελθόν οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας για όλο το χρόνο. Δεν φέρνουν τουρίστες οι προκλήσεις και τα θερμά επεισόδια. Αν δεν θέλουμε να πάρουμε την Κόκκινη Μηλιά, αυτό είναι μια θετική εξέλιξη για τη χώρα μας. Κάτι τέτοιο είπε ο Αλαβάνος στη Μυτιλήνη. Είδα επίσης και τις νεαρές Τουρκάλες τής από δω μεριάς –τις αυριανές μητέρες- να έχουν κάνει τεράστια βήματα χειραφέτησης από τα βαριά δεσμά της μαντίλας. Συμπαθούν τη χώρα μας περισσότερο, ίσως, από την ενδοχώρα της δικής τους πατρίδας. Έχουν γραμμένο και το βαθύ και το ξέβαθο κράτος.
Σε αρκετά σημεία της κριτικής του, όπως εκεί με τους λαθρομετανάστες, έχει δίκιο και με βρίσκει σύμφωνο. Τα θέματα αυτά ήδη συζητούνται στις συνελεύσεις του ΣΥΝ. Η πείρα από την Ευρώπη πρέπει να μας γίνει μάθημα. Πρέπει να σπάσουν τα ταμπού της Αριστεράς στο θέμα αυτό. Να μην αφήνουμε τους εργαζόμενους βορά του Λάος (μην το διορθώσεις, Ρακκά, σε παρακαλώ, ας τους αποκαλούμε έτσι με τόνο στο Λα που τους τσαντίζει, μόνο που θα πρέπει να ζητήσουμε συγνώμη από τον περήφανο λαό του κράτους αυτού της Ινδοκίνας, που είχαν επί Βιετνάμ ένα μεγάλο αντάρτικο: τους Πάθετ Λάος και πολεμούσαν και αυτοί όπως και οι Βιετκόγκ, Αμερικανούς και ντόπιους στρατοκράτες).
Η λέξη πάντως «εθνομηδενισμός» είναι πολύ βαριά. Ξέρω ότι η κριτική απευθύνεται στην ηγεσία. Άμεσα όμως πιάνει και εμάς που ακολουθούμε αυτή την ηγεσία. Και εδώ θα ήθελα να μιλήσω για τους συντρόφους μου που είχαν αντίθετη άποψη από εμένα στο θέμα του βιβλίου της Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού ή στο θέμα της Κύπρου. Αυτούς που ήταν υπέρ του βιβλίου ή υπέρ του σχεδίου Ανάν.
Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και μονοδιάστατα. Πολλοί σύντροφοί μου, εγώ όχι, προέρχονται από αριστερές οικογένειες που τραβήξανε τα πάνδεινα στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά δύσκολα χρόνια. Ταπεινώθηκαν οι γονείς τους, οι οικογένειές τους, πληγώθηκε η παιδική τους τρυφερότητα, τσαλακώθηκαν! Και όλα αυτά από ανθρώπους που κρατούσαν τον Σταυρό και τη Γαλανόλευκη. Είναι φυσικό λοιπόν να πηγαίνουν αντίθετα από όποιον προτάσσει αυτά τα σύμβολα. Οι στοιχειώδεις ψυχολογικές θεωρίες τούς δικαιολογούν. Μην τους πιάνουμε από τα μούτρα. Υπάρχει και αυτή η διάσταση. Και σας διαβεβαιώ ότι είναι πλειοψηφία μέσα στον ΣΥΝ οι τέτοιας προέλευσης άνθρωποι. Ο Χρήστος Γιανναράς, στο βιβλίο του Καταφύγιο Ιδεών, αυτό το καταπληκτικό κείμενο, αυτή την αριστουργηματική κατάθεση ψυχής –άλλο αν ο ίδιος το έχει ξεχάσει τώρα και διατυπώνει κάτι περίεργες θεωρίες, θεωρεί τον Συνασπισμό πηγή όλων των κακών σε αυτή τη χώρα και πότε μας την πέφτει από δεξιά και πότε από αριστερά, πότε μας αποκαλεί εξουσία και πότε ταραξίες– περιγράφει πολύ αδρά και πετυχημένα τι γινότανε τότε. Όλο αυτό το πλέγμα εξουσίας, παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και Εκκλησίας που βυσσοδομούσε στα υπόγεια των ανακτόρων. Υπήρξε και ο ίδιος θύμα, χριστιανός είναι, ας δείξει κατανόηση και ευσπλαχνία στα θύματα της άλλης μεριάς. Γιατί ο Νεοκλής Σαρρής, που βγαίνει από το ίδιο κανάλι και την ίδια καρέκλα με τον Στυλιανό Παττακό και κουνάει το δάχτυλο και λέει «τα δυόμισι κόμματα της εξουσίας», έλειπε τότε από την Ελλάδα. Άσε που κάποιοι μελαγχολούν καθώς βλέπουνε στις ειδήσεις τα γεγονότα από τη Βιρμανία. Τους θρησκευτικούς ηγέτες να πρωτοστατούν στις διαδηλώσεις κατά της τυραννίας. Γιατί ασυνείδητα κάνουνε συγκρίσεις με τα δικά μας αντίστοιχα πράγματα. Μόνιμα εδώ η Εκκλησία μαζί με τους δυνάστες. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Κρήτη, που έχει έναν διαφορετικό κλήρο, προοδευτικό και δίπλα στον λαό –βλέπε Ειρηναίος– ο Καρατζφέρης έσπασε τα μούτρα του!
