Uncategorized, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Κούλουμα καί Κουκούγεροι: μιά νέα ἐκδοχή τῆς παλαιᾶς ἐτυμολογίας

Δημήτρης Λαρδίκος, στό ἄρθρο του «Οι “Αποκρές” στην Καντύλα τα παλαιότερα χρόνια», Τά Κανδυλιώτικα, φ. 98 [Ἰαν.-Μάρτ. 2018], ἀναφερόμενος στόν ἑορτασμό τῆς Καθαρῆς Δευτέρας, σημειώνει: «Τα αποκριάτικα ξεφαντώματα έκλειναν την Καθαρή Δευτέρα με τα “κούλουμπρα”, όπως έλεγαν τα κούλουμα οι Καντυλαίοι. Η χαρακτηριστική φράση για το ξεφάντωμα αυτό ήταν “την καθαρο-Δευτέρα θα χαλάσουμε τα κούλουμπρα”».

Παραλλαγές τῆς φράσης, προκειμένου περί τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας, συναντᾶμε καί ἀλλοῦ, ὁπότε δέν πρόκειται γιά ἀποκλειστικά καντυλαίικη πρωτοτυπία: Χαλᾶμε τά κούλουμπα (= γιορτάζομε κατά τόν γνωστό τρόπο στό ὕπαιθρο τήν Καθαρή Δευτέρα) Πελοπν. (Λάμπ.) Θά χαλάσωμ᾿  τά κούλ᾿πα Στερελλ. (Δεσφ.) «Θά χαλάσουμε τά μπούκλουβα, λέγουν ὅταν πρόκηται νά μή νηστέψουν τήν Καθαρή Δευτέρα» Πελοπν. (Κάμπος Λακων.).[1] Ἡ τελευταία φράση δημιουργεῖ τήν ἐντύπωση ὅτι τό ρῆμα «χαλάω» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσῃ τήν παραβίαση τῆς νηστείας, ὅμως δέν πρόκειται γι᾿ αὐτό.

Ἡ σημασία τῆς περίεργης ἔκφρασης διασαφηνίζεται ἀπό τήν πληροφορία πού μοῦ παρέχει ὁ πάντα πρόθυμος πατριώτης μου (ἀπό τά Τρόπαια –πρώην Βερβίτσα- Ἀρκαδίας) Νεκτάριος Κιντής: «κούλ(ου)μπα:τά κούλουμα, Θά ᾿ρθῃς νά πᾶμε ᾿ά χαλάσουμε τά κούλ᾿μπα; Φτειάναμε ἕναν κουκουγεράκο καί τόν γκρεμίζαμε, εὐτοῦνα ἤσαντε τά κούλ᾿μπα».

κουκουγεράκος κουκούγερας κουκουγέρι εἶναι «κατασκευή ἀπό πέτρες, ἡ μιά πάνω στήν ἄλλη, στό σύνορο τῶν χωραφιῶν, που δηλώνει ὅτι φυλάγονται.» Ὑπάρχει καί ἡ ἔκφραση Ὅποιος θέλει νά τ᾿ ἀμποδίσῃ βάνει κουκουγέρια κι ὅποιος θέλει νά κάνῃ δικαστήρια βάνει κουτρούλια.

Ἀλλά κουμούλι καί κουμουλίτσα σημαίνει στήν Τσακωνιά «μικρός σωρός ἀπό πέτρες, σάν ἀπαγορευτικό σημεῖο βοσκῆς ἀπό ξένα ζῶα», καί τόν σωρό πετρῶν σημαίνουν σέ πολλές περιοχές τά κουμούλα, κουμπούλα, γκουμούλα, κουρμούλα, κουλούμα, κουμουλάκι, κουλουμάκι, γκουλουμαριάκουμουλέα, κουμουλία, κομ᾿λιά, κουμ᾿λιά, κουμπ᾿λιά.

Ἀβίαστα, συνεπῶς, συνάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ἡ λέξη κούλουμα σημαίνει κυριολεκτικά τούς σωρούς πετρῶν πού γιά κάποιον δυσερμήνευτο λόγο χαλοῦν οἱ ἑορτάζοντες τά «κούλουμα».

Ἡ λέξη θεωρεῖται λατινικῆς προέλευσης (cumulus = σωρός), καί παρουσιάζει ἐναλλακτικούς τύπους ὅπως: κούμουλα Κρήτ. Κύθηρ. Μύκ. Πάρ. κούλ᾿μα Στερελλ. (Ἀράχ.) κούλουμπα Πελοπν. (Κλειτορ. Λάλ. Λάμπ. Μεθών.) κούλ᾿μπα Πελοπν. (Τρόπ.) κούλουμπρα Πελοπν. (Καντύλ.) κούλ᾿πα Στερελλ. (Δεσφ.) μπούκλουβα[2]Πελοπν. (Κάμπος Λακων. Κορών.)  Θηλ. κούλουμες οἱ (: Στίς Κούλουμες ντύνονται μπαρμποῦτες) Πελοπν. (Λεῦκτρ.) κουμουλάδες οἱ (= ἡ ἔξοδος εἰς τήν ἐξοχήν κατά τήν Καθαράν Δευτέραν) Κύθηρ.