Εντάξει, παραδεχόμαστε ότι ο Συνασπισμός είναι ένα κόμμα που διαπνέεται από εθνομηδενισμό. Γιατί μέσα μου όμως, έτσι από διαίσθηση, πιστεύω ακράδαντα ότι σε περίπτωση που κατακτηθεί αύριο η Ελλάδα από ξένο κατακτητή, οι άνθρωποι του ΣΥΝ θα πλαισιώνουν τις αντιστασιακές οργανώσεις, ενώ τα πρωτοπαλίκαρα του Λάος θα γίνονται δωσίλογοι; Όπως γίνανε στην Κατοχή πολλοί λεβέντες από τις οργανώσεις του Μεταξά, που τόσο αρέσκονται να μας τον υπενθυμίζουν. Μίλησα για κατάκτηση αλλά μην τρομάζετε, υπόθεση εργασίας ήτανε, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Απλούστατα: «Η Πόλις εάλω». Με άλλον τρόπο: ύπουλο και μοιραίο.
Παλιά λέγαμε, η οικονομική βάση καθορίζει το εποικοδόμημα. Ισχύει και σήμερα. Άντε βρες την τώρα όμως πού είναι αυτή η βάση και τι εθνικότητας είναι. Τώρα που χάθηκαν οι εθνικές αστικές τάξεις και η προέλευση των κεφαλαίων στις μεγάλες εταιρείες γυρίζει σαν την μπίλια της ρουλέτας. Τη μια μέρα κάθεται Εμιράτα την άλλη Αμπράμοβιτς, την άλλη Κίνα, την άλλη Αμερική, κάτι απίθανα νησιά του Ειρηνικού και πάει λέγοντας. Το γάλα της Δέλτα, που το έβγαζαν τα παιδιά του Δασκαλόπουλου του τσοπάνου, που είχε έρθει στο Γαλάτσι από τη Ρούμελη, γράφει τώρα στη συσκευασία του VIVARTIA και άντε να βρεις από πού κρατάει η σκούφια της. Το μπακάλικο του Βασιλόπουλου από την Πελοπόννησο βρίσκεται τώρα στα χέρια κάποιων που άλλοι λένε ότι είναι Ολλανδοί, άλλοι Γερμανοί και άλλοι Αμερικάνοι. Το ίδιο και με το μαγαζί του Λαμπρόπουλου από την Αρκαδία. Τώρα λέγεται Νότος Γκάλερις και δεν έχει κανένα προϊόν ελληνικής κατασκευής. Μόνο τα επώνυμα της διεθνούς αγοράς. Διεθνή πρότυπα μεταφέρονται στην άκρη της γης. Μεγάλη φίρμα αθλητικών ειδών, η ΝΙΚΕ, έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο: κατάργησε το όνομά της και προωθεί τα προϊόντα της αναγράφοντας μόνο το σήμα της. Αν πας σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ινδίας ή σε ένα της Μαντζουρίας στην Κίνα και τους δείξεις τον σταυρό, μπορεί να μην τον αναγνωρίσουν, το σήμα της ΝΙΚΕ, όμως, θα το αναγνωρίσουν! Ένας παγκόσμιος καπιταλισμός, επιθετικός και άγριος, ελέγχει τον πλανήτη και διαμορφώνει πολιτιστικά πρότυπα και συμπεριφορές. Αλλοτριώνει τους ανθρώπους. Αλλάζει τις ρίζες τους και τον πολιτισμό τους. Ανήμπορα τα έθνη, ιδίως τα μικρά, αδυνατούν να περισώσουνε κάτι. Κοιτάξτε τι γίνεται στη Σερβία! Η ιστορία τους της Στ΄ Δημοτικού –δεν είχανε εκεί Ρεπούση– γράφει ότι το Κόσοβο είναι η κοιτίδα του σερβικού έθνους και δεν πρόκειται ποτέ να αποκοπεί από τον κορμό της! Αυτές τις μέρες όμως τι βλέπουμε; Με την καθοδήγηση των Αμερικανών και τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεθοδεύεται η παραχώρησή του στους Αλβανούς και δεν γίνεται ούτε μια διαδήλωση στο Βελιγράδι! Ούτε πεντακόσια άτομα δεν βγαίνουν στο δρόμο να φωνάξουν. Έτσι για την τιμή των όπλων, ρε παιδί μου! Η σερβική νεολαία μιλάει στα κινητά, φοράει ΝΙΚΕ, γυρίζει στα καφέ και στα μπαρ.
Μήπως ο Συνασπισμός και οι άλλες αριστερές δυνάμεις που συμμετέχουν στα διεθνή φόρουμ και τα κινήματα έχουνε δίκιο; Μήπως μέσα από πλατιές συναντήσεις, κρατώντας ο καθένας τα εθνικά του στοιχεία, μπορούμε να αντισταθούμε στην πολιτισμική λαίλαπα;
Κακά τα ψέματα. Η μόνη δύναμη που μπορεί να ορθώσει ανάστημα απέναντι στην παγκοσμιοποίηση είναι το Ισλάμ. Οι χριστιανοί σαν δόγμα είναι ενσωματωμένοι, είναι χαμένοι από χέρι. Έλα όμως που το Ισλάμ είναι μια επανάσταση προς τα πίσω! Άλλες αξίες αυτές και άλλοι πολιτισμοί. Οι Ταλιμπάν κόβουν τις κλειτορίδες των κοριτσιών για να μη νιώθουνε ηδονή! Ο Αχματινετζάντ εξαφάνισε από τη χώρα του, την ομοφυλοφιλία! Ο Χανίγια της Χαμάς στέλνει δεκαεξάχρονα παιδιά να τιναχτούν και αυτός όλο χοντραίνει!
Αν υπάρχουν ακόμη κάποια ψήγματα πολιτισμού που έχει στο κέντρο τον άνθρωπο, αυτά βρίσκονται στην Ευρώπη και την Αμερική και προέρχονται κατευθείαν από την αρχαία Ελλάδα. Και αν υπάρχει στην Ελλάδα ένα κόμμα που επιτρέπει στα μέλη του την έκφραση αντίθετης γνώμης –πέντε οργανωμένες τάσεις υπάρχουν στο εσωτερικό του- αυτός είναι ο Συνασπισμός. Αυτή η έρμη δημοκρατία στο κόμμα, για την οποία παλεύαμε τόσα χρόνια. Άλλο που ο Καραμπελιάς δεν έγραψε γι’ αυτό ούτε μια λέξη, δεν βρήκε μια καλή κουβέντα. Μπορεί να τα γράψει στο τρίτο μέρος για το ΚΚΕ. Έγραψε, όμως, αυτά τα ευτράπελα περί Εξαρχείων και Κολωνακίου, που μου θύμισαν όσα έλεγαν οι δεξιοί μετά το ’74 για τους μαλλιάδες με τα αμπέχονα –ήτανε και ο Καραμπελιάς ένας από αυτούς– και τα κορίτσια με τις μακριές φούστες, ότι τάχα όλοι ήμασταν πλουσιόπαιδα και τεμπέληδες και επαναστάτες του γλυκού νερού. Έγραψε και για «γάμους ομοφυλόφιλων», υιοθετώντας τη συκοφαντική ορολογία που χρησιμοποιούν οι πρετεντέρηδες για να ειρωνευτούν τον Συνασπισμό, ενώ ξέρει πολύ καλά ότι για νομική κατοχύρωση της μακροχρόνιας συμβίωσης ομόφυλων ανθρώπων μιλάει ο ΣΥΝ. Παίρνουν οι άνθρωποι ένα διαμέρισμα και όταν πεθαίνει ο ένας έρχονται τα ανήψια του και ζητάνε από τον άλλον νοίκι ή του κάνουν έξωση. Είναι μεγάλο πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους. Να μη γελάμε!