Παρόμοιες φωνητικές ἀλλαγές παρουσιάζουν καί ἄλλες ὁμόρριζες λέξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς, ὥστε ἡ σύνδεση μέ τήν βασική σημασία «σωρός» (πετρῶν, χώματος, ἀνθρώπων κ.τ.τ.) νά μήν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση: κουλούμια (= σωροί χωμάτων πού σχηματίζονται κατά τό σκάψιμο τῶν ἀμπελιῶν) / κ᾿λούμπια | κούλουμο, κούλουμα (= πλῆρες μέχρι χειλέων, σωρωτό) / κούλ᾿μος (= ὑπερπλήρης) / κουλούμπα (= πλημμυρισμένος || ὅλοι μαζί, καθ᾿ ὁμάδες, σωρηδόν) / κούμπ᾿λα (= ξέχειλα) | κουλουμώνω-ομαι (= συσσωρεύομαι, περικυκλώνω ἀσφυκτικά) / κουλουμπώνω-ομαι κ.λπ.

Ὑπάρχει, ἐν τούτοις, μιά ἐμφανής ἀναντιστοιχία μεταξύ τοῦ πρωτογονισμοῦ τοῦ τελετουργικοῦ ἐθίμου, πού παραπέμπει σέ παμπάλαια δρώμενα, καί τοῦ λατινικῆς προελεύσεως θεωρουμένου ὀνόματος πού συνεπάγεται ἀναγωγή τοῦ ἐθίμου σέ νεώτερες ἐποχές. Ἡ ἀναφορά τοῦ Κ. Σάθα (Ἱστορικὸν Δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν…, 1878,σ. πε΄) ἀναδεικνύει αὐτήν τήν πλευρά τοῦ ζητήματος: «Ἀλλὰ καὶ τὰ συμπόσια συγχωνευθέντα εἰς τὰς Ἀπόκρεως ἀποτελοῦσι τὴν ἀπόδοσιν τῆς Βακχικῆς ἑορτῆς· ἐνῷ δὲ ἤλλαξαν τὸ ὄνομα, ἐπὶ τὸ λατινικώτερον καλούμενα Κούλουμα (cumulus· προσθήκη, ἀπόδοσις), οὐδὲν ἧττον ἡ πομπὴ μένει ἔτι ἡ αὐτὴ ὡς πρὸ χιλίων πεντακοσίων ἐτῶν τὴν περιέγραψεν ὁ μέγας Βασίλειος». Ὁ Β. Φάβης («Μετάθεσις καὶ ἀντιμετάθεσις φθόγγων», Λεξικογραφικὸν Δελτίον Α΄ [1939], σ. 125), παρατηρεῖ γιά τά λεγόμενα τοῦ Σάθα: «Τὴν ἀπὸ τῆς Λατινικῆς λέξεως cumulus ἐπὶ τῆς ἀναγραφομένης σημασίας παραγωγὴν ἐθεώρησεν ὁ Σάθας τόσον προφανῆ, ὥστε δὲν ἔκαμε μακρότερον λόγον. Καὶ ὄντως τὸ ρῆμα cumulo σημαίνει ἐκτελῶ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν, τὴν ἐπιστέφουσαν τὸ ὅλον, cumulus δὲ ὡς οὐσ. σημαίνει τὸν ἐπίλογον, καὶ εἶναι, ὡς εἰκός, ἐπίλογος καὶ τέρμα τῶν βακχικῶν ἑορτῶν τῶν Ἀπόκρεων, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν τὴν Πέμπτην τῆς κρεοφάγου καὶ λήγουν τὴν Καθαρὰν Δευτέραν.»

Ἄλλοι εἰκάζουν ὅτι τά κούλουμα μέ τήν σημασία τοῦ σωροῦ ἀναφέρονται στήν ἀφθονία τῶν φαγητῶν κατά τήν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ, ἄλλοι ὅτι ἡ λέξη προέρχεται ἀπό τό λατινικό columna (= κολώνα), ἐπειδή ὁ ἑορτασμός στήν Ἀθήνα γινόταν στούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ἄλλοι ἀπό τό ἀλβανικό columkulluem (= καθαρός) κ.λπ.[3]

Ἡ παραγωγή ἀπό τήν ἀλβανική εἶναι προφανῶς ἄστοχη, διότι ὁ προσδιορισμός τῆς ἑορτάσιμης Δευτέρας ὡς «καθαρᾶς» ἔγινε ὑπό τήν πίεση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θέλησε νά ἀντικαταστήσῃ τήν παλαιότερη ὀνομασία «Μουτζουροδευτέρα», διατηρούμενη ἀκόμα σέ ὡρισμένες περιοχές, προκειμένου νά ἐξαλείψῃ τό «παγανιστικό» ἔθιμο τοῦ μουτζουρώματος τῶν μεταμφιεσμένων.

Ἄστοχη ἐπίσης εἶναι ἡ παραγωγή ἐκ τοῦ columna (= κολώνα), καί ἡ σύνδεση μέ τούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ἀπ᾿ τήν στιγμή πού ἡ ὀνομασία εἶναι διαδεδομένη σέ πολλές περιοχές πού οὐδεμία σχέση ἔχουν μέ τήν Ἀθήνα καί τίς «κολῶνες» της.

Ὑπό τό πρίσμα τῆς πολύ συγκεκριμένης πληροφορίας ὅτι κατά τά Κούλουμα οἱ θιασῶτες «χαλᾶνε τά κούλ(ου)μπα», ἤτοι γκρεμίζουν τούς σωρούς τῶν πετρῶν, τούς ὀνομαζόμενους καί «κουκουγέρια», προβάλλει ἡ ἀνάγκη μιᾶς διαφορετικῆς ἑρμηνείας, λιγώτερο ἀφηρημένης. Ὁ καντυλαίικος τύπος κούλουμπρα μᾶς ἐπιτρέπει νά κάνουμε τήν συσχέτιση μέ τόν προφανῶς ὁμόρριζο κουρούμπελα ἀπό τόν Κάμπο Λακωνίας (ἀντιμετάθεση λ-ρ > ρ-λ, ἤτοι κούλουμπρα > *κούρουμπλα > κουρούμπελα), πού σημαίνει ὅ,τι καί τό κούλουμ(π)α, δηλ. σωρούς πετρῶν τοποθετούμενων «ἡ μιά ἐπί τῆς ἄλλης» ὡς «σημεῖον ἐμποδισμοῦ τῆς βοσκῆς εἰς τά μέρη πού καθορίζονται ἀπό αὐτά».

Ὑπάρχει καί ρῆμα κουρουμπελιάζω (= τοποθετῶ κουρούμπελα καί ἀπαγορεύω τήν βοσκήν: Πᾶμε νά βάλωμε κουρούμπελα, πᾶμε νά κουρουμπελιάσωμε τό λαχίδι) Πελοπν. (Κάμπος Λακων.). Ἀλλά τήν πιό σημαίνουσα πληροφορία, σχετικά μέ τίς ἀπαρχές τῆς ἀποτροπαϊκῆς χρήσης τῶν σωρῶν αὐτῶν τῶν πετρῶν, μᾶς τήν δίνει τό παρακάτω ἑρμήνευμα ἀπό τό ἴδιο χωριό: «κουρούμπελο: εἶδος εἰκονοστασίου κτιστοῦ εἰς τό χωριό, πρός ἀποτροπήν διαφόρων ἀσθενειῶν. Τό χωριό εἶχε τρία κουρούμπελα» Πελοπν. (Κάμπος Λακων.).

Εἶναι προφανές ὅτι ἡ μαγική / ἀποτροπαϊκή χρήση τῶν κουρούμπελων προηγεῖται τῆς φαινομενικά πρακτικῆς, ὅπου οἱ σωροί τῶν πετρῶν λειτουργοῦν οἱονεί ὡς φράχτες, ἄν καί στήν οὐσία διατηροῦν κάτι ἀπό τήν παλαιά ἀποτροπαϊκή τους δύναμη, ἀφοῦ ἁπλῶς δηλώνουν μιά ἀπαγόρευση παρά τήν ἐξασφαλίζουν. Εἶναι χαρακτηριστικό πῶς λειτουργεῖ τό παρόμοιο πρός τό κουρούμπελο κουκουγέρι, ἤτοι«οἱ λίθοι οἱ τιθέμενοι ἐξ ἀποστάσεως ἐπί τοῦ ἀγροῦ πρός δήλωσιν τοῦ ὅτι ὁ ἀγρός φυλάσσεται· ὅθεν ὁ ποιμήν βλέπων τούς λίθους δέν πλησιάζει»[4] Πελοπν. (Κερπιν.)

Ἄν μετατοπίσουμε προσωρινά τό ἐνδιαφέρον μας ἀπό τά κουμούλια / κουλούμια / κούλουμα στά ἐν πολλοῖς ταυτόσημα κουκούγερας, κουκουγέρι κ.τ.τ., ἐνδεχομένως θά εἴμαστε σέ θέση νά συναγάγουμε ὡρισμένα ἐπί πλέον συμπεράσματα καί νά ἰχνηλατήσουμε σέ μεγαλύτερο βάθος τό παρελθόν τῶν ἀποκριάτικων ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων.

Ἐν πρώτοις, ἡ λέξη, μέ βασική σημασία «σωρός πετρῶν», ἐμφανίζει τούς παρακάτω τύπους:

Ἀρσ. κουκούγερας ὁ,  Πελοπν. (Ἀργολ. Βερεστ. Κακούρ. Κερπιν. Κυνουρ. Μαζαίικ. Τρίκκ. Κορινθ. Τρόπ.) κουκούιρους Στερελλ. (Κολάκ.) Αἰτ. Πληθ. κουκουγέρους Πελοπν. (Ἀργολ.) Θηλ. Πληθ. κουκουγέρες οἱ, Πελοπν. (Κλειτορ.) Οὐδ. κουκουγέρι τό, Κέρκ. Πελοπν. (Βαλτεσιν. Καλάβρ. Κερπιν. Τρόπ.) κουκουέρι Ἀντίπαξ. Παξ.Πελοπν. (Βλαχοκερ.) Πληθ. κουκουέρια Πελοπν. (Κυνουρ.) κουκογέρια Πελοπν. (Μαζαίικ.). Καί τοπων. Κουκούγερας ὁ, Ὀθων. Παξ. Πελοπν. (Γορτυν. Γύθ. Κλειτορ.) Κουκούερας Παξ. Πελοπν. (Τεγ.) Κουκουγέρι τό, Πελοπν. (Κερπιν.)

Σ᾿ αὐτά δέον νά προστεθοῦν τά παράγωγα κουκουγεράκος Πελοπν. (Τρόπ.), Πληθ. Οὐδ. κουκουιράκια Στερελλ. (Κολάκ.), κουκουγεριάζω (= στήνω κουκουγέρια γιά νά ἐμποδίσω τήν πρόσβαση: Ἐγώ θά κουκουγεριάσω ὅλα τά χωράφια μου κι ὅποιου βαστάει ἄς μπῇ) Πελοπν. (Κερπιν.)