Και εθνομηδενισμός και υποκρισία

Του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην τ. 67 

Ο φίλος Δημήτρης Κουκουλάς, αναφερόμενος στο κεντρικό, κατά τη γνώμη μας, ζήτημα, επί τη βάση του οποίου υποβάλλουμε σε κριτική τον εθνομηδενισμό του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή τη στάση του έναντι του τουρκικού επεκτατισμού και του νεο-οθωμανισμού, υπερασπίζεται με επιχειρήματα κατώτερα της οξυδέρκειάς του και των ίδιων των απόψεών του τη στρατηγική της υπαγωγής της χώρας μας στον Νέο-Οθωμανισμό.

Εμπόριο και «πόλεμος»

Το κεντρικό του επιχείρημα είναι πως η Τουρκία κάνει μεγάλες τουριστικές και οικονομικές επενδύσεις, και δεν έχει ανάγκη από όπλα και ένοπλες προκλήσεις και πως οι Τούρκοι της Δυτικής Μικράς Ασίας «συμπαθούν τη χώρα μας περισσότερο ίσως, από την ενδοχώρα της δικής τους πατρίδας». O φίλος Δημήτρης –είναι κατανοητό αυτό ακόμα και ψυχολογικά– με αυτή του θέση αναλαμβάνει να επιβεβαιώσει το γιατί βρίσκεται στο Συνασπισμό. Διότι προτάσσει δύο βασικές αντιλήψεις της φιλελεύθερης (ή μήπως και νεο-φιλελεύθερης) Αριστεράς:
Α. Ότι το εμπόριο, η οικονομία, ο τουρισμός, αποτελούν παράγοντες αποτροπής του πολέμου και ότι κατά συνέπεια, όσο περισσότερο εμπόριο κάνουμε με την Τουρκία, τόσο απομακρύνεται ο κίνδυνος πολέμου. Είναι γνωστό αυτό το επιχείρημα, το οποίο προέβαλαν οι Δυτικές Δημοκρατίες πριν από τον πόλεμο έναντι του Χίτλερ. Ανάλογα επιχειρήματα προέβαλαν οι ελληνοκύπριοι ή οι Κωνσταντινοπουλίτες παλιότερα . «Εμείς με το εμπόριο θα εξευμενίσουμε τους μπουνταλάδες Τούρκους». Βέβαια όλοι τους ξεχνούσαν πως το εμπόριο στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι συχνά ο… προθάλαμος του πολέμου, διότι ανοίγει την όρεξη για περισσότερα κέρδη, όταν υπάρχει ήδη το υπόβαθρο της αντιπαλότητας. Αυτή είναι η απολογητική της αριστεράς του κεφαλαίου, «κάντε εμπόριο και όχι πόλεμο». Όσο για το πραγματικό κεφάλαιο, ή για να είμαστε ακριβέστεροι, για τις ηγέτιδες τάξεις στο σύνολό τους, άλλοτε προχωρούν με το εμπόριο και άλλοτε με τον πόλεμο. Αυτό έκαναν οι ΗΠΑ στο Ιράν, οι Τούρκοι στην Πόλη το 1955 κ.λπ.
Β. Αναρωτιέται που ανακαλύψαμε τα περί «νεο-οθωμανισμού». Και όμως η ενίσχυση των οικονομικών συμφερόντων της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, στην περίπτωσή μας η πρόσδεση της οικονομίας της Μυτιλήνης στην Τουρκία, που προτείνει ο κ. Αλαβάνος συνιστά ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζουμε ως νέο-οθωμανισμό Στην ίδια στρατηγική κατεύθυνση βρίσκονται οι αγωγοί αερίου, η εμπλοκή των ελληνικών τραπεζών στην Τουρκία, η αμφισβήτηση του καθεστώτος του Αιγαίου, η κατοχή της Κύπρου, η ναυτική βάση στον Αυλώνα της Αλβανίας, η προσπάθεια προσεταιρισμού των Σκοπίων και της Βουλγαρίας, οι απειλές επέμβασης στο Ιράκ. Δηλαδή το καινούργιο στοιχείο, στον τουρκικό επεκτατισμό, που χαρακτηρίζουμε ως νεο-οθωμανισμό είναι πλέον η χρήση γεωπολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών όπλων ταυτόχρονα και όχι όπως στο παρελθόν η χρησιμοποίηση σχεδόν αποκλειστικά γεωπολιτικών και στρατιωτικών όπλων. Γι’ αυτό και στο παρελθόν οι ελληνικές ελίτ αρνούνταν να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό επεκτατισμό από ενδοτισμό ή εξ αιτίας της υποταγής τους στις ΗΠΑ, ενώ σήμερα έχει προστεθεί και το συμφέρον στα κίνητρά τους.