Ἀκολουθεῖ μιά μεμονωμένη, πλήν ἐξόχως ἀποκαλυπτική, μαρτυρία ἀπό τήν Κρήτη: κουκούγ΄ερος ὁ, (= τό φόβητρον εἰς τάς θημωνιάς: Ἄ δέ βάλῃς κουκούγ΄ερο, θά σᾶσε φᾶνε τό στάρι τά πουλιά) Κρήτ. (Ἀχεντρ.). Νά λοιπόν ἀπό ποῦ ἕλκει τήν καταγωγή ἡ ἀποτροπαϊκή λειτουργία καί τό ὄνομα τῶν πέτρινων σωρῶν πού φέρουν τό ὄνομα κουκούγερας: ἀπό ἕνα φόβητρο, ἕνα σκιάχτρο (στήνονταν πολλά τέτοια παλαιότερα στά χωράφια) πού ἔχει στόχο νά ἀπομακρύνῃ ὁ,τιδήποτε καί ὁποιονδήποτε ἀνεπιθύμητο, καί πού ἔχει ἀρχίσει ἤδη νά παίρνῃ στά μάτια μας τήν μορφή τοῦ ὑπεύθυνου γιά τήν ὀνοματοθεσία γέροντος / γέρου.

Αὐτό ὅμως σημαίνει ὅτι κινούμαστε πλέον στό ἔδαφος μιᾶς παλαιᾶς ἑλληνικῆς παράδοσης, ἀφοῦ δέν νομίζω νά ὑπάρχῃ ἔστω καί ἕνας ὁ ὁποῖος νά ἀμφισβητήσῃ τήν ἑλληνικότητα τοῦ β΄ συνθετικοῦ τῆς λέξης κουκούγερας / κουκούγερος κ.λπ. Ἄλλωστε κάτι τέτοιο ἐπικυρώνεται καί ἀπό μαρτυρίες προερχόμενες ἀπό διάφορες περιοχές: κουκούγερας (= ὁ ἔχων γεροντικόν σῶμα ἤ ἦθος, ἐνίοτε καί αὐτός ὁ γέρων) Κεφαλλ. κουκούγερας καφούγερας (= ὁ γέρων ὁ ἄμυαλος, ὁ μή ἐννοῶν: Ἐκίνησε ὁ κουκούγερας –θέ μ᾿ συχώρεσέ με- καί τρούκ τρούκ πῆε σά dό bοῦφο στό πουλί) Πελοπν. (Βερεστ.) Τί κάθεσαι κουβαρομαζωμένος σάν κουκούγερας; Πελοπν. (Καντύλ.) κουκούγερο τό (= γέρων ἔρημος οἰκείων) Λευκ.

Μποροῦμε ἑπομένως νά συμπεράνουμε μέ σχεδόν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι τό γένος αὐτῶν τῶν ἐχόντων «γεροντικόν σῶμα καί ἦθος» ἀντιπροσωπεύουν ὅλοι αὐτοί οἱ μεταμφιεσμένοι τῆς Ἀποκριᾶς πού φέρουν παρεμφερῆ ὀνόματα: Κουκούγερος (= μασκαρᾶς τίς Ἀπόκριες, πληθ. Κουκούγεροι) Κρήτ. (Ζερβιαν.) κουκούγερος (= μασκαρᾶς, μεταμφιεσμένος || πίθηκος) Κρήτ. Κουκουγέροι (= μετημφιεσμένοι) Κρήτ. Κουκούγερας (= ὁ ἀποκριάτικος μασκαρᾶς) Κέρκ. (Σιναρᾶδ.) κουκούγερας (= ἀποκριάτικος μασκαρᾶς: Τήν τελευταία Κυριακή τίς Ἀποκρές θά γίνω κουκούγερας || ὁἀνήθικος, ὁ «μασκαρᾶς»: Πήγαινε νά μή σέ βλέπω κουκούγερα!) Κέρκ. (Λευκίμμ.) κουκούγερας, Πληθ. κουκουέροι (= προσωπιδοφόρος, μετημφιεσμένος. Εἶτα καί χλευαστικῶς ἤ ὑποκοριστικῶς πρός τινα: Σώπα, μωρέ κουκούγερα!) Κέρκ. (Ἀργυρᾶδ.) Κουκούγιρας (= προσωπιδοφόρος: Τ᾿ς Ἀπουκριές θά ντυθῶ Κουκούγιρας) Τῆν. Κουκουγέροι(= μασκαρᾶδες) Μύκ. Κουκουγέρ᾿ (= κάτι σά φαντάσματα) Τῆν. (Πύργ.).

Ἡ παλαιότητα τοῦ ὀνόματος «Κουκούγερος» συνάγεται καί ἀπό τήν παραφθορά του σέ Κούκερος στήν Θράκη [πρβλ. κούκερος (= εἶδος φαντάσματος) Θράκ., «πλήν τῶν λοιπῶν (ἐθίμων) συνείθιζον οἱ κάτοικοι νά ἑορτάζωσι κατά τήν Δευτέραν τῆς Τυρινῆς τόν Κούκερον» Εὐκάρυον (Ἀδριανούπ.), «χώχωστος κουκηρός, ἐνδεδυμένος μέ δέρμα προβάτου ἤ αἰγός, φέρων μάσκαν καί κώδωνας πέριξ τοῦ λαιμοῦ…» Θράκ. (Βιζ.), κούκεροι οἱ (= «οἱ ἀλλαχοῦ τῆς Θράκης καλόγηροι καλούμενοι, ἤ μπουρμπούτσελοι τζαμάλεςγκλανγκλάδες…») Θράκ. (Γέν.) κ.λπ.]