Στην Ελλάδα έχει δημιουργηθεί ένα λόμπι ποικίλων συμφερόντων, το οποίο ενισχύεται καθημερινά, που κερδίζει από την «ελληνο-τουρκική φιλία» και γι’ αυτό είναι διατεθειμένο να «παραβλέψει» την …κατοχή της Κύπρου ή τις τουρκικές απειλές στη Θράκη, και να δεχθεί για την Ελλάδα ένα ρόλο πιστού υποτακτικού της Pax Turco-Americana στην περιοχή. Και αυτό το λόμπι δεν περιλαμβάνει μόνο επιχειρηματίες, τον Κόκκαλη, ή τον Κουτσίκο, δεν περιλαμβάνει μόνο πράκτορες, και «αμερικανάκια», αλλά και διανοουμένους ή καλλιτέχνες των οποίων τα βιβλία ή οι δίσκοι μοσχοπουλιούνται στην τουρκική αγορά, τηλεοπτικά κανάλια που μεταδίδουν τουρκικές σαπουνόπερες, υπευθύνους διεθνών σχέσεων κομμάτων που ξημεροβραδιάζονται στην Τουρκία, πολιτικούς που θέλουν να συνδέσουν το πολιτικό τους μέλλον με τη ανερχόμενη νέο-οθωμανική τάξη στην περιοχή. Διαμορφώνεται δηλαδή μια νέο-φαναριώτικη ελίτ, που έχει συμφέρον στην υπαγωγή της Ελλάδας στην τουρκοαμερικανική ομπρέλα. Και βέβαια υπάρχουν πάντα οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» καθώς και οι ιδεολόγοι μιας ορισμένης αριστερής αντίληψης οι οποίοι, όπως ο φίλος Δημήτρης, εκστασιάζονται από τις «νεαρές τουρκάλες» που μας συμπαθούν. Λες και αυτή η συμπάθεια ορισμένων στρωμάτων που όντως νιώθουν κοντά στους Έλληνες, ίσως και λόγω του εθνικού ή του πολιτισμικού τους υποστρώματος, αρκεί για να αλλάξει τη φύση του τουρκικού επεκτατισμού. ¨Όσο για τα περί μείωσης της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο «λόγω τουρισμού», είναι πολύ πρόσφατος ι θάνατος του σμηναγού Ηλιάκη τον Μάϊο του 2006 στην προσπάθεια να αντιμετωπίζει οπλισμένο τουρκικό μαχητικό που είναι μάλλον αμετροέπεια το να μιλάμε για μείωση των τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο.

Συνασπισμός ή … Λάος

Γράφει πολλά ο Δ. Κουκουλάς. Σε ορισμένα έχει δίκιο. Αλλά επειδή συνολικά έχει «άδικο», καταφεύγει στα γνωστά επιχειρήματα αυτού του χώρου, την αντιπαράθεση μεταξύ Λάος και Συνασπισμού, δηλαδή της παρωχημένης μορφής του συστήματος, με τα «πατρίς θρησκεία οικογένεια», με τη σύγχρονη μορφή του που είναι «παγκοσμιοποίηση, πολυ-πολιτισμός και ανοχή». Και όπως γνωρίζουμε το κεντρικό όχημα της κυρίαρχης ιδεολογίας σήμερα είναι η τηλεόραση και ο εκμαυλισμός του λαού προς την κατεύθυνση της αποβολής κάθε ηθικού ενδοιασμού και όχι βέβαια η εκκλησία και οι παραδοσιακές ηθικές αξίες. Όποιος αντιστρέφει αυτή την πραγματικότητα, όπως κάνει η φιλελεύθερη Αριστερά που μεταβάλλει σε κύριο εχθρό της τον Χριστόδουλο και την εκκλησία, αυτός και αποτελεί ιδεολογικό δεκανίκι αν όχι και πρωτοπορία αυτού του συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τους γάμους των ομοφυλοφίλων: ό,τι δηλαδή το άλλοθι του προοδευτισμού της φιλελεύθερης Αριστεράς είναι τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ο «αντισημιτισμός», ο «αντιρατσισμός» κ.