Ὁ Χρῆστος Σαμουηλίδης (Τό λαϊκό παραδοσιακό θέατρο τοῦ Πόντου, 1991,σ. 130) συνοψίζει: «Ὁ Κ. Α. Ρωμαῖος […] γράφει ὅτι οἱ Μωμόγεροι τοῦ Πόντου, οἱ Μπαμπόγεροι (οἱ πολύ γέροι) ἀπό τά Λακκοβίκια τῆς Μακεδονίας, οἱ Κουκούγεροι ἀπό τίς Κυκλάδες καί τήν Κέρκυρα, οἱ Καλόγεροι ἀπό τή Θράκη, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἐπιθετικοί εἰδικότερα καθορισμοί τῶν Γέρων. Στή Σκύρο λέγονται ἁπλῶς Γέροι (Γέρος καί Κορέλλα). Ἡ ὀνομασία προῆλθε ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ νέοι πού ἔπαιζαν τά ἔθιμα αὐτά, μέ τά τομάρια καί τά τραγήσια προσωπεῖα, μέ τά ἀκούρευτα μαλλιά τῶν ζώων γιά γένια, ἔμοιαζαν μέ γέρους.»

Τό γεγονός βεβαίως ὅτι παρίσταται ἀνάγκη αὐτοί οἱ «γέροι» νά ἀντιπροσωπευθοῦν ἀπό μεταμφιεσμένους σημαίνει ὅτι δέν εἶναι γέροι τοῦ κόσμου τούτου (αὐτό, ἄλλωστε, ὑποδηλοῖ ὁ χαρακτηρισμός «κάτι σά φαντάσματα» ἤ «εἶδος φαντάσματος»), ἀλλά ἀντιπροσωπεύουν πιθανώτατα τό γένος τῶν νεκρῶν γερόντων πού στό πλαίσιο μιᾶς ἀπροσδιορίστου ἱστορικοῦ βάθους «νεκρογιορτῆς» ἀνακαλοῦνται προσωρινά στόν κόσμο τῶν ζώντων, δέχονται τίς προσήκουσες περιποιήσεις (μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ προσφορά φαγητοῦ καί ποτοῦ καί ἡ ἀσεμνολογία πού θεραπεύει ἐρωτικές ἀνάγκες), καί κατόπιν ἐξαποστέλλονται –μέ περισσότερη ἤ λιγώτερη εὐγένεια- στόν κόσμο στόν ὁποῖο ἀνήκουν.

Τό κεντρικό γεγονός τῆς μεταμφίεσης ἔχει ἀφήσει τά ἀνεξίτηλα ἴχνη του στήν γλῶσσα, ἀφοῦ κουκουγέρι κουκούγερας δέν σημαίνει μόνο «σωρός πετρῶν», «εἶδος φαντάσματος» ἤ «ὁ μεταμφιεσμένος τῆς Ἀποκριᾶς», ἀλλά καί «κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, κουκούλα προσαρτημένη στήν κάπα τοῦ βοσκοῦ»: Οὐδ. κουκουγέρι τό,Πελοπν. (Ἄρν. Ζελίν. Καρδαμ. Κατσουλαίικ. Κόκκιν. Λεῦκτρ. Λουρ. Μάν. Ξηροκ. Παλαιοχ. Οἴτυλ. Τσέρ.) κουτσουγιέρι[5]Πελοπν. (Ἀνώγ.) κουκουζέρι Πελοπν. (Καστάν. Σελεγούδ.) Θηλ. κουκουγέρα ἡ, Πελοπν. (Κάμπος Λακων. Σκάλα Λακων.) Ἀρσ. κουρκούγ΄ερας Πελοπν. (Μάν.).

Ἐδῶ ἀνήκουν καί τύποι μέ παρεμφερεῖς σημασιολογικές ἀποχρώσεις, ὅπως: κουκουγ΄έρι (= τρόπος διευθετήσεως τοῦ σακκιοῦ δίκην κουκούλας, προκειμένου νά καλύψῃ τήν κεφαλήν: Βάλε τό σακ΄κ΄ί κουκουγ΄έρι νά μή βραχῇς καί πήγαινε γιά τά βόιδα) Πελοπν. (Οἴτυλ.), κούρκουλας κουρκουγ΄έρι (: Φτειάσε τό σακκί κουρκουγ΄έρι, δηλ. νά φακελλώσῃς τό σακκί ὥστε νά κάμῃς αὐτό κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν βρέχῃ) Πελοπν. (Πλάτσ.), κουκουγέρι (= ἡ προσωπίς δι᾿ ἧς καλύπτουσι τόν ἔσω ὀφθαλμόν τοῦ ἵππου, τοῦ στρέφοντος τό λιθάρι τοῦ ἐλαιοτριβείου. Σημειωτέον ὅτι πᾶσαν ἐν γένει προσωπίδα καλοῦσιν οὕτω) Κέρκ. (Ἀργυρᾶδ.).

Φαίνεται λοιπόν πιθανόν ὅτι τό α΄ συνθετικό τοῦ Κουκούγερος προέρχεται ἀπό τήν λατινογενῆ θεωρούμενη λέξη κουκούλα, χωρίς ὅμως νά μπορῇ νά ἀποκλεισθῇ τό ἐνδεχόμενο νά συμβαίνῃ τό ἐντελῶς ἀντίστροφο ἤ καί κάτι διαφορετικό, τό ὁποῖο δέν εἴμαστε σέ θέση νά ἀνιχνεύσουμε, λόγῳ τῆς παλαιότητας τοῦ δρωμένου.