λπ. Και αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να αναγνωρίζονται τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων ή να μην καταγγέλλονται οι ρατσιστικές ή αντισημιτικές αντιλήψεις. Κάθε άλλο. Απλώς αυτό που επισημάναμε είναι πως ο Αλέκος Αλαβάνος στην πρώτη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη μετά την εκλογή του ως πρόεδρος του Συνασπισμού, επέλεξε να συναντηθεί με αντιπροσωπία των ομοφυλοφίλων και όχι π.χ. με αντιπροσωπία «ρωσοποντίων» ή Κυπρίων. Και η εξήγηση είναι απλή, το προφίλ που θέλει να αναδείξει είναι εκείνο του «πολυ-πολιτισμού» και της «ανεκτικότητας», δηλαδή αρχές συμβατές με την νέα τάξη της παγκοσμιοποίησης, συμβατές ακόμα και με τις πιο χυδαίες εκπομπές της τηλεόρασης. Διότι σήμερα βέβαια, την εποχή της gay parade οι εχθροί του συστήματος είναι οι «εθνικιστές» και όχι τα πολυποίκιλα δικαιώματα και ο «πολύ-πολιτισμός».
Τι νόημα έχει λοιπόν να αναφέρεται ο Κουκουλάς σε αυτά που υποστηρίζει το ΛΑΟΣ, θέλοντας να απαντήσει στον… Καραμπελιά;
Γράφει ακόμα ο Δ.Κ.: «Μήπως ο Συνασπισμός και οι άλλες αριστερές δυνάμεις που συμμετέχουν στα διεθνή φόρουμ και τα κινήματα, έχουνε δίκιο; Μήπως μέσα από πλατιές συναντήσεις, κρατώντας ο καθένας τα εθνικά του στοιχεία, μπορούμε να αντισταθούμε στην πολιτισμική λαίλαπα;» Μα ακριβώς αυτό υποστηρίζουμε πως ο Συνασπισμός αρνείται και στα διεθνή φόρουμ την εθνική του ταυτότητα. Γι’ αυτό η ελληνική αντιπροσωπία σε όλες τις διεθνείς συναντήσεις είναι ίσως η μόνη που δεν διακρίνεται από τις άλλες, γιατί αρνείται, σε βαθμό γελοιογραφίας, να σηκώνει την ελληνική σημαία, σε αντίθεση με ότι κάνουν όλες οι άλλες εθνικές αντιπροσωπείες. Ο Συνασπισμός λοιπόν υποστηρίζει την εξαφάνιση της εθνικής μας ταυτότητας πίσω από το ψευδώνυμο της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», καταγγέλλοντας κάθε αίτημα ταυτότητας ως εθνικισμό και ρατσισμό, ή μήπως δεν τα γνωρίζει αυτά ο Δ.Κ.;
Όσο για τη βολική δικαιολογία ότι οι παλιοί αριστεροί έχουν τραύματα από το «Ελλάς, Ελλήνων χριστιανών» και γι’ αυτό έχουν προσχωρήσει στο «Ελλάς Ελλήνων ωχαδερφιστών» ή «ότι φάμε κ.λπ.», δεν μου φαίνεται τόσο έγκυρη τριαντατρία ολόκληρα χρόνια μετά τη Χούντα. Αντίθετα προσμετρώντας βίλες, κομματικούς μισθούς, ευρωπαϊκά προγράμματα και βουλευτικές αποζημιώσεις, βλέπω άλλες αιτίες στην «αδυναμία» τους να κατανοήσουν πως και γιατί σε μια εποχή χυδαίας χρησιμοθηρίας και υλισμού, σε μια εποχή απουσίας οραμάτων, η θρησκεία μεταβάλλεται σε αποκούμπι και παρηγοριά των ανθρώπων.