Μιά κάπως διαφορετική ἐτυμολογική προσέγγιση υἱοθετεῖ ὁ Κ. Ρωμαῖος, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος στό θρακικό Κούκερος, παρατηρεῖ: «Τὴν Ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ ὀνόματος βοηθοῦν νὰ πιστεύουμε τὰ ἑξῆς δελτία ἀπὸ τὸν ἀνέκδοτο θησαυρὸ τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ. 1 κούκουρος, γέρος κούκουρος, ἐσχατόγηρως, κυρτωμένος. Πόντος. 2 κούκουρα (ἐπιρ.) = κύβδα. Πόντος. 3 κούκουρον, ὀξεῖα προεξοχὴ λόφου (καὶ σωρός). Θράκη. 4 κούκουρο=κρανίο. Λάστα Γορτυνίας. Ὁ κούκουρος τοῦ Πόντου, ἀφοῦ τὸ λὲν μαζὶ μὲ τὸ γέρος, φτάνει νὰ στηρίξει τὴ γνώμη, ὅτι ὁ Κούκερος μὲ τὴν εὐκολονόητη ἀνομοίωση εἶναι ἡ ἴδια λέξη. Ἔπειτα εἶναι φανερό, πὼς τὸ ἴδιο βρίσκεται σὰν πρῶτο συνθετικὸ στοὺς Κουκούγερους, τοὺς μεταμφιεσμένους στὴ Μύκονο, Τῆνο, Κρήτη καὶ Κέρκυρα καὶ σὲ ἄλλη πολυμελέστατη σειρὰ ὀνόματα (κουκούγερες=μανιτάρια στὰ Καλάβρυτα, κουκουγέρι ἡ κουκούλα στὴ Μάνη, κουκουέρος ἡ καπνοδόχη στὴ Μεγαλόπολη, κου(ρ)κουέρι ὁ σωρὸς πέτρες στὴν Κυνουρία κ.τ.λ.). Ὅλ᾿ αὐτὰ δείχνουν, πὼς ἡ λέξη, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ πρώτη της ἀρχὴ -μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἰταλικὸ cuculla- ἔχει εἰσαχθῆ ἐνωρὶς στὴν πανελλήνια γλῶσσα, ἐγεννοβόλησε καὶ πῆρε ἑλληνικὸ ἐντελῶς χαρακτῆρα.» (Κ. Α. Ρωμαίου, «Λαϊκὲς Λατρεῖες τῆς Θράκης», Ἀρχεῖον τοῦ Θρακικοῦ Λαογραφικοῦ καὶ Γλωσσικοῦ Θησαυροῦ, τ. ΙΑ΄ [1944-45], σ. 99-100).

Ἡ δικιά μας ἄποψη –ἡ ὁποία, ἄς σημειωθῇ, ἐκφράζεται μέ ἐπιφυλάξεις- εἶναι ὅτι ἐνδέχεται τά κούκουρος καί Κούκερος νά ἀποτελοῦν ἐναλλακτικές ἐξελίξεις τοῦ κουκούγερος κατά τό σχῆμα κουκούγερος > κουκούερος > κούκουρος καί κουκούγερος > κουκούερος > κούκερος, ἤτοι:

κούκουρος < κουκούγερος > κούκερος

Μποροῦμε, ὡστόσο, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, νά ἀνασυνθέσουμε μέ σχετική ἀσφάλεια τά στάδια ἐξέλιξης μιᾶς πορείας πού ξεκινᾷ ἀπό τήν ἀμφιθυμική λατρεία πραγματικῶν νεκρῶν, περνᾷ στήν ποικιλότροπη ἀντιπροσώπευσή τους μέσῳ μεταμφίεσης, γιά νά καταλήξῃ στήν ὑποκατάστασή τους ἀπό σωρό πετρῶν, πού εὔλογο εἶναι νά ὑποθέσῃ κανείς ὅτι ἕλκουν τήν καταγωγή ἀπό πέτρες συσσωρευόμενες ἐπί τῆς σοροῦ τοῦ νεκροῦ, δηλαδή ἕνα πρωτόγονο μνῆμα.

Καί τό μέγα ἐρώτημα πού θέτουν ἐκφράσεις τοῦ τύπου «θά χαλάσουμε τά κούλουμπ(ρ)α», «κούλ᾿μπα», «κούλ᾿πα» κ.λπ. εἶναι ποῦ ἀποσκοπεῖ αὐτό τό τελετουργικό γκρέμισμα τῶν κουλουμιῶν – λιθόσωρων, στήν ἀνάκληση τῶν νεκρῶν ἤ στήν βίαιη ἀποπομπή τους ἀπό τόν κόσμο τῶν ζώντων;