Και εμείς γνωρίσαμε τους καταναγκασμούς μιας παρωχημένης εποχής, με την οποία συγκρουστήκαμε. Ο υποφαινόμενος επί παραδείγματι διώχτηκε από το κατηχητικό, γιατί έκανε ερωτήσεις περί υπάρξεως Θεού, αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή έκανε λάθος στην προσευχή, προσήχθη σε αστυνομικό τμήμα δι’ υπόθεσίν του από το Δημοτικό Σχολείο, ξυλοφορτώθηκε από την Αστυνομία και φυλακίστηκε από τη Χούντα. Αυτό όμως δεν τον κάνει να μη βλέπει, 34 χρόνια μετά, πως η νέα ηγέτιδα τάξη του συστήματος, ιδιαίτερα στους τομείς του πνεύματος, της τέχνης, των ΜΜΕ, προέρχεται προνομιακά αν όχι αποκλειστικά από την Αριστερά και πως η νέα κυρίαρχη ιδεολογία είναι η «πρόοδος» και ο «εκσυγχρονισμός», ενώ ο κύριος εχθρός είναι η «παράδοση», η «συντήρηση», η «θρησκεία», δηλαδή ο λαουτζίκος. Εξ ου και η αντιφατικότητα των θέσεων του Δ,Κ, που θεωρεί –και σωστά– τον ισλαμισμό ως κύριο εχθρό της παγκοσμιοποίησης, αλλά ταυτόχρονα τον παρουσιάζει με το πιο αποτρόπαιο πρόσωπο, και εν πολλοίς συκοφαντικά, διότι οι ηγέτες της Χαμάς είναι μελλοθάνατοι, δολοφονημένοι από το Ισραήλ και δεν προλαβαίνουν «να χοντρήνουν».
Τα πράγματα λοιπόν είναι απλά. Όσο τα λαϊκά στρώματα θα διαβουκολεύονται από την εκσυγχρονιστική Αριστερά, η οποία έχασε κάθε όραμα αλλαγής της κοινωνίας και μεταβλήθηκε, στην καλύτερη περίπτωση, όπως λέει κάποιος Γάλλος συγγραφέας σε «σταθμό πρώτων βοηθειών από τα ατυχήματα του συστήματος», θα καταφεύγουν στο αποκούμπι της παράδοσης για να βρουν κάποια ανακούφιση. Και μόνο όσοι θέλουν να ξανασυνδέσουν την παράδοση και το λαό με ένα πρόταγμα ριζικής αλλαγής της κοινωνίας, όπως κάνει το Άρδην, αυτοί μπορούν να ξεπεράσουν και το δίλημμα Συνασπισμός ή ΛΑΟΣ, που θέτει ο Δ.Κ. Τα υπόλοιπα είναι είτε προφάσεις εν αμαρτίαις, όπως ισχύει για την ηγεσία και τις ελίτ αυτού του χώρου, είτε ιδεολογική οκνηρία είτε, στην καλύτερη περίπτωση, ατολμία.

Υ.Γ. Τέλος είμαι υποχρεωμένος να κάνω μια αναφορά στους υπαινιγμούς του Γιώργου Τοζίδη περί “συκοφάντησης” του Αλάβανου από τη “Ρήξη”. Είμαι αυτός που έγραψε το συγκεκριμένο άρθρο, όταν ο Αλαβάνος βγήκε στη Βουλή να υπερασπιστεί, ως “συκοφαντούμενο” από τον “νονό” Καραμανλή, τον εκδιωχθέντα ως διαπλεκόμενο και από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, Γενικό Διευθυντή του. Και επιμένω πως η συμπεριφορά του Αλαβάνου υπήρξε αχαρακτήριστα και σκανδαλωδώς φιλοπασοκική και αμοραλιστική και ανταμείφθηκε στις εκλογές.
Αν έχω να επικρίνω σε κάτι τον εαυτό μου για τη στάση μου απέναντι τον Αλέκο Αλαβάνο, που έχει χρηματίσει και αρθρογράφος του Άρδην, είναι ότι άργησα πολύ να διακρίνω την καταπληκτική ευκολία του στην αλλαγή τοποθετήσεων και απόψεων, που τον οδήγησε και στην όψιμη ταύτιση του με τον εθνομηδενισμό: “Θα πάει μπροστά αυτό το παιδί στην πολιτική”. Όταν λοιπόν ο Γ.Τ. επιμένει πως η συζήτηση που είχαμε δεν τον έκανε να αλλάξει γνώμη, παρά τα στοιχεία που παραθέσαμε, εγώ και άλλοι, τότε επιδεικνύει κακή προαίρεση, “που (όντως) αγγίζει τα όρια της συκοφαντίας” .

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


Notice: Uninitialized string offset: 0 in /var/www/vhosts/ardin-rixi.gr/httpdocs/wp-includes/class-wp-query.php on line 3149