Οἱ ἐνδείξεις πού ἔχουμε ἀπό τό φανερά τελετουργικῆς καταγωγῆς παιδικό παιχνίδι «Κουκούγερας», τό ὁποῖο ἀποτελεῖ μάρτυρα μιᾶς ὑποδόριας ἐνοχῆς γιά τό «χάλασμα» τοῦ κουκούγερα, μᾶς προσανατολίζει πρός τήν δεύτερη λύση. Τό παιχνίδι, πού παιζόταν παλιότερα στήν Κυνουρία -ἐνδεχομένως καί ἀλλοῦ-, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος τῶν παικτῶν λαμβάνει λιθίνην πλάκα, τήν ἀμάδα. Ἐπί λίθου τετραγωνικοῦ μᾶλλον, μήκους 0,20-0,50 μέτρων τοποθετοῦν μικράν λιθίνην σφαίραν, τόν κουκούγεραν. Ὁ ἐπιτηδειότερος καί γενναιότερος τῶν παικτῶν ἀναλαμβάνει νά φυλάξῃ τόν κουκούγεραν. Ἱσταμένου τούτου παρά τόν λίθον οἱ ἄλλοι ἐξ ἀποστάσεως δέκα μέτρων ρίπτουν ἀμάδες προσπαθοῦντες ν᾿ ἀπομακρύνουν τόν κουκούγεραν ἀπό τόν λίθον ἐφ᾿ οὗ ἵσταται. Ὁ φυλάσσων τόν κ. ὑποχρεοῦται ἅμα ὁ κουκούγερας πέσῃ νά τόν τοποθετήσῃ ἐκ νέου ἐπί τοῦ λίθου καί ἅμα κάμῃ τοῦτο νά συλλάβῃ ἤ κτυπήσῃ διά τῆς χειρός τόν ρίψαντα τόν κ. καί προσπαθοῦντα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβε τήν ἀμάδα του νά φύγῃ δρομαίως πρός τούς ἄλλους. Ἄν τόν συλλάβῃ ἤ τόν κτυπήσῃ τόν κάμνει φύλακα τοῦ κουκούγερα ἐνῷ ὁ τέως φύλαξ παίρνει τήν ἀμάδα του καί παίζει μετά τῶν ἄλλων παικτῶν.»

Δέν μπορεῖ νά μή σημειώσῃ κανείς ὅτι στήν περίπτωση τοῦ παιχνιδιοῦ «Κουκούγερας» ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν τήν πανάρχαια τελετουργική μήτρα ἀπό τήν ὁποία ἕλκουν τήν καταγωγή παρεμφερῆ παιχνίδια, εἴτε δικά μας (ἀπό τίς ἀμάδες καί τόν τόκα, μέχρι τίς γκαζές μέ τό πάς καί τό παράπασο), εἴτε ξένα (ἀπό τό μπόουλινγκ καί τό μπέιζ μπόλλ μέχρι –ἐνδεχομένως- καί τό ποδόσφαιρο).

Ἐν τούτοις, παρά τίς ὅποιες ἐνδείξεις, τό ἐρώτημα παραμένει: ποῦ ἀποσκοπεῖ τό χάλασμα τῶν κούλουμων, ἤτοι τῶν κουκούγερων; Στήν ἀνάκληση ἤ στήν ἀποπομπή τους;

Ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἀπάντηση, νομίζω ὅτι ἡ ἐνδοσυγκριτική γλωσσική ἀνάλυση στήν ὁποία προβήκαμε μᾶς δείχνει τοὐλάχιστον ποῦ πρέπει νά ψάξουμε.

 

Ἐπιλογικό σημείωμα

Γνωρίζω, βέβαια, ὅτι σ᾿ ἕνα τέτοιο σύντομο ἄρθρο δέν μποροῦν νά ἀπαντηθοῦν οἱ ποικίλες ἐνστάσεις πού ἔχουν νά κάνουν μέ τήν εὐετηρική ἑρμηνεία τῶν ἀποκριάτικων ἐθίμων, τήν γονιμική ἑρμηνεία τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου κ.λπ. Ὁ Ν. Πολίτης, σέ μιά ἰσορροπημένη ἀπόφανση (Λαογραφία Β, 47, 1), ἔκανε λόγο γιά δραματική παράσταση ἔχουσα τόν σκοπό «τῆς δεισιδαίμονος ἀποτροπῆς κακῶν καὶ τῆς ἐπιτεύξεως εὐετηρίας». Ὁ Κ. Ρωμαῖος ἐπισημαίνει, μέ ἐμφανῶς κριτική διάθεση: «Εἴμαστε σύμφωνοι, μὲ τὴν παρατήρηση, ὅτι τὸ μέρος τῆς δεισιδαίμονος ἀποτροπῆς δὲν τὸ ξεχωρίζομε καὶ δὲν τὸ ἐξαίρομε. Τὸ δεύτερο, ἡ ἐπίτευξη τῆς εὐετηρίας, εἶναι τὸ ὅλον καὶ τοῦτο ἔχει μέσα του καὶ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ κακοῦ.» (ὅ.π., σ. 100).

Φυσικά ἡ λογική τοῦ Ρωμαίου μπορεῖ κάλλιστα νά ἀντιστραφῇ: ἡ ἀποτροπή τοῦ κακοῦ εἶναι τό ὅλον, καί τοῦτο ἔχει μέσα του καί τήν ἐπίτευξη τῆς εὐετηρίας. Ὅποιος σκαλίζῃ τήν παιγνιώδη ἐπιφάνεια τῶν ἀποκριάτικων ἐθίμων ἀνακαλύπτει στόν πρωτογενῆ τους πυρῆνα ἕναν ἀνείπωτο, παραλυτικό φόβο πού στό παρελθόν ὡδηγοῦσε σέ βάρβαρες πρακτικές, τῶν ἀνθρωποθυσιῶν μή ἀποκλειομένων, καί πού μακρινός τους ἀπόηχος εἶναι οἱ καθόλου καθαρές «Σκυλοδευτέρες», κατά τίς ὁποῖες «βασανίζουν […] ἕνα σκυλί, δένοντάς το σὲ ξύλο, καὶ περιστρέφοντας ψηλὰ ἀπὸ φωτιά, σὰν ἀρνὶ στὴ σούβλα.» (ὅ.π., σ. 100).

Βεβαίως, μιά τέτοια (μαγική) πρακτική προσκρούει στά ζωόφιλα αἰσθήματά μας, ἄς προβληματισθοῦμε ὅμως γιά τό ἐνδεχόμενο στίς φλόγες αὐτῆς τῆς φωτιᾶς, προοριζόμενης σέ διάφορες περιοχές γιά τόν καλόγερο ἤ τήν καλόγρια, νά γινόταν παλαιότερα παρανάλωμα ἕνας ἄνθρωπος, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ὑποστασιοποιοῦνταν ἡ ἀπειλή ἐκ μέρους ἐπίφοβων νεκρῶν. Ὁπότε τό χάλασμα τῶν κούλουμων, ἄν ἔχῃ κάποια βάση ἡ ὑπόθεσή μας, ἀποτελεῖ μιά ἐντελῶς ἀνώδυνη καί ἀνθρωπιστική στήν οὐσία της λύση.

 

 

Χρίστος Δάλκος

 

[1]Οἱ περισσότεροι διαλεκτικοί / ἰδιωματικοί τύποι πού παρατίθενται ἐδῶ προέρχονται ἀπό τό Ἀρχεῖο τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καί Ἰδιωμάτων (ΚΕΝΔΙ – ΙΛΝΕ) τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

[2]Γιά τόν τύπο μπούκλουβα, ὁ Β. Φάβης («Μετάθεσις καὶ ἀντιμετάθεσις φθόγγων», Λεξικογραφικὸν Δελτίον Α΄ [1939], σ. 129) σημειώνει: «μπούκλουβα (τά, Κορώνῃ) = τὸ ἑορταστικὸν συμπόσιον τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας, ἐκ τοῦ μπούκουλα – μούκουλα ἀντὶ κούμουλα. Τὸ δὲ ἐν τῇ παραληγούσῃ λ κατὰ προληπτικὴν μετάθεσιν ἐκ τῆς λ. : μπούκουλα > *μπούκλουα > μπούκλουβα, κατ᾿ ἀνάπτυξιν τοῦ β μεταξὺ τῶν φθόγγων ου καὶ α ὡς συνδετικοῦ φθόγγου· πρβ. ᾠὸν > ᾠβόν, οὖα > οὖβα

[3]Βλ. καί Ν. Σαραντάκος, «Τα κούλουμα δεν γκουμουλώνουμε», ἱστολόγιο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 23-2-2015

[4]Πρβλ.: «Πῶς λές πώς δέν τό ᾿ξερες καί πῆγες τά πρόβατα ᾿ς τό χωράφι μου, ἀφοῦ ἔχω βάλει κουκουγέρους, δέν τούς ἔβλεπες;» Πελοπν. (Ἀργολ.)

[5]Ἰδού ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα τσιτακισμοῦ πρό τοῦ ου (κουκουγιέρι > κουτσουγιέρι) πού ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία δέν ἀποδέχεται, σέ πεῖσμα τῶν ποικίλων ἐνδείξεων (πρβλ. κουκκουνάρι > κουτσουνάρι > τσουτσουνάρι | κουρκουλιανός > κουρτσουλιανός / κουρτσουλιάνος > τσουρτσουλιάνος (= κορυδαλλός) | κουκούνι > τσουτσούνι, κουκοῦ / γκουγκοῦ > τσουτσοῦ κ.ἄ.). Προφανῶς ἐκ τοῦ Κουκούγερας προέκυψε μέ τσιτακισμό καί τό ἐπών. Κουτσούγερας

2 Σχόλια

  1. Ηρακλής Φωκάς

    Από το Κεφαλλονίτικο Λεξικο
    Κουρβουλιάζω = πιάνονται οι αρθρώσεις μου
    Κούρβουλο = η ρίζα του κλήματος
    Κουλούμι = σωρός χώματος μετά το πρώτο σκάψιμο των αμπελιών
    κούλουμο -κουλούμι = σωρός
    κουλουμώνω = σχηματίζω σωρό

  2. Χρίστος Δάλκος

    Τό κούρβουλο (= ἡ ρίζα τοῦ κλήματος) νομίζω πώς δέν ἔχει σχέση μέ τά κούλουμο, κούμουλο, κουμούλι κ.λπ., ἀλλά μέ τά κούρμουλο (= κορμός ἀμπελιοῦ), κουρμούλα (= ρίζα ἀμπελιοῦ), κουρμουλιάζω (= κλαδεύω τό ἀμπέλι), κοῦρμος (= κορμός δένδρου), κούρμη (= χοντρό κλαρί), καί ἄρα ἀνάγεται στό ἀρχ. ἑλλ. κορμός (= πᾶν ἠκρωτηριασμένον, ἀποκεκομμένον σῶμα, «κορμί», «κούτσουρον», πρβλ. κείρω καί κουρεύω). Ἑπομένως ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν μιά τροπή μ > β (κούρμουλο > κούρβουλο, κουρμουλιάζω > κουρβουλιάζω: γίνομαι σάν κούτσουρο) τήν ὁποία ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία προσπερνάει μέ χαρακτηριστική ἀδιαφορία.